Ο
Εθνικός
Δρυμός
Σουνίου
ιδρύθηκε το 1971.
Βρίσκεται
στο
νοτιοανατολικό
άκρο της
Αττικής, στην
περιοχή που
συνηθίζεται
να λέγεται
Λαυρεωτική,
και καταλήγει
στο ακρωτήριο
του Σουνίου.
Περιλαμβάνει
περίπου 4.000 ha, από
τα οποία τα 500
είναι ο
πυρήνας του
δρυμού, όπου
το καθεστώς
προστασίας
είναι απόλυτο.
Η
απόφαση για
την ίδρυση του
συγκεκριμένου
δρυμού
πάρθηκε, αφού
συνεκτιμήθηκε
η οικολογική,
ιστορική,
γεωλογική και
η
παλαιοντολογική
αξία της
περιοχής.
Δηλαδή το
πευκοδάσος
χαλεπίου
πεύκης, που
κυριαρχεί στη
βλάστηση του
δρυμού, ήταν (και
ως ένα βαθμό
συνεχίζει να
είναι) το πιο
εκτεταμένο
και
καλοδιατηρημένο
πευκοδάσος
της
ανατολικής
Αττικής.
Το
χερσαίο τμήμα
της περιοχής
αποτελεί
παράδειγμα
μεσογειακού
τοπίου.
Διακρίνονται
και οι τρεις
κύριοι τύποι
μεσογειακών
οικοσυστημάτων
της χώρας,
δηλαδή τα
Μεσογειακά
πευκοδάση, η
μακκία (ηπειρωτική
και παράλια)
και οι
φρυγανότοποι.
Στη δενδρώδη
μακκία
επικρατεί το
πουρνάρι (Querqus coccifera)
που υπόκειται
σε έντονη
βόσκηση.
Στην
περιοχή
υπάρχουν
μεταλλεία και
μέρη
αρχαιολογικού
και
παλαιοντολογικού
ενδιαφέροντος.

"Η
σημασία ενός
τέτοιου
δάσους για το
μικροκλίμα
της ευρύτερης
περιοχής του
λεκανοπεδίου
της
πρωτεύουσας
είναι φανερή.
Επίσης, η
χλωρίδα του
δρυμού, αν και
όχι επαρκώς
μελετημένη,
παρουσιάζει
ιδιαίτερο
ενδιαφέρον.
Δύο
είδη είναι
στενότοπα
ενδημικά της
Λαυρεωτικής,
δηλαδή
απαντούν μόνο
στην περιοχή
αυτή, και
είναι τα Centaurea laureotica
και Centaurea attica ssp.asperula.Η
χλωρίδα του
δρυμού
περιλαμβάνει
πολλά άλλα
ελληνικά
ενδημικά.

Ακόμη,
περισσότερα
από 260 ορυκτά
έχουν
συλλεχθεί
στην περιοχή,
μερικά από τα
οποία ήταν
τελείως
άγνωστα για
την επιστήμη.
Ακριβώς αυτή η
ποικιλία
ορυκτών
ευνόησε την
ανάπτυξη μιας
μοναδικής ""βιομηχανίας""
εξόρυξης
μετάλλων κατά
την
αρχαιότητα.
Η
έκταση του
δρυμού είναι
διάσπαρτη από
σπηλιές και
άλλους
καρστικούς
σχηματισμούς.
Αυτοί οι
σχηματισμοί
λειτούργησαν
ως παγίδες για
ποικιλία
οργανισμών σε
διάφορους
γεωλογικούς
αιώνες, με
αποτέλεσμα τη
δημιουργία
απολιθωμάτων
σε μεγάλη
συχνότητα που
ανακαλύφθηκαν
κυρίως στα
βόρεια του
δρυμού.

Πηγή
Mineralien - und Fossilienverein Basel
Δείτε
επίσης mindat.org
Από
τα φυτικά
απολιθώματα
ενδιαφέρον
παρουσιάζουν
τα
απολιθωμένα
δείγματα Pinus maritima
και Quercus suber, ειδών
της Δυτικής
Μεσογείου που
δεν έχουν
αρτίγονους
αντιπροσώπους
στη χώρα μας,
και
απολιθώματα Pinus
nigra και Buxus sempervirens ειδών
που σήμερα
περιορίζονται
σε περιοχές
μεγάλου
υψομέτρου.
Από
τα ζωικά
απολιθώματα
βρέθηκε ένα
είδος Spalax που
σήμερα δεν
απαντά στην
Ελλάδα, Ursus arctos που
έχει
εξαφανιστεί
από τη νότια
Ελλάδα και Cervus elaphus
που δεν
υπάρχει πλέον
στη
Λαυρεωτική.
Εκτός
από τον δρυμό,
μια
μεγαλύτερη
έκταση, η
οποία
περιλαμβάνει
τον δρυμό,
έχει
ανακηρυχθεί
ως περιοχή
ιδιαίτερου
φυσικού
κάλλους και
πολιτιστικής
κληρονομιάς. "