| ||||||
|
Μανόλης Αναγνωστάκης:
Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ. Στην οδό Αιγύπτου -πρώτη πάροδος δεξιά! Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Τράπεζας Συναλλαγών Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως. Και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια να παίξουνε από τα τόσα
τροχοφόρα που περνούνε. Άλλωστε τα παιδιά μεγάλωσαν, ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε Τώρα πια δε γελούν, δεν ψιθυρίζουν μυστικά, δεν
εμπιστεύονται, Όσα επιζήσαν, εννοείται, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες, Θυμούνται τα λόγια του πατέρα: εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες Δεν έχει σημασία τελικά αν δεν τις γνώρισαν, λένε το μάθημα οι ίδιοι
στα παιδιά τους Ελπίζοντας πάντοτε πως κάποτε θα σταματήσει η αλυσίδα Ίσως στα παιδιά των παιδιών τους ή στα παιδιά των παιδιών των παιδιών
τους. Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο που λέγαμε, υψώνεται η Τράπεζα
Συναλλαγών - εγώ συναλλάσσομαι, εσύ συναλλάσσεσαι αυτός συναλλάσσεται- Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως -εμείς μεταναστεύουμε, εσείς μεταναστεύετε, αυτοί
μεταναστεύουν- Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κι ο Ποιητής Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία, τις ωραίες
εκκλησιές Η Ελλάς των Ελλήνων.
Μανόλης Αναγνωστάκης: Επιτύμβιον Το ποίημα ανήκει στην
ποιητική συλλογή Ο Στόχος (1970), που περιέχει ποιήματα γραμμένα στην περίοδο
της δικτατορίας (1967-1974). Πέθανες - κι έγινες και συ: ο καλός. Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης. Τριάντα έξι στέφανα σε συνοδέψανε, τρεις λόγοι αντιπροέδρων, εφτά ψηφίσματα για τις υπέροχες υπηρεσίες που προσέφερες. Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο το 'ξερα τι κάθαρμα ήσουν, τι κάλπικος παράς, μια ολόκληρη ζωή μέσα στο ψέμα. Κοιμού εν ειρήνη δε θα 'ρθω την ησυχία σου να ταράξω. (Εγώ, μια ολόκληρη ζωή μες στη σιωπή θα την εξαγοράσω πολύ ακριβά κι όχι με τίμημα το θλιβερό σου το σαρκίο). Κοιμού εν ειρήνη. Ως ήσουν πάντα στη ζωή: ο καλός, ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης. Δε θα 'σαι ο πρώτος ούτε δα κι ο τελευταίος.
επιτύμβιος -α -ο [epitímvios] E6 : (αρχαιολ.) που τοποθετούνταν επάνω σε τύμβο ή σε τάφο· (πρβ. επιτάφιος): Eπιτύμβια πλάκα / στήλη / επιγραφή. Eπιτύμβιο άγαλμα / μνημείο / επίγραμμα. Eπιτύμβια ανάγλυφα. [λόγ. < αρχ. ἐπιτύμβιος] Λεξικό της κοινής νεοελληνικής
Κατά την αρχαιότητα, όταν πέθαινε κάποιος σπουδαίος, τον έθαβαν μέσα σε έναν τάφο που είχε τη μορφή κιβωτίου και ήταν κατασκευασμένος από πωρόλιθο. Πάνω από αυτό τον κιβωτιόσχημο τάφο συσσώρευαν χώμα και έφτιαχναν ένα χαμηλό λοφίσκο, τον «τύμβο» (από όπου και η σημερινή λέξη «τούμπα») και πάνω από αυτόν έστηναν μια «επιτύμβια», μαρμάρινη στήλη, όπου με χαμηλό ανάγλυφο παριστανόταν η μορφή του νεκρού και το όνομά του. Τελικά όμως η αρχαιολογική έρευνα κατέληξε να χαρακτηρίζει κάθε τι που στηνόταν πάνω σε ένα τάφο ως «επιτύμβιο». Κάθε τι που σκέπαζε ένα σπουδαίο νεκρό και όχι μόνο τον σκέπαζε, αλλά και τον σήμαινε. Κάθε επιτύμβια κατασκευή, δηλαδή, δεν ήτανε ένα απλό, ουδέτερο σκέπαστρο, αλλά έδειχνε κιόλας από μακριά πως εκεί, κάτω από τον χωμάτινο λόφο, ήταν θαμμένος ο Μνησικλής, π.χ. ή ο Αλκιβιάδης, ή ο Ευφρόνιος. Έτσι, όσοι περνούσαν από εκεί κοντά έβλεπαν το όνομα του νεκρού κι αν ήτανε φίλος τους κοντοστέκονταν και χαιρετούσαν. Γ. Χ. Χουρμουζιάδης |
|