Παιχνίδια της φαντασίας  
 

Ένας κλόουν τραγουδάει

Οι μέρες περνούν κι η παράσταση ίδια
ύμνος που ψέλνεται με δάκρυα χαράς.
Κι εσύ συνέχεια ακούραστος κλόουν
προσφέρεις το γέλιο χωρίς να μιλάς.

Δεν έχεις ψεύτικη, κόκκινη μύτη
κι ούτε όψη αστεία
ούτε όψη αστεία.
Μονάχα η ματιά σου κάτι που κρύβει
μια ξεχασμένη αμαρτία
ξεχασμένη αμαρτία.

Οι μέρες περνούν κι η παράσταση ίδια
κάτω από σβησμένες επιγραφές.
Διδάσκεις στον κόσμο μιαν άλλη θρησκεία
δίχως προφήτες και ιερές τελετές.

Κι όταν αργά γυρίζεις στο σπίτι
είσαι μόνος σου πάλι
μόνος σου πάλι.
Πνοή στο σκοτάδι ενώ τρίζουν οι τοίχοι
και ο πόνος κρατάει
ο πόνος κρατάει.

Οι μέρες περνούν κι η παράσταση ίδια
κι ένας εφιάλτης σε ξυπνά το πρωί.
Φοβάσαι πως κάποτε δε θα αντέξεις
και κλάψεις για λίγο μες στη σκηνή.

Η νύχτα τελειώνει, στεγνώνουν τα χείλη
κι η καρδιά σου χτυπάει
η καρδιά σου χτυπάει.
Μία άλλη μέρα, η παράσταση αρχίζει
κι ένας κλόουν τραγουδάει
ένας κλόουν τραγουδάει.

Στίχοι: Πάτρα, Απρίλιος 1993

 
 

Μια ιστορία ίσως αληθινή

Ήταν καλοκαίρι του εβδομήντα εννέα
σε ένα νησί, μαγικό νησί
με μικρά σπίτια και κόκκινες βάρκες
κι ένα παιδί, σιωπηλό παιδί.

Ο μικρός Πωλ είχε δυο μαύρα μάτια
που κοιτούσαν ψηλά, κοιτούσαν τους γλάρους.
Μάζευε κοχύλια, πολύχρωμες πέτρες
κι ώρες ατέλειωτες καθόταν στους βράχους.
Μιλούσε στα κύματα, μιλούσε στον άνεμο
μετρούσε τ' αστέρια που πέφταν τον Αύγουστο.
Δε φοβόταν ξωτικά και νεράιδες
δεν είχε ακούσει ποτέ για το θάνατο.
Πήγαινε κι άκουγε απ' τους γέρους ψαράδες
ιστορίες που λέγαν για παράξενα μέρη
για κρύους τόπους σκεπασμένους με χιόνι
κι άλλους ακόμα που ο ήλιος καίει.

Ήταν καλοκαίρι του εβδομήντα εννέα
σε ένα νησί, μαγικό νησί
με λίγους ανθρώπους και έρημους δρόμους
κι ένα παιδί, σιωπηλό παιδί.

Μια μέρα καθώς είδε στ' ανοιχτά ένα πλοίο
που `χε στα κατάρτια απλωμένα πανιά
θυμήθηκε του πατέρα του την ήρεμη όψη
που `ταν χαραγμένη στο νου του βαθιά.
Το ζαρωμένο του μέτωπο, και τα μάτια
που έβλεπαν πιο πέρα απ' τον καθένα
μια υπόσχεση φανέρωναν πάντα
για κόσμους και πράγματα που έμεναν ξεχασμένα.
Το παιδί τότε γέλασε και βούτηξε αμέσως
των ονείρων η δύναμη τον πήρε μακριά.
Λένε πως ίσως δε χάθηκε ο Πωλ
μα ποτέ άνθρωπος δεν τον είδε ξανά.
Ήταν καλοκαίρι του εβδομήντα εννέα
σε ένα νησί, μαγικό νησί
που οι μεγάλοι λένε τραγούδια στους ξένους
και μια ιστορία ίσως αληθινή.

Κάπου κάπου ξυπνάω τα βράδια
σ' ένα δωμάτιο όχι πια θλιβερό.
Βλέπω πως τάχα κολυμπάω μονάχος
δίχως κατεύθυνση, δίχως σκοπό
σ' ένα ταξίδι άγνωστο ακόμα
σ' ένα ταξίδι χωρίς γυρισμό.

Στίχοι: Πάτρα, Φεβρουάριος 1994

 
 

Η πόλη που δεν ξύπνησε ποτέ

Κάποτε είδα για λίγο
χαμένη μες στα κύματα
την πόλη που ψάχνουμε τόσες γενιές νομάδων
να κατακτήσουμε κι εμείς για μια στιγμή
και να ζήσουμε για πάντα στο χρόνο.

Την πόλη με τα μαύρα άδεια παράθυρα
που σκεπάζουν το θρήνο των μανάδων
στοιχειωμένα από τα φαντάσματα των πολιορκημένων
υπερασπιστών της ύπαρξής τους στο φως.

Την πόλη των εμπόρων και των πειρατών
που μεθυσμένοι τριγυρνούν ακόμα στα σοκάκια
κυνηγώντας τις ανύπαρκτες σκιές τους
σ' ένα αδιάκοπο παζάρι μυστικών και φόβων.

Την πόλη της πίστης και της προσευχής
των δειλών βασιλιάδων που ψάχνουν τη λύτρωση
μακριά από το θρόνο που ποτέ δεν αγάπησαν
πέρα στο προπύργιο των ουρανών.

Κάποτε είδα για λίγο
την πόλη που δεν πέθανε ποτέ
χτισμένη στο βράχο με πέτρες και λάσπη από αίμα
χίλια χρόνια τώρα κι ίσως ακόμα πιο πολύ
η πόλη που δεν ξύπνησε ποτέ.

Στίχοι: Πάτρα, Δεκέμβριος 1995

 
 

Ξημερώνει

Ναρκωμένος από το μονότονο ρυθμό της πορείας του χρόνου
ολομόναχος ανάμεσα σε τόσα αγαπημένα πρόσωπα
σκάλιζα στο χαρτί τις σιλουέτες των φαντασμάτων
που από καιρό κούρνιαζαν στις σκέψεις μου.
Φυλακισμένος στο ρόλο ενός ακούραστου κλόουν
μέχρι τη στιγμή που ονειρεύτηκα το σχήμα των ματιών σου.

Τώρα πια τρέχω στη βροχή ελεύθερος
από τις αλυσίδες που βάραιναν στο κορμί μου.
Τώρα πια τρέχω στη βροχή ελεύθερος
από τους εφιάλτες που πάγωναν την αναπνοή μου.
Τρέχω γιατί θέλω να `ρθω σε σένα
μα η μορφή σου μένει μακριά μου
πέρα από `κει που φτάνει η φωνή μου
πέρα απ' τις σταγόνες που σκεπάζουν τα δάκρυά μου.
Μη φεύγεις! ... Μη! ...

Μια νύχτα τ' Απρίλη που τ' αστέρια σκορπούσαν ένα κόκκινο φως
μια νύχτα που μπροστά μου χόρευαν οι γκρίζες σκιές του παρελθόντος
ένιωσα την καυτή σου ανάσα να μου ζεσταίνει τα χείλη
ένιωσα το χάδι των χεριών σου πάνω στα μαλλιά μου.
Κι ο χρόνος, όχι πια σταματημένος
να δίνει τη δική του μάχη για την ευτυχία.

Τώρα πια τρέχω στη βροχή ελεύθερος
γιατί αποκαλύφθηκε ο χάρτης της ψυχής μου.
Τώρα πια τρέχω στη βροχή ελεύθερος
γιατί βρήκε το σκοπό της η ζωή μου.
Τρέχω γιατί θέλω να `ρθω κοντά σου
μα η εικόνα σου χάνεται σιγά σιγά
όπως η ομίχλη όταν βγαίνει ο ήλιος
σα να `ταν κι αυτή ένα παιχνίδι της φαντασίας.
Μη φεύγεις! ... Μη! ...

Καθώς ξυπνάω στο δρόμο που έρχεται από τον κόσμο των ονείρων
βλέπω εσένα δίπλα μου, στην αγκαλιά μου.
Έτσι όπως είσαι με τα μάτια κλειστά
δείχνεις τόσο εύθραυστη, τόσο δικιά μου
σα ν' αποτελείς κομμάτι του εαυτού μου.
Ξημερώνει. Δε θέλω να σε χάσω. Ποτέ.

Στίχοι: Πάτρα, Ιανουάριος 1995

 
 

Αγγελμα

Εγώ κι εσύ μικρό μου ταίρι
που ζούσαμε μόνοι
ξεχασμένοι σ' ένα σπιτάκι μακριά απ' τον ήλιο
που ζούσαμε μόνοι
μέσ' από τη σκιά που έριχνε το χαρτονένιο ξωκλήσι.
Παραμύθι που επρόκειτο ν' αρχίσει.

Η βροχή που έπεφτε με κρότο στο τζάμι
ν' αγγίξει πολεμούσε
τον άνθρωπο, τον άπληστο τύραννο.
Ναρκωμένο πνεύμα που ξυπνούσε ανήσυχο.

Ο αέρας που σφύριζε γλιστρώντας στις χαραμάδες
να θρηνεί έμοιαζε
το παρελθόν που χανόταν.
Αγγελμα της κατάρας που ερχόταν.

Εγώ κι εσύ μικρό μου ταίρι
που θελήσαμε να ξεφύγουμε
απ' το σπιτάκι που γέννησε κάποτε λίγο απ' το φως
που θελήσαμε να ξεφύγουμε
από τη σκιά που έριχνε το χαρτονένιο ξωκλήσι.
Εφιάλτης που επρόκειτο ν' αρχίσει.

Το κύμα που χτύπαγε με μανία στους βράχους
να γκρεμίσει ήθελε
το σπιτάκι και το ξωκλήσι.
Σπίθες φωτός που για πάντα είχαν σβήσει.

Ο αέρας που σφύριζε γλιστρώντας στις συνειδήσεις
τις τύψεις ξερίζωνε
κάποιου κόσμου της παρακμής.
Αγγελμα της δικαιοσύνης της μητέρας γης.

Στίχοι: Πάτρα, Μάρτιος 1995
Φωτογραφία: Τραγανό, 1996

 

 

 

 

 

Η μεγάλη φυγή

Αμέτρητες φωτογραφίες, γκρίζες, χωρίς χρώμα
σκορπίστηκαν και σχημάτισαν μια κούφια ζωή
κομμάτια από ψέματα, αγκάθια και μύθους
στα μάτια μου φύσηξαν μια κρύα πνοή.

Κοίτα ένα ακόμα άψυχο πτώμα ...

Σκιές που κλαίνε τρέχουν στους δρόμους
και κάτι αλήτες τραγουδούν μεθυσμένοι
ο κόσμος μαζεύεται, δε μιλάει κανείς
τελευταία φορά που η πανσέληνος ανατέλλει.

Κυνηγώντας την κάλπικη δόξα ...

Όλοι ετοιμάστηκαν για τη μεγάλη φυγή
μία Οδύσσεια στο σκοτάδι του απείρου
τώρα πλέον βιαστικοί προχωρούν
προτού προβάλει η πρώτη ακτίνα του ήλιου.

Κάποια πρόσωπα έμειναν μόνα ...

Αμέτρητες φωτογραφίες, γκρίζες, στο χώμα
μαρτυρούσαν τον φόβο, το πώς, το γιατί
ανάμεσα σε έρημες κολώνες και τοίχους
μέχρι που λειώσαν στη μαύρη βροχή.

Και κάτι ακόμα ...

Αυτοί που προχώρησαν πέρα από κει π' αντέχαν
δεν ξαναβρήκαν ποτέ το μονοπάτι του γυρισμού
ούτε ξαναγεννήθηκαν, κι ούτε ξανάζησαν
κλεισμένοι στα όρια του κόσμου αυτού.

Στίχοι: Πάτρα, Ιούνιος 1996

 
 

Ο ζητιάνος της νύχτας

Παράξενε ταξιδιώτη, ζητιάνε της νύχτας
που ψάχνεις στις σκιές του μυαλού μου
για σκέψεις κρυμμένες απ' το φως της ημέρας
για μονοπάτια που δεν έχει περπατήσει κανένας.

Φλεγόμενους θάμνους σε ιερές ερήμους
μελλοντικούς εφιάλτες και ξεχασμένους θρύλους
που ξυπνάνε ξανά και ξανά
θέλοντας κάτι να σου θυμίσουν
που ξυπνάνε ξανά και ξανά
λίγες στιγμές για να ζήσουν.

Όμως χθες βράδυ εκδίκηση πήρες πάλι ζητιάνε της νύχτας
γιατί δε βρήκες στις σκιές του μυαλού μου
όσα σου αξίζουν ν' ακούς και να κοιτάς
όσα ζητάς να γεύεσαι και να μεθάς.

Κι ήθελες τόσο πολύ
να πεις μια ακόμα προσευχή
με αίμα που να καίει
σε έναν άγνωστο θεό
με αίμα που να λέει
για κάποιο αργόσυρτο χορό.

Στίχοι: Πάτρα, Οκτώβριος 1995

 
 

Το πανηγύρι της ζωής

Ακίνητες ζωγραφιές σαν περασμένες στιγμές
κορμιά γυμνά
και χείλη στεγνά
χάρτινες μάσκες που μας φοβίζουν.
Εικόνες, αναμνήσεις και λέξεις
μπερδεμένες μες στο μυαλό
προσπαθούν αδιάκοπα
ν' ανοίξουν την πόρτα
προς τη χώρα της ευτυχίας.
Πάντα όμως
άλλοτε αργά κι άλλοτε γρήγορα
έρχεται η στιγμή
που αυτό το πανηγύρι της ζωής
φτάνει στο τέλος.

Αγωνίες κι ερωτήματα που `χουν ανεξίτηλα χαραχτεί
συνοδοί μιας πορείας στο άγνωστο.
Ελπίδες και όνειρα που `χουνε πια χαθεί
στοιβαγμένα ψηλά για ένα ταξίδι στο άπειρο.

Στίχοι: Πάτρα, Μάιος 1995