ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΔΑΒΙΔ

ΑΡΧΙΚΗ

ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ Π.Δ.

ΔΙΚΑΙΟΙ ΤΗΣ Π.Δ.

ΨΑΛΜΟΙ

ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α'

ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Β'

ΑΓΙΟΛΟΓΙΑ

 

ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΔΑΒΙΔ

  

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
 

Ο βασιλιάς Δαβίδ

Ο Δαβίδ υπήρξε ποιμένας, μουσικός, ποιητής, στρατιωτικός διοικητής, προφήτης και βασιλιάς. Το όνομά του στα εβραϊκά σημαίνει "αγαπημένος" ή "αγαπητός". Ήταν ο δεύτερος κατά σειρά μετά τον Σαούλ Βασιλιάς και ο μεγαλύτερος απ' όλους τους βασιλιάδες του Ισραήλ. Βασίλευσε για 40 χρόνια πιθανόν απ' το 1012 μέχρι το 972 π.Χ.. Οι περισσότεροι Ψαλμοί είναι γραμμένοι από τον Δαβίδ.

 

Ο Δαβίδ ανήκε στη φυλή του Ιούδα και καταγόταν απ' τη Βηθλεέμ. Ήταν γιος του Ιεσσαί του Βηθλεεμίτη, γιου του Ωβήδ,  από τη φυλή Ιούδα (Α' Βασιλειών 17,12. Β' Βασιλειών 5,4. Α' Παραλειπομένων 2,15. 10,14) και δισέγγονος της Ρουθ και του Βοόζ. Ήταν ο μικρότερος από τα εφτά παιδιά του Ιεσσαί. Τα αδέρφια του ήταν ο Ελιάβ, που ήταν ο πρωτότοκος, ο Αμιναδάβ, ο Σαμαά, ο Ναθαναήλ, ο Ζαδδαΐ και ο Ασόμ (Α' Βασιλειών 16,4-11 και 17,12-14). Ακόμη ο Δαβίδ είχε και δύο αδερφές, τη Σαρουία και την Αβιγαία (Α' Παραλειπομένων 2,16).

 

Ο Δαβίδ είχε ως συζύγους τη Μελχόλ (Μιχάλ) που ήταν κόρη του Σαούλ (Α' Βασιλειών 18,27). Τον καιρό που τον καταδίωκε ο Σαούλ πήρε την Αβιγαία, πρώην γυναίκα του Ναβάλ από την Κάρμηλο και την Αχινοάμ από την Ιεζραέλ (Α' Βασιλειών 25,42-43). Μετά στη Χεβρών απέκτησε κι άλλες γυναίκες, όπως την Μααχά, που ήταν κόρη του Θολμί, βασιλιά της Γεσίρ, την Φεγγίθ (Αγγίθ), την Αβιτάλ και την Αιγλά.

Στη Χεβρών ο Δαβίδ απέκτησε αρκετούς γιους. Πρωτότοκος ήταν ο Αμνών από την Αχινοάμ. Δεύτερος ο Δαλουΐα (Χιλεάβ) από την Αβιγαία. Τρίτος ο Αβεσσαλώμ, από την Μααχά.  Τέταρτος ήταν ο Ορνία (Αδωνί) από την Φεγγίθ (Αγγίθ). Πέμπτος ο Σαβατία (Σεφατίας) από την Αβιτάλ. Και έκτος ο Ιεθεραάμ (Ιθρεάμ) από την Αιγλά (Β' Βασιλειών 3,2-5).

Ο Δαβίδ μετά τον ερχομό του στην Ιερουσαλήμ, πήρε κι άλλες παλλακίδες και συζύγους, από τις οποίες απέκτησε κι άλλους γιους και κόρες. Τα ονόματα των γιων που απέκτησε στην Ιερουσαλήμ είναι: Σαμμούς (Σαμμουά), Σωβάβ, Νάθαν, Σαλωμών, Εβεάρ (Ιβαάρ ή Ιβχάρ), Ελισούς (Ελισαέ ή Ελισουά), Ναφέκ (Ναφάγ ή Νέφεγ), Ιεφιές (Ιαφιά ή Ιαφιέ), Ελισαμά (Ελισαμαέ), Ελιδαέ (Ελγιαδά ή Ελιαδέ ή Βεελιαδά), Ελιφαλάθ (Ελιφαλέτ ή Ελιφέλετ), Σαμαέ, Ιεσσιβάθ, Νάθαν, Γαλαμαάν, Ιεβαάρ, Θεησούς, Ελιφαλάτ (Ελιφαλέτ ή Ελπαλέτ), Ναγέδ (Ναγέθ ή Νωγά), Ναφέκ, Ιανάθαν, Λεασαμύς, Βααλιμάθ και Ελιφαάθ (Β' Βασιλειών 5,13-16. Α' Παραλειπομένων 14,3-7).

 

Στη Βίβλο περιγράφεται  ότι ήταν μικρός στο ανάστημα, ξανθός, με σπινθηροβόλο βλέμμα κι ωραίο πρόσωπο (Α' Βασιλειών 16,12). Από μικρή ηλικία ήταν ποιμένας στα πρόβατα της οικογένειάς του και ήταν πολύ ικανός στη σφεντόνα. Ήταν εξαίρετος μουσικός και ποιητής. Έπαιζε ένα μουσικό όργανο που λεγόταν ψαλτήρι και έμοιαζε με άρπα. Ο Δαβίδ ήταν εξαίρετος πολεμιστής, γενναίος, μιλούσε με φρόνηση και ήταν πλήρης αφοσιωμένος στο Θεό (Α' Βασιλειών 16,18). Όταν τον επέλεξε ο Κύριος για να τον χρησιμοποιήσει σύμφωνα με το θέλημά Του, τον περιέγραψε ως "άντρα που είναι όπως τον θέλει η καρδιά του Θεού" (Πράξεις 13,22).

 

Ο ΣΑΜΟΥΗΛ ΧΡΙΕΙ ΤΟ ΔΑΒΙΔ ΒΑΣΙΛΙΑ

 

Παρόλο που ο προφήτης Σαμουήλ βρισκόταν πια σε βαθιά γεράματα, ο Κύριος τον χρησιμοποίησε για να χρίσει ως νέο βασιλιά του Ισραήλ, το νεαρό τότε Δαβίδ. Έτσι ο Κύριος του είπε μια μέρα: «Ως πότε θα είσαι λυπημένος για το Σαούλ, που τον απέρριψα από το βασιλικό του αξίωμα; Γέμισε το δοχείο σου με λάδι και πήγαινε. Εγώ σε στέλνω στον Ιεσσαί το Βηθλεεμίτη, γιατί έχω βρει ανάμεσα στους γιους του, το βασιλιά που χρειάζομαι». 

Ο  Σαμουήλ έκανε όπως του είπε ο Κύριος και πήγε στη Βηθλεέμ. Οι πρεσβύτεροι της πόλης έτρεξαν φοβισμένοι να τον προϋπαντήσουν και τον ρωτούσαν για ποιο λόγο είχε έρθει; Ο Σαμουήλ δεν θέλησε να φανερώσει τις προθέσεις του προκειμένου να μη το μάθει ο Σαούλ. Έτσι τους είπε ότι πήγε στην πόλη τους για να προσφέρει θυσία στον Κύριο και τους κάλεσε όλους στην τελετή. Κάλεσε επίσης τον Ιεσσαί και τους γιους του να εξαγνιστούν και να συμμετάσχουν στη θυσία.

 

Όταν έφταναν εκεί, είδε ο Σαμουήλ τον Ελιάβ και σκέφτηκε: «Ασφαλώς αυτός θα είναι ο εκλεκτός του Κυρίου». Αλλά ο Κύριος είπε στο Σαμουήλ: «Μη σου κάνει εντύπωση η μορφή του και το ψηλό του ανάστημα, γιατί εγώ δεν τον εγκρίνω».

Τότε κάλεσε ο Ιεσσαί τον Αμιναδάβ και τον παρουσίασε στο Σαμουήλ, αλλά ο Σαμουήλ είπε: «Ούτε αυτόν τον διάλεξε ο Κύριος». Μετά ο Ιεσσαί παρουσίασε τον Σαμαά. «Ούτε αυτόν τον διάλεξε ο Κύριος», είπε ο Σαμουήλ. Μετά ο Ιεσσαί παρουσίασε και τους άλλους τέσσερις γιους του στο Σαμουήλ. Κι ο Σαμουήλ του είπε: «Κανέναν απ' αυτούς δεν έχει διαλέξει ο Κύριος». Μετά τον ρώτησε: «Αυτά είναι όλα τα παιδιά σου;» Εκείνος απάντησε: «Απομένει ακόμα ο μικρότερος, αλλ' αυτός βόσκει τα πρόβατα». «Στείλε και φέρ' τον», του είπε ο Σαμουήλ «δε θα καθίσουμε στο τραπέζι πριν να 'ρθεί κι αυτός εδώ».

Ο Ιεσσαί έστειλε κι έφερε το Δαβίδ, ο οποίος ήταν ξανθός, με σπινθηροβόλο βλέμμα κι ωραίο πρόσωπο. Ο Κύριος είπε στο Σαμουήλ: «Σήκω και χρίσε τον, αυτός είναι». Πήρε λοιπόν ο Σαμουήλ το δοχείο με το λάδι και τον έχρισε βασιλιά μπροστά στους αδερφούς του. Τότε ήρθε το Πνεύμα του Κυρίου στο Δαβίδ κι από κείνη την ημέρα έμεινε μαζί του (Α' Βασιλειών 16,1-13, Α' Παραλειπομένων 11,3).

 

Ο ΔΑΒΙΔ ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΤΟΥ ΣΑΟΥΛ

 

Ο Δαβίδ ήταν τόσο καλός μουσικός που κλήθηκε στο παλάτι για να διασκεδάζει και να θεραπεύει το Σαούλ, επειδή το Πνεύμα του Κυρίου είχε πια φύγει από αυτόν και τον τυραννούσε ένα κακό πνεύμα σταλμένο από τον Κύριο. Οι δούλοι του Σαούλ του έφεραν το Δαβίδ, που ο Κύριος ήταν μαζί του και ήξερε να παίζει μουσική, έτσι ώστε όταν ερχόταν το κακό πνεύμα, να παίζει μουσική και να γίνεται καλά.

Τότε ο Σαούλ έστειλε αγγελιοφόρους στον Ιεσσαί και ζήτησε το γιο του, το Δαβίδ. Ο Ιεσσαί πήρε ένα γαϊδούρι, το φόρτωσε με ψωμιά, ένα ασκί κρασί κι ένα κατσίκι και τα έστειλε με το Δαβίδ στο Σαούλ. 

Ο Δαβίδ παρουσιάστηκε στο Σαούλ και εκείνος τον συμπάθησε πολύ και τον έκανε οπλοφόρο του. Ο Δαβίδ έμεινε μαζί με το Σαούλ, γιατί είχε κερδίσει την εύνοια του. Έτσι, όποτε ερχόταν το κακό πνεύμα στο Σαούλ, ο Δαβίδ έπαιρνε στα χέρια του την άρπα κι έπαιζε και ο Σαούλ ανακουφιζόταν. Το κακό πνεύμα έφευγε από πάνω του και ηρεμούσε (Α' Βασιλειών 16,14-23).

 

ΔΑΒΙΔ ΚΑΙ ΓΟΛΙΑΘ

 

Δαβίδ και Γολιάθ

Μια μέρα οι Φιλισταίοι συγκέντρωσαν το στρατό τους για πόλεμο με τους Ισραηλίτες και στρατοπέδευσαν στη Σοκχώθ, που βρίσκεται στην περιοχή της φυλής Ιούδα. Ο στρατός των Ισραηλιτών συγκεντρώθηκαν κι αυτοί και στρατοπέδευσαν στην κοιλάδα απέναντι από τους Φιλισταίους. Έτσι οι Φιλισταίοι παρατάχθηκαν στην πλαγιά ενός βουνού και οι Ισραηλίτες στην πλαγιά του απέναντι βουνού κι ανάμεσα τους ήταν η κοιλάδα.

 

Τότε βγήκε από το στρατόπεδο των Φιλισταίων, ένας μονομάχος πολεμιστής, που ονομαζόταν Γολιάθ, από τη Γαθ, που το ύψος του ήταν περίπου 3 μέτρα. Φορούσε χάλκινη περικεφαλαία στο κεφάλι του και χάλκινο αλυσιδωτό θώρακα, που το βάρος του ήταν περίπου 55 κιλά.  Είχε χάλκινες περικνημίδες στα πόδια του και χάλκινο ακόντιο στους ώμους του. Το ξύλο του δόρατος του ήταν χοντρό σαν το αντί του αργαλειού και η αιχμή του δόρατος του ήταν σιδερένια και ζύγιζε περίπου 6,5 κιλά. Ένας άλλος πολεμιστής κρατούσε την ασπίδα του και βάδιζε μπροστά του.

 

Ο Γολιάθ φώναξε προς τις γραμμές των Ισραηλιτών: «Γιατί βγήκατε να παραταχθείτε για πόλεμο; Εγώ είμαι ένας Φιλισταίος κι εσείς οι δούλοι του Σαούλ. Διαλέξτε, λοιπόν, απ' ανάμεσα σας έναν άντρα κι ας έρθει ν' αναμετρηθεί μαζί μου. Αν καταφέρει να με νικήσει και να με σκοτώσει, τότε εμείς θα γίνουμε δούλοι σας. Αν όμως εγώ τον νικήσω και τον σκοτώσω, τότε εσείς θα γίνετε δούλοι μας υποτελείς». Όταν άκουσαν αυτά τα λόγια του Φιλισταίου ο Σαούλ και οι Ισραηλίτες, τα 'χασαν και πανικοβλήθηκαν (Α' Βασιλειών 17,1-11).

 

Οι τρεις μεγαλύτεροι γιοι του Ιεσσαί είχαν ακολουθήσει το Σαούλ στον πόλεμο. Ο Δαβίδ πήγαινε και υπηρετούσε το Σαούλ αλλά ξαναγύριζε στη Βηθλεέμ, για να βόσκει τα πρόβατα του πατέρα του. Σαράντα μέρες ο Γολιάθ προχωρούσε πρωί και βράδυ προς τους Ισραηλίτες και τους προκαλούσε.  Μια μέρα ο Ιεσσαί έδωσε στο Δαβίδ  τρόφιμα, στάρι και ψωμί, να τα πάει στο στρατόπεδο που ήταν τ' αδέρφια του. Ακόμη του έδωσε επιπλέον τρόφιμα για να τα πάει στο χιλίαρχο.

Ο Δαβίδ σηκώθηκε νωρίς το πρωί, άφησε τα πρόβατα σ' έναν φύλακα, πήρε τα πράγματα και ξεκίνησε για το στρατόπεδο. Έφτασε την ώρα που ο στρατός προχωρούσε να πάρει θέση για τη μάχη. Οι Ισραηλίτες και οι Φιλισταίοι είχαν παραταχθεί για πόλεμο, ο ένας απέναντι στον άλλον. Ο Δαβίδ άφησε στη φροντίδα του φύλακα των αποσκευών τα πράγματα που είχε φέρει, κι ο ίδιος έτρεξε στις γραμμές του στρατεύματος. Μόλις έφτασε εκεί και μιλούσε με τ' αδέρφια του, βγήκε από τις γραμμές των Φιλισταίων ο Γολιάθ, κι άρχισε να προκαλεί τους Ισραηλίτες με τα ίδια λόγια.

Ο Σαούλ είχε δώσει διαταγή, όποιος Ισραηλίτης πολεμήσει με τον Γολιάθ και μπορέσει να τον σκοτώσει, θα τον γεμίσει πλούτη, θα του δώσει την κόρη του για γυναίκα και θ' απαλλάξει το πατρικό του σπίτι από τους φόρους.

Ο Δαβίδ όταν άκουσε τον γίγαντα, είπε στους στρατιώτες που ήταν κοντά του, ποιος είναι αυτός ο απερίτμητος, που εξευτελίζει έτσι τα στρατεύματα του αληθινού Θεού. Ο  Ελιάβ, ο μεγαλύτερος αδερφός του, όταν άκουσε το Δαβίδ να μιλάει με τους στρατιώτες, οργίστηκε εναντίον του και τον επέπληξε που άφησε τα πρόβατα για να έρθει να δει τη μάχη (Α' Βασιλειών 17,12-30).

 

Τα λόγια που έλεγε ο Δαβίδ διαδόθηκαν κι έφτασαν μέχρι το Σαούλ, ο οποίος έστειλε να του τον φωνάξουν. Ο Δαβίδ είπε στο Σαούλ: «Κανένας δεν πρέπει να χάνει το θάρρος του εξαιτίας αυτού του Φιλισταίου. Ο δούλος σου θα πάω και θ' αναμετρηθώ μαζί του». Ο Σαούλ του απάντησε «Δε θα μπορέσεις ν' αναμετρηθείς μ' αυτόν τον Φιλισταίο, γιατί εσύ είσαι παιδί κι εκείνος είναι άντρας και πολεμιστής από τα νιάτα του».

Τότε ο Δαβίδ του είπε: «Όταν έβοσκα τα πρόβατα του πατέρα μου κι ερχόταν κανένα λιοντάρι ή καμιά αρκούδα κι άρπαζε ένα πρόβατο από το κοπάδι, τότε εγώ έτρεχα ξωπίσω τους και τα σκότωνα και γλίτωνα το πρόβατο από το στόμα τους. Κι όταν κάποτε ένα λιοντάρι χύμηξε πάνω μου, εγώ το άρπαξα από τη χαίτη του, το χτύπησα και το σκότωσα. Έχω σκοτώσει λιοντάρια και αρκούδες. Ότι έπαθαν εκείνα, το ίδιο θα πάθει κι ετούτος εδώ ο απερίτμητος Φιλισταίος, γιατί πρόσβαλε τα στρατεύματα του αληθινού Θεού. Ο Κύριος, που με γλίτωσε από τα νύχια του λιονταριού και της αρκούδας, αυτός θα με γλιτώσει κι από τα χέρια αυτού του Φιλισταίου».

Τότε ο Σαούλ είπε στο Δαβίδ: «Πήγαινε κι ας είναι ο Κύριος μαζί σου». Του φόρεσε μάλιστα τη δική του πανοπλία, του έβαλε στο κεφάλι τη χάλκινη περικεφαλαία και του φόρεσε το θώρακα. Ο Δαβίδ ζώστηκε το ξίφος του Σαούλ πάνω από την πανοπλία και προσπάθησε να περπατήσει, γιατί ποτέ δεν τα είχε ξαναφορέσει. Τότε είπε στο Σαούλ: «Δεν μπορώ να περπατήσω μ' αυτή  την πανοπλία, δεν την έχω συνηθίσει». Και την έβγαλε από πάνω του. Μετά πήρε στο χέρι του το ραβδί του, διάλεξε πέντε λεία λιθάρια από το ποτάμι, τα έβαλε στο σακούλι που είχε μαζί του, πήρε στο χέρι τη σφεντόνα και πλησίασε το Φιλισταίο (Α' Βασιλειών 17,31-40).

 

Ο Γολιάθ άρχισε κι αυτός να πλησιάζει το Δαβίδ, ενώ ο άντρας που κρατούσε την ασπίδα του βάδιζε μπροστά του. Όταν ο Γολιάθ κοίταξε και είδε το Δαβίδ, δεν του έδωσε καμιά σημασία, γιατί είδε μπροστά του ένα παιδί. «Τι είμαι εγώ; Σκυλί είμαι και ήρθες εναντίον μου με ραβδιά;» του είπε.  Και ο Γολιάθ ζήτησε από τους θεούς του την κατάρα τους πάνω στο Δαβίδ. Μετά του είπε «Έλα και θα δώσω τις σάρκες σου στα πουλιά του ουρανού και στ' άγρια θηρία».

Ο Δαβίδ απάντησε στο Γολιάθ: «Εσύ έρχεσαι εναντίον μου με ξίφος, ακόντιο και εγώ όμως έρχομαι εναντίον σου στο όνομα του παντοδύναμου Θεού, του Κυρίου ισραηλιτικών στρατευμάτων, που εσύ τα ξευτέλισες. Σήμερα ο Κύριος θα σε παραδώσει στα χέρια μου. Θα σε σκοτώσω και θα σου κόψω το κεφάλι. Σήμερα θα παραδώσω τα πτώματα των Φιλισταίων στρατιωτών στα πουλιά του ουρανού και στ' άγρια θηρία. Έτσι όλοι οι άλλοι λαοί θα μάθουν ότι υπάρχει Θεός στον Ισραήλ. Κι όλο αυτό το πλήθος των Ισραηλιτών θα μάθει πως ο Κύριος δεν έχει ανάγκη το ξίφος και το ακόντιο, για να μας χαρίσει τη νίκη».

 

Μόλις ο Γολιάθ ξεκίνησε και προχωρούσε προς το μέρος του Δαβίδ, ο Δαβίδ, οπλισμένος με την πίστη στο Θεό, έτρεξε γρήγορα στο πεδίο της μάχης για να τον αντιμετωπίσει. Άπλωσε το χέρι του στο σακούλι, πήρε ένα λιθάρι και το εκσφενδόνισε ενάντια στο Φιλισταίο. Το λιθάρι χώθηκε στο μέτωπο του κι εκείνος έπεσε με το πρόσωπο στη γη. Έτσι ο Δαβίδ μ' ένα λιθάρι και τη σφεντόνα του κατατρόπωσε το γίγαντα το Γολιάθ. Τον χτύπησε και τον σκότωσε, χωρίς να έχει ξίφος στα χέρια του. Έπειτα ο Δαβίδ στάθηκε πάνω απ' το Γολιάθ, του τράβηξε το ξίφος από τη θήκη του και τον αποτέλειωσε, κόβοντας του το κεφάλι.

Οι Φιλισταίοι, όταν είδαν ότι σκοτώθηκε ο ήρωας τους, τράπηκαν σε φυγή. Τότε οι στρατιώτες του Ισραήλ και του Ιούδα φωνάζοντας πολεμικές ιαχές, καταδίωξαν τους Φιλισταίους. Όλος η περιοχή γέμισε με νεκρούς και τραυματίες των Φιλισταίων. Όταν οι Ισραηλίτες γύρισαν από την καταδίωξη, λεηλάτησαν το εχθρικό στρατόπεδο. Ο Δαβίδ πήρε το κεφάλι του Γολιάθ και το έφερε στην Ιερουσαλήμ, ενώ τα όπλα του τα πήρε στη σκηνή του (Α' Βασιλειών 17,41-54).

 

Όταν ο Δαβίδ γύρισε από το φόνο του Γολιάθ, τον πήρε ο Αβενήρ, ο αρχιστράτηγος του Σαούλ,  και του τον παρουσίασε, ενώ ο Δαβίδ κρατούσε ακόμη το κεφάλι του Γολιάθ στο χέρι του.  Ο Σαούλ τον ρώτησε: «Τίνος γιος είσ' εσύ, νέε μου;» Ο Δαβίδ απάντησε: «Είμαι γιος του δούλου σου, του Ιεσσαί του Βηθλεεμίτη» (Α' Βασιλειών 17,55-58).

 

Η ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ ΜΕ ΤΟ ΣΑΟΥΛ

 

Από την ημέρα εκείνη ο Σαούλ κράτησε το Δαβίδ στο παλάτι και δεν τον άφησε να γυρίσει στο σπίτι του πατέρα του. Ο Ιωνάθαν, γιος του Σαούλ, συμπάθησε πολύ το Δαβίδ και τον αγάπησε σαν τον ίδιο του τον εαυτό. Έτσι ο Ιωνάθαν και ο Δαβίδ δημιούργησαν στενή φιλία. Έβγαλε μάλιστα το μανδύα που φορούσε και του τον έδωσε. Του έδωσε επίσης την πανοπλία του, ακόμη και το ξίφος του, το τόξο και τη ζώνη του.

Ο Δαβίδ διεξήγαγε με μεγάλη επιτυχία οποιαδήποτε αποστολή του ανέθετε ο Σαούλ. Έτσι τον τοποθέτησε αρχηγό του στρατού του. Αυτό ευχαρίστησε όλο το στρατό και τους αξιωματούχους του βασιλιά (Α' Βασιλειών 18,1-5).

 

Καθώς ο στρατός επέστρεφε, αφού ο Δαβίδ είχε σκοτώσει το Γολιάθ, έβγαιναν οι γυναίκες από όλες τις ισραηλιτικές πόλεις, απ' όπου περνούσαν, και υποδέχονταν το βασιλιά Σαούλ με τραγούδια και χορούς, με τύμπανα, με κύμβαλα και με κραυγές χαράς.

 Οι γυναίκες που χόρευαν φώναζαν χαρούμενα κι έλεγαν: «Ο Σαούλ σκότωσε χιλιάδες μα ο Δαβίδ μυριάδες».

Του Σαούλ του κακοφάνηκαν αυτά τα λόγια κι οργίστηκε πάρα πολύ. Έτσι από τη μέρα εκείνη ο Σαούλ άρχισε να ζηλεύει το Δαβίδ.

 

Την άλλη μέρα, το κακό πνεύμα ήρθε πάλι στο Σαούλ και τον έπιασε κρίση μέσα στο ανάκτορο, ενώ ο Δαβίδ έπαιζε την άρπα, όπως κάθε μέρα. Ο Σαούλ κρατούσε ακόντιο στα χέρια του και σε μια στιγμή έριξε το ακόντιο, αλλά ο Δαβίδ του ξέφυγε.

Ο Σαούλ φοβόταν το Δαβίδ, γιατί ο Κύριος ήταν μαζί του, ενώ αυτόν τον είχε εγκαταλείψει. Έτσι απομάκρυνε το Δαβίδ από κοντά του και τον έκανε χιλίαρχο. Ο Δαβίδ οδηγούσε το στρατό στις μάχες. Ο Κύριος ήταν μαζί του και είχε επιτυχία σε οτιδήποτε επιχειρούσε. Στο διάστημα αυτό απόκτησε μεγάλη φήμη κι έγινε πολύ αγαπητός στο λαό. Ο Σαούλ, βλέποντας τις μεγάλες επιτυχίες του Δαβίδ, τον φοβόταν (Α' Βασιλειών 18,6-16).

 

Ο Σαούλ ήθελε να παντρέψει το Δαβίδ με τη μεγαλύτερη κόρη του, τη Μερόβ (Μεράβ), αλλά όταν όμως ήρθε ο καιρός να του τη δώσει, ο Σαούλ άλλαξε γνώμη και την έδωσε στον Αδριήλ το Μοθυλαθείτη.  Αλλά η Μελχόλ (Μιχάλ), η μικρότερη κόρη του Σαούλ, αγαπούσε το Δαβίδ και το ανάγγειλαν στον πατέρα της. Του Σαούλ του άρεσε η ιδέα, γιατί σκέφτηκε ότι μέσω της κόρης του θα τον παγιδεύσει και θα σκοτωνόταν σε κάποια μάχη με τους Φιλισταίους.

Οι αξιωματούχοι του Σαούλ μετέφεραν στο Δαβίδ την πρόταση του Σαούλ να τον παντρέψει με τη μικρότερη κόρη του, με τον όρο να του πάει εκατό ακροβυστίες Φιλισταίων, να κόψει δηλαδή ο Δαβίδ το άκρο του γεννητικού μορίου εκατό αντρών και θα αποδείκνυε έτσι ότι πράγματι είχε φονεύσει τους εκατό Φιλισταίους.

Ο Δαβίδ δέχτηκε να γίνει γαμπρός του βασιλιά μ' αυτόν τον όρο. Προτού μάλιστα συμπληρωθούν οι μέρες της διορίας,  ο Δαβίδ με τους άντρες του, σκότωσε διακόσιους Φιλισταίους κι έφερε τις ακροβυστίες τους και τις μέτρησε ακριβώς στο βασιλιά, για να γίνει γαμπρός του. Έτσι ο Σαούλ του έδωσε την κόρη του, τη Μελχόλ, για γυναίκα.

Όταν ο Σαούλ κατάλαβε ότι ο Κύριος ήταν με το Δαβίδ κι ότι και η Μελχόλ τον αγαπούσε, άρχισε να φοβάται ακόμη περισσότερο το Δαβίδ, και η έχθρα του γι' αυτόν έγινε μόνιμη κι οριστική. Εκείνο τον καιρό, οι Φιλισταίοι βγήκαν πάλι να πολεμήσουν τους Ισραηλίτες. Αλλά σε κάθε μάχη, ο Δαβίδ είχε τη μεγαλύτερη επιτυχία απ' όλους τους άλλους αξιωματούχους του Σαούλ. Έτσι η δόξα που απέκτησε ήταν τεράστια (Α' Βασιλειών 18,17-30).

 

Λόγω των επιτυχιών του Δαβίδ και της μεγάλης δημοτικότητάς του, ο Σαούλ τον φθόνησε ακόμη περισσότερο. Έτσι ο Σαούλ είπε στο γιο του τον Ιωνάθαν και σ' όλους τους αξιωματούχους του να σκοτώσουν το Δαβίδ. Ο Ιωνάθαν όμως τον αγαπούσε πάρα πολύ. Έτσι τον προειδοποίησε και του είπε να πάει να κρυφτεί και εκείνος στο μεταξύ θα μιλούσε θετικά στον πατέρα του γι' αυτόν.

Ο Ιωνάθαν, λοιπόν, μίλησε στον πατέρα του με τα καλύτερα λόγια για το Δαβίδ και ο Σαούλ υποχώρησε μετά απ' αυτά που του είπε ο γιος του. Τότε ο Ιωνάθαν πήγε και βρήκε το Δαβίδ, του ανέφερε όλα όσα είχαν συζητηθεί και τον οδήγησε στο Σαούλ. Έτσι ο Δαβίδ ανέλαβε την υπηρεσία του κοντά στο βασιλιά, όπως και πριν (Α' Βασιλειών 19,1-7).

 

Ο πόλεμος με τους Φιλισταίους ξανάρχισε κι ο Δαβίδ τους νίκησε και τους έτρεψε σε φυγή. Μια μέρα ήρθε πάλι το κακό πνεύμα στο Σαούλ, ενώ καθόταν στο ανάκτορο του, με το ακόντιο στα χέρια του και ο Δαβίδ του έπαιζε μουσική. Ο Σαούλ βρήκε πάλι την ευκαιρία και του πέταξε το ακόντιο, αλλά ο Δαβίδ ξέφυγε και το ακόντιο χτύπησε στον τοίχο.

Εκείνη τη νύχτα, ο Σαούλ έστειλε ανθρώπους, να παραφυλάξουν στο σπίτι του Δαβίδ και το πρωί να τον σκοτώσουν. Αλλά η γυναίκα του Δαβίδ, η Μελχόλ, τον ειδοποίησε και εκείνος διέφυγε από το παράθυρο και ξέφυγε.

Τότε η Μελχόλ πήρε ένα από τα αγάλματα του σπιτιού, το τοποθέτησε στο κρεβάτι του Δαβίδ, έβαλε στο προσκέφαλο μια κατσικίσια προβιά και έριξε από πάνω τα σκεπάσματα. Όταν οι απεσταλμένοι του Σαούλ ήρθαν να τον πιάσουν, αυτή τους είπε ότι είναι άρρωστος και κοιμάται, στο κρεβάτι δε βρήκαν παρά μονάχα το άγαλμα και μια κατσικίσια προβιά στο προσκέφαλο. Τότε ο Σαούλ ρώτησε την κόρη του γιατί τον άφησε να ξεφύγει και η Μελχόλ του είπε ότι δήθεν την απείλησε να τη σκοτώσει (Α' Βασιλειών 19,8-17).

 

Έτσι ο Δαβίδ κατόρθωσε να ξεφύγει. Πήγε στο Σαμουήλ στην Αρμαθαΐμ, και του διηγήθηκε όλα όσα του είχε κάνει ο Σαούλ. Τότε μαζί με το Σαμουήλ πήγαν κι έμειναν στη Ναϊάθ, κοντά στην Αρμαθαΐμ.

Όταν ο Σαούλ έμαθε, ότι ο Δαβίδ βρίσκεται στη Ναϊάθ, έστειλε ανθρώπους να τον πιάσουν. Οι απεσταλμένοι είδαν τη σύναξη των προφητών με επικεφαλής το Σαμουήλ να προφητεύουν, και τότε, το Πνεύμα του Θεού ήρθε πάνω τους κι άρχισαν να προφητεύουν κι αυτοί. Όταν το έμαθε ο Σαούλ, έστειλε άλλους απεσταλμένους, αλλά κι αυτοί άρχισαν να προφητεύουν. Και την τρίτη φορά που έστειλε ανθρώπους άρχισαν κι εκείνοι να προφητεύουν. Τότε ξεκίνησε ο ίδιος και όταν έφτασε στη Ναϊάθ, το Πνεύμα του Θεού ήρθε πάνω και σ' αυτόν και άρχισε να προφητεύει μπροστά στο Σαμουήλ (Α' Βασιλειών 19,18-24).

 

Ο Δαβίδ έφυγε από τη Ναϊάθ και πήγε και βρήκε τον Ιωνάθαν. Αφού επιβεβαιώσανε τη φιλία τους, σχεδιάσανε μαζί τις επόμενες κινήσεις τους. Μετά ο Δαβίδ πήγε και κρύφτηκε στα χωράφια.

Όταν ο Σαούλ κάθησε στο τραπέζι για να φάει, κάθησε, όπως συνήθιζε, στο κάθισμα του, κοντά στον τοίχο. Ο Ιωνάθαν κάθησε απέναντί του κι ο Αβενήρ πλάι στο Σαούλ, ενώ η θέση του Δαβίδ ήταν άδεια. Ο Σαούλ δεν είπε τίποτα εκείνη την ημέρα, αλλά την επόμενη μέρα που η θέση του Δαβίδ ήταν πάλι άδεια, ρώτησε το γιο του τον Ιωνάθαν, που είναι ο Δαβίδ και γιατί δεν παραβρέθηκε στο τραπέζι. Ο Ιωνάθαν τον δικαιολόγησε, ότι δήθεν πήγε στη Βηθλεέμ, κοντά στην οικογένειά του.

Τότε οργίστηκε ο Σαούλ εναντίον του Ιωνάθαν και τον απείλησε ότι λόγω της φιλίας του με το Δαβίδ δεν πρόκειται ποτέ να τον διαδεχτεί στη βασιλεία. Κατόπιν τον διέταξε να συλλάβει το Δαβίδ και να του τον παραδώσουν για να πεθάνει.

Ο Ιωνάθαν υπερασπίστηκε το Δαβίδ και τότε ο Σαούλ έριξε το ακόντιο εναντίον του γιου του για να τον σκοτώσει. Τότε κατάλαβε ο Ιωνάθαν ότι ο πατέρας του είχε αποφασίσει να σκοτώσει το Δαβίδ. Σηκώθηκε, λοιπόν, από το τραπέζι πολύ οργισμένος και δεν έφαγε τίποτα (Α' Βασιλειών 20,1-34).

 

Την άλλη μέρα ο Ιωνάθαν πήγε στα χωράφια, όπως είχε συμφωνήσει με το Δαβίδ, και είχε μαζί του έναν νεαρό υπηρέτη.  Ο Ιωνάθαν άρχισε να κάνει εξάσκηση με το τόξο του και κατά τη διάρκεια της εξάσκησης φώναζε συνθηματικά, που μόνο αυτός κι ο Δαβίδ ήξεραν τι σήμαιναν. Με τα συνθηματικά λόγια ο Ιωνάθαν προειδοποιούσε το Δαβίδ, που ήταν κρυμμένος εκεί κοντά, ότι πράγματι κινδύνευε από τον πατέρα του και να πάει να κρυφτεί. Μετά ο Ιωνάθαν έδωσε τα πράγματα του στον υπηρέτη του για να τα πάει στην πόλη. Μόλις έφυγε ο υπηρέτης, σηκώθηκε ο Δαβίδ πίσω από το βράχο που ήταν κρυμμένος. Φίλησε ο ένας τον άλλον κι έκλαιγαν κι οι δυο τους γοερά. Μετά αφού επιβεβαιώσανε τη φιλία τους ο Δαβίδ έφυγε και κρύφτηκε για να γλιτώσει από την οργή του Σαούλ (Α' Βασιλειών 20,35-21,1).

 

Ο Δαβίδ πήγε στην πόλη Νομβά, στον ιερέα Αβιμέλεχ, ο οποίος φοβισμένος πήγε να τον προϋπαντήσει. Εκεί ο Δαβίδ προσποιήθηκε ότι ήταν σε μια μυστική υπόθεση του βασιλιά και ζήτησε φαγητό. Ο ιερέας του έδωσε αγιασμένο ψωμί, γιατί δεν είχε τίποτα άλλο να του δώσει. Εκείνη την ημέρα βρισκόταν εκεί κι ένας δούλος του Σαούλ, ο Δωήκ ο Σύρος, ο οποίος έβοσκε τους ημιόνους του Σαούλ. Ο Δαβίδ ρώτησε τον Αβιμέλεχ εάν υπάρχει κάποιο ακόντιο ή ξίφος. Αυτός του είπε ότι έχει μόνο το ξίφος του Γολιάθ του Φιλισταίου, που ο ίδιος ο Δαβίδ  είχε σκοτώσει. Ο Δαβίδ το πήρε και συνέχισε το δρόμο του (Α' Βασιλειών 21,2-10).

 

Ο Δαβίδ συνέχισε τη φυγή του από το Σαούλ, ώσπου έφτασε στον Αγχούς (Αχίς), το Φιλισταίο βασιλιά της Γαθ. Οι αξιωματούχοι του Αγχούς διαμαρτυρήθηκαν στο βασιλιά τους για την παροχή φιλοξενίας στον άλλοτε εχθρό τους. Ο Δαβίδ επειδή άρχισε να φοβάται, έκανε τον τρελό μπροστά τους και όταν τον πιάνανε, συμπεριφερόταν σαν ανόητος, χάραζε σχήματα πάνω στις πόρτες κι άφηνε το σάλιο του να τρέχει πάνω στα γένεια του. Έτσι ο Αγχούς βλέποντας που ήταν τρελός, τον έδιωξε από το παλάτι του (Α' Βασιλειών 21,11-16).

 

Ο Δαβίδ έφυγε κι από κει και βρήκε καταφύγιο στο σπήλαιο Οδολλάμ. Όταν το 'μαθαν οι αδερφοί του και οι συγγενείς του πατέρα του, πήγαν και τον βρήκαν εκεί. Επίσης συγκεντρώθηκαν κοντά του όλοι οι καταπιεσμένοι, όλοι όσοι χρωστούσαν χρήματα, όλοι οι δυσαρεστημένοι κι έγινε αρχηγός τους. Ήταν μαζί του περίπου τετρακόσιοι άντρες (Α' Βασιλειών 22,1-2).

Αυτοί ήταν εκπαιδευμένοι και έτοιμοι να πολεμήσουν στο πλευρό του. Κάποιοι από αυτούς ανήκαν στη φυλή Βενιαμίν και ήταν οπλισμένοι με τόξα και σφενδόνες. Μπορούσαν να ρίχνουν βέλη και πέτρες και με τα δυο τους χέρια.

Κάποιοι από αυτούς ήταν από τη φυλή Γαδ. Αυτοί ήταν γενναίοι άντρες, εμπειροπόλεμοι, ασκημένοι στην ασπίδα και την λόγχη. Τα πρόσωπά τους έμοιαζαν με πρόσωπα λιονταριών κι έτρεχαν όπως τα ελάφια στα βουνά. Αυτοί ήταν και οι αξιωματικοί του στρατού του Δαβίδ.

Κάποιοι από αυτούς ήταν χιλίαρχοι στο στρατό της φυλής Μανασσή. Ήταν δυνατοί πολεμιστές και βοήθησαν το Δαβίδ να οργανώσει το στρατό του (Α' Παραλειπομένων 12,1-22).

 

Από κει ο Δαβίδ πήγε στη Μισπά (Μασσηφάθ) της Μωάβ και πήρε την άδεια από το βασιλιά της χώρας ν' αφήσει εκεί τους γονείς του και έμειναν εκεί όσον καιρό ο Δαβίδ ζούσε στη σπηλιά. Με τη συμβουλή του προφήτη Γαδ πήγε στην πόλη Σαρίχ στην περιοχή του Ιούδα (Α' Βασιλειών 22,3-5).

 

Εκείνη την περίοδο ο Σαούλ βρισκόταν στη Γαβαά, όταν έμαθε ότι ο Δαβίδ κρυβόταν και ότι υπήρχε γύρω του μια ομάδα αντρών που τον ακολουθούσαν. Τότε ο Δωήκ ο Σύρος του είπε ότι τον είδε στην Νομβά, στον ιερέα Αβιμέλεχ.

Ο Σαούλ κάλεσε τον ιερέα Αβιμέλεχ και του ζήτησε ευθύνες που φιλοξένησε το Δαβίδ. Μετά διέταξε το θάνατο όλων των ιερέων στη Νομβά και επειδή οι σωματοφύλακες που στέκονταν γύρω του δεν θέλησαν ν' απλώσουν χέρι στους ιερείς του Κυρίου και να τους σκοτώσουν, τότε διέταξε τον Δωήκ τον Σύρο να πραγματοποιήσει τη διαταγή. Έτσι ο Δωήκ ο Σύρος πήγε και σκότωσε όλους τους ιερείς στη Νομβά, περίπου 85 άντρες. Ακόμη ο Σαούλ παρέδωσε στη σφαγή κι όλους τους κατοίκους της Νομβά, άντρες, γυναίκες, παιδιά και ζώα.

Γλίτωσε μόνο ο Αβιάθαρ, ένας από τους γιους του Αβιμέλεχ, ο οποίος πήγε στο Δαβίδ  και του ανάγγειλε ότι ο Σαούλ σκότωσε τους ιερείς του Κυρίου. Τότε ο Δαβίδ μετάνιωσε που δεν σκότωσε εκείνη την ημέρα το Δωήκ τον Σύρο, και κράτησε κοντά του τον Αβιάθαρ (Α' Βασιλειών 22,6-23).

 

Μια μέρα έφεραν στο Δαβίδ την είδηση, ότι οι Φιλισταίοι έκαναν επίθεση στην Κεϊλά και λεηλάτησαν τ' αλώνια της. Τότε ο Δαβίδ και οι άντρες του, με εντολή του Κυρίου, πήγαν στην Κεϊλά και πολέμησαν τους Φιλισταίους. Αφού τους νίκησαν, άρπαξαν τα ζώα τους και σκότωσαν πολλούς απ' αυτούς. Έτσι ο Δαβίδ ελευθέρωσε τους κατοίκους της πόλης.

Όταν έφεραν στο Σαούλ την είδηση ότι ο Δαβίδ έφτασε στην Κεϊλά, κάλεσε όλο το στρατό του να πάνε στην Κεϊλά και να την πολιορκήσουν.

Έτσι ο Δαβίδ και οι άντρες του, περίπου εξακόσιοι, πάλι με εντολή του Κυρίου, έφυγαν από την πόλη και άρχισαν πάλι να περιπλανιούνται όπως πρώτα. Σαν έφτασε η είδηση στο Σαούλ ότι ο Δαβίδ έφυγε από την Κεϊλά, ματαίωσε την εκστρατεία (Α' Βασιλειών 23,1-13).

 

Ο Δαβίδ περιπλανιόταν στην έρημο Ζιφ κι έμενε σε σπηλιές στην ορεινή περιοχή. Ο Σαούλ τον αναζητούσε καθημερινά, αλλά ο Θεός δεν επέτρεπε να πέσει ο Δαβίδ στα χέρια του. Μια μέρα πήγε εκεί και τον βρήκε ο Ιωνάθαν, και του έδωσε θάρρος στο όνομα του Θεού. Ανανέωσαν πάλι τη φιλία τους ενώπιον του Κυρίου και μετά ο Ιωνάθαν γύρισε στο σπίτι του.

Οι κάτοικοι της περιοχής πήγαν στο Σαούλ και του είπαν, ότι ο Δαβίδ κρύβεται στην περιοχή τους. Ο Σαούλ τους ευχαρίστησε και μαζί με τους άντρες του βγήκαν ν' αναζητήσουν το Δαβίδ.

Αλλά ο Δαβίδ ειδοποιήθηκε και πήγε να μείνει μέσα σ' ένα μεγάλο βράχο στην έρημο Μαάν, που ήταν εκεί κοντά. Το 'μαθε ο Σαούλ και τον καταδίωξε κι εκεί. Ο Σαούλ κινούνταν με το στρατό του στη μια πλαγιά του βουνού ενώ ο Δαβίδ με τους άντρες του στην άλλη. Έτρεχαν να γλιτώσουν από το Σαούλ, γιατί αυτός κόντευε να τους περικυκλώσει με τους άντρες του και να τους συλλάβει.

Έφτασε όμως ένας αγγελιοφόρος και είπε στο Σαούλ, ότι οι Φιλισταίοι εισέβαλλαν στη χώρα. Έτσι ο Σαούλ σταμάτησε την καταδίωξη του Δαβίδ και πήγε να πολεμήσει τους Φιλισταίους (Α' Βασιλειών 23,14-28).

 

Ο Δαβίδ έφυγε από κείνη την περιοχή και πήγε να μείνει στις σπηλιές της Εγγαδδί. Όταν γύρισε ο Σαούλ από την καταδίωξη των Φιλισταίων, του έφεραν την είδηση ότι ο Δαβίδ βρίσκεται στις σπηλιές της Εγγαδδί.  Τότε πήρε 3.000 επίλεκτους άντρες και πήγε να καταδιώξει το Δαβίδ και τους άντρες του.

Όταν έφτασε εκεί μπήκε σε μια σπηλιά για να ανακουφιστεί και να ξεκουραστεί. Αλλά ο Δαβίδ και οι άντρες του είχαν τρυπώσει στο εσωτερικό της σπηλιάς.

Τότε οι άντρες του του είπαν: «Σήμερα είναι η μέρα, για την οποία ο Κύριος σου είπε: θα σου παραδώσω τον εχθρό σου και θα του φερθείς όπως νομίζεις». Ο Δαβίδ έκοψε κρυφά την άκρη από το μανδύα του Σαούλ. Αλλά αμέσως μετά μετάνιωσε γι' αυτό που έκανε και είπε στους άντρες του «Ο Κύριος να με τιμωρήσει, αν κάνω στον εκλεκτό του Κυρίου αυτά που μου λέτε και ν' απλώσω χέρι πάνω του. Είναι ο εκλεκτός του Κυρίου». Έτσι, μ' αυτά τα λόγια απέτρεψε τους άντρες του και δεν τους άφησε να επιτεθούν στο Σαούλ.

 

Σε λίγο ο Σαούλ έφυγε από τη σπηλιά και συνέχισε το δρόμο του. Ο Δαβίδ βγήκε από τη σπηλιά και φώναξε πίσω από το Σαούλ: «Κύριε μου, βασιλιά!» Ο Σαούλ γύρισε πίσω του να δει κι ο Δαβίδ γονάτισε με το πρόσωπο στη γη και τον προσκύνησε.

Μετά του φώναξε: «Γιατί ακούς αυτούς που σου λένε ότι ζητάω το κακό σου; Να, σήμερα ο Κύριος σε παρέδωσε στα χέρια μου μέσα στη σπηλιά! Μερικοί μου είπαν να σε σκοτώσω, αλλά εγώ σε λυπήθηκα και τους είπα ότι δεν πρόκειται ν' απλώσω το χέρι μου πάνω στον κύριό μου, γιατί αυτός είναι ο εκλεκτός του Κυρίου.  Κοίτα την άκρη του μανδύα σου που την κρατώ στο χέρι μου. Έκοψα την άκρη από το μανδύα σου, εσένα όμως δεν σε σκότωσα. Βλέπεις, λοιπόν, ότι δεν έχω πρόθεση ούτε να σε βλάψω, ούτε να επαναστατήσω εναντίον σου. Βλέπεις ότι δεν αμάρτησα εναντίον σου, ενώ εσύ ζητάς ευκαιρία για να μου στερήσεις τη ζωή. Ο Κύριος ας κρίνει τη διαφορά μας κι ο Κύριος ας πάρει εκδίκηση για λογαριασμό μου. Εγώ όμως ποτέ δε θα στραφώ εναντίον σου. Ο Κύριος ας έρθει κριτής κι ας κρίνει ανάμεσα σ' εμάς τους δυο. Ας εξετάσει κι ας δικαιώσει την υπόθεση μου και ας με γλιτώσει από την καταδίωξη σου».

 

Όταν ο Δαβίδ τέλειωσε, ο Σαούλ ξέσπασε σε δυνατό κλάμα και του είπε: «Παιδί μου Δαβίδ, εσύ είσαι δικαιότερος από μένα. Εσύ μου έκανες καλό, ενώ εγώ σου ανταπέδωσα κακό. Σήμερα μου απέδειξες την καλοσύνη σου, γιατί ενώ ο Κύριος με παρέδωσε στα χέρια σου, εσύ δεν με σκότωσες. Ο Κύριος να σου ανταποδώσει το καλό που μου έκανες σήμερα. Ξέρω καλά ότι μια μέρα θα βασιλέψεις κι ότι στα χέρια σου το βασίλειο του Ισραήλ θα είναι ακλόνητο. Τώρα, λοιπόν, ορκίσου μου στον Κύριο ότι δε θα εξαφανίσεις τη μνήμη μου και τη μνήμη της οικογένειας μου σκοτώνοντας τους απογόνους μου».

Ο Δαβίδ έδωσε όρκο στο Σαούλ. Μετά ο Σαούλ γύρισε στο σπίτι του, ενώ ο Δαβίδ και οι άντρες του ανέβηκαν στη σπηλιά (Α' Βασιλειών κεφ. 24).

 

ΔΑΒΙΔ ΚΑΙ ΑΒΙΓΑΙΑ

 

Εκείνο τον καιρό πέθανε ο Σαμουήλ. Όλοι οι Ισραηλίτες τον θρήνησαν και τον έθαψαν στο σπίτι του, στην Αρμαθαΐμ. Μετά ο Δαβίδ κατέβηκε στην έρημο Μαάν (Φαράν) (Α' Βασιλειών 25,1-1).

Εκεί ζούσε κάποιος από την οικογένεια του Χάλεβ, που είχε τα κτήματα του στη γειτονική πόλη Κάρμηλο. Το όνομα του ήταν Νάβαλ και ήταν πάρα πολύ πλούσιος με τρεις χιλιάδες πρόβατα και χίλια γίδια. Η γυναίκα του η Αβιγαία ήταν έξυπνη και με ωραία εμφάνιση. Ο ίδιος ήταν σκληρός και κακός άνθρωπος.

 

Ο Δαβίδ έμαθε ότι ο Νάβαλ είχε πάει στον Κάρμηλο να κουρέψει τα πρόβατα του. Έστειλε λοιπόν ανθρώπους να του ζητήσουν τρόφιμα. Εκείνος αρνήθηκε να προσφέρει βοήθεια στο Δαβίδ. Τότε ένας από τους δούλους του Νάβαλ πήγε στην Αβιγαία, τη γυναίκα του αφεντικού, και της ανέφερε τα γεγονότα. Της τόνισε την καλοσύνη του Δαβίδ και την κακία του αφεντικού του.

Η Αβιγαία χωρίς να πει τίποτα στον άντρα της, πήρε διακόσια καρβέλια ψωμί, δυο ασκιά κρασί, πέντε πρόβατα σφαγμένα, πέντε γαβάθες ψημένο στάρι, εκατό τσαμπιά ξερή σταφίδα και διακόσιες αρμαθιές ξερά σύκα και τα φόρτωσε στα γαϊδούρια για να τα δώσει στο Δαβίδ. Ενώ η Αβιγαία πήγαινε καβάλα στο γαϊδούρι της, ο Δαβίδ και οι άντρες του έρχονταν προς το μέρος της και συναντήθηκαν. Μόλις είδε το Δαβίδ, κατέβηκε βιαστικά από το γαϊδούρι, έσκυψε το κεφάλι της μπροστά του και τον προσκύνησε ως το έδαφος.  Έπεσε στα πόδια του και ζήτησε συγχώρεση για τη συμπεριφορά του συζύγου της.

Ο Δαβίδ δέχτηκε τα δώρα που του πρόσφερε η Αβιγαία και την καθησύχασε ότι δεν πρόκειται να πειράξει τίποτα από την οικογένειά της. Όταν η Αβιγαία γύρισε στον Νάβαλ, εκείνος είχε φαγοπότι στο σπίτι του και ήταν τύφλα στο μεθύσι. Την άλλη μέρα το πρωί, όταν ο Νάβαλ είχε πια ξεμεθύσει, η γυναίκα του του διηγήθηκε όλα όσα συνέβησαν. Τότε αυτός έπαθε συμφόρηση και παρέλυσε. Μετά από δέκα περίπου μέρες πέθανε.

Όταν έμαθε ο Δαβίδ ότι ο Νάβαλ πέθανε, δοξολόγησε τον Κύριο που εκδικήθηκε την προσβολή που του έκανε ο Νάβαλ και τον εμπόδισε να κάνει στο σπίτι του κάποιο κακό. Μετά έστειλε ανθρώπους να προτείνουν στην Αβιγαία να γίνει γυναίκα του. Εκείνη σηκώθηκε κι έπεσε με το πρόσωπο καταγής και αποδέχτηκε την πρόταση. Μετά η Αβιγαία σηκώθηκε βιαστικά, ανέβηκε στο γαϊδούρι και ξεκίνησε με συνοδεία τις υπηρέτριές της, ακολούθησε τους ανθρώπους του Δαβίδ και έγινε γυναίκα του.

 

Ο Δαβίδ, εκτός από την Αβιγαία, πήρε επίσης και την Αχινοάμ (Αχινόομ) από την Ιεζραέλ. Στο μεταξύ ο Σαούλ, προφανώς για να εκδικηθεί το Δαβίδ, την κόρη του τη Μελχόλ (Μιχάλ), που ήταν η πρώτη γυναίκα του Δαβίδ, την έδωσε στον Φαλτί, γιο του Αμίς, ο οποίος καταγόταν από τη Ρομμά (Γαλλίμ) (Α' Βασιλειών κεφ. 25).

 

Η ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ ΜΕ ΤΟ ΣΑΟΥΛ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

 

Κάτοικοι από την περιοχή της Ζιφ ήρθαν πάλι στο Σαούλ, στη  Γαβαά, και του είπαν ότι ο Δαβίδ κρύβεται στην περιοχή τους. Ο Σαούλ τότε πήγε στην έρημο Ζιφ με 3.000 επίλεκτους Ισραηλίτες, για να ψάξει για το Δαβίδ. 

Όταν ο Δαβίδ, που έμενε στην έρημο, άκουσε πως ο Σαούλ τον αναζητούσε, έστειλε κατασκόπους να πάρουν σίγουρες πληροφορίες ότι πράγματι ο Σαούλ είχε φτάσει εκεί. Τότε πήγε στην τοποθεσία όπου είχε στρατοπεδεύσει ο Σαούλ. Είδε που κοιμόταν ο Σαούλ κι ο Αβενήρ, ο αρχιστράτηγός του. Τότε πήρε τον Αβεσά (Αβισάι), γιο της αδερφής του της Σαρουΐας, και πήγαν στο στρατόπεδο του Σαούλ τη νύχτα, και τον είδαν που κοιμόταν στο κέντρο του στρατοπέδου, με το ακόντιο του μπηγμένο στο έδαφος, πλάι στο κεφάλι του. Ο Αβενήρ και οι άλλοι στρατιώτες κοιμόταν γύρω του. Τότε ο Αβεσά ζήτησε από το Δαβίδ την άδεια να τον σκοτώσει, αλλά ο Δαβίδ τον εμπόδισε ν' απλώσει χέρι πάνω του, γιατί ο ίδιος ο Κύριος θα θέσει τέρμα στη ζωή του Σαούλ, είτε πεθάνει από φυσικό θάνατο, είτε σκοτωθεί στο πεδίο της μάχης. Του είπε όμως να πάρει το ακόντιο, που είναι κοντά στο κεφάλι του και το δοχείο με το νερό.

Έτσι πήρε ο Δαβίδ το ακόντιο και το δοχείο με το νερό, και έφυγαν. Κανένας δεν είδε και κανένας δεν κατάλαβε τίποτα. Όλοι τους κοιμόνταν, γιατί ο Κύριος τους είχε κάνει να πέσουν σε ύπνο βαθύ.

 

Ο Δαβίδ πέρασε από την άλλη μεριά της κοιλάδας και στάθηκε στην κορυφή του βουνού, σε μεγάλη απόσταση από το στρατόπεδο του Σαούλ. Τότε φώναξε στον Αβενήρ, τον αρχιστράτηγο του Σαούλ: «Αβενήρ, δεν θα μου απαντήσεις;» Κι ο Αβενήρ απάντησε: «Ποιος είσ' εσύ που με φωνάζεις;»

Ο Δαβίδ του είπε: «Ποιος άλλος είναι τόσο ανδρείος, μεταξύ των Ισραηλιτών, από σένα! Γιατί, λοιπόν, δεν προφύλαξες τον κύριό σου, το βασιλιά; Κάποιος μπήκε στο στρατόπεδό σου για να φονεύσει το βασιλιά. Έδειξες αμέλεια και ορκίζομαι ότι θα πεθάνετε όλοι σας, γιατί δε φυλάξατε τον κύριό σας, τον εκλεκτό του Κυρίου. Και τώρα ψάξε να βρεις πού είναι το ακόντιο του βασιλιά και το δοχείο με το νερό, που ήταν πλάι στο βασιλιά».

Ο Σαούλ αναγνώρισε τη φωνή του Δαβίδ και φώναξε: «Η φωνή σου είν' αυτή, γιε μου, Δαβίδ;» Ο Δαβίδ απάντησε: «Η φωνή μου είναι, κύριε μου.  Γιατί με καταδιώκεις εμένα το δούλο σου; Τι έκανα; Τι κακό σκέφτηκα; Τώρα, λοιπόν, άκουσε με σε παρακαλώ: Αν ο Κύριος σε παρακίνησε εναντίον μου, ας τον εξευμενίσουμε με μια θυσία. Αν όμως σε παρακινούν άνθρωποι, ας είναι καταραμένοι ενώπιον του Κυρίου, γιατί με καταδιώκουν και δε μ' αφήνουν να ζήσω ήσυχος στη χώρα που έδωσε ο Κύριος στο λαό του για ιδιοκτησία τους».

 

Ο Σαούλ απάντησε: «Αμάρτησα! Γύρνα πίσω, γιε μου, Δαβίδ! Δε θα σου κάνω πια κακό, αφού σεβάστηκες σήμερα τη ζωή μου. Φέρθηκα ανόητα και πλανήθηκα φοβερά».

Ο Δαβίδ του είπε: «Εδώ είναι το ακόντιο σου, βασιλιά. Ας περάσει ένας από τους άντρες σου να το πάρει. Κι ο Κύριος ας ανταμείψει του καθενός μας τη δικαιοσύνη και την πιστότητα. Σήμερα σε παρέδωσε ο Κύριος στα χέρια μου, αλλά εγώ δεν θέλησα ν' απλώσω το χέρι μου στον εκλεκτό του. Κι όπως εγώ σεβάστηκα σήμερα τη ζωή σου, έτσι ας σεβαστεί κι ο Κύριος τη δική μου ζωή κι ας με ελευθερώσει από όλα αυτά τα δεινά». Τότε ο Σαούλ είπε στο Δαβίδ: «Ευλογημένος να είσαι, γιε μου, Δαβίδ! Εσύ θα κατορθώσεις μεγάλα πράγματα και τελικά θα επικρατήσεις». Ο Δαβίδ εξακολούθησε το δρόμο του, ενώ ο Σαούλ γύρισε στο σπίτι του (Α' Βασιλειών κεφ. 26).

 

Ο ΔΑΒΙΔ ΒΡΙΣΚΕΙ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΙΣΤΑΙΟΥΣ

 

Ο Δαβίδ για να είναι σίγουρος ότι θα γλιτώσει από την καταδίωξη του Σαούλ, αυτός και οι εξακόσιοι άντρες του πήγαν και βρήκαν καταφύγιο στον Αγχούς (Αχίς), το Φιλισταίο βασιλιά της Γαθ. Πήραν μαζί τους και τις οικογένειές τους και ο Δαβίδ είχε μαζί του τις δύο γυναίκες του, την Αβιγαία και την Αχινοάμ. Όταν έφτασε η είδηση στο Σαούλ ότι ο Δαβίδ έφυγε στη Γαθ, σταμάτησε πια να τον καταδιώκει.

Ο Δαβίδ με την άδεια του Αγχούς εγκαταστάθηκε στην πόλη Σεκελάκ (Σικλάγ). Ο Δαβίδ έμεινε στη χώρα των Φιλισταίων ένα χρόνο και τέσσερις μήνες.

 

Στο μεταξύ, αυτός και οι άντρες του έκαναν επιδρομές ενάντια στους Γεσιρίτες και στους Αμαληκίτες, που ήταν και οι παλιότεροι κάτοικοι της περιοχής. Χτυπούσαν αυτές τις περιοχές και δεν άφηναν ζωντανούς, ούτε άντρες ούτε γυναίκες. Έπαιρναν τα ζώα τους και ότι άλλο πολύτιμο έβρισκαν και γύριζαν στον Αγχούς.

Αυτή ήταν η τακτική του όλο τον καιρό που έμεινε στη χώρα των Φιλισταίων. Ο Αγχούς είχε εμπιστοσύνη στο Δαβίδ, γιατί σκεφτόταν ότι μ' αυτό τον τρόπο ο Δαβίδ γινόταν μισητός στον λαό του, τον Ισραήλ, κι έτσι πίστευε ότι θα του ήταν δούλος για πάντα (Α' Βασιλειών κεφ. 27).

 

Εκείνο τον καιρό οι Φιλισταίοι συγκέντρωσαν τις στρατιωτικές τους δυνάμεις για να πολεμήσουν εναντίον του Ισραήλ. Ο Αγχούς όρισε το Δαβίδ αρχηγό της σωματοφυλακής του και ζήτησε τη βοήθειά του εναντίον των Ισραηλιτών (Α' Βασιλειών 28,1-2). Οι αρχηγοί των Φιλισταίων όταν είδαν το Δαβίδ μαζί με τον Αγχούς, οργίστηκαν εναντίον του και του ζήτησαν να τον διώξει από το στράτευμα και να τον στείλει πίσω.

Τότε ο Αγχούς υπέκυψε στην πίεση των αρχηγών και αφού μίλησε με κολακευτικά λόγια στο Δαβίδ τον έστειλε πίσω. Έτσι νωρίς την επόμενη μέρα ο Δαβίδ και οι άντρες του σηκώθηκαν κι έφυγαν για τη χώρα των Φιλισταίων (Α' Βασιλειών κεφ. 29).

 

Στο μεταξύ οι Αμαληκίτες είχαν επιτεθεί νότια της περιοχής του Ιούδα και είχαν χτυπήσει τη Σεκελάκ (Σικλάγ). Πυρπόλησαν την πόλη, αιχμαλώτισαν άντρες και γυναίκες, και τους πήραν μαζί τους. Όταν ήρθε ο Δαβίδ και οι άντρες του στην πόλη, τη βρήκαν πυρπολημένη και είδαν ότι οι γυναίκες τους και τα παιδιά τους είχαν απαχθεί. Τότε άρχισαν όλοι τους να κλαίνε με γοερές κραυγές, ώσπου εξαντλήθηκαν από το κλάμα. Αιχμαλωτίστηκαν επίσης και οι δύο γυναίκες του Δαβίδ, η Αχινοάμ και η Αβιγαία.

Ο Δαβίδ έπεσε σε μεγάλη στενοχώρια και οι σύντροφοί του ήταν όλοι τους πολύ πικραμένοι και σκέφτονταν να τον λιθοβολήσουν. Ο Δαβίδ μέσω του ιερέα Αβιάθαρ, ρώτησε τον Κύριο τι έπρεπε να κάνει; Και ο Κύριος του έδωσε δύναμη και του είπε να τους καταδιώξει.

 

Έτσι ο Δαβίδ με τους εξακόσιους άντρες του καταδίωξαν τους Αμαληκίτες. Όταν έφτασαν σ' ένα χείμαρρο οι διακόσιοι παρέμειναν πίσω, γιατί ήταν κουρασμένοι και δεν μπορούσαν να περάσουν το ποτάμι.

Ο Δαβίδ με τους τετρακόσιους άντρες του βρήκαν έναν νεαρό Αιγύπτιο και του έδωσαν να φάει και να πιεί, γιατί ήταν νηστικός τρία μερόνυχτα. Όταν συνήλθε, τους είπε ότι ήταν δούλος κάποιου Αμαληκίτη και ότι μετά την πυρπόληση της Σεκελάκ αρρώστησε και ο κύριος του τον εγκατέλειψε. Μετά ο νεαρός Αιγύπτιος, ύστερα από παράκληση του Δαβίδ, τους οδήγησε στους Αμαληκίτες.

Στο μεταξύ οι Αμαληκίτες είχαν διασκορπιστεί σ' όλη την περιοχή τρώγοντας και πίνοντας και πανηγυρίζοντας για τα άφθονα λάφυρα που είχαν πάρει από τη χώρα των Φιλισταίων κι από την περιοχή του Ιούδα.

Ο Δαβίδ τους πολέμησε με επιτυχία από  την αυγή της επόμενης μέρας ως το βράδυ. Κανείς απ' αυτούς δε σώθηκε, παρά μόνο τετρακόσιοι άντρες, που έφυγαν καβάλα στις καμήλες τους. Ο Δαβίδ ελευθέρωσε τις δύο γυναίκες του και όλες τις οικογένειες των στρατιωτών του.  Ακόμη πήρε πίσω όλα όσα είχαν αρπάξει οι Αμαληκίτες, αλλά και όλα τα ζώα των Αμαληκιτών (Α' Βασιλειών 30,1-20).

 

Όταν ο Δαβίδ έφτασε στο χείμαρρο που είχαν παραμείνει οι διακόσιοι άντρες που δεν τον ακολούθησαν γιατί ήταν κουρασμένοι, τότε, μερικοί κακόβουλοι από κείνους που είχαν πάει μαζί με τον Δαβίδ, αρνήθηκαν να μοιραστούν τα λάφυρα μαζί τους. Αλλά ο Δαβίδ τους είπε ότι από δω και στο εξής, το μερίδιο εκείνου που πολεμάει θα είναι το ίδιο μ' εκείνου που μένει πίσω με τις αποσκευές. Έτσι από την ημέρα εκείνη ο Δαβίδ το έκανε αυτό νόμο και έθιμο που τηρούνταν απ' όλους τους Ισραηλίτες.

Ακόμη ο Δαβίδ έδωσε ένα μέρος από τα λάφυρα στους πρεσβυτέρους της φυλής Ιούδα, που ήταν φίλοι του, αλλά και στους πρεσβυτέρους άλλων πόλεων  απ' όπου είχε περάσει με τους άντρες του (Α' Βασιλειών 30,21-31).

 

 Ο ΔΑΒΙΔ ΑΝΑΚΗΡΥΣΣΕΤΑΙ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ

 

Τρεις μέρες μετά τη νίκη του εναντίον των Αμαληκιτών, έφτασε ένας νέος από το στρατόπεδο του Σαούλ, με σχισμένα τα ρούχα του και με χώμα πάνω στο κεφάλι του. Όταν πλησίασε το Δαβίδ, έπεσε στη γη και προσκύνησε. Στη συνέχεια του ανέφερε την ήττα των Ισραηλιτών από τους Φιλισταίους, καθώς και το θάνατο του Σαούλ και του Ιωνάθαν.

Ο Δαβίδ ρώτησε να μάθει λεπτομέρειες. Ο νέος του είπε ότι είναι Αμαληκίτης και βρέθηκε τυχαία στο μέρος όπου έγινε η μάχη και είδε το Σαούλ που ήταν πεσμένος πάνω στο ξίφος του, ενώ το ιππικό των εχθρών πλησίαζε. Τότε του φώναξε να τον αποτελειώσει και προκειμένου να μην πέσει ζωντανός στα χέρια των εχθρών του, τον σκότωσε. Κατόπιν πήρε το στέμμα από το κεφάλι του και το βραχιόλι από το μπράτσο του και του τα έφερε.

 

Τότε ο Δαβίδ έσκισε με απόγνωση τα ρούχα του κι όλοι οι άντρες του έκαναν το ίδιο. Θρήνησαν, έκλαψαν και νήστεψαν ως το βράδυ για το Σαούλ και για τον Ιωνάθαν, και για όσους Ισραηλίτες είχαν σκοτωθεί στη μάχη.

Κατόπιν ο Δαβίδ είπε στο νέο που του έφερε την αγγελία, ότι έκανε άσχημα να σκοτώσει τον εκλεκτό του Κυρίου και τότε φώναξε έναν από τους άντρες του και τον πρόσταξε να τον σκοτώσει.

Μετά ο Δαβίδ συνέθεσε έναν θρήνο για το Σαούλ και τον Ιωνάθαν, και διέταξε να τον διδαχθούν όλοι στο λαό του Ιούδα. Ο θρήνος είναι γραμμένος στο Β' Βασιλειών στο κεφάλαιο 1,19-27 (Β' Βασιλειών κεφ. 1).

 

Μετά απ' αυτά τα γεγονότα, ο Δαβίδ μαζί με τις δυο γυναίκες του, την Αχινοάμ και την Αβιγαία, και τους άντρες του με τις οικογένειες τους, εγκαταστάθηκαν στις πόλεις γύρω από τη Χεβρών. Τότε ήρθαν οι άντρες του Ιούδα και έχρισαν εκεί το Δαβίδ βασιλιά της φυλής Ιούδα.

Όταν έφτασε στο Δαβίδ η είδηση ότι οι κάτοικοι της Ιαβές, στη Γαλαάδ, φρόντισαν κι έθαψαν το Σαούλ, έστειλε σ' αυτούς αγγελιοφόρους και τους επιβράβευσε για την πράξη τους (Β' Βασιλειών 2,1-7).

 

Όταν ο Δαβίδ εγκαταστάθηκε στη Χεβρών καθημερινά ερχόντουσαν πολεμιστές απ' όλες τις φυλές του Ισραήλ, έτσι που σχηματίστηκε ένα στράτευμα τεράστιο. Όλοι αυτοί ήταν ετοιμοπόλεμοι άντρες, οι οποίοι ενώθηκαν με το στρατό του Δαβίδ και αποδέχτηκαν το βασιλικό του αξίωμα. Ήταν καλογυμνασμένοι, έμπειροι για πόλεμο, εξοπλισμένοι με κάθε είδους όπλα και αποφασισμένοι να βοηθήσουν το Δαβίδ με όλη τους την καρδιά (Α' Παραλειπομένων 12,24-41).

 

Στο μεταξύ όμως, ο Αβενήρ, ο αρχιστράτηγος του Σαούλ, ανακήρυξε τον Ιεβοσθέ, γιο του Σαούλ, βασιλιά στον Ισραήλ. Αλλά η φυλή Ιούδα ακολούθησε το Δαβίδ. Σ' αυτούς ο Δαβίδ βασίλεψε για εφτά χρόνια κι έξι μήνες στη Χεβρών.

Ο Αβενήρ μετά την ανακήρυξη του Ιεβοσθέ, κατευθύνθηκε στη Γαβαών. Ο στρατός του Δαβίδ, με στρατηγό τον Ιωάβ, γιο της Σερουΐας, παρατάχτηκε απέναντί του για μάχη. Εκείνη την ημέρα ξέσπασε σκληρή μάχη και νικήθηκε ο Αβενήρ από τους άντρες του Δαβίδ. Εκεί ήταν και οι τρεις γιοι της Σερουΐας, ο Ιωάβ, ο Αβεσά και ο Ασαήλ. Ο Ασαήλ καταδίωξε τον Αβενήρ, αλλά ο πρώην αρχιστράτηγος του Σαούλ, τον χτύπησε με την αιχμή του δόρατος στην κοιλιά και τον σκότωσε (Β' Βασιλειών 2,8-23).

Ο πόλεμος ανάμεσα στην οικογένεια του Σαούλ και στην οικογένεια του Δαβίδ κράτησε πολύ. Αλλά ο Δαβίδ γινόταν ολοένα και ισχυρότερος, ενώ η οικογένεια του Σαούλ συνεχώς εξασθενούσε (Β' Βασιλειών 3,1).

 

Στη Χεβρών ο Δαβίδ απέκτησε αρκετούς γιους. Πρωτότοκος ήταν ο Αμνών από την Αχινοάμ. Δεύτερος ο Δαλουΐα (Χιλεάβ) από την Αβιγαία. Τρίτος ο Αβεσσαλώμ, που ήταν γιος της Μααχά, κόρης του Θολμί, βασιλιά της Γεσίρ.  Τέταρτος ήταν ο Ορνία (Αδωνί) από την Φεγγίθ (Αγγίθ). Πέμπτος ο Σαβατία (Σεφατίας) από την Αβιτάλ. Και έκτος ο Ιερεραάμ (Ιθρεάμ) από την Αιγλά (Β' Βασιλειών 3,2-5).

 

Μετά από μια διαμάχη που είχε ο Αβενήρ με τον Ιεβοσθέ, ο Αβενήρ έστειλε αγγελιοφόρους στο Δαβίδ, στη Χεβρών, και του πρότεινε συμφωνία και ότι θα τον βοηθούσε να επεκτείνει τη βασιλεία του σε όλο το Ισραήλ.

Ο Δαβίδ αποδέχτηκε την πρόταση του Αβενήρ, με την προϋπόθεση να του φέρει τη Μελχόλ, την κόρη του Σαούλ, επειδή παλιότερα ο πατέρας της την είχε δώσει σε άλλον. Ο Αβενήρ παρέλαβε τη Μελχόλ από τον άντρα της, ο οποίος τη συνόδεψε σε όλο το δρόμο κλαίγοντας, και την παρέδωσε στο Δαβίδ.

Μετά ο Αβενήρ μίλησε με τους πρεσβυτέρους του Ισραήλ και τους πρότεινε, αυτό που κι αυτοί ζητάγανε καιρό τώρα, να γίνει, δηλαδή, ο Δαβίδ βασιλιάς όλου του Ισραήλ. Εκείνοι αποδέχτηκαν την πρόταση του Αβενήρ. Κατόπιν πήγε στη Χεβρών για να το αναγγείλει στο Δαβίδ. Ο Δαβίδ ετοίμασε συμπόσιο γι' αυτόν και για τους άντρες του και του εγγυήθηκε να αποχωρήσει με ασφάλεια (Β' Βασιλειών 3,12-21).

 

Όταν ο Ιωάβ έφτασε στη Χεβρών ύστερα από μια επιδρομή, και έμαθε ότι ο Αβενήρ επισκέφτηκε το Δαβίδ και αποχώρησε ειρηνικά, τότε θύμωσε με το Δαβίδ που τον άφησε να φύγει έτσι. Μετά έστειλε αγγελιοφόρους στον Αβενήρ και μια κάποια πρόφαση τον γύρισαν πίσω. Τότε ο Ιωάβ τον πήρε παράμερα δήθεν για να του μιλήσει κρυφά, κι εκεί τον χτύπησε στην κοιλιά και τον σκότωσε, επειδή κι εκείνος είχε σκοτώσει τον αδερφό του τον Ασαήλ. Όταν το έμαθε ο Δαβίδ αποποιήθηκε της πράξης του Ιωάβ.

Κατά την ταφή του Αβενήρ στη Χεβρών, ο Δαβίδ και ο λαός ξέσπασαν σε δυνατό κλάμα πάνω στον τάφο του. Ύστερα ο Δαβίδ απάγγειλε για τον Αβενήρ έναν θρήνο και όλος ο λαός ξανάρχισε το κλάμα.  Μετά, κι όσο ακόμα ήταν μέρα, προσπάθησαν να πείσουν το Δαβίδ να φάει, αλλά ο Δαβίδ αρνήθηκε να φάει πριν βασιλέψει ο ήλιος. Όταν το έμαθε αυτό ο λαός, το επικρότησε, και όλοι κατάλαβαν ότι δεν ήταν διαταγή του βασιλιά Δαβίδ ο θάνατος του Αβενήρ (Β' Βασιλειών 3,22-39).

 

Αμέσως μετά ο Ρεκχά και ο Βαανά, οι γιοι του Ρεμμών από την Βηρώθ, που ήταν στην υπηρεσία του Ιεβοσθέ και ήταν αρχηγοί ληστρικών συμμοριών, μπήκαν στην κατοικία του Ιεβοσθέ, την πιο ζεστή ώρα της ημέρας, όταν αυτός κοιμόταν για μεσημέρι. Τα δυο αδέρφια μπήκαν στον κοιτώνα όπου κοιμόταν ο Ιεβοσθέ, τον σκότωσαν και του πήραν το κεφάλι και το έφεραν στο Δαβίδ, στη Χεβρών.

Ο Δαβίδ, όμως, πρόσταξε τους άντρες του και σκότωσαν τους δύο γιους του Ρεμμών. Μετά τους έκοψαν τα χέρια και τα πόδια και τα κρέμασαν κοντά στη δεξαμενή της Χεβρών. Έπειτα πήραν το κεφάλι του Ιεβοσθέ και το έθαψαν στον τάφο του Αβενήρ, στη Χεβρών (Β' Βασιλειών 4,1-12).

 

Ο ΔΑΒΙΔ ΑΝΑΚΗΡΥΣΣΕΤΑΙ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΟΛΟΥ ΤΟΥ ΙΣΡΑΗΛ

 

Όλες οι οι πρεσβύτεροι, απ' όλες τις φυλές των Ισραηλιτών ήρθαν στο Δαβίδ, στη Χεβρών, και έχρισαν το Δαβίδ βασιλιά όλου του Ισραήλ.

Ο Δαβίδ ήταν τριάντα ετών όταν έγινε ο δεύτερος βασιλιάς του Ισραήλ, και βασίλεψε σαράντα χρόνια. Εφτά χρόνια ήταν βασιλιάς της φυλής Ιούδα, στη Χεβρών, και τριάντα τρία χρόνια ήταν βασιλιάς όλου του Ισραήλ στην Ιερουσαλήμ (Β' Βασιλειών 5,1-5. Α' Παραλειπομένων 11,1-3).

Ο Δαβίδ βασίλεψε σε όλο το Ισραήλ και οργάνωσε το βασίλειό του. Δίκαζε κι απέδιδε το δίκαιο σε όλους αμερόληπτα. Τοποθέτησε ικανά στελέχη σε όλες τις κρατικές και στρατιωτικές θέσεις (Β' Βασιλειών 8,15-18. Α' Παραλειπομένων 18,14-17).

 

Μετά απ' αυτά τα γεγονότα, ο Δαβίδ και οι άντρες του βάδισαν κατά της Ιερουσαλήμ, που μέχρι τότε ονομαζόταν Ιεβούς. Οι Ιεβουσαίοι, που κατοικούσαν στην περιοχή, αρνήθηκαν να παραδώσουν την πόλη στον Δαβίδ. Παρ' όλα αυτά όμως ο Δαβίδ κυρίεψε το φρούριο της Σιών, που ονομάστηκε στη συνέχεια, Πόλη Δαβίδ.

Πριν την κατάληψή της, ο Δαβίδ είχε βγάλει μια διαταγή, ότι ο πρώτος που θα σκότωνε Ιεβουσαίο, θα γινόταν αρχιστράτηγός του. Ο πρώτος που επιτέθηκε στο οχυρωμένο αυτό φρούριο ήταν ο Ιωάβ, ο γιος της Σερουΐας, κι έτσι έγινε αρχιστράτηγος.

Ο Δαβίδ εγκαταστάθηκε το 1004 π.Χ. στη νέα πρωτεύουσα, την Ιερουσαλήμ, και στη συνέχεια έχτισε κι άλλα οχυρωματικά έργα, καθώς επίσης και την κατοικία του. Έτσι ο Δαβίδ γινόταν συνεχώς ισχυρότερος, γιατί ο Κύριος ήταν μαζί του (Β' Βασιλειών 5,6-10). Α' Παραλειπομένων 11,4-9).

Ο Χειράμ, βασιλιάς της Τύρου, έστειλε στο Δαβίδ διπλωματική αντιπροσωπεία. Επίσης του έστειλε ξύλα κέδρων, ξυλουργούς και χτίστες, για να του χτίσουν ανάκτορο (Β' Βασιλειών 5,11-12). Α' Παραλειπομένων 14,1-2).

 

Ο Δαβίδ μετά τον ερχομό του στην Ιερουσαλήμ, πήρε κι άλλες παλλακίδες και συζύγους, από τις οποίες απέκτησε κι άλλους γιους και κόρες. Τα ονόματα των γιων που απέκτησε στην Ιερουσαλήμ είναι: Σαμμούς (Σαμμουά), Σωβάβ, Νάθαν, Σαλωμών, Εβεάρ (Ιβαάρ ή Ιβχάρ), Ελισούς (Ελισαέ ή Ελισουά), Ναφέκ (Ναφάγ ή Νέφεγ), Ιεφιές (Ιαφιά ή Ιαφιέ), Ελισαμά (Ελισαμαέ), Ελιδαέ (Ελγιαδά ή Ελιαδέ ή Βεελιαδά), Ελιφαλάθ (Ελιφαλέτ ή Ελιφέλετ), Σαμαέ, Ιεσσιβάθ, Νάθαν, Γαλαμαάν, Ιεβαάρ, Θεησούς, Ελιφαλάτ (Ελιφαλέτ ή Ελπαλέτ), Ναγέδ (Ναγέθ ή Νωγά), Ναφέκ, Ιανάθαν, Λεασαμύς, Βααλιμάθ και Ελιφαάθ (Β' Βασιλειών 5,13-16. Α' Παραλειπομένων 14,3-7).

 

Όταν άκουσαν οι Φιλισταίοι ότι ο Δαβίδ χρίστηκε βασιλιάς του Ισραήλ, ξεκίνησαν με όλο το στρατό τους για να τον θέσουν υπό την εξουσία τους. Ο Δαβίδ, με τη βοήθεια του κυρίου, τους νίκησε.  Οι Φιλισταίοι φεύγοντας άφησαν εκεί τα αγάλματα των θεών τους, και ο Δαβίδ και οι άντρες του τα πήραν και τα έριξαν στη φωτιά. Οι Φιλισταίοι όμως ξαναγύρισαν. Ο Δαβίδ, πάλι με την εντολή και με τη βοήθεια του Κυρίου, τους χτύπησε στα νώτα τους. Νίκησε τους Φιλισταίους και τους έτρεψε σε φυγή καταδιώκοντάς τους (Β' Βασιλειών 5,17-25. Α' Παραλειπομένων 14,8-17).

Κατά τη διάρκεια του πολέμου αυτού, ο Δαβίδ εκδήλωσε την επιθυμία να πιει νερό από το πηγάδι που είναι στην πύλη της Βηθλεέμ. Τότε οι τρεις επίλεκτοι από το στρατό του, ο Ιεσεβάαλ, ο γιος του Αχαμανί και ο αρχηγός των τριάντα επίλεκτων, ο Ελεάζαρ, ο γιος του Δωδαΐ, και άλλος ένας, πέρασαν μέσα από το στρατόπεδο των Φιλισταίων και έβγαλαν νερό από το πηγάδι. Όταν το έφεραν στο Δαβίδ, εκείνος δεν θέλησε να το πιεί και το πρόσφερε σπονδή στον Κύριο (Α' Παραλειπομένων 11,15-19).

 

Ο ΔΑΒΙΔ ΜΕΤΑΦΕΡΕΙ ΤΗΝ ΚΙΒΩΤΟ ΣΤΗΝ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ

 

Δαβίδ και Γολιάθ

Μετά απ' αυτά τα γεγονότα, ο Δαβίδ κάλεσε τους Ισραηλίτες απ' όλη την επικράτεια, συγκέντρωσε όλους τους επίλεκτους στρατιώτες, περίπου 30.000 άντρες, κι ακόμη όλους τους νέους του βασιλείου περίπου 70.000. Ακόμη πήρε μαζί του τους αρχηγούς της φυλής Ιούδα και τους αξιωματούχους του, και πήγαν για να φέρουν από την Κιριάθ-Ιαρίμ (Βααλά) την Κιβωτό του Κυρίου, η οποία βρισκόταν στο σπίτι του Αμιναδάβ, πάνω σ' ένα λόφο.

Από 'κει την πήραν και την ανέβασαν σε μια καινούρια άμαξα, την οποία οδηγούσε ο Οζά (Ουζζά) και ο Αχιώ, γιοι του Αμιναδάβ. Ο Αχιώ πήγαινε μπροστά από την κιβωτό. Ο Δαβίδ κι όλοι οι Ισραηλίτες χόρευαν για να τιμήσουν τον Κύριο και τραγουδούσαν μ' όλη τους τη δύναμη, παίζοντας κιθάρες, άρπες, τύμπανα, κρόταλα και κύμβαλα.

Όταν έφτασαν στο αλώνι του Ναχών, ο Οζά άπλωσε το χέρι του στην Κιβωτό για να τη συγκρατήσει, γιατί τα βόδια την είχαν γείρει. Τότε οργίστηκε ο Κύριος εναντίον του και τον χτύπησε επί τόπου για την ανευλάβεια του και πέθανε. Ο Δαβίδ, όταν είδε ότι ο Κύριος θανάτωσε τον Οζά, λυπήθηκε. Εκείνη την ημέρα ο Δαβίδ φοβήθηκε τον Κύριο και δεν ήθελε να πάρει την Κιβωτό στην Πόλη Δαβίδ, αλλά την οδήγησε στο σπίτι του Αβεδδαρά (Ωβήδ-Εδώμ) του Γεθθαίου.

 

Η Κιβωτός του Κυρίου έμεινε εκεί τρεις μήνες, κι ο Κύριος ευλόγησε τον Αβεδδαρά και όλη την οικογένειά του. Όταν έφεραν την είδηση στο Δαβίδ ότι ο Κύριος ευλόγησε την οικογένεια του Αβεδδαρά, καθώς κι όλα τα υπάρχοντα του, ο Δαβίδ κάλεσε τους ιερείς Σαδώκ και Αβιάθαρ, καθώς και τους Λευίτες, να καθαριστούν και να προετοιμαστούν τελετουργικά για να μεταφέρουν την Κιβωτό στο μέρος που ο Δαβίδ είχε ετοιμάσει. Μόνο οι Λευίτες μπορούσαν να μεταφέρουν την Κιβωτό, χωρίς να πάθουν τίποτα και χωρίς να τιμωρηθούν, όπως ο Κύριος τιμώρησε τον Οζά.

Έτσι οι Λευίτες σήκωσαν την Κιβωτό στους ώμους τους και ο Δαβίδ μετέφερε την Κιβωτό και την ανέβασε στην Πόλη Δαβίδ με πανηγυρική συνοδεία. Κάθε έξι βήματα που έκαναν εκείνοι που βαστούσαν την Κιβωτό του Κυρίου, ο Δαβίδ θυσίαζε ένα βόδι κι ένα παχύ μοσχάρι. Μετά χόρευε μ' όλη του τη δύναμη για να τιμήσει τον Κύριο, φορώντας μόνο μια ιερατική ενδυμασία από λινό ύφασμα (Β' Βασιλειών 6,1-15. Α' Παραλειπομένων 13,1-14 και 15,1-28).

 

Ενώ η Κιβωτός του Κυρίου έμπαινε στην Πόλη Δαβίδ, η γυναίκα του η Μελχόλ, έσκυψε από το παράθυρο και είδε το Δαβίδ να πηδάει και να χορεύει ενώπιον του Κυρίου, κι ένιωσε βαθιά περιφρόνηση γι' αυτόν.

Έφεραν την Κιβωτό και την τοποθέτησαν στη μέση της σκηνής που είχε στήσει ο Δαβίδ γι' αυτήν και πρόσφερε ολοκαυτώματα και θυσίες ενώπιον του Κυρίου. Όταν τελείωσε ο Δαβίδ με τις προσφορές των θυσιών, ευλόγησε όλο το λαό Ισραήλ στο όνομα του παντοδύναμου Κυρίου. Μετά μοίρασε στα πλήθη, άντρες και γυναίκες, από ένα γλυκό ψωμί στον καθένα, ένα κομμάτι ψητό κρέας, κι ένα γλύκισμα από ξερές σταφίδες, κι έφυγαν όλοι για τα σπίτια τους.

Στη συνέχεια ο Δαβίδ όρισε μερικούς Λευίτες να λειτουργούν  μπροστά στην Κιβωτό του Κυρίου, να δοξάζουν, να ευχαριστούν και να υμνολογούν τον Κύριο πρωΐ και βράδυ, σύμφωνα με τα γραμμένα στο Νόμο, που έδωσε ο Κύριος στο όρος Σινά.

 

Πηγαίνοντας ο Δαβίδ να χαιρετήσει την οικογένειά του, βγήκε η γυναίκα του η Μελχόλ, να τον προϋπαντήσει, και τον ειρωνεύτηκε, που ο βασιλιάς του Ισραήλ ξεγυμνώθηκε μπροστά στα μάτια των των υπηκόων του. Ο Δαβίδ όμως της απάντησε: «Εγώ για να τιμήσω τον Κύριο φέρθηκα έτσι! Αυτός προτίμησε εμένα από τον πατέρα σου κι απ' όλη την οικογένεια του, προκειμένου να με κάνει ηγεμόνα του λαού του του Ισραήλ. Προς τιμήν του, λοιπόν, θα χορεύω ενώπιον του, και θα ταπεινωθώ ακόμα περισσότερο! Μπορεί έτσι να ξευτελίζομαι στα μάτια σου, αλλά θα δοξαστώ απ' αυτές τις δούλες, που ανέφερες».

Η Μελχόλ, η κόρη του Σαούλ και γυναίκα του Δαβίδ, σ' όλη τη ζωή δεν γέννησε παιδί
(Β' Βασιλειών 6,16-23. Α' Παραλειπομένων 15,29 και 16,1-6. 37-43).

 

Μετά τη μεταφορά της Κιβωτού, ο βασιλιάς Δαβίδ εγκαταστάθηκε στο ανάκτορό του κι ο Κύριος του εξασφάλισε ησυχία απ' όλους τους εχθρούς του. Μια μέρα είπε ο Δαβίδ στο Νάθαν, τον προφήτη: «Εγώ κατοικώ σε παλάτι καμωμένο από κέδρους, ενώ η κιβωτός του Θεού βρίσκεται μέσα σε σκηνή». Κι έτσι σκέφτηκε να χτίσει ένα ναό, για να τοποθετήσει εκεί μέσα την Κιβωτό του Κυρίου.

 

Αλλά εκείνη τη νύχτα ο Κύριος είπε στον Νάθαν:  «Πήγαινε και πες εκ μέρους μου στο δούλο μου το Δαβίδ: "θέλεις να μου χτίσεις ναό για να κατοικώ; Εγώ, από την ημέρα που έβγαλα τους Ισραηλίτες από την Αίγυπτο, δεν κατοίκησα ποτέ σε ναό. Εγώ ο Κύριος, λοιπόν, σου αναγγέλλω πως εγώ θα σου χτίσω οίκο. Όταν τελειώσουν οι μέρες σου και πεθάνεις,, θα αναδείξω διάδοχο μετά από σένα έναν γιο σου, και θα διατηρήσω σταθερή τη βασιλεία του. Αυτός θα μου χτίσει ναό κι εγώ θα κάνω το θρόνο του ακλόνητο για πάντα. Αν αμαρτήσει θα τον σωφρονίσω με πλήγματα. Δε θ' αποσύρω όμως απ' αυτόν την εύνοια μου, όπως την απέσυρα από το Σαούλ. Οι απόγονοί σου θα βασιλεύουν σταθερά μετά από σένα για πάντα, κι ο θρόνος σου θα παραμένει ακλόνητος παντοτινά"».

Ο Νάθαν ανάγγειλε στο Δαβίδ όλους αυτούς τους λόγους και το όραμα (Β' Βασιλειών 7,1-17. Α' Παραλειπομένων 17,1-15). Τότε ο βασιλιάς Δαβίδ μπήκε μέσα στη σκηνή, παρουσιάστηκε ενώπιον του Κυρίου και προσευχήθηκε (Β' Βασιλειών 7,18-29. Α' Παραλειπομένων 17,16-27).

 

Ο ΔΑΒΙΔ ΥΠΟΤΑΣΣΕΙ ΤΑ ΓΕΙΤΟΝΙΚΑ ΕΘΝΗ

 

Ο Δαβίδ στρατιωτικά επέκτεινε τα σύνορα του βασιλείου του, νικώντας όλους τους εχθρούς του και εξασφάλισε μια περίοδο ανακωχής με όλους τους γειτονικούς λαούς. Ο Κύριος βοηθούσε το Δαβίδ σε όλες τις εκστρατείες του.

Νίκησε τους Φιλισταίους, τους υποδούλωσε και εξουδετέρωσε την κυριαρχία τους στη χώρα του Ισραήλ. Επίσης νίκησε τους Μωαβίτες. Ανάγκασε τους αιχμαλώτους να πέσουν καταγής και τους μέτρησε με σχοινιά. Τους χώρισε σε δύο ομάδες, τους μισούς τους σκότωνε και τους άλλους μισούς τους άφηνε στη ζωή. Κι έγιναν οι Μωαβίτες φόρου υποτελείς στο Δαβίδ.

 

Ο Δαβίδ νίκησε ακόμα τον Αδρααζάρ, το βασιλιά της Σουβά (Σωβά), όταν ο τελευταίος πήγαινε ν' ανακτήσει το βασίλειο του στον ποταμό Ευφράτη. Ο Δαβίδ αιχμαλώτισε απ' αυτόν 1700 ιππείς και 20.000 πεζούς και διέταξε να κόψουν τους τένοντες από τα πόδια των αλόγων όλων των αμαξών. Κράτησε μόνο 100 άλογα που χρειάζονταν για ισάριθμες άμαξες.

Όταν ήρθαν οι Σύριοι από τη Δαμασκό για να βοηθήσουν τον Αδρααζάρ, ο Δαβίδ σκότωσε από αυτούς 22.000 άντρες. Διόρισε δικούς του κυβερνήτες στους Συρίους της Δαμασκού κι έγιναν φόρου υποτελείς σ' αυτόν. Πήρε τις χρυσές ασπίδες που κρατούσαν οι αξιωματικοί του Αδρααζάρ και τις έφερε στην Ιερουσαλήμ. Επίσης από τις πόλεις του Αδρααζάρ πήρε μεγάλες ποσότητες χαλκού, με τις οποίες ο Σολομών κατασκεύασε αργότερα τη λεγόμενη χάλκινη θάλασσα, του στύλους και όλα τα χάλκινα σκεύη του Ναού του Σολομώντα.

 

Ο Θοού (Τόχου), βασιλιάς της Ημάθ (Χαμάθ), όταν έμαθε ότι ο Δαβίδ νίκησε κατά κράτος τον Αδρααζάρ, έστειλε σ' αυτόν το γιο του τον Ιεδδουράν (Αδουράμ) για να τον χαιρετίσει και να τον συγχαρεί γι' αυτή τη νίκη του, γιατί ο Αδρααζάρ ήταν αντίπαλός του. Ο Ιεδδουράν έφερε στο Δαβίδ σκεύη ασημένια, χρυσά και χάλκινα.  Αυτά ο Δαβίδ τα αφιέρωσε στον Κύριο, μαζί με το ασήμι και το χρυσάφι που είχε πάρει από όλα τα άλλα έθνη, τα οποία είχε υποτάξει, από τους Εδωμίτες, τους Μωαβίτες, τους Αμμωνίτες, τους Φιλισταίους, τους Αμαληκίτες, καθώς και το βασίλειο του Σουβά. Έτσι ο Δαβίδ απέκτησε μεγάλη δόξα.

Στην επιστροφή του από τη μάχη με τους Συρίους, ο Αβεσά, ο γιος της Σερουΐας, σκότωσε 18.000 Εδωμίτες και τοποθέτησε στην Εδώμ στρατιωτικούς διοικητές κι οι Εδωμίτες έγιναν υποτελείς στο Δαβίδ (Β' Βασιλειών 8,1-14. Α' Παραλειπομένων 18,1-13).

 

ΔΑΒΙΔ ΚΑΙ ΜΕΜΦΙΒΟΣΘΕ

 

Κάποτε ο Δαβίδ ρώτησε τον Σιβά, που ήταν υπηρέτης του Σαούλ, εάν έχει απομείνει πια κανείς από την οικογένεια του Σαούλ, για να του δείξει την εύνοιά του. Ο Σιβά του είπε, ότι υπάρχει ακόμη ένας, ο Μεμφιβοσθέ, που είναι γιος του Ιωνάθαν και που είναι ανάπηρος στα πόδια. Συγκεκριμένα όταν είχε φτάσει η είδηση για το θάνατο του Σαούλ και του Ιωνάθαν, ο Μεμφιβοσθέ ήταν πέντε ετών. Τότε τον άρπαξε βιαστικά η παραμάνα του κι έφυγε. Μα ενώ έφευγε αυτός έπεσε κι έμεινε ανάπηρος.

 

Ο Δαβίδ έστειλε ανθρώπους στο σπίτι του Μαχίρ, όπου βρισκόταν ο Μεμφιβοσθέ και τον έφεραν στο παλάτι.

Όταν ο Μεμφιβοσθέ, ήρθε στο Δαβίδ, έσκυψε το κεφάλι του και προσκύνησε. Ο Δαβίδ τον καθησύχασε και του είπε, ότι για χάρη του Ιωνάθαν, του πατέρα του, θα του επιστρέψει όλα τα χωράφια που είχε ο Σαούλ, και ότι στο εξής θα τρώει πάντα στο βασιλικό τραπέζι.

Κατόπιν ο Δαβίδ έδωσε διαταγές να επιστραφεί στον Μεμφιβοσθέ η περιουσία του Σαούλ και ακόμη έδωσε διαταγή στον Σιβά, να φροντίσει με τους γιους του και με τους δούλους του, να καλλιεργούν τα κτήματα του Σαούλ και να δίνουν τα εισοδήματα στον Μεμφιβοσθέ.

Έτσι ο Μεμφιβοσθέ, μαζί με τον μικρό του γιο τον Μιχά, εγκαταστάθηκε στην Ιερουσαλήμ και έτρωγε στο τραπέζι του Δαβίδ σαν ένας από τους γιους του (Β' Βασιλειών κεφ. 9).

 

Ο ΔΑΒΙΔ ΝΙΚΑΕΙ ΤΟΥΣ ΑΜΜΩΝΙΤΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΣΥΡΙΟΥΣ

 

Μετά από αρκετό καιρό πέθανε ο βασιλιάς των Αμμωνιτών, ο Ναάς (Ναχάς) και τον διαδέχτηκε ο γιος του ο Αννών (Χανούν). Επειδή Ο Ναάς παλιότερα είχε φερθεί με καλοσύνη στο Δαβίδ, ο Δαβίδ έστειλε αξιωματούχους να συλλυπηθούν τον Αννών για το θάνατο του πατέρα του.

Όταν όμως οι αξιωματούχοι του Δαβίδ πήγαν στη χώρα των Αμμωνιτών, οι άρχοντες του Αννών είπαν στον κύριό τους, ότι πρόκειται για τέχνασμα του Δαβίδ για να κατασκοπεύσει τη χώρα και αργότερα να την καταλάβει. Έτσι ο Αννών συνέλαβε τους αξιωματούχους του Δαβίδ, ξύρισε τα μισά τους γένεια, έκοψε απ' τη μέση και κάτω τα ρούχα τους ως τους μηρούς, και τους έδιωξε πίσω.

Όταν ο Δαβίδ πληροφορήθηκε τα συμβάντα, κατάλαβε πως είχε καταρρακωθεί η τιμή των ανθρώπων του και τους παράγγειλε με αγγελιοφόρους να μείνουν στην Ιεριχώ ώσπου να μεγαλώσουν τα γένεια τους και μετά να επιστρέψουν.

 

Οι Αμμωνίτες μίσθωσαν 20.000 πεζούς από τους Συρία και το βασίλειο της Σουβά, 1000 άντρες από το βασιλιά της Μααχά και 12.000 άντρες από την πόλη Ιστώβ.

Μόλις το 'μαθε ο Δαβίδ, έστειλε εναντίον τους τον αρχιστράτηγο Ιωάβ με όλο το στράτευμα των επίλεκτων πολεμιστών. Οι Αμμωνίτες βγήκαν και παρατάχθηκαν σε θέση μάχης έξω από την πύλη της πρωτεύουσάς τους, ενώ οι μισθοφόροι παρατάχθηκαν πιο πέρα.

Όταν ο Ιωάβ τους είδε, παρέταξε τους επίλεκτους άντρες του απέναντι από τους Σύριους. Το υπόλοιπο του στρατού το έθεσε στις διαταγές του Αβεσά, του αδερφού του, ο οποίος το παρέταξε απέναντι στους Αμμωνίτες. Όταν ο Ιωάβ κι ο στρατός του προέλασαν για να επιτεθούν στους Συρίους, εκείνοι τράπηκαν σε φυγή. Μόλις είδαν οι Αμμωνίτες ότι οι Σύριοι τράπηκαν σε φυγή, έφυγαν κι αυτοί κυνηγημένοι από τον Αβεσά και μπήκαν στην πόλη. Έτσι ο Ιωάβ σταμάτησε να πολεμάει τους Αμμωνίτες και γύρισε στην Ιερουσαλήμ.

Όταν όμως οι Σύριοι είδαν ότι κατατροπώνονταν από τους Ισραηλίτες, έκαναν γενική ανασυγκρότηση των δυνάμεων τους,  Ο Αδρααζάρ επιστράτευσε και τους Σύριους που κατοικούσαν πέρα από τον ποταμό Ευφράτη. Αυτοί συγκεντρώθηκαν στην Αιλάμ με επικεφαλής τον Σωβάκ, αρχιστράτηγο του Αδρααζάρ. Όταν το 'μαθε ο Δαβίδ, συγκέντρωσε το στρατό του, πέρασε τον Ιορδάνη και έφτασε στην Αιλάμ. Οι Σύριοι παρατάχθηκαν απέναντι στο Δαβίδ και άρχισαν την επίθεση. Αλλά οι Ισραηλίτες τους έτρεψαν σε φυγή και σκότωσαν 700 οδηγούς αμαξών και 40.000 ιππείς. Ο Σωβάκ, ο αρχιστράτηγος του Αδρααζάρ, χτυπήθηκε και πέθανε εκεί. Οι ηγεμόνες που ως τότε ήταν υποτελείς στον Αδρααζάρ, συνθηκολόγησαν με τους Ισραηλίτες  κι έγιναν υποτελείς τους. Από τότε οι Σύριοι δεν τόλμησαν πια να βοηθήσουν τους Αμμωνίτες (Β' Βασιλειών κεφ. 10. Α' Παραλειπομένων κεφ. 19).

 

Τον επόμενο χρόνο, ο Δαβίδ έστειλε τον Ιωάβ, επικεφαλής του ισραηλιτικού στρατού, να πολεμήσει τους Αμμωνίτες. Λεηλάτησαν τη χώρα τους και πολιόρκησαν την πρωτεύουσα Ραββάθ, ενώ ο Δαβίδ είχε παραμείνει στην Ιερουσαλήμ (Β' Βασιλειών 11,1. Α' Παραλειπομένων 20,1).

Ο Ιωάβ είχε σχεδόν καταλάβει την πόλη και τότε έστειλε αγγελιοφόρους να πουν στο Δαβίδ, να έρθει με τον υπόλοιπο στρατό και να καταλάβει την πόλη. Έτσι ο Δαβίδ κυρίεψε τη Ραββάθ, την πρωτεύουσα των Αμμωνιτών. Κατόπιν πήρε το στέμμα από το κεφάλι του θεού Μολχόμ και το φόρεσε στο κεφάλι του. Το βάρος του ήταν ένα χρυσό τάλαντο και είχε πάνω του ένα πολύτιμο πετράδι. Ακόμη ο Δαβίδ πήρε πάρα πολλά λάφυρα.  Έβγαλε από την πόλη τους κατοίκους της και τους έβαλε σε καταναγκαστικές εργασίες. Το ίδιο έκανε και με όλες τις άλλες πόλεις των Αμμωνιτών (Β' Βασιλειών 12,26-31. Α' Παραλειπομένων 20,1-3).

 

ΔΑΒΙΔ ΚΑΙ ΒΗΡΣΑΒΕΕ

 

Ένα βράδυ, ο Δαβίδ σηκώθηκε από το κρεβάτι του και περπατούσε στο δωμάτιο του ανακτόρου του. Από 'κει είδε μια πολλή ωραία γυναίκα που έπαιρνε το λουτρό της. Αμέσως έστειλε και ζήτησε πληροφορίες για αυτή τη γυναίκα. Του είπαν, λοιπόν, ότι αυτή είναι η Βηρσαβεέ, κόρη του Ελιάβ και γυναίκα του Ουρία του Χετταίου. 

Ο Δαβίδ τότε έστειλε τους ανθρώπους του και την κάλεσε στην κατοικία του. Εκείνη πήγε κι αυτός πλάγιασε μαζί της. Η Βηρσαβεέ έμεινε έγκυος κι έστειλε ειδοποίηση στο Δαβίδ (Β' Βασιλειών 11,2-5).

 

Τότε εκείνος διέταξε τον Ιωάβ να του στείλει τον Ουρία το Χετταίο. Πράγματι, ο Ιωάβ τον έστειλε στο Δαβίδ. Όταν παρουσιάστηκε ο Ουρίας, ο Δαβίδ τον ρώτησε για το στρατό και για τον πόλεμο. Έπειτα του έδωσε μια μικρή άδεια για να πάει στο σπίτι του.

Μόλις ο Ουρίας βγήκε από το ανάκτορο, ο Δαβίδ του έστειλε κι ένα δώρο. Ο Ουρίας όμως δεν κοιμήθηκε στο σπίτι του, αλλά στην πύλη του ανακτόρου, μαζί με τη βασιλική φρουρά.

Όταν έφεραν στο Δαβίδ την είδηση ότι ο Ουρίας δεν πήγε στο σπίτι του, ο Δαβίδ τον κάλεσε για να δώσει εξηγήσεις. Ο Ουρίας είπε στο βασιλιά, ότι όλοι οι σύντροφοί του έχουν στρατοπεδεύσει στην ύπαιθρο κι αυτός θα πήγαινε στο σπίτι του;

Τότε ο Δαβίδ τον κράτησε στο παλάτι δυο μέρες. Τον κάλεσε να φάει και να πιεί μαζί του και τον μέθυσε. Το βράδυ ο Ουρίας κοιμήθηκε πάλι με τη βασιλική φρουρά (Β' Βασιλειών 11,6-13).

 

Το πρωΐ ο Δαβίδ έγραψε ένα γράμμα στον Ιωάβ και το έστειλε με τον Ουρία. Στο γράμμα έγραφε, να βάλει τον Ουρία στην πρώτη γραμμή της σκληρότερης μάχης, κι έπειτα να τραβηχτούν από κοντά του, ώστε να τον χτυπήσει ο εχθρός και να σκοτωθεί.

 

Ήταν ακριβώς τότε που ο Ιωάβ πολιορκούσε τη Ραββάθ, την πρωτεύουσα των Αμμωνιτών. Ο Ιωάβ τοποθέτησε τον Ουρία απέναντι σ' ένα σημείο, που ήξερε ότι το υπερασπίζονταν οι πιο αξιόμαχοι άντρες του εχθρού. Σε μια τους έξοδο, οι άντρες της πόλης πολέμησαν το στρατό του Ιωάβ και σκοτώθηκαν μερικοί από τους άντρες του Δαβίδ. Τότε σκοτώθηκε κι ο Ουρίας ο Χετταίος.

Ο Ιωάβ έστειλε αγγελιαφόρο στο Δαβίδ και του ανέφερε τα γεγονότα της μάχης, και βέβαια την είδηση για το θάνατο του Ουρία του Χετταίου.

 

Η γυναίκα του Ουρία έμαθε ότι σκοτώθηκε ο άντρας της, και κράτησε πένθος γι' αυτόν. Όταν πέρασε το πένθος, ο  Δαβίδ έστειλε και την πήρε στο παλάτι κι έγινε γυναίκα του και του γέννησε γιο. Αλλά με την πράξη του αυτή ο Δαβίδ δυσαρέστησε τον Κύριο (Β' Βασιλειών 11,14-27).

 

Ο Κύριος έστειλε στο Δαβίδ τον προφήτη Νάθαν, ο οποίος μίλησε παραβολικά στο Δαβίδ.  Ο Νάθαν του είπε ότι: «Σε μια πόλη ζούσαν δυο άνθρωποι, ένας πλούσιος κι ένας φτωχός. Ο πλούσιος είχε πάρα πολλά πρόβατα και βόδια,  ενώ ο φτωχός δεν είχε τίποτα, παρά μια μικρή αμνάδα. Μια μέρα ήρθε κάποιος να επισκεφτεί τον πλούσιο. Ο πλούσιος όμως δεν πήρε από τα ζώα του για να δώσει στον επισκέπτη του, αλλά πήγε και πήρε την αμνάδα του φτωχού και την ετοίμασε να φάει ο ταξιδιώτης».

Ο Δαβίδ θύμωσε πάρα πολύ με τον πλούσιο και είπε στο Νάθαν: «Ο άνθρωπος που το έκανε αυτό είναι ένοχος θανάτου! Κι επειδή φέρθηκε τόσο απάνθρωπα, θα πρέπει να αντικαταστήσει την αμνάδα με τέσσερις άλλες».

 

 Τότε ο Νάθαν είπε στο Δαβίδ: «Εσύ είσαι αυτός ο άνθρωπος! Και ο Κύριος λέει: "εγώ σε έχρισα βασιλιά του Ισραήλ κι εγώ σε έσωσα από την καταδίωξη του Σαούλ. Σου έδωσα τόσα αγαθά και απόλυτη εξουσία στο λαό του Ισραήλ και του Ιούδα. Κι αν όλα αυτά σου φαίνονται λίγα, θα μπορούσα να σου δώσω ακόμα περισσότερα. Γιατί, όμως, περιφρόνησες το λόγο μου, κι έπραξες ότι με δυσαρεστεί; Δολοφόνησες τον Ουρία το Χετταίο! Τα κανόνισες όλα, ώστε να σκοτωθεί από τους Αμμωνίτες και μετά πήρες τη γυναίκα του για δική σου. Από 'δω και πέρα, λοιπόν, ποτέ δε θα λείψουν οι σκοτωμοί στην οικογένεια σου, γιατί με περιφρόνησες και πήρες τη γυναίκα του Ουρία του Χετταίου για γυναίκα σου».

Τότε είπε ο Δαβίδ στο Νάθαν: «Αμάρτησα στον Κύριο!» Κι ο Νάθαν του απάντησε: «Ο Κύριος συγχώρησε την αμαρτία σου και δε θα πεθάνεις.  Επειδή όμως με την πράξη σου αυτή έδωσες αφορμή στους εχθρούς του Κυρίου να περιφρονήσουν τον Κύριο, γι' αυτό και το παιδί που γεννήθηκε από τη Βηρσαβεέ, θα πεθάνει» (Β' Βασιλειών 12,1-14).

 

Έτσι ο Κύριος έκανε ν' αρρωστήσει βαριά το παιδί που γέννησε στο Δαβίδ η Βηρσαβεέ. Ο Δαβίδ παρακαλούσε το Θεό γι αυτό το παιδί, νήστευε, κι όταν γύριζε στο σπίτι του διανυκτέρευε ξαπλωμένος καταγής.

Οι σύμβουλοι του προσπαθούσαν να τον κάνουν να τον σηκώσουν από κάτω. Αλλά αυτός δεν ήθελε κι αρνιόταν να φάει οτιδήποτε μαζί τους. Την έβδομη μέρα πέθανε το παιδί, αλλά οι αξιωματούχοι του φοβούνταν να του το ανακοινώσουν, μήπως κάνει κανένα κακό.

Όταν είδε ο Δαβίδ ότι οι αξιωματούχοι του κρυφομιλούσαν, κατάλαβε ότι το παιδί είχε πεθάνει. Όταν επιβεβαιώθηκε το γεγονός, τότε ο Δαβίδ σηκώθηκε από το έδαφος, πλύθηκε, αλείφτηκε με αρωματικό λάδι, άλλαξε ρούχα και μπήκε στο ναό του Κυρίου και προσκύνησε. Έπειτα γύρισε στο σπίτι του και ζήτησε να του βάλουν φαγητό (Β' Βασιλειών 12,15-23).

 

Τότε ο Δαβίδ πήγε στη γυναίκα του τη Βηρσαβεέ, την παρηγόρησε και συνευρέθηκε μαζί της. Εκείνη του γέννησε γιο που ο Δαβίδ τον ονόμασε Σολομώντα. Ο Κύριος αγάπησε το παιδί και το γνωστοποίησε στο Δαβίδ μέσω του προφήτη Νάθαν. Επίσης έδωσε εντολή στο Νάθαν να ονομάσουν για χάρη του το παιδί Ιεδεδί, που σημαίνει «αγαπημένος από τον Κύριο» (Β' Βασιλειών 12,24-25).

 

ΘΑΜΑΡ ΚΑΙ ΑΒΕΣΣΑΛΩΜ

 

Μια μέρα ο Αμνών, ο μεγαλύτερος γιος του Δαβίδ, έπεσε στο κρεβάτι κι έκανε τον άρρωστο. Όταν ήρθε ο πατέρας του να τον δει, ο Αμνών του είπε να του στείλει την αδερφή του, την Θάμαρ να τον φροντίσει και να του ετοιμάσει φαγητό. Έτσι ο Δαβίδ ειδοποίησε την Θάμαρ να φροντίσει τον αδερφό της. Καθώς εκείνη τον φρόντιζε, ο Αμνών, καθώς ήταν δυνατότερος απ' αυτήν, την υποχρέωσε να πλαγιάσει μαζί του και τη βίασε.

Όταν ο Δαβίδ πληροφορήθηκε το γεγονός, θύμωσε πάρα πολύ, που ο Αμνών ατίμασε την αδερφή του (Β' Βασιλειών 13,1-22).

 

Μετά από δύο χρόνια, ο Αβεσσαλώμ έκανε μια γιορτή στο σπίτι του και προσκάλεσε τον πατέρα του και όλα τ' αδέρφια του. Ο πατέρας του δεν μπόρεσε να πάει, αλλά οι αδερφοί του πήγαν όλοι. Στο γλέντι που έγινε, όταν ο Αμνών είχε έρθει στο κέφι από το κρασί, τότε ο Αβεσσαλώμ διέταξε τους υπηρέτες του και τον σκότωσαν.

Στο μεταξύ, όμως, έφτασε η είδηση στο Δαβίδ, ότι ο Αβεσσαλώμ σκότωσε όλους τους γιους του. Ο Δαβίδ τότε σηκώθηκε έσκισε τα ρούχα του και έπεσε καταγής. Το ίδιο έκαναν και οι υπηρέτες του.  Αλλά ο Ιωναδάβ, γιος του Σαμαά κι ανεψιός, του Δαβίδ, του είπε ότι μόνο ο Αμνών είναι νεκρός, γατί ατίμασε την αδελφή του Αβεσσαλώμ.

Μόλις τέλειωσε τα λόγια του, έφτασαν και οι γιοι του βασιλιά και ξέσπασαν σε δυνατό κλάμα. Ακόμα κι ο ίδιος ο βασιλιάς και όλοι οι αξιωματούχοι του έκλαιγαν γοερά.

Μετά απ' αυτό το γεγονός ο Αβεσσαλώμ κατέφυγε στον παππού του, στο βασιλιά της Γεδσούρ, τον Θολμί (Ταλμαΐ), κι έμεινε κοντά του τρία χρόνια. Ο βασιλιάς Δαβίδ όλο αυτό το διάστημα κρατούσε πένθος για το γιο του. Όταν παρηγορήθηκε από το θάνατο του Αμνών, επιθύμησε να δει τον Αβεσσαλώμ (Β' Βασιλειών 13,23-39).

 

Ο Ιωάβ, ο γιος της Σερουΐας, κατάλαβε ότι ο νους του βασιλιά δεν έφευγε από τον Αβεσσαλώμ. Έτσι έφερε από την Θεκωέ (Τεκωά) μια έξυπνη γυναίκα και την έστειλε στο Δαβίδ, κάνοντας ότι πενθεί για το νεκρό γιό της, ιστορώντας του μια φανταστική ιστορία, έτσι ώστε ν' αλλάξει τη γνώμη του για τον Αβεσσαλώμ και να τον καλέσει πίσω.

Η γυναίκα πήγε στο Δαβίδ, έσκυψε το πρόσωπο της στη γη, προσκύνησε και του είπε το πρόβλημά της: ότι είναι χήρα, ότι είχε δύο γιους, αλλά κάποια μέρα φιλονίκησαν μεταξύ τους στο χωράφι αλλά δεν ήταν εκεί κανείς να τους χωρίσει, κι έτσι ο ένας χτύπησε τον άλλο και τον σκότωσε. Τότε ξεσηκώθηκαν όλοι οι συγγενείς και απαιτούσαν να τους παραδώσω το φονιά για να τον σκοτώσουν και να πάρουν εκδίκηση. Αλλά αν γίνει αυτό, τότε θα μείνει χωρίς γιο και χωρίς κληρονόμο. 

Ο Δαβίδ την καθησύχασε ότι θα φροντίσει για το πρόβλημά της. Η γυναίκα πήρε το λόγο και του είπε, τότε γιατί ο βασιλιάς σχεδιάζει να κάνει μια παρόμοια ενέργεια και δεν φέρνει πίσω τον Αβεσσαλώμ, που είναι ακόμα στην εξορία;

Αυτά κι άλλα πολλά είπαν στο διάλογό τους και τότε ο Δαβίδ είπε στη γυναίκα, αν ο Ιωάβ την έβαλε να του τα πει όλα αυτά; Η γυναίκα το παραδέχτηκε και ο Δαβίδ είπε στον Ιωάβ, ότι η υπόθεση τακτοποιήθηκε όπως την ήθελε και να πάει να φέρει πίσω τον Αβεσσαλώμ. Τότε ο Ιωάβ έπεσε με το πρόσωπο στη γη, προσκύνησε κι ευχαρίστησε το βασιλιά. Μετά πήγε στη Γεδσούρ κι έφερε από 'κει τον Αβεσσαλώμ στην Ιερουσαλήμ, αλλά χωρίς να γίνει ακόμη δεκτός από τον πατέρα του (Β' Βασιλειών 14,1-24).

 

Ο Αβεσσαλώμ έμεινε στην Ιερουσαλήμ δύο ολόκληρα χρόνια χωρίς να δει τον πατέρα του. Μια μέρα κάλεσε τον Ιωάβ να τον στείλει στο βασιλιά, αλλά ο Ιωάβ δε θέλησε να πάει στον Αβεσσαλώμ. Τον κάλεσε και δεύτερη φορά, αλλά και πάλι δεν πήγε. Τότε διέταξε τους υπηρέτες του, να βάλουν φωτιά στο χωράφι του Ιωάβ που ήταν κοντά στο δικό του και ήταν σπαρμένο κριθάρι.

Τότε ο Ιωάβ πήγε στο σπίτι του Αβεσσαλώμ και του ζήτησε το λόγο. Ο Αβεσσαλώμ του ζήτησε να μεσολαβήσει στον πατέρα του, ώστε να γίνει δεκτός, κι αν είναι ένοχος, τότε ας τον σκοτώσει.

Ο Ιωάβ παρουσιάστηκε στο Δαβίδ και του ανέφερε τα καθέκαστα. Ο βασιλιάς κάλεσε τον Αβεσσαλώμ κι εκείνος παρουσιάστηκε μπροστά του κι έπεσε με το πρόσωπο στη γη και τον προσκύνησε. Κι ο Δαβίδ φίλησε το γιο του (Β' Βασιλειών 14,28-33).

 

 Η βασιλεία του Δαβίδ

 

Εργάστηκε για την οργάνωση της λατρείας του Θεού, μετέφερε με μεγάλες τιμές την Κιβωτό της Διαθήκης από την Κιριάθ-ιαρείμ στην Ιερουσαλήμ (Α' Παραλειπομένων κεφ. 15 και 16), οργάνωσε την υπηρεσία των Λευιτών, των ιερέων, των μουσικών και των θυρωρών του Ναού (Α' Παραλειπομένων κεφ. 23-26),

 

Παντρεύτηκε κατά σειρά την κόρη του Σαούλ Μιχάλ, την Αχινοάμ την Ιεζραελίτισσα (Β' Βασιλειών 2,2) και την Αβιγαία την Καρμηλίτισσα, τη χήρα του Νάβαλ, ενώ αργότερα παντρεύτηκε τη χήρα του Ουρία Βηθσαβεέ (Βηρσαβεέ) με την οποία απέκτησε τον Σολομώντα (Β' Βασιλειών 12,24). Την περίοδο που ζούσε στη Χεβρώνα, αλλά και όταν επέστρεψε στην Ιερουσαλήμ, ο Δαβίδ πήρε και άλλες συζύγους και παλλακίδες με τις οποίες έκανε και άλλα παιδιά (Β' Βασιλειών 3,2-5. Α' Παραλειπομένων 3,1-4). Τα παιδιά του Δαβίδ ήταν ο Σολομώντας, ο Αβεσσαλώμ, ο Αδωνίας κ.α.

 

Παρόλο την πίστη του και την αφοσίωσή του στο Θεό, ο Δαβίδ έπεσε σε μεγάλα παραπτώματα. Σκότωσε 7 απογόνους του βασιλιά Σαούλ (Β' Βασιλειών 21,7-9), μοίχεψε με τη Βηθσαβεέ (Βηρσαβεέ) και έγινε η αιτία να σκοτωθεί ο σύζυγός της Ουρίας (Β' Βασιλειών κεφ. 10-11. Ψαλμοί 32,51). Ο προφήτης Νάθαν τον έλεγξε για τις πράξεις του, ο Δαβίδ μεταμελήθηκε, αλλά ο Θεός τον τιμώρησε μέσω θλιβερών γεγονότων που ήρθαν στη ζωή του. Ο γιος του Αβεσσαλώμ επαναστάτησε εναντίον του με θλιβερό όμως τέλος, κάτι που έκανε το Δαβίδ να κλάψει πικρά (Β' Βασιλειών 16,20-22. 18,33-19,8).

 

Τα σκιερά σημεία της ζωής του φωτίζονται από τις στρατιωτικές και πολιτικές αρετές του και ιδίως από τις μεγάλες ηθικές αρετές του, όπως ήταν η ακλόνητη πίστη του προς το Θεό, η ταπεινοφροσύνη του και η μεγαλοψυχία του προς τους αντιπάλους. Ο Δαβίδ διακρίθηκε επίσης ως εξαίρετος μουσικός. Ως ψαλμωδός και ποιητής του Ισραήλ, απολάμβανε να ψάλλει ύμνους δοξολογίας με ποικίλα θέματα (Α' Παραλειπομένων 15,27-28. 16,41-42. 23,30). Ήταν επιδέξιος κιθαρωδός (Α' Βασιλειών 16,18) και διάσημος για τις μουσικές του ικανότητες (Α' Βασιλειών 16,18). Συνέθεσε ύμνους (Β' Παραλειπομένων 7,6), κατασκεύασε και εφηύρε όργανα για λατρευτική χρήση (Νεεμίας 12,36. Αμώς 6,5. Β' Παραλειπομένων 7,6), δημιούργησε την ορχήστρα του Ναού με 4.000 μουσικά όργανα (Α' Παραλειπομένων 23,5) και οργάνωσε τη λατρεία στο Ναό (Νεεμίας 12,24-36. Α' Παραλειπομένων 15,16). Έγραψε τουλάχιστον 73 ψαλμούς, οι οποίοι ακόμα και σήμερα είναι μέρος της λατρείας του λαού του Θεού, δίνοντας χαρά, ειρήνη, ανακούφιση, ενθάρρυνση και ευλογίες στις καρδίες των ανθρώπων.

 

Ο Δαβίδ ως ψαλμωδός

 

Ο βασιλιάς Δαβίδ

Ο Δαβίδ είναι γνωστός στην παγκόσμια ιστορία και ως μεγάλος ποιητής. Τα θρησκευτικά ποιήματά του, που είναι γνωστά ως "Ψαλμοί Δαβίδ" είναι αθάνατα μνημεία βαθιάς πίστης και έξοχης ποίησης. Πολλά από αυτά στάθηκαν αιώνια πρότυπα ποιητικής έκφρασης και ως σήμερα εμπνέουν ποιητές και καλλιτέχνες. Κάθε ψαλμός του Δαβίδ είναι και μια αστείρευτη βρύση, που πηγάζει από τα βάθη του ενθουσιασμού και του πόνου. Ο Μέγας Αθανάσιος ονομάζει τους ψαλμούς "Παράδεισο" και ο Μέγας Βασίλειος τους θεωρεί σαν θησαυρό κάθε αρετής. Οι χριστιανοί δίκαια θεωρούν το Δαβίδ ως τον πιο θεόπνευστο χριστολογικό ποιητή και τον ονομάζουν Προφητάνακτα. Από τους 150 Ψαλμούς του Ψαλτηρίου, οι 73 τουλάχιστον ανήκουν στο μεγάλο υμνωδό Δαβίδ. Απ' αυτούς σπουδαιότεροι είναι οι Ψαλμοί 3, 6, 18, 22, 23, 41, 50, 62, 103, 142 και 145.

 

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του

 

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του υπήρξαν πολύ συχνά πόλεμοι με τους Φιλισταίους (Β' Βασιλειών 21,15-22). Ο γιος του Αδωνίας προσπάθησε να πάρει το θρόνο από το Σολομώντα, τελικά όμως με τη μεσολάβηση του Νάθαν απεφεύχθη (Α' Βασιλειών κεφ. 1). Οι δοκιμασίες αυτές έκαναν τον Δαβίδ πιο ταπεινό και τον έφεραν πιο κοντά στο Θεό.

 

Βασίλευσε για 40 χρόνια (Β' Βασιλειών 5,4), επτά στη Χεβρώνα και 33 στην Ιερουσαλήμ (Α' Βασιλειών 2,11), και υπηρέτησε πιστά τη βουλή του Θεού στη γενιά του (Β' Βασιλειών 5,4. Γ' Βασιλειών 2,11. Πράξεις 13,36). Πριν πεθάνει έδωσε στο γιο του Σολομώντα οδηγίες (Α' Βασιλειών 2,1-9). Δίκαια θεωρείται ως ο σπουδαιότερος βασιλιάς του Ισραήλ και μία από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες της Παλαιάς Διαθήκης. Πέθανε "εν ειρήνη" σε ηλικία 70 χρόνων και θάφτηκε στην πόλη Δαβίδ (Α' Βασιλειών 2,10).

 

Ως βασιλιάς ο Δαβίδ υπήρξε προφητικός τύπος Χριστού, Του οποίου υπήρξε και πρόγονος. Γι αυτό και ο Ιησούς Χριστός καλείται και "Υιός Δαβίδ" (Ματθαίος 9,27. 12,23. 15,22. 21,9. Μάρκος 10,47-48. 12,35. Λουκάς 18,38. 20,41). Ο άγγελος Γαβριήλ είπε στην Θεοτόκο Μαρία σχετικά με το ένδοξο παιδί που κυοφορούσε: "Aυτός θα είναι μεγάλος, και Γιος του Yψίστου θα ονομαστεί. Kαι θα του δώσει ο Kύριος ο Θεός το θρόνο του Δαβίδ του προπάτορά του" (Λουκάς 1,32). Ο απόστολος Παύλος αναφέρει ότι ο Ιησούς Χριστός "παίρνοντας ανθρώπινη φύση, ήρθε στον κόσμο από το γένος του Δαβίδ" (Ρωμαίους 1,3), ενώ περιγράφεται από τον Ιωάννη: "Eγώ είμαι η ρίζα και το γένος του Δαβίδ, το αστέρι το λαμπρό, το πρωινό" (Αποκάλυψη 22,16). Η ιστορία του Δαβίδ περιγράφεται στα βιβλία Α' Βασιλειών (κεφ. 16-30), Β' Βασιλειών (κεφ. 1-24), Γ' Βασιλειών (κεφ. 1-2,12) και Α' Παραλειπομένων (κεφ. 11-29).

Η Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη του στις 26 Δεκεμβρίου ή την πρώτη Κυριακή μετά τις 26 Δεκεμβρίου μαζί με τον Ιωσήφ τον Μνήστωρα της Θεοτόκου Μαρίας και τον Ιάκωβο τον Αδελφόθεο. Ακόμη η μνήμη του τιμάται και στις 18 Δεκεμβρίου την Κυριακή προ του Χριστού Γεννήσεως.

 Ο Δαβίδ με τη συνεργασία του Σαμουήλ όρισε τους θυρωρούς της Σκηνής του Μαρτυρίου (Α' Παραλειπομένων 9,22).

 

 

 

ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ

Κοντάκιον

Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Εὐφροσύνης σήμερον, Δαυῒδ πληροῦται ὁ θεῖος, Ἰωσήφ τε αἴνεσιν, σὺν Ἰακώβῳ προσφέρει· στέφος γὰρ τῇ συγγενείᾳ Χριστοῦ λαβόντες, χαίρουσι, καὶ τὸν ἀφράστως ἐν γῇ τεχθέντᾳ, ἀνυμνοῦσι καὶ βοῶσιν· Οἰκτίρμον σῷζε τοὺς σὲ γεραίροντας.

 

 

         

ΑΡΧΙΚΗ

ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ Π.Δ.

ΔΙΚΑΙΟΙ ΤΗΣ Π.Δ.

ΨΑΛΜΟΙ

ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α'

ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Β'

ΑΓΙΟΛΟΓΙΑ