ΟΙ ΔΙΚΑΙΟΙ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

 

 

 

ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΔΑΒΙΔ

ΕΝΟΤΗΤΑ 1

  

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ - Ο ΔΑΒΙΔ, Ο ΕΜΠΙΣΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
 

Ο βασιλιάς Δαβίδ

Ο Δαβίδ υπήρξε ποιμένας, μουσικός, ποιητής, στρατιωτικός διοικητής, προφήτης και βασιλιάς. Το όνομά του στα εβραϊκά σημαίνει "αγαπημένος" ή "αγαπητός". Ήταν ο δεύτερος κατά σειρά μετά τον Σαούλ Βασιλιάς και ο μεγαλύτερος απ' όλους τους βασιλιάδες του Ισραήλ. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των χρονολογιών της Παλαιάς Διαθήκης ο Δαβίδ θα πρέπει να έζησε περίπου το 1040-970 π.Χ. Βασίλευσε για 40 χρόνια, από το 1010-970 π.Χ.. Οι περισσότεροι Ψαλμοί είναι γραμμένοι από τον Δαβίδ.

 

Ο Δαβίδ ανήκε στη φυλή του Ιούδα και καταγόταν απ' τη Βηθλεέμ. Ήταν γιος του Ιεσσαί από τη Βηθλεέμ, γιου του Ωβήδ,  από τη φυλή Ιούδα (Ρουθ 4,22. Α' Βασιλειών 16,12. 16,18-19. 17,12. 17,58. 20,27. 20,30-31. 25,10. Β' Βασιλειών 23,1. Γ' Βασιλειών 12,16. 12,24τ. Α' Παραλειπομένων 2,15. 10,14. 12,19. Β' Παραλειπομένων 10,16) και δισέγγονος της Ρουθ και του Βοόζ (Ρουθ 4,22). Ήταν ο μικρότερος από τα εφτά παιδιά του Ιεσσαί. Τα αδέρφια του ήταν ο Ελιάβ, ο Αμιναδάβ (Αβιναδάβ), ο Σαμά ή Σαμαά (Σαμμά, Σιμά), ο Ναθαναήλ, ο Ζαδδαΐ (Ραδδαΐ) και ο Ασόμ (Οσέμ) (Α' Βασιλειών 16,6-12. 17,12-14. Α' Παραλειπομένων 2,13-15). Ακόμη ο Δαβίδ είχε και δύο αδερφές, τη Σαρουΐα (Σερουΐα) και την Αβιγαία (Α' Παραλειπομένων 2,16). Οι αδελφοί του Δαβίδ περιγράφονται ως ωραίοι και εύσωμοι στον 151ο Ψαλμό, ο οποίος αποτελεί προσθήκη (Ψαλμός 151,5).

 

Ο Δαβίδ είχε ως συζύγους τη Μελχόλ (Μιχάλ) που ήταν κόρη του Σαούλ (Α' Βασιλειών 18,27. 19,11). Τον καιρό που τον καταδίωκε ο Σαούλ πήρε την Αβιγαία, πρώην γυναίκα του Ναβάλ από την Κάρμηλο (Α' Βασιλειών 25,42. 27,3. 30,5. Β' Βασιλειών 2,2. Α' Παραλειπομένων 3,1) και την Αχινόομ από την Ιεζραέλ (Α' Βασιλειών 25,43. 27,3. 30,5. Β' Βασιλειών 2,2. 3,2. Α' Παραλειπομένων 3,1). Μετά στη Χεβρών απέκτησε κι άλλες γυναίκες, όπως την Μααχά (Μωχά), που ήταν κόρη του Θολμί, βασιλιά της Γεδσούρ, την Φεγγίθ (Αγγίθ), την Αβιτάλ και την Αιγλά (Αγλά) (Β' Βασιλειών 3,3-5. Α' Παραλειπομένων 3,2-3).

 

Στη Χεβρών ο Δαβίδ απέκτησε αρκετούς γιους. Πρωτότοκος ήταν ο Αμνών (Αμών) από την Αχινόομ. Δεύτερος ήταν ο Δαλουΐα ή Δαμνιήλ (Δανιήλ, Χιλεάβ) από την Αβιγαία. Τρίτος ο Αβεσσαλώμ, που ήταν γιος της Μααχά (Μωχά), κόρης του Θολμί (Θολμαΐ), βασιλιά της Γεδσούρ (Γεσίρ).  Τέταρτος ήταν ο Ορνία ή Αδωνία (Αδωνί) από την Φεγγίθ ή Αγγίθ. Πέμπτος ο Σαβατία ή Σαφατία (Σεφατίας) από την Αβιτάλ. Και έκτος ο Ιεθεραάμ ή Ιεθραάμ (Ιθρεάμ) από την Αιγλά ή Αγλά (Β' Βασιλειών 3,2-5. Α' Παραλειπομένων 3,1-3). Από την Μααχά (Μωχά) ο Δαβίδ είχε και μία κόρη τη Θημάρ (Ταμάρ) (Α' Παραλειπομένων 3,9).

Ο Δαβίδ μετά τον ερχομό του στην Ιερουσαλήμ, πήρε κι άλλες γυναίκες και παλλακίδες και συζύγους, από τις οποίες απέκτησε κι άλλους γιους και κόρες. Τα ονόματα των γιων που απέκτησε στην Ιερουσαλήμ είναι: Από τη Βηρσαβεέ, κόρη του Αμιήλ, απέκτησε τους Σαμμούς ή Σαμαά (Σαμμουά, Σιμεά), Σωβάβ, Νάθαν, Σολωμών ή Σαλομών. Από άλλες συζύγους ή παλλακίδες απέκτησε 9 γιους. Αυτοί είναι: Ιεβαάρ ή Ιβαάρ ή Εβεάρ (Ιβχάρ), Ελισά ή Ελισούς ή Ελισαέ (Ελισουά), Ελιφαλήθ ή Ελιφαλάθ ή Ελιφαλέτ (Ελιφέλετ), Ναγαί ή Ναγέδ ή Ναγέθ (Νωγά), Ναφέκ ή Ναφάγ (Νεφέγ), Ιαφιέ ή Ιεφιές (Ιαφιά), Ελισαμά ή Ελισαμαέ, Ελιαδά ή Ελιαδέ ή Ελιδαέ (Ελεαδά, Ελγιαδά ή Βεελιαδά), Ελιφαλά ή Ελιφαλάτ ή Ελιφαλέτ (Ελιφελέτ, Ελπαλέτ) (Β' Βασιλειών 5,13-16. Α' Παραλειπομένων 3,5-9. 14,3-7). Αναφέρονται όμως και τα ονόματα κι άλλων γιων: Σαμαέ, Ιεσσιβάθ, Νάθαν, Γαλαμαάν, Ιεβαάρ, Θεησούς, Ναφέκ ή Ναφάγ, Ιανάθαν, Λεασαμύς, Βααλιμάθ και Ελιφαάθ (Β' Βασιλειών 5,16). Αυτός όμως που τον διαδέχτηκε στο θρόνο ήταν ο γιος του ο Σολομών (Β' Βασιλειών 5,14. 12,24. Γ' Βασιλειών 1,13. 1,33. 2,1. 2,12-13. 2,19. 2,22. 2,24. 2,46λ. 3,6. Α' Παραλειπομένων 3,5. 14,4. 22,5-7. 22,9. 22,17. 28,5. 28,9. 28,11. 28,20. 29,1. 29,19. 29,22-23. 22,28. Β' Παραλειπομένων 1,1. 1,8).

 

Στη Βίβλο περιγράφεται  ότι ήταν μικρός στο ανάστημα, ξανθός, με ωραία μάτια και με ωραίο, αγαθό πρόσωπο (Α' Βασιλειών 16,12. 16,18. 17,42). Από μικρή ηλικία ήταν ποιμένας στα πρόβατα της οικογένειάς του (Α' Βασιλειών 16,11) και ήταν πολύ ικανός στη σφεντόνα. Ήταν εξαίρετος μουσικός και ποιητής. Έπαιζε ένα μουσικό όργανο που λεγόταν ψαλτήρι και έμοιαζε με άρπα (Α' Βασιλειών 16,18). Ο Δαβίδ ήταν συνετός και εξαίρετος πολεμιστής, γενναίος, μιλούσε με σοφία και φρόνηση και ήταν πλήρης αφοσιωμένος στο Θεό (Α' Βασιλειών 16,18). Τον διέκρινε η πραότητα (Ψαλμοί 131,1). Όταν τον επέλεξε ο Κύριος για να τον χρησιμοποιήσει σύμφωνα με το θέλημά Του, τον περιέγραψε ως "άντρα που είναι όπως τον θέλει η καρδιά του Θεού" (Α' Βασιλειών 16,1. Πράξεις 13,22), καθώς επίσης "αγαθός και άξιος ενώπιόν του Κυρίου" (Α' Βασιλειών 16,12).

 

 

Ο ΣΑΜΟΥΗΛ ΧΡΙΕΙ ΤΟ ΔΑΒΙΔ ΒΑΣΙΛΙΑ

 

Ο Σαμουήλ χρίει το Δαβίδ βασιλιά

Παρόλο που ο Σαμουήλ βρισκόταν πια σε βαθιά γεράματα, ο Κύριος τον χρησιμοποίησε και πάλι για να χρίσει νέο βασιλιά στη Βηθλεέμ, το νεαρό τότε Δαβίδ. Έτσι ο Κύριος του είπε μια μέρα: «Ως πότε θα είσαι λυπημένος για το Σαούλ, που τον απέρριψα από το βασιλικό του αξίωμα; Γέμισε το δοχείο σου με λάδι και πήγαινε. Εγώ σε στέλνω στον Ιεσσαί από τη Βηθλεέμ, γιατί έχω βρει ανάμεσα στους γιους του, το βασιλιά που χρειάζομαι» (Α' Βασιλειών 16,1-3).

Ο  Σαμουήλ έκανε όπως του είπε ο Κύριος και πήγε στη Βηθλεέμ. Οι πρεσβύτεροι της πόλης έτρεξαν φοβισμένοι να τον προϋπαντήσουν και τον ρωτούσαν για ποιο λόγο είχε έρθει; Ο Σαμουήλ δεν θέλησε να φανερώσει τις προθέσεις του προκειμένου να μη το μάθει ο Σαούλ. Έτσι τους είπε ότι πήγε στην πόλη τους για να προσφέρει θυσία στον Κύριο και τους κάλεσε όλους στην τελετή. Κάλεσε επίσης τον Ιεσσαί και τους γιους του να εξαγνιστούν και να συμμετάσχουν στη θυσία (Α' Βασιλειών 16,3-5).

 

Μετά τη θυσία ο Σαμουήλ πήγε στο σπίτι του Ιεσσαί. Όταν είδε  τον μεγαλύτερο γιο του Ιεσσαί, τον Ελιάβ, σκέφτηκε: «Ασφαλώς αυτός θα είναι ο εκλεκτός του Κυρίου». Αλλά ο Κύριος είπε στο Σαμουήλ: «Μη παρασύρεσαι από την όψη του, από την ωραιότητά του και το ψηλό του ανάστημα, γιατί εγώ δεν τον εγκρίνω. Ο Θεός δεν βλέπει όπως βλέπουν οι άνθρωποι. Ο άνθρωπος βλέπει το πρόσωπο, ο Θεός βλέπει την καρδιά».

Τότε κάλεσε ο Ιεσσαί τον Αμιναδάβ και τον παρουσίασε στο Σαμουήλ, αλλά ο Σαμουήλ είπε: «Ούτε αυτόν τον διάλεξε ο Κύριος». Μετά ο Ιεσσαί παρουσίασε τον Σαμά. «Ούτε αυτόν τον διάλεξε ο Κύριος», είπε ο Σαμουήλ. Μετά ο Ιεσσαί παρουσίασε στο Σαμουήλ και τους άλλους τέσσερις γιους του. Κι ο Σαμουήλ του είπε: «Κανέναν απ' αυτούς δεν έχει διαλέξει ο Κύριος». Μετά τον ρώτησε: «Αυτά είναι όλα τα παιδιά σου;» Εκείνος απάντησε: «Απομένει ακόμα ο μικρότερος, αλλ' αυτός βόσκει τα πρόβατα». «Στείλε και φέρ' τον», του είπε ο Σαμουήλ «δε θα καθίσουμε στο τραπέζι πριν να έρθει κι αυτός εδώ» (Α' Βασιλειών 16,6-11).

Ο Ιεσσαί έστειλε κι έφερε το Δαβίδ, ο οποίος ήταν ξανθός, με ωραία μάτια και με ωραίο, αγαθό πρόσωπο. Ο Κύριος είπε στο Σαμουήλ: «Σήκω και χρίσε τον Δαβίδ ως βασιλιά, διότι αυτός είναι αΓεθός και άξιος ενώπιόν μου». Πήρε λοιπόν ο Σαμουήλ το δοχείο με το λάδι και τον έχρισε βασιλιά μπροστά στους αδερφούς του. Τότε ήρθε το Πνεύμα του Κυρίου στο Δαβίδ κι από κείνη την ημέρα έμεινε μαζί του και τον καθοδηγούσε. Μετά ο Σαμουήλ γύρισε πίσω στην πατρίδα του την Αρμαθαΐμ (Α' Βασιλειών 16,12-13, Α' Παραλειπομένων 11,3). Στο βιβλίο των Ψαλμών, στον 151ο Ψαλμό, ο οποίος αποτελεί προσθήκη, οι αδελφοί του Δαβίδ περιγράφονται ως ωραίοι και εύσωμοι, αλλά ο Κύριος όμως προτίμησε το Δαβίδ (Ψαλμός 151,5).

 

 

 

Ο ΔΑΒΙΔ ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΤΟΥ ΣΑΟΥΛ

 

Ο Δαβίδ στην αυλή του Σαούλ

Ο Δαβίδ ήταν τόσο καλός μουσικός που κλήθηκε στο παλάτι για να διασκεδάζει και να θεραπεύει το Σαούλ, επειδή το Πνεύμα του Κυρίου είχε πια φύγει από αυτόν και τον τυραννούσε ένα κακό πνεύμα σταλμένο από τον Κύριο. Οι δούλοι του Σαούλ του έφεραν το Δαβίδ, που ο Κύριος ήταν μαζί του, ήταν καλός μουσικός και ήξερε να παίζει άρπα, έτσι ώστε όταν ερχόταν το κακό πνεύμα, να παίζει μουσική και να γίνεται καλά.

Τότε ο Σαούλ έστειλε αγγελιοφόρους στον Ιεσσαί και ζήτησε το γιο του, το Δαβίδ. Ο Ιεσσαί πήρε ένα γαϊδούρι, το φόρτωσε με ψωμιά, ένα ασκί κρασί κι ένα κατσίκι και τα έστειλε με το Δαβίδ ως δώρα στο Σαούλ. 

Ο Δαβίδ παρουσιάστηκε στο Σαούλ και εκείνος τον συμπάθησε πολύ και τον έκανε οπλοφόρο του. Ο Δαβίδ έμεινε μαζί με το Σαούλ, γιατί είχε κερδίσει την εύνοια του. Έτσι, όποτε ερχόταν το κακό πνεύμα στο Σαούλ, ο Δαβίδ έπαιρνε στα χέρια του την άρπα κι έπαιζε και ο Σαούλ ανακουφιζόταν. Το κακό πνεύμα έφευγε από πάνω του και ηρεμούσε (Α' Βασιλειών 16,14-23).

 

 

 

 

 

 

ΔΑΒΙΔ ΚΑΙ ΓΟΛΙΑΘ

 

Μια μέρα οι Φιλισταίοι συγκέντρωσαν το στρατό τους για πόλεμο με τους Ισραηλίτες και στρατοπέδευσαν στην Εφερμέμ, που βρίσκεται στην περιοχή της φυλής Ιούδα, μεταξύ Σοκχώθ και Αζηκά. Ο στρατός των Ισραηλιτών συγκεντρώθηκαν κι αυτοί και στρατοπέδευσαν απέναντι από τους Φιλισταίους. Έτσι οι Φιλισταίοι παρατάχθηκαν στην πλαγιά ενός βουνού και οι Ισραηλίτες στην πλαγιά του απέναντι βουνού κι ανάμεσα τους ήταν η κοιλάδα Ηλά (Α' Βασιλειών 17,1-3).

 

Τότε βγήκε από το στρατόπεδο των Φιλισταίων, ένας δυνατός πολεμιστής, που ονομαζόταν Γολιάθ, από τη Γεθ, που το ύψος του ήταν περίπου 2,5 μέτρα. Φορούσε περικεφαλαία στο κεφάλι του και αλυσιδωτό θώρακα, από χαλκό και σίδηρο, που το βάρος του ήταν περίπου 50 κιλά. Είχε χάλκινες περικνημίδες στα πόδια του και χάλκινη ασπίδα στους ώμους του. Το δόρυ του ήταν χοντρό και μεγάλο, σαν το αντί του αργαλειού και η σιδερένια λόγχη του ζύγιζε περίπου 6,5 κιλά. Ο οπλοφόρος του κρατούσε τα όπλα του και βάδιζε μπροστά του (Α' Βασιλειών 17,4-7).

Ο Γολιάθ στάθηκε αλαζονικά και φώναξε προς τις γραμμές των Ισραηλιτών: «Γιατί βγήκατε να παραταχθείτε για πόλεμο; Εγώ είμαι ένας Φιλισταίος κι εσείς οι Εβραίοι του Σαούλ. Διαλέξτε λοιπόν έναν άντρα κι ας έρθει ν' αναμετρηθεί μαζί μου. Αν καταφέρει να με νικήσει και να με σκοτώσει, τότε εμείς θα γίνουμε δούλοι σας. Αν όμως εγώ τον νικήσω και τον σκοτώσω, τότε εσείς θα γίνετε δούλοι μας και θα μας υπηρετείτε πάντοτε». Όταν άκουσαν αυτά τα λόγια του Φιλισταίου ο Σαούλ και οι Ισραηλίτες, τα 'χασαν και τρόμαξαν (Α' Βασιλειών 17,8-11).

 

Δαβίδ και Γολιάθ

Οι τρεις μεγαλύτεροι γιοι του Ιεσσαί είχαν ακολουθήσει το Σαούλ στον πόλεμο εναντίον των Φιλισταίων. Ο Δαβίδ πήγαινε και υπηρετούσε το Σαούλ αλλά ξαναγύριζε στη Βηθλεέμ, για να βόσκει τα πρόβατα του πατέρα του. Σαράντα μέρες ο Γολιάθ προχωρούσε πρωί και βράδυ προς τους Ισραηλίτες και τους προκαλούσε. Μια μέρα ο Ιεσσαί έδωσε στο Δαβίδ  τρόφιμα, σιτάρι και ψωμιά, να τα πάει στο στρατόπεδο που ήταν τ' αδέρφια του. Ακόμη του έδωσε και τυρί για να τα πάει ως δώρο στο χιλίαρχο (Α' Βασιλειών 17,12-18).

Ο Δαβίδ σηκώθηκε νωρίς το πρωί, άφησε τα πρόβατα σ' έναν φύλακα, πήρε τα πράγματα και ξεκίνησε για το στρατόπεδο. Έφτασε την ώρα που ο στρατός προχωρούσε να πάρει θέση για μάχη στο οχύρωμα. Οι Ισραηλίτες και οι Φιλισταίοι είχαν παραταχθεί για πόλεμο, ο ένας απέναντι στον άλλον, στην κοιλάδα της δρυός. Ο Δαβίδ άφησε τα πράγματα που είχε φέρει σ' ένα φύλακα, και ο ίδιος έτρεξε στις γραμμές του στρατεύματος. Μόλις έφτασε εκεί και μιλούσε με τ' αδέρφια του, βγήκε από τις γραμμές των Φιλισταίων ο Γολιάθ, κι άρχισε να προκαλεί τους Ισραηλίτες με τα ίδια λόγια, οι οποίοι όταν τον έβλεπαν το έβαζαν στα πόδια.

Ο Σαούλ είχε δώσει διαταγή, όποιος Ισραηλίτης πολεμήσει με τον Γολιάθ και μπορέσει να τον σκοτώσει, θα τον γεμίσει πλούτη, θα του δώσει την κόρη του για γυναίκα και θ' απαλλάξει το πατρικό του σπίτι από τους φόρους.

Ο Δαβίδ όταν άκουσε τον γίγαντα, να μιλάει υβριστικά και εμπαικτικά εναντίον των Ισραηλιτών, είπε στους στρατιώτες που ήταν κοντά του εάν αληθεύει η διαταγή του Σαούλ και είπε ακόμη: «ποιος είναι αυτός ο απερίτμητος, που εξευτελίζει έτσι τα στρατεύματα του αληθινού Θεού». Οι στρατιώτες επιβεβαίωσαν τη διαταγή του Σαούλ και ο  Ελιάβ, ο μεγαλύτερος αδερφός του, όταν άκουσε το Δαβίδ να μιλάει με τους στρατιώτες, οργίστηκε εναντίον του και τον επέπληξε που άφησε τα πρόβατα για να έρθει να δει τη μάχη (Α' Βασιλειών 17,19-30).

 

Τα λόγια που έλεγε ο Δαβίδ διαδόθηκαν κι έφτασαν μέχρι το Σαούλ, ο οποίος έστειλε έναν άνθρωπο να τον οδηγήσουν σ' αυτόν. Ο Δαβίδ είπε στο Σαούλ: «Κανένας δεν πρέπει να χάνει το θάρρος του εξαιτίας αυτού του Φιλισταίου. Ο δούλος σου θα πάω και θ' αναμετρηθώ μαζί του». Ο Σαούλ του απάντησε «Δε θα μπορέσεις ν' αναμετρηθείς μ' αυτόν τον Φιλισταίο, διότι εσύ είσαι μικρός στην ηλικία κι εκείνος είναι άντρας και πολεμιστής από τα νιάτα του».

Τότε ο Δαβίδ του είπε: «Όταν έβοσκα τα πρόβατα του πατέρα μου κι ερχόταν κανένα λιοντάρι ή καμιά αρκούδα κι άρπαζε ένα πρόβατο από το κοπάδι, τότε εγώ έτρεχα ξωπίσω τους και τα σκότωνα και γλίτωνα το πρόβατο από το στόμα τους. Κι όταν κάποτε ένα λιοντάρι χύμηξε πάνω μου, εγώ το άρπαξα από τη χαίτη του, το χτύπησα και το σκότωσα. Έχω σκοτώσει λιοντάρια και αρκούδες. Ότι έπαθαν εκείνα, το ίδιο θα πάθει κι ετούτος εδώ ο απερίτμητος Φιλισταίος. Θα αναμετρηθώ μαζί του και θα εξαλείψω την προσβολή, που έχει κάνει κατά του ισραηλιτικού λαού και τόλμησε να μιλήσει περιφρονητικά για τα στρατεύματα του αληθινού Θεού. Ο Κύριος, που με γλίτωσε από το στόμα του λιονταριού και της αρκούδας, αυτός θα με γλιτώσει κι από τα χέρια αυτού του Φιλισταίου».

Τότε ο Σαούλ είπε στο Δαβίδ: «Πήγαινε και ο Κύριος ας είναι μαζί σου». Του φόρεσε μάλιστα στρατιωτικό μανδύα, του έβαλε στο κεφάλι χάλκινη περικεφαλαία και του φόρεσε πανοπλία πάνω από το μανδύα. Ο Δαβίδ ζώστηκε το ξίφος του Σαούλ και προσπάθησε να περπατήσει, αλλά με δυσκολία το κατόρθωσε. Τότε είπε στο Σαούλ: «Δεν μπορώ να περπατήσω μ' αυτή  την πανοπλία, γιατί δεν την έχω συνηθίσει». Και την έβγαλε από πάνω του. Μετά πήρε στο χέρι του το ραβδί του, διάλεξε πέντε λεία λιθάρια από το ποτάμι, τα έβαλε στο σακούλι που είχε μαζί του, πήρε στο χέρι τη σφεντόνα και πλησίασε το Φιλισταίο (Α' Βασιλειών 17,31-40).

 

Ο Γολιάθ άρχισε κι αυτός να πλησιάζει το Δαβίδ, ενώ ο οπλοφόρος του βάδιζε μπροστά του. Όταν ο Γολιάθ κοίταξε προσεκτικά το Δαβίδ, δεν του έδωσε καμιά σημασία, γιατί είδε μπροστά του ένα παιδί. Ο Γολιάθ είπε στο Δαβίδ: «Τι είμαι εγώ; Σκυλί είμαι και ήρθες εναντίον μου με ραβδί και με πέτρες;». Και ο Δαβίδ του είπε «Όχι, αλλά είσαι χειρότερος από σκυλί». Ο Γολιάθ ζήτησε από τους θεούς του την κατάρα τους πάνω στο Δαβίδ. Μετά του είπε «Έλα και θα δώσω τις σάρκες σου στα πουλιά του ουρανού και στα θηρία της γης».

Ο Δαβίδ απάντησε στο Γολιάθ: «Εσύ έρχεσαι εναντίον μου με ξίφος, με δόρυ και ασπίδα και εγώ όμως έρχομαι εναντίον σου στο όνομα του παντοδύναμου Θεού, του Κυρίου του ισραηλιτικού λαού, που εσύ εξύβρισες. Σήμερα ο Κύριος θα σε παραδώσει στα χέρια μου και θα σε σκοτώσω. Σήμερα θα σου κόψω το κεφάλι και θα παραδώσω τα μέλη σου και τα πτώματα των Φιλισταίων στα πουλιά του ουρανού και στα θηρία της γης. Έτσι όλοι οι λαοί θα μάθουν ότι ο αληθινός Θεός βρίσκεται στον ισραηλιτικό λαό. Κι όλο αυτό το πλήθος των Ισραηλιτών θα μάθει πως ο Κύριος δεν σώζει μόνο με δόρυ και με ξίφος, πως είναι ο κυρίαρχος και θα σας παραδώσει στα χέρια μας» (Α' Βασιλειών 17,41-47).

 

Δαβίδ και Γολιάθ

Μόλις ο Γολιάθ προχώρησε προς το μέρος του Δαβίδ, ο Δαβίδ, οπλισμένος με την πίστη στο Θεό, άπλωσε το χέρι του στο σακούλι, πήρε ένα λιθάρι και το εκσφενδόνισε ενάντια στο Φιλισταίο. Το λιθάρι τρύπησε την περικεφαλαία και χώθηκε στο μέτωπο του Γολιάθ, ο οποίος πληγώθηκε θανάσιμα κι έπεσε με το πρόσωπο στη γη. Έτσι ο Δαβίδ μ' ένα λιθάρι και με μια σφεντόνα κατατρόπωσε το γίγαντα Γολιάθ. Έπειτα ο Δαβίδ στάθηκε πάνω απ' το βαριά τραυματισμένο Γολιάθ, τράβηξε το ξίφος από τη θήκη του Φιλισταίου και τον αποτέλειωσε, κόβοντάς του το κεφάλι (Α' Βασιλειών 17,48-51).

Οι Φιλισταίοι, όταν είδαν ότι σκοτώθηκε ο ακατανίκητος ήρωάς τους, πανικοβλήθηκαν και τράπηκαν σε φυγή. Τότε οι άνδρες του Ισραήλ και του Ιούδα φωνάζοντας πολεμικές ιαχές, καταδίωξαν τους Φιλισταίους ως τη Γεθ, την Ασκάλωνα και την Ακκαρών. Όλη η περιοχή γέμισε με νεκρούς και τραυματίες των Φιλισταίων. Όταν οι Ισραηλίτες γύριζαν από την καταδίωξη, λεηλάτησαν όλα τα εχθρικά στρατόπεδα. Ο Δαβίδ πήρε το κεφάλι του Γολιάθ και το έφερε στην Ιερουσαλήμ, ενώ τα όπλα του τα πήρε στη σκηνή του (Α' Βασιλειών 17,51-54).

 

Όταν ο Σαούλ είδε το Δαβίδ να προχωράει σε μονομαχία κατά του Γολιάθ, προφανώς επηρεασμένος από το κακό πνεύμα που τον ταλαιπωρούσε, είπε στον Αβεννήρ, αρχηγό του στρατού του, ποιανού γιος είναι αυτός ο νεαρός; Ο Αβεννήρ του απάντησε αρνητικά ότι δεν τον γνωρίζει. Όταν όμως ο Δαβίδ γύρισε από το φόνο του Γολιάθ, τον πήρε ο Αβεννήρ και τον παρουσίασε στο Σαούλ, ενώ ο Δαβίδ κρατούσε ακόμη το κεφάλι του Γολιάθ στο χέρι του.  Ο Σαούλ τον ρώτησε: «Τίνος γιος είσ' εσύ, νέε μου;» Ο Δαβίδ απάντησε: «Είμαι γιος του δούλου σου, του Ιεσσαί του Βηθλεεμίτη» (Α' Βασιλειών 17,55-58). Οι Ψαλμός 143 και ο 151, ο οποίος αποτελεί προσθήκη, έχουν γραφτεί από τον Δαβίδ και είναι προσευχές ευχαριστίας προς τον Κύριο, για τη νίκη του επί του Γολιάθ (Ψαλμοί 143 και 151).

 

 

Η ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ ΜΕ ΤΟ ΣΑΟΥΛ

 

Δαβίδ και Ιωνάθαν

Από την ημέρα εκείνη ο Σαούλ κράτησε το Δαβίδ στο παλάτι και δεν τον άφησε να γυρίσει στο σπίτι του πατέρα του. Ο Ιωνάθαν, γιος του Σαούλ, συμπάθησε πολύ το Δαβίδ και τον αγάπησε σαν τον ίδιο του τον εαυτό. Έτσι ο Ιωνάθαν και ο Δαβίδ δημιούργησαν στενή φιλία. Έβγαλε μάλιστα το πανωφόρι που φορούσε και του τον έδωσε. Του έδωσε επίσης το στρατιωτικό μανδύα του, ακόμη και το ξίφος του, το τόξο και τη ζώνη του.

Ο Δαβίδ διεξήγαγε με μεγάλη επιτυχία οποιαδήποτε αποστολή του ανέθετε ο Σαούλ. Έτσι τον τοποθέτησε αρχηγό του στρατού του. Αυτό ευχαρίστησε όλο το στρατό και τους αξιωματούχους του βασιλιά (Α' Βασιλειών 18,1-5).

 

Καθώς ο στρατός επέστρεφε, αφού ο Δαβίδ είχε σκοτώσει το Γολιάθ, έβγαιναν οι γυναίκες από όλες τις ισραηλιτικές πόλεις, απ' όπου περνούσαν, και τους υποδέχονταν με τραγούδια και χορούς, με τύμπανα, με κύμβαλα και με κραυγές χαράς. Οι γυναίκες που χόρευαν, φώναζαν χαρούμενα κι έλεγαν: «Ο Σαούλ σκότωσε χιλιάδες μα ο Δαβίδ μυριάδες». Του Σαούλ του κακοφάνηκαν αυτά τα λόγια κι οργίστηκε πάρα πολύ. Έτσι από τη μέρα εκείνη ο Σαούλ άρχισε να ζηλεύει το Δαβίδ (Α' Βασιλειών 18,6-9).

 

Την άλλη μέρα, το κακό πνεύμα ήρθε πάλι στο Σαούλ και τον έπιασε κρίση μέσα στο ανάκτορο, ενώ ο Δαβίδ έπαιζε την άρπα, όπως κάθε μέρα. Ο Σαούλ κρατούσε ακόντιο στα χέρια του και σε μια στιγμή έριξε το ακόντιο, αλλά ο Δαβίδ δυο φορές του ξέφυγε.

Ο Σαούλ φοβόταν το Δαβίδ. Έτσι απομάκρυνε το Δαβίδ από κοντά του και τον έκανε χιλίαρχο. Ο Δαβίδ ήταν συνετός και οδηγούσε το στρατό στις μάχες. Ο Κύριος ήταν μαζί του και είχε επιτυχία σε οτιδήποτε επιχειρούσε. Στο διάστημα αυτό απόκτησε μεγάλη φήμη κι έγινε πολύ αγαπητός στο λαό. Ο Σαούλ, βλέποντας τη σύνεση του Δαβίδ και τις μεγάλες επιτυχίες του, τον φοβήθηκε ακόμη πιο πολύ (Α' Βασιλειών 18,10-16).

 

Ο Σαούλ πρότεινε στο Δαβίδ να τον παντρέψει με τη μεγαλύτερη κόρη του, τη Μερόβ (Μεράβ), με τον όρο να ηγηθεί του στρατού του στους πολέμους των Ισραηλιτών εναντίον των εχθρικών λαών. Ο Σαούλ δεν ήθελε ν' απλώσει φονικό χέρι πάνω στο Δαβίδ, επειδή ήταν πολύ αγαπητός στο λαό, γι' αυτό σκέφτηκε να φονευθεί σε μάχη από αλλόφυλους. Ο Δαβίδ θεώρησε τον εαυτό του ανάξιο να γίνει γαμπρός του Σαούλ, αλλά όταν όμως ήρθε ο καιρός να του τη δώσει, ο Σαούλ άλλαξε γνώμη και την έδωσε στον Αδριήλ το Μοθυλαθείτη.  Αλλά η Μελχόλ (Μιχάλ), η μικρότερη κόρη του Σαούλ, αγαπούσε το Δαβίδ και το ανάγγειλαν στον πατέρα της. Του Σαούλ του άρεσε η ιδέα, γιατί σκέφτηκε ότι μέσω της κόρης του θα τον παγιδεύσει και θα σκοτωνόταν σε κάποια μάχη με τους Φιλισταίους.

Οι αξιωματούχοι του Σαούλ μετέφεραν στο Δαβίδ την πρόταση του Σαούλ να τον παντρέψει με τη μικρότερη κόρη του. Εκείνος θεώρησε και πάλι ανάξιο τον εαυτό του να γίνει γαμπρός του Σαούλ, επειδή ήταν αρκετά φτωχός και δεν είχε να προσφέρει κάποιο σημαντικό δώρο στο βασιλιά για την κόρη του. Οι αξιωματούχοι μετέφεραν την απάντηση του Δαβίδ στο Σαούλ και εκείνος απάντησε, ότι δεν θέλει κάποιο σημαντικό δώρο παρά μόνο να του πάει εκατό ακροβυστίες Φιλισταίων, να κόψει δηλαδή ο Δαβίδ το άκρο του γεννητικού μορίου εκατό Φιλισταίων, προκειμένου να εκδικηθεί  τους εχθρούς του βασιλιά. Ο Σαούλ σκεφτόταν πως με αυτόν τον τρόπο θα τον έριχνε στα χέρια των Φιλισταίων.

Ο Δαβίδ δέχτηκε να γίνει γαμπρός του βασιλιά μ' αυτόν τον όρο. Προτού μάλιστα συμπληρωθούν οι μέρες της διορίας, ο Δαβίδ με τους άνδρες του, σκότωσε εκατό Φιλισταίους κι έφερε τις ακροβυστίες τους στο Σαούλ. Έτσι ο Σαούλ του έδωσε την κόρη του, τη Μελχόλ, για γυναίκα.

Όταν ο Σαούλ διαπίστωσε ότι ο Κύριος ήταν με το Δαβίδ και ότι όλος ο λαός τον αγαπούσε, άρχισε να τον φοβάται ακόμη περισσότερο, και η έχθρα του γι' αυτόν έγινε μόνιμη κι οριστική (Α' Βασιλειών 18,17-29).

 

Ο Σαούλ προσπαθεί να σκοτώσει το Δαβίδ

Λόγω των επιτυχιών του Δαβίδ και της μεγάλης δημοτικότητάς του, ο Σαούλ τον φθόνησε ακόμη περισσότερο. Έτσι ο Σαούλ είπε στο γιο του τον Ιωνάθαν και σ' όλους τους αξιωματούχους του να σκοτώσουν το Δαβίδ. Ο Ιωνάθαν όμως τον αγαπούσε πάρα πολύ. Έτσι τον προειδοποίησε και του είπε να πάει να κρυφτεί και εκείνος στο μεταξύ θα μιλούσε θετικά στον πατέρα του γι' αυτόν.

Ο Ιωνάθαν, λοιπόν, μια μέρα που βγήκαν στους αγρούς με τον πατέρα του, μίλησε με τα καλύτερα λόγια για το Δαβίδ και ο Σαούλ υποχώρησε μετά απ' αυτά που του είπε ο γιος του. Τότε ο Ιωνάθαν πήγε και βρήκε το Δαβίδ, του ανέφερε όλα όσα είχαν συζητηθεί και τον οδήγησε στο Σαούλ. Έτσι ο Δαβίδ ανέλαβε την υπηρεσία του κοντά στο βασιλιά, όπως και πριν (Α' Βασιλειών 19,1-7).

 

Ο πόλεμος με τους Φιλισταίους ξανάρχισε κι ο Δαβίδ τους νίκησε και τους επέφερε πολύ μεγάλη καταστροφή, οι οποίοι πανικόβλητοι τράπηκαν σε φυγή. Μια μέρα ήρθε πάλι το κακό πνεύμα στο Σαούλ, ενώ καθόταν στο ανάκτορό του, με το ακόντιο στα χέρια του και ο Δαβίδ του έπαιζε μουσική. Ο Σαούλ βρήκε πάλι την ευκαιρία και του πέταξε το ακόντιο, αλλά ο Δαβίδ ξέφυγε και το ακόντιο χτύπησε στον τοίχο (Α' Βασιλειών 19,8-10).

Εκείνη τη νύχτα, ο Σαούλ έστειλε ανθρώπους, να παραφυλάξουν στο σπίτι του Δαβίδ και το πρωί να τον σκοτώσουν. Αλλά η γυναίκα του Δαβίδ, η Μελχόλ, τον ειδοποίησε και εκείνος διέφυγε από το παράθυρο και ξέφυγε.

Τότε η Μελχόλ πήρε ένα από τα αγάλματα του σπιτιού, το τοποθέτησε στο κρεβάτι του Δαβίδ, έβαλε στο προσκέφαλο ένα κατσικίσιο συκώτι και τα σκέπασε με το πανωφόρι του Δαβίδ, έτσι ώστε να φαίνεται ότι ο Δαβίδ κοιμόταν. Οι απεσταλμένοι του Σαούλ του είπαν ότι ο Δαβίδ ήταν αδιάθετος και κοιμόταν. Αυτός τους είπε να τον φέρουν μπροστά του, όπως ήταν πάνω στο κρεβάτι για να τον φονεύσει. Τότε αυτοί μπήκαν ξαφνικά στο σπίτι και στο κρεβάτι δε βρήκαν παρά μονάχα το άγαλμα και το κατσικίσιο συκώτι στο προσκέφαλο. Ανακοίνωσαν το γεγονός στο Σαούλ κι εκείνος ρώτησε την κόρη του γιατί τον άφησε να ξεφύγει. Η Μελχόλ είπε στον πατέρα της, ότι ο Δαβίδ την απείλησε δήθεν να τη σκοτώσει και γι' αυτό ξέφυγε (Α' Βασιλειών 19,11-17). Ο Δαβίδ συνέθεσε τον 58ο Ψαλμό, όταν η Μελχόλ τον έσωσε από τους στρατιώτες του Σαούλ (Ψαλμοί 58).

 

Έτσι ο Δαβίδ κατόρθωσε να ξεφύγει. Πήγε στο Σαμουήλ στην Αρμαθαΐμ, και του διηγήθηκε όλα όσα του είχε κάνει ο Σαούλ. Τότε μαζί με το Σαμουήλ πήγαν κι έμειναν στη Ναυάθ, κοντά στην Αρμαθαΐμ.

Κάποιοι ανέφεραν στο Σαούλ, ότι ο Δαβίδ βρισκόταν στη Ναυάθ, κι εκείνος έστειλε ανθρώπους να τον συλλάβουν. Οι απεσταλμένοι όταν έφτασαν εκεί, είδαν μια σύναξη προφητών με επικεφαλής το Σαμουήλ να προφητεύουν, και τότε, το Πνεύμα του Θεού ήρθε πάνω τους κι άρχισαν να προφητεύουν κι αυτοί. Όταν το έμαθε ο Σαούλ, έστειλε άλλους απεσταλμένους, αλλά κι αυτοί άρχισαν να προφητεύουν. Και την τρίτη φορά που έστειλε ανθρώπους άρχισαν κι εκείνοι να προφητεύουν. Τότε ο Σαούλ κατελήφθη από μεγάλη οργή και τότε πήγε ο ίδιος. Όταν έφτασε στο πηγάδι του αλωνιού που βρισκόταν στη Σεφί, ρώτησε να του πουν που βρισκόταν ο Σαμουήλ. Εκείνοι του είπαν, ότι βρίσκεται στη Ναυάθ. Όταν ο Σαούλ έφτασε εκεί, το Πνεύμα του Θεού ήρθε πάνω και σ' αυτόν και άρχισε να προφητεύει μπροστά στο Σαμουήλ και το Δαβίδ. Τότε όλη την ημέρα απόμεινε γυμνός προφητεύοντας και οι άνθρωποί του αναρωτιόντουσαν αν ο βασιλιάς τους ήταν προφήτης (Α' Βασιλειών 19,18-24).

 

Δαβίδ και Ιωνάθαν

Ο Δαβίδ έφυγε από τη Ναυάθ και πήγε και βρήκε τον Ιωνάθαν. Ο Δαβίδ είπε στον Ιωνάθαν τι κακό είχε κάνει και ο πατέρας του θέλει να τον σκοτώσει; Εκείνος του είπε, ότι αυτό δεν πρόκειται να γίνει. Ο Δαβίδ του είπε, ότι ο πατέρας του, επειδή ξέρει τη φιλία τους, μπορεί να σχεδιάσει κάτι χωρίς να το μάθει ο Ιωνάθαν. Στη συνέχεια σχεδιάσανε μαζί τις επόμενες κινήσεις τους. Ο Δαβίδ είπε στον Ιωνάθαν, ότι την επόμενη μέρα ήταν η γιορτή της πρώτης του νέου μήνα και δεν θα πάει να φάει μαζί με το Σαούλ στο βασιλικό τραπέζι όπως συνήθως. Εάν ο βασιλιάς παρατηρήσει την απουσία του και ρωτήσει τον Ιωνάθαν τι απόγινε ο Δαβίδ, εκείνος να του πει ότι πήγε στην πατρίδα του τη Βηθλεέμ για να φάει με την οικογένειά του. Εάν ο βασιλιάς απαντήσει με ηρεμία, τότε έχουν καλά τα πράγματα. Εάν όμως απαντήσει με θυμό και σκληρότητα, τότε η κακία του βασιλιά έχει φτάσει στο αποκορύφωμά της. Ο Ιωνάθαν του είπε, ότι αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, τότε ο ίδιος θα τον ειδοποιήσει και θα τον φυγαδεύσει. Έπειτα ζήτησε από το Δαβίδ, εάν κάποτε γίνει βασιλιάς, να δείξει στον ίδιο και τους απογόνους του καλοσύνη και να μην τους εξοντώσει. Στη συνέχεια επιβεβαιώσανε τη φιλία τους και όρισαν τον τρόπο που θα τον ειδοποιούσε αν συνέβαινε κάτι. Μετά από την συνάντηση με τον Ιωνάθαν, ο Δαβίδ πήγε και κρύφτηκε στα χωράφια, όπως κανονίσανε (Α' Βασιλειών 20,1-24).

 

Την άλλη μέρα ο Σαούλ κάθισε στο τραπέζι για να φάει, όπως συνήθιζε, στο κάθισμά του, κοντά στον τοίχο. Ο Ιωνάθαν κάθισε απέναντί του κι ο Αβεννήρ πλάι στο Σαούλ, ενώ η θέση του Δαβίδ ήταν άδεια. Ο Σαούλ δεν είπε τίποτα εκείνη την ημέρα, αλλά την επόμενη μέρα που η θέση του Δαβίδ ήταν πάλι άδεια, ρώτησε το γιο του τον Ιωνάθαν, που είναι ο Δαβίδ και γιατί δεν παραβρέθηκε στο τραπέζι. Ο Ιωνάθαν τον δικαιολόγησε, ότι δήθεν πήγε στη Βηθλεέμ, κοντά στην οικογένειά του.

Τότε οργίστηκε ο Σαούλ εναντίον του Ιωνάθαν και τον απείλησε ότι λόγω της φιλίας του με το Δαβίδ δεν πρόκειται ποτέ να τον διαδεχτεί στη βασιλεία. Κατόπιν τον διέταξε να συλλάβει το Δαβίδ και να του τον παραδώσει για να πεθάνει.

Ο Ιωνάθαν υπερασπίστηκε το Δαβίδ και τότε ο Σαούλ, τυφλωμένος από οργή, έριξε το ακόντιο εναντίον του γιου του για να τον σκοτώσει. Τότε κατάλαβε ο Ιωνάθαν ότι ο πατέρας του είχε αποφασίσει να σκοτώσει το Δαβίδ. Σηκώθηκε, λοιπόν, από το τραπέζι πολύ οργισμένος και δεν κάθισε να φάει μαζί με τον πατέρα του (Α' Βασιλειών 20,24-34).

 

Δαβίδ και Ιωνάθαν

Την άλλη μέρα ο Ιωνάθαν πήγε στα χωράφια, όπως είχε συμφωνήσει με το Δαβίδ, και είχε μαζί του έναν νεαρό υπηρέτη.  Ο Ιωνάθαν άρχισε να κάνει εξάσκηση με το τόξο του και κατά τη διάρκεια της εξάσκησης φώναζε συνθηματικά, που μόνο αυτός κι ο Δαβίδ ήξεραν τι σήμαιναν. Με τα συνθηματικά λόγια ο Ιωνάθαν προειδοποιούσε το Δαβίδ, που ήταν κρυμμένος εκεί κοντά, ότι πράγματι κινδύνευε από τον πατέρα του και να πάει να κρυφτεί. Μετά ο Ιωνάθαν έδωσε τα πράγματά του στον υπηρέτη του για να τα πάει στην πόλη. Μόλις έφυγε ο υπηρέτης, σηκώθηκε ο Δαβίδ από το κοίλωμα που ήταν κρυμμένος. Φίλησε ο ένας τον άλλον κι έκλαιγαν κι οι δυο τους γοερά. Μετά αφού επιβεβαιώσανε τη φιλία τους ο Δαβίδ έφυγε και κρύφτηκε για να γλιτώσει από την οργή του Σαούλ (Α' Βασιλειών 20,35-21,1).

 

Ο Δαβίδ πήγε στην πόλη Νομβά, στον ιερέα Αβιμέλεχ, ο οποίος εξεπλάγη, όταν τον είδε μόνο του. Ο Δαβίδ προσποιήθηκε ότι ήταν σε μια μυστική υπόθεση του βασιλιά και ζήτησε φαγητό και θα συναντιόταν με την ακολουθία του στον τόπο, που ονομάζεται «Θεού πίστη, Φελλανί Αλεμωνί». Ο ιερέας του έδωσε αγιασμένους άρτους της προθέσεως, γιατί δεν είχε τίποτα άλλο να του δώσει, και του είπε ότι, επειδή οι άρτοι αυτοί προορίζονται για τους ιερείς, εάν οι ακόλουθοί του έχουν φυλαχθεί από γυναίκα, μπορούνε να φάνε. Ο Δαβίδ του απάντησε, ότι έχουν εξαγνισθεί και έχουν φυλαχθεί εδώ και τρεις ημέρες από γυναίκα, αλλά η αποστολή τους όμως είναι κοσμική και τα σακίδιά τους είναι καθαρά για να βάλουν μέσα το αγιασμένο ψωμί. Ο ιερέας Αβιμέλεχ του έδωσε τους άρτους, οι οποίοι προορίζονταν για τον Κύριο και θα τους αντικαθιστούσε με καινούριους.

Εκείνη την ημέρα βρισκόταν εκεί κι ένας δούλος του Σαούλ, ο Δωήκ ο Σύρος, ο οποίος έβοσκε τα μουλάρια του Σαούλ. Ο Δαβίδ ρώτησε τον Αβιμέλεχ εάν υπάρχει κάποιο ακόντιο ή ξίφος, γιατί έφυγε βιαστικά και δεν πρόλαβε να πάρει μαζί του όπλα. Αυτός του είπε ότι έχει μόνο το ξίφος του Γολιάθ του Φιλισταίου, που ο ίδιος ο Δαβίδ  είχε σκοτώσει στην κοιλάδα Ηλά. Ο Δαβίδ το πήρε και συνέχισε το δρόμο του μακριά από το Σαούλ (Α' Βασιλειών 21,2-10). Ο Δαβίδ συνέθεσε τον 51ο Ψαλμό, όταν βρισκόταν στη Νομβά, στο σπίτι του Αβιμέλεχ, και ο Δωήκ ο Σύρος τον κατέδωσε (Ψαλμός 51).

 

Ο Δαβίδ ζήτησε καταφύγιο στον Αγχούς (Αχίς), το Φιλισταίο βασιλιά της Γεθ. Οι αξιωματούχοι του Αγχούς διαμαρτυρήθηκαν στο βασιλιά τους για την παροχή φιλοξενίας στον άλλοτε εχθρό τους, ο οποίος τους επέφερε αρκετές καταστροφές. Ο Δαβίδ τους άκουσε και επειδή άρχισε να φοβάται για τη ζωή του, έκανε τον τρελό μπροστά τους. Συμπεριφερόταν σαν ανόητος, χτυπούσε τις πόρτες των σπιτιών κι έπεφτε κάτω στις πύλες της πόλεως, αφήνοντας τα σάλια του να τρέχουν πάνω στα γένια του. Έτσι ο Αγχούς βλέποντας που ήταν τρελός, τους επιτίμησε που τον έφεραν μπροστά του και τον έδιωξε από το παλάτι του ως επιληπτικό. Επιπλέον απαγόρευσε στους υπηκόους του να τον βάλουν στο σπίτι τους (Α' Βασιλειών 21,10-15).

Ο Δαβίδ ως μουσικός αφιέρωσε έναν ύμνο, για να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του προς τον Κύριο, που προσποιήθηκε τον παράφρονα και σώθηκε από τους Φιλισταίους (Ψαλμός 33). Ο Δαβίδ συνέθεσε επίσης τον 55ο και 56ο Ψαλμό, όταν τον καταδίωκε ο Σαούλ και μετά τη Γεθ κρύφτηκε στο σπήλαιο της Οδολλάμ (Ψαλμοί 55-56).

 

Ο Δαβίδ έφυγε από κει και βρήκε καταφύγιο σε σπήλαιο της Οδολλάμ, μιας πόλης στην περιοχή του Ιούδα. Όταν το 'μαθαν οι αδερφοί του και οι συγγενείς του πατέρα του, πήγαν και τον βρήκαν εκεί. Επίσης συγκεντρώθηκαν κοντά του όλοι οι καταπιεσμένοι, όλοι όσοι χρωστούσαν χρήματα, όλοι οι δυσαρεστημένοι κι έγινε αρχηγός τους. Ήταν μαζί του περίπου τετρακόσιοι άνδρες (Α' Βασιλειών 22,1-2).

Από κει ο Δαβίδ πήγε στη Μασσηφάθ της Μωάβ και πήρε την άδεια από το βασιλιά της χώρας ν' αφήσει εκεί τους γονείς του, οι οποίοι έμειναν εκεί για όσο διάστημα ο Δαβίδ παρέμεινε στην περιοχή. Με τη συμβουλή του προφήτη Γαδ, ο Δαβίδ πήγε στην πόλη Σαρίχ στην περιοχή του Ιούδα (Α' Βασιλειών 22,3-5).

 

Εκείνη την περίοδο ο Σαούλ βρισκόταν σε κάποιο ύψωμα στη Ραμά, όταν έμαθε ότι ο Δαβίδ κρυβόταν και ότι υπήρχε γύρω του μια ομάδα αντρών που τον ακολουθούσαν. Κρατούσε στα χέρια του ένα ακόντιο και είπε στους άνδρες που τον ακολουθούσαν, ότι ο Δαβίδ μοιράζει ψεύτικες υποσχέσεις σ' αυτούς που τον ακολουθούν. Τους είπε ακόμη ότι οι ίδιοι, αν και παρουσιάζονται ως έμπιστοί του, παρ' όλα αυτά δεν του είναι τόσο αφοσιωμένοι όσο θα έπρεπε, γιατί εάν του ήταν αφοσιωμένοι θα του ανέφεραν για τη μεγάλη φιλία που είχε ο γιος του ο Ιωνάθαν με το Δαβίδ.

Τότε ο Δωήκ ο Σύρος, ο οποίος ήταν ο επικεφαλής των βοσκών που φύλαγαν τα μουλάρια του Σαούλ, του είπε ότι τον είδε στην Νομβά στον ιερέα Αβιμέλεχ, ο οποίος του έδωσε τροφή και το ξίφος του Γολιάθ.

Ο Σαούλ κάλεσε τον ιερέα Αβιμέλεχ, καθώς και όλους τους συγγενείς του και τους ιερείς στη Νομβά, και του ζήτησε ευθύνες που φιλοξένησε το Δαβίδ και συνωμότησε εναντίον του βασιλιά. Ο Αβιμέλεχ είπε στο Σαούλ, ότι δεν γνωρίζει την αντιπαράθεση του βασιλιά με το Δαβίδ και ότι πίστευε πως, ο Δαβίδ ήταν από τους πιο έμπιστους ανθρώπους του βασιλιά. Αμέσως μετά ο Σαούλ διέταξε το θάνατο όλων των συγγενών του Αβιμέλεχ και όλων των ιερέων στη Νομβά. Επειδή όμως οι άνδρες της σωματοφυλακής που στέκονταν γύρω του, δεν θέλησαν ν' απλώσουν χέρι στους ιερείς του Κυρίου και να τους σκοτώσουν, τότε διέταξε τον Δωήκ τον Σύρο να πραγματοποιήσει τη διαταγή. Έτσι ο Δωήκ ο Σύρος πήγε και σκότωσε όλους τους ιερείς  από τη Νομβά, περίπου 305 άνδρες. Ακόμη ο Σαούλ παρέδωσε στη σφαγή κι όλους τους κατοίκους της Νομβά, άνδρες, γυναίκες, παιδιά και ζώα.

Γλίτωσε μόνο ο Αβιάθαρ, ένας από τους γιους του Αβιμέλεχ, ο οποίος πήγε στο Δαβίδ  και του ανάγγειλε ότι ο Σαούλ σκότωσε όλους τους ιερείς του Κυρίου. Τότε ο Δαβίδ μετάνιωσε που δεν σκότωσε εκείνη την ημέρα το Δωήκ τον Σύρο, και κράτησε κοντά του τον Αβιάθαρ (Α' Βασιλειών 22,6-23).

 

Μια μέρα έφεραν στο Δαβίδ την είδηση, ότι οι Φιλισταίοι κάνουν επιθέσεις εναντίον της Κεϊλά και λεηλατούν τα σιτάρια και τ' αλώνια της. Τότε ο Δαβίδ και οι άνδρες του, με εντολή του Κυρίου, πήγαν στην Κεϊλά και πολέμησαν τους Φιλισταίους. Αφού τους νίκησαν, άρπαξαν τα ζώα τους και σκότωσαν πολλούς απ' αυτούς. Έτσι ο Δαβίδ ελευθέρωσε τους κατοίκους της πόλης. Στη συνέχεια ο Δαβίδ μαζί με τον Αβιάθαρ, ο οποίος φορούσε τα ιερατικά άμφια, επισκέφτηκαν την πόλη (Α' Βασιλειών 23,1-6).

Όταν έφεραν στο Σαούλ την είδηση ότι ο Δαβίδ ήταν στην Κεϊλά, κάλεσε όλο το στρατό του να πάνε στην Κεϊλά, να την πολιορκήσουν και να αποκλείσουν εκεί το Δαβίδ και τους άνδρες του.

Ο Δαβίδ έμαθε τα σχέδια του Σαούλ και μαζί με τον Αβιάθαρ προσευχήθηκαν στον Κύριο, ζητώντας τη γνώμη του. Έτσι, σύμφωνα με εντολή του Κυρίου,  ο Δαβίδ και οι άνδρες του, περίπου εξακόσιοι, έφυγαν από την πόλη και άρχισαν πάλι να περιπλανιούνται όπως πρώτα. Σαν έφτασε η είδηση στο Σαούλ ότι ο Δαβίδ έφυγε από την Κεϊλά, ματαίωσε την εκστρατεία (Α' Βασιλειών 23,7-13).

 

Ο Δαβίδ περιπλανιόταν στην έρημο της Μασερέμ και στα όρη της Καινής Ζιφ, όπου το έδαφος ήταν ξερό και άνυδρο, μένοντας στις σπηλιές της περιοχής. Ο Σαούλ τον αναζητούσε καθημερινά, αλλά ο Θεός δεν επέτρεπε να πέσει ο Δαβίδ στα χέρια του. Μια μέρα πήγε εκεί και τον βρήκε ο Ιωνάθαν, και του έδωσε θάρρος στο όνομα του Θεού. Ανανέωσαν πάλι τη φιλία τους ενώπιον του Κυρίου και μετά ο Ιωνάθαν γύρισε στο σπίτι του (Α' Βασιλειών 23,14-18).

Οι κάτοικοι της περιοχής πήγαν στο Σαούλ και του είπαν, ότι ο Δαβίδ κρύβεται στην περιοχή τους, στην Μασερέμ (Μεσσαρά), στις δύσβατες περιοχές της Καινής Ζιφ, στο όρος Εχελά δεξιά του Ιεσσαιμούν. Ο Σαούλ τους ευχαρίστησε και μαζί με τους άνδρες του, ακολούθησαν τους κατοίκους της Ζιφ, για να αποκλείσουν το Δαβίδ.

Αλλά ο Δαβίδ αντιλήφθηκε τις κινήσεις του Σαούλ και πήγε να κρυφτεί σ' ένα μεγάλο βράχο στην έρημο Μαάν, που ήταν εκεί κοντά, δεξιά του Ιεσσαιμούν. Το 'μαθε ο Σαούλ και τον καταδίωξε κι εκεί. Ο Σαούλ κινούνταν με το στρατό του στη μια πλαγιά του βουνού ενώ ο Δαβίδ με τους άνδρες του στην άλλη. Έτρεχαν να γλιτώσουν από το Σαούλ, γιατί αυτός κόντευε να τους περικυκλώσει με τους άνδρες του και να τους συλλάβει.

Έφτασε όμως ένας αγγελιοφόρος και είπε στο Σαούλ, ότι οι αλλόφυλοι (Φιλισταίοι) εισέβαλλαν στη χώρα. Έτσι ο Σαούλ σταμάτησε την καταδίωξη του Δαβίδ και πήγε να πολεμήσει τους Φιλισταίους. Ο βράχος εκείνος ονομάστηκε «Πέτρα Διαχωρισμού», διότι εκεί χωρίστηκαν ο Σαούλ με το Δαβίδ (Α' Βασιλειών 23,19-28). Ο Δαβίδ συνέθεσε τον 53ο Ψαλμό, όταν οι κάτοικοι της Ζιφ τον κατέδωσαν στο Σαούλ και κρυβόταν στη Μεσσαρά (Ψαλμός 53).

 

Ο Δαβίδ αποφεύγει να σκοτώσει το Σαούλ

Ο Δαβίδ έφυγε από κείνη την περιοχή και πήγε να μείνει στα στενά καταφύγια και στις σπηλιές της Εγγαδδί. Όταν γύρισε ο Σαούλ από την καταδίωξη των Φιλισταίων, του έφεραν την είδηση ότι ο Δαβίδ βρίσκεται στην έρημο και στις σπηλιές της Εγγαδδί, στην περιοχή της Σαδαιέμ.  Τότε πήρε 3.000 επίλεκτους άνδρες και πήγε να καταδιώξει το Δαβίδ και τους άνδρες του (Α' Βασιλειών 24,1-3).

Όταν έφτασε εκεί, που έβοσκαν τα ζώα της περιοχής, μπήκε σε μια σπηλιά για να ανακουφιστεί και να ξεκουραστεί. Αλλά ο Δαβίδ και οι άνδρες του βρισκόντουσαν βαθιά στο εσωτερικό της σπηλιάς και ο Σαούλ δεν τους πήρε είδηση.

Τότε οι άνδρες του είπαν στο Δαβίδ: «Σήμερα είναι η μέρα, κατά την οποία ο Κύριος σου παρέδωσε τον εχθρό σου. Πράξε λοιπόν όπως νομίζεις καλύτερα». Ο Δαβίδ έκοψε κρυφά την άκρη από το μανδύα του Σαούλ. Αλλά αμέσως μετά μετάνιωσε γι' αυτό που έκανε και είπε στους άνδρες του «Ο Κύριος να με τιμωρήσει, αν κάνω στον εκλεκτό του Κυρίου αυτά που μου λέτε και ν' απλώσω χέρι πάνω του. Είναι ο βασιλιάς και χρίστηκε βασιλιάς από τον Κύριο». Έτσι, μ' αυτά τα λόγια απέτρεψε τους άνδρες του και δεν τους άφησε να επιτεθούν στο Σαούλ (Α' Βασιλειών 24,4-8).

 

Σε λίγο ο Σαούλ έφυγε από τη σπηλιά και συνέχισε το δρόμο του. Ο Δαβίδ βγήκε από τη σπηλιά και φώναξε πίσω από το Σαούλ: «Κύριε μου, βασιλιά!» Ο Σαούλ γύρισε πίσω του να δει κι ο Δαβίδ γονάτισε με το πρόσωπο στη γη και τον προσκύνησε.

Μετά του φώναξε: «Γιατί ακούς αυτούς που σου λένε ότι ζητάω το κακό σου; Να, σήμερα ο Κύριος σε παρέδωσε στα χέρια μου μέσα στη σπηλιά! Μερικοί μου είπαν να σε σκοτώσω, αλλά εγώ σε λυπήθηκα και τους είπα ότι δεν πρόκειται ν' απλώσω το χέρι μου πάνω στον κύριό μου και βασιλιά μου, γιατί αυτός έχει χρισθεί από τον Κύριο.  Κοίτα την άκρη του μανδύα σου που την κρατώ στο χέρι μου. Έκοψα την άκρη από το μανδύα σου, εσένα όμως δεν σε σκότωσα. Βλέπεις, λοιπόν, ότι δεν έχω πρόθεση ούτε να σε βλάψω, ούτε να επαναστατήσω εναντίον σου. Βλέπεις ότι δεν αμάρτησα εναντίον σου, ενώ εσύ ζητάς ευκαιρία για να μου στερήσεις τη ζωή. Ο Κύριος ας κρίνει τη διαφορά μας και ο Κύριος ας μου αποδώσει το δίκαιο απέναντί σου. Εγώ όμως δεν θ' απλώσω το χέρι μου πάνω σου. Ο Κύριος ας έρθει κριτής κι ας κρίνει ανάμεσα σ' εμάς τους δυο. Ας εξετάσει κι ας δικαιώσει την υπόθεση μου και ας με γλιτώσει από τα χέρια σου» (Α' Βασιλειών 24,9-16).

 

Όταν ο Δαβίδ τέλειωσε, ο Σαούλ ξέσπασε σε δυνατό κλάμα και του είπε: «Παιδί μου Δαβίδ, εσύ είσαι δικαιότερος από μένα. Εσύ μου έκανες καλό, ενώ εγώ σου ανταπέδωσα κακό. Σήμερα μου απέδειξες την καλοσύνη σου, γιατί ενώ ο Κύριος με παρέδωσε στα χέρια σου, εσύ δεν με σκότωσες. Ο Κύριος να σου ανταποδώσει το καλό που μου έκανες σήμερα. Ξέρω καλά ότι μια μέρα θα βασιλέψεις και ότι στα χέρια σου το βασίλειο του Ισραήλ θα στερεωθεί. Τώρα, λοιπόν, ορκίσου μου στον Κύριο ότι δε θα εξαφανίσεις τη μνήμη μου και τη μνήμη της οικογένειας μου σκοτώνοντας τους απογόνους μου».

Ο Δαβίδ έδωσε όρκο στο Σαούλ. Μετά ο Σαούλ γύρισε στο σπίτι του, ενώ ο Δαβίδ και οι άνδρες του ανέβηκαν στη σπηλιά της Μεσσαράς (Α' Βασιλειών 24,17-23). Ο Δαβίδ συνέθεσε τον 141ο Ψαλμό, όταν καταδιωκόμενος από τον Σαούλ κατέφυγε στο σπήλαιο της Εγγαδδί (Ψαλμός 141).

 

 

ΔΑΒΙΔ ΚΑΙ ΑΒΙΓΑΙΑ

 

Δαβίδ και Αβιγαία

Εκείνο τον καιρό πέθανε ο Σαμουήλ. Όλοι οι Ισραηλίτες τον θρήνησαν και τον έθαψαν στο σπίτι του, στην Αρμαθαΐμ. Μετά ο Δαβίδ κατέβηκε στην έρημο Μαάν (Α' Βασιλειών 25,1). Εκεί ζούσε κάποιος, που είχε τα κοπάδια του στο βουνό Κάρμηλο. Το όνομα του ήταν Νάβαλ και ήταν πάρα πολύ πλούσιος με τρεις χιλιάδες πρόβατα και χίλια γίδια. Η γυναίκα του η Αβιγαία ήταν πολύ συνετή και ωραιότατη στην εμφάνιση. Ο ίδιος ήταν σκληρός και κακός άνθρωπος, αναιδής και κτηνώδης (Α' Βασιλειών 25,2-3).

 

Ο Δαβίδ έμαθε ότι ο Νάβαλ είχε πάει στον Κάρμηλο να κουρέψει τα πρόβατά του. Έστειλε λοιπόν δέκα ανθρώπους να πάνε ειρηνικά στο Νάβαλ και να του ζητήσουν τρόφιμα. Εκείνος αρνήθηκε να προσφέρει βοήθεια στο Δαβίδ, μιλώντας με πολύ σκληρά και περιφρονητικά λόγια γι' αυτόν. Όταν οι απεσταλμένοι του Δαβίδ του ανήγγειλαν τα λόγια του Νάβαλ, ο Δαβίδ πήρε μαζί του 400 άνδρες και ξεκίνησε για να τιμωρήσει το Νάβαλ, ενώ τους υπόλοιπους 200 τους άφησε να προσέχουν τα πράγματα (Α' Βασιλειών 25,4-13).

 

Στο μεταξύ ένας από τους νεαρούς δούλους του Νάβαλ πήγε στην Αβιγαία, τη γυναίκα του αφεντικού, και της ανέφερε τα γεγονότα. Της τόνισε την καλοσύνη του Δαβίδ και την κακία του αφεντικού του.

Η Αβιγαία χωρίς να πει τίποτα στον άντρα της, πήρε 200 καρβέλια ψωμί, 2 ασκιά κρασί, πέντε πρόβατα σφαγμένα, πάνω από 100 κιλά κοπανισμένο κριθάρι, 5 περίπου κιλά ξερή σταφίδα και 200 αρμαθιές ξερά σύκα και τα φόρτωσε στα γαϊδούρια για να τα δώσει στο Δαβίδ (Α' Βασιλειών 25,14-19).

Ενώ η Αβιγαία πήγαινε καβάλα στο γαϊδούρι της, ο Δαβίδ και οι άνδρες του έρχονταν προς το μέρος της και συναντήθηκαν. Μόλις είδε το Δαβίδ, κατέβηκε βιαστικά από το γαϊδούρι, έσκυψε το κεφάλι της μπροστά του και τον προσκύνησε ως το έδαφος.  Η Αβιγαία έπεσε στα πόδια του και ζήτησε συγχώρεση για τη συμπεριφορά του συζύγου της. Αναγνώρισε στο πρόσωπο του Δαβίδ το μελλοντικό βασιλιά του Ισραήλ και του ζήτησε επειδή έχει την εύνοια του Θεού να μη βαρύνει τη συνείδησή του χύνοντας αίμα αθώων ανθρώπων (Α' Βασιλειών 25,20-31).

Ο Δαβίδ δέχτηκε τα δώρα που του πρόσφερε η Αβιγαία και την καθησύχασε ότι δεν πρόκειται να πράξει κάποιο κακό πάνω στην οικογένειά της και στους δούλους της (Α' Βασιλειών 25,32-35). Όταν η Αβιγαία γύρισε στον Νάβαλ, εκείνος είχε φαγοπότι στο σπίτι του και ήταν τύφλα στο μεθύσι. Την άλλη μέρα το πρωί, όταν ο Νάβαλ είχε πια ξεμεθύσει, η Αβιγαία του διηγήθηκε όλα όσα συνέβησαν. Τότε ο Νάβαλ έπαθε συμφόρηση από την καρδιά του και παρέλυσε. Μετά από δέκα περίπου μέρες πέθανε (Α' Βασιλειών 25,36-38).

Όταν έμαθε ο Δαβίδ ότι ο Νάβαλ πέθανε, δοξολόγησε τον Κύριο που εκδικήθηκε την προσβολή που του έκανε ο Νάβαλ και τον εμπόδισε να κάνει στο σπίτι του κάποιο κακό. Μετά έστειλε ανθρώπους στο όρος Κάρμηλο να προτείνουν στην Αβιγαία να γίνει γυναίκα του. Εκείνη πήγε στο Δαβίδ κι έπεσε με το πρόσωπο καταγής και αποδέχτηκε την πρόταση. Μετά η Αβιγαία ετοιμάστηκε, πήρε τις πέντε υπηρέτριές της, ανέβηκε στο γαϊδούρι της και ακολούθησε τους ανθρώπους του Δαβίδ και έγινε γυναίκα του (Α' Βασιλειών 25,39-42).

 

Ο Δαβίδ, εκτός από την Αβιγαία, πήρε επίσης και την Αχινόομ (Αχινοάμ) από την Ιεζραέλ. Στο μεταξύ ο Σαούλ, προφανώς για να εκδικηθεί το Δαβίδ, την κόρη του τη Μελχόλ (Μιχάλ), που ήταν η πρώτη γυναίκα του Δαβίδ, την έδωσε στον Φαλτί, γιο του Αμίς, ο οποίος καταγόταν από τη Ρομμά (Α' Βασιλειών 25,43-44).

 

 

Η ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ ΜΕ ΤΟ ΣΑΟΥΛ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

 

Κάτοικοι από την περιοχή της Ζιφ ήρθαν πάλι στο Σαούλ, στη Γαβαά, και του είπαν ότι ο Δαβίδ κρύβεται στην περιοχή τους, στο βουνό Εχελά, απέναντι από τον Ιεσσαιμούν. Ο Σαούλ τότε πήγε στην έρημο Ζιφ με 3.000 επίλεκτους άνδρες, για να ψάξει για το Δαβίδ. Ο Σαούλ στρατοπέδευσε στο βουνό Εχελά, πάνω στο δρόμο (Α' Βασιλειών 26,1-3).

Όταν ο Δαβίδ, που έμενε στην έρημο, άκουσε πως ο Σαούλ τον αναζητούσε, έστειλε κατασκόπους να βεβαιωθούν, ότι πράγματι ο Σαούλ είχε έρθει από την Κεϊλά με στρατό. Τότε πήρε τον Αβιμέλεχ τον Χετταίο και τον Αβεσσά (Αβισάι), γιο της αδερφής του της Σαρουΐας, και πήγαν στο στρατόπεδο του Σαούλ τη νύχτα. Είδε που κοιμόταν ο Σαούλ κι ο Αβεννήρ, ο αρχιστράτηγός του. Ο Σαούλ και ο Αβεννήρ κοιμόντουσαν στο κέντρο του στρατοπέδου, ενώ οι άλλοι στρατιώτες κοιμόντουσαν στις σκηνές τους γύρω από τον Σαούλ. Ο Δαβίδ τους είπε, ποιος από τους δυο θα τον ακολουθήσει για να μπουν στο στρατόπεδο του Σαούλ. Προθυμοποιήθηκε ο Αβεσσά. Έτσι έφτασαν μέχρι τη σκηνή που κοιμόταν ο Σαούλ. Τον είδαν να κοιμάται με το ακόντιο του μπηγμένο στο έδαφος, πλάι στο κεφάλι του.

Τότε ο Αβεσσά ζήτησε από το Δαβίδ την άδεια να τον σκοτώσει, αλλά ο Δαβίδ τον εμπόδισε ν' απλώσει χέρι πάνω του, γιατί ο Σαούλ έχει χριστεί βασιλιάς από τον Θεό και μόνο ο ίδιος ο Κύριος θα θέσει τέρμα στη ζωή του Σαούλ, είτε πεθάνει από φυσικό θάνατο, είτε σκοτωθεί στο πεδίο της μάχης. Του είπε όμως να πάρει το ακόντιο, που είναι κοντά στο κεφάλι του και το δοχείο με το νερό.

Έτσι πήρε ο Δαβίδ το ακόντιο και το δοχείο με το νερό, και έφυγαν. Κανένας δεν είδε και κανένας δεν κατάλαβε τίποτα. Όλοι τους κοιμόνταν, γιατί ο Κύριος τους είχε κάνει να πέσουν σε ύπνο βαθύ (Α' Βασιλειών 26,3-12).

 

Ο Δαβίδ πέρασε στην απέναντι πλευρά του βουνού Εχελά και στάθηκε στην κορυφή του απέναντι βουνού, σε μεγάλη απόσταση από το στρατόπεδο του Σαούλ. Τότε φώναξε στον Αβεννήρ, τον αρχιστράτηγο του Σαούλ: «Αβεννήρ, δεν θα μου απαντήσεις;» Κι ο Αβεννήρ απάντησε: «Ποιος είσ' εσύ που με φωνάζεις;»

Ο Δαβίδ του είπε: «Ποιος άλλος είναι τόσο ανδρείος, μεταξύ των Ισραηλιτών, από σένα! Γιατί, λοιπόν, δεν προφύλαξες τον κύριό σου, το βασιλιά; Κάποιος μπήκε στο στρατόπεδό σου για να φονεύσει το βασιλιά. Έδειξες αμέλεια και ορκίζομαι ότι όλοι σας είστε άξιοι θανάτου, γιατί δε φυλάξατε τον κύριό σας, τον εκλεκτό του Κυρίου. Και τώρα ψάξε να βρεις πού είναι το βασιλικό δόρυ και το δοχείο με το νερό, που ήταν πλάι στο βασιλιά».

Ο Σαούλ αναγνώρισε τη φωνή του Δαβίδ και φώναξε: «Η φωνή σου είν' αυτή, γιε μου, Δαβίδ;» Ο Δαβίδ απάντησε: «Ναι εγώ είμαι, κύριε μου.  Γιατί με καταδιώκεις εμένα το δούλο σου; Τι κακό έκανα; Ποιο αδίκημα έχω πράξει; Τώρα, λοιπόν, άκουσε με σε παρακαλώ: Αν ο Κύριος σε παρακίνησε εναντίον μου, ας τον εξευμενίσουμε με μια θυσία. Αν όμως σε παρακινούν άνθρωποι, ας είναι καταραμένοι ενώπιον του Κυρίου, γιατί με καταδιώκουν και δε μ' αφήνουν να ζήσω ήσυχος στη χώρα που έδωσε ο Κύριος ως κληρονομιά στο λαό του. Ας μη χυθεί το αίμα μου μακριά από το πρόσωπο του Κυρίου».

Ο Σαούλ απάντησε: «Έσφαλα απέναντί σου Δαβίδ. Γύρνα πίσω, γιε μου! Δε θα σου κάνω πια κακό, αφού σεβάστηκες σήμερα τη ζωή μου. Φέρθηκα ανόητα και παραπλανήθηκα πάρα πολύ».

Ο Δαβίδ του είπε: «Εδώ είναι το ακόντιο σου, βασιλιά. Ας έρθει ένας από τους άνδρες σου να το πάρει. Ο Κύριος ας ανταποδώσει στον καθένα μας ανάλογα με τα έργα του και την πίστη του. Σήμερα σε παρέδωσε ο Κύριος στα χέρια μου, αλλά εγώ δεν θέλησα ν' απλώσω το χέρι μου στον εκλεκτό του. Κι όπως εγώ σεβάστηκα σήμερα τη ζωή σου, έτσι ας σεβαστεί κι ο Κύριος τη δική μου ζωή κι ας με ελευθερώσει από όλα αυτά τα δεινά».

Τότε ο Σαούλ είπε στο Δαβίδ: «Ευλογημένος να είσαι, γιε μου, Δαβίδ! Εσύ θα κατορθώσεις μεγάλα πράγματα και με δύναμη πολλή θα επικρατήσεις». Ο Δαβίδ εξακολούθησε το δρόμο του, ενώ ο Σαούλ γύρισε στο σπίτι του (Α' Βασιλειών 26,13-25).

 

 

Ο ΔΑΒΙΔ ΒΡΙΣΚΕΙ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΙΣΤΑΙΟΥΣ

 

Ο Δαβίδ για να είναι σίγουρος ότι θα γλιτώσει από την καταδίωξη του Σαούλ, αυτός και οι 600 άνδρες του πήγαν και βρήκαν καταφύγιο στον Αγχούς, το Φιλισταίο βασιλιά της Γεθ. Πήραν μαζί τους και τις οικογένειές τους και ο Δαβίδ είχε μαζί του τις δύο γυναίκες του, την Αβιγαία και την Αχινόομ (Αχινάαμ). Όταν έφτασε η είδηση στο Σαούλ ότι ο Δαβίδ έφυγε στη Γεθ, σταμάτησε πια να τον καταδιώκει. Ο Δαβίδ με την άδεια του Αγχούς εγκαταστάθηκε στην πόλη Σικελάγ (Σεκελάκ) (Α' Βασιλειών 27,1-6). Ο Δαβίδ έμεινε στη χώρα των Φιλισταίων για δυο περίπου χρόνια (Α' Βασιλειών 27,7. 29,3).

 

Στη Σικελάγ (Σεκελάκ) τον ακολούθησαν αρκετοί από διάφορες φυλές του Ισραήλ, κυρίως από τις φυλές Βενιαμίν, Ιούδα, Γαδ και Μανασσή. Ο Δαβίδ τους καλοδέχτηκε και τους ρώτησε εάν ήρθαν με ειρηνικό σκοπό. Το λόγο πήρε ο Αμασαΐ, που ήταν αρχηγός τριάντα επιλέκτων, και είπε στο Δαβίδ, ότι είναι μαζί του και ότι ο Θεός τον βοήθησε και είναι με το μέρος του. Ο Δαβίδ τους δέχτηκε και πολλούς από αυτούς τους διόρισε αρχηγούς των στρατιωτικών του δυνάμεων. Αυτοί ήταν εκπαιδευμένοι και έτοιμοι να πολεμήσουν στο πλευρό του.

Αυτοί που ήταν από τη φυλή Βενιαμίν, ήταν πολύ καλοί τοξότες και άριστοι χειριστές της σφενδόνης. Μπορούσαν να ρίχνουν βέλη και πέτρες και με τα δυο τους χέρια.

Αυτοί που ήταν από τη φυλή Γαδ, ήταν γενναίοι και δυνατοί άνδρες. Ήταν εμπειροπόλεμοι και έφεραν ασπίδα και δόρατα. Τα πρόσωπά τους ήταν άγρια σαν των λιονταριών και ήταν ταχύτατοι, όπως τα ελάφια στα βουνά. Πολλοί από αυτούς ήταν αρχηγοί στο στρατό του Δαβίδ, κάποιοι εκατόνταρχοι κι άλλοι χιλίαρχοι. Ήταν αυτοί που πέρασαν τον Ιορδάνη, τον πρώτο μήνα του χρόνου, την εποχή που πλημμυρίζουν οι όχθες του, και έτρεψαν σε φυγή όλους τους κατοίκους των γύρω περιοχών.

Κάποιοι από αυτούς ήταν από τη φυλή Μανασσή. Ήταν δυνατοί και γενναίοι πολεμιστές. Αυτοί βοήθησαν το Δαβίδ στις επιδρομές εναντίον των Γεσιριτών και πολλοί από αυτούς έγιναν χιλίαρχοι στο στρατό του Δαβίδ. Προσεχώρησαν στο Δαβίδ, όταν οι Φιλισταίοι είχαν εκστρατεύσει εναντίον του Σαούλ. Οι Φιλισταίοι δεν ζήτησαν τη βοήθεια του Δαβίδ, γιατί δεν του είχαν εμπιστοσύνη (Α' Παραλειπομένων 12,1-22).

 

Στο μεταξύ, αυτός και οι άνδρες του έκαναν επιδρομές ενάντια στους Γεσιρίτες και στους Αμαληκίτες, οι οποίοι κατοικούσαν από τη Γελαμψούρ μέχρι την Αίγυπτο. Χτυπούσαν αυτές τις περιοχές και δεν άφηναν ζωντανούς, ούτε άνδρες ούτε γυναίκες. Έπαιρναν τα ζώα τους και ότι άλλο πολύτιμο έβρισκαν και γύριζαν στον Αγχούς.

Αυτή ήταν η τακτική του όλο τον καιρό που έμεινε στη χώρα των Φιλισταίων. Ο Αγχούς τον ρωτούσε σε ποια περιοχή έκανε επίθεση. Ο Δαβίδ του απαντούσε στα νότια μέρη της Ιουδαίας, της Ιεσμεγά και των Κενεζαίων. Σκότωνε τους ανθρώπους στα μέρη που έκανε επιδρομές, επειδή ήταν φιλικά προς τους Φιλισταίους, έτσι ώστε να μην υπάρχει κανείς που να μαρτυρούσε στον Αγχούς την τακτική του Δαβίδ. Ο Αγχούς είχε εμπιστοσύνη στο Δαβίδ, γιατί σκεφτόταν ότι μ' αυτό τον τρόπο ο Δαβίδ γινόταν μισητός στον λαό του, τον Ισραήλ, κι έτσι πίστευε ότι θα του ήταν δούλος και υπηρέτης για πάντα (Α' Βασιλειών 27,8-12).

 

Εκείνο τον καιρό οι Φιλισταίοι συγκέντρωσαν όλες τις στρατιωτικές τους δυνάμεις για να πολεμήσουν εναντίον των Ισραηλιτών. Ο Αγχούς όρισε το Δαβίδ αρχηγό της σωματοφυλακής του και ζήτησε τη βοήθειά του εναντίον των Ισραηλιτών (Α' Βασιλειών 28,1-2). Οι Φιλισταίοι είχαν συγκεντρωθεί στην Αφέκ, ενώ οι Ισραηλίτες στην Αενδώρ, στην κοιλάδα της Ιεζραέλ. Οι ηγεμόνες των Φιλισταίων ηγούνταν της στρατιάς τους, ενώ ο Δαβίδ και οι άνδρες του ήταν τελευταίοι μαζί με τον Αγχούς. Όταν οι ηγεμόνες των Φιλισταίων είδαν το Δαβίδ μαζί με τον Αγχούς, οργίστηκαν εναντίον του και του ζήτησαν να τον διώξει από το στράτευμα και να τον στείλει πίσω.

Τότε ο Αγχούς υπέκυψε στην πίεση των αρχηγών και αφού μίλησε με κολακευτικά λόγια στο Δαβίδ τον έστειλε πίσω. Έτσι νωρίς την επόμενη μέρα ο Δαβίδ και οι άνδρες του σηκώθηκαν κι έφυγαν για τη χώρα των Φιλισταίων (Α' Βασιλειών 29,1-11).

 

Στο μεταξύ οι Αμαληκίτες είχαν επιτεθεί νότια της περιοχής του Ιούδα και είχαν χτυπήσει τη Σικελάγ (Σεκελάκ). Πυρπόλησαν την πόλη, αιχμαλώτισαν άνδρες και γυναίκες, και τους πήραν μαζί τους. Όταν, μετά από τρεις ημέρες, ήρθε ο Δαβίδ και οι άνδρες του στην πόλη, τη βρήκαν πυρπολημένη και είδαν ότι οι γυναίκες τους και τα παιδιά τους είχαν απαχθεί. Τότε άρχισαν όλοι τους να κλαίνε με γοερές κραυγές, ώσπου εξαντλήθηκαν από το κλάμα. Αιχμαλωτίστηκαν επίσης και οι δύο γυναίκες του Δαβίδ, η Αχινόομ και η Αβιγαία.

Ο Δαβίδ έπεσε σε μεγάλη στενοχώρια και οι σύντροφοί του ήταν όλοι τους πολύ πικραμένοι και σκέφτονταν να τον λιθοβολήσουν. Ο Δαβίδ μέσω του ιερέα Αβιάθαρ, ρώτησε τον Κύριο τι έπρεπε να κάνει; Και ο Κύριος του έδωσε δύναμη και του είπε να τους καταδιώξει (Α' Βασιλειών 30,1-8).

 

Έτσι ο Δαβίδ με τους εξακόσιους άνδρες του καταδίωξαν τους Αμαληκίτες. Όταν έφτασαν στον χείμαρρο Βοσόρ, οι διακόσιοι παρέμειναν πίσω, γιατί ήταν κουρασμένοι και δεν μπορούσαν να περάσουν το ποτάμι.

Ο Δαβίδ με τους τετρακόσιους άνδρες του συνέχισαν την καταδίωξη. Σε κάποιον αγρό βρήκαν έναν νεαρό Αιγύπτιο και τον οδήγησαν μπροστά στο Δαβίδ. Του έδωσαν να φάει και να πιει, γιατί ήταν νηστικός τρία μερόνυχτα. Όταν συνήλθε, τον ρώτησαν ποιος είναι. Αυτός τους είπε ότι ήταν δούλος κάποιου Αμαληκίτη και ότι επιτέθηκαν σ' όλη την περιοχή του νότιου Ιούδα και στην περιοχή Χολθί, και μετά την πυρπόληση της Σικελάγ (Σεκελάκ) αρρώστησε και ο κύριος του τον εγκατέλειψε. Στη συνέχεια ο Δαβίδ του ζήτησε να τον οδηγήσει στους Αμαληκίτες. Ο νεαρός Αιγύπτιος, αφού έλαβε εγγυήσεις για τη ζωή του, τον οδήγησε στο μέρος που κρύβονταν οι Αμαληκίτες (Α' Βασιλειών 30,9-16).

Στο μεταξύ οι Αμαληκίτες είχαν διασκορπιστεί σ' όλη την περιοχή τρώγοντας και πίνοντας και πανηγυρίζοντας για τα άφθονα λάφυρα που είχαν πάρει από τη χώρα των Φιλισταίων και από την περιοχή του Ιούδα. Ο Δαβίδ τους επιτέθηκε αιφνιδιαστικά και τους χτύπησε από  την αυγή μέχρι την επόμενη μέρα. Κανείς απ' αυτούς δε σώθηκε, παρά μόνο τετρακόσιοι άνδρες, που έφυγαν καβάλα στις καμήλες τους. Ο Δαβίδ ελευθέρωσε τις δύο γυναίκες του και όλες τις οικογένειες των στρατιωτών του.  Ακόμη πήρε πίσω όλα όσα είχαν αρπάξει οι Αμαληκίτες, αλλά και όλα τα ζώα των Αμαληκιτών (Α' Βασιλειών 30,17-20).

 

Όταν ο Δαβίδ έφτασε στο χείμαρρο που είχαν παραμείνει οι διακόσιοι άνδρες, οι οποίοι δεν τον ακολούθησαν γιατί ήταν κουρασμένοι, τότε, μερικοί κακόβουλοι από κείνους που είχαν πάει μαζί με τον Δαβίδ, αρνήθηκαν να μοιραστούν τα λάφυρα μαζί τους. Αλλά ο Δαβίδ τους είπε ότι τα λάφυρα θα μοιραστούν εξίσου και ότι από δω και στο εξής, το μερίδιο εκείνου που πολεμάει θα είναι το ίδιο μ' εκείνου που μένει πίσω με τις αποσκευές. Έτσι από την ημέρα εκείνη ο Δαβίδ το έκανε αυτό νόμο και έθιμο που τηρούνταν απ' όλους τους Ισραηλίτες (Α' Βασιλειών 30,21-25).

Ακόμη ο Δαβίδ έφτασε στη Σικελάγ (Σεκελάκ) και έδωσε ένα μέρος από τα λάφυρα στους πρεσβυτέρους της φυλής Ιούδα, που ήταν φίλοι του, αλλά και στους πρεσβυτέρους άλλων πόλεων  απ' όπου είχε περάσει με τους άνδρες του. Οι πόλεις αυτές ήταν η Βαιθσούρ, η Ραμά του νότου, η Ιεθθόρ, η Αροήρ, η Αμμαδί, η Σαφί, η Εσθιέ, η Γεθ, η Κινάν, η Σαφέκ, η Θιμάθ, η Ιεριμούθ, η Βηρσαβεέ, η Νομβέ, η Χεβρών, ακόμη και στις πόλεις που βρίσκονταν στο όρος Κάρμηλο και στις πόλεις του Ιεραμεήλ και των Κενεζαίων (Α' Βασιλειών 30,26-31).

 

 

 

Ο ΔΑΒΙΔ ΘΡΗΝΕΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΣΑΟΥΛ

 

Τρεις μέρες μετά τη νίκη του εναντίον των Αμαληκιτών, έφτασε στη Σικελάγ (Σεκελάκ) ένας άνθρωπος από το στρατόπεδο του Σαούλ, με σχισμένα τα ρούχα του και με χώμα πάνω στο κεφάλι του. Όταν πλησίασε το Δαβίδ, έπεσε στη γη και προσκύνησε. Στη συνέχεια του ανέφερε την ήττα των Ισραηλιτών από τους Φιλισταίους, καθώς και το θάνατο του Σαούλ και του Ιωνάθαν.

Ο Δαβίδ ρώτησε να μάθει λεπτομέρειες. Ο αγγελιαφόρος του είπε ότι είναι Αμαληκίτης και βρέθηκε τυχαία στο μέρος όπου έγινε η μάχη και είδε το Σαούλ που ήταν πληγωμένος πάνω στο ξίφος του, ενώ το ιππικό των εχθρών πλησίαζε. Τότε του φώναξε να τον αποτελειώσει και προκειμένου να μην πέσει ζωντανός στα χέρια των εχθρών του, τον σκότωσε. Κατόπιν πήρε το στέμμα από το κεφάλι του και το βραχιόλι από το μπράτσο του και του τα έφερε (Β' Βασιλειών 1,1-10. 4,10).

 

Τότε ο Δαβίδ έσκισε με απόγνωση τα ρούχα του κι όλοι οι άνδρες του έκαναν το ίδιο. Θρήνησαν, έκλαψαν και νήστεψαν ως το βράδυ για το Σαούλ και για τον Ιωνάθαν, και για όσους Ισραηλίτες είχαν σκοτωθεί στη μάχη. Κατόπιν ο Δαβίδ ρώτησε τον άνθρωπο που του έφερε την αγγελία ποιος ήταν. Εκείνος του είπε ξανά ότι ήταν Αμαληκίτης, ο οποίος ζούσε στη γη των Ιουδαίων. Ο Δαβίδ του είπε, ότι έκανε άσχημα να σκοτώσει τον εκλεκτό του Κυρίου και τότε φώναξε έναν από τους άνδρες του και τον πρόσταξε να τον σκοτώσει (Β' Βασιλειών 1,11-16).

Μετά ο Δαβίδ συνέθεσε έναν θρήνο για το Σαούλ και τον Ιωνάθαν, το οποίο καταγράφηκε στο "Βιβλίο του Δικαίου" και διέταξε να τον διδαχθούν όλοι στο λαό του Ιούδα. Στον ύμνο αυτό ο Δαβίδ χαρακτηρίζει το Σαούλ και τον Ιωνάθαν ως δυνατούς και μεγάλους ήρωες, των οποίων το ξίφος του Σαούλ και το ένδοξο τόξο του Ιωνάθαν ήταν γεμάτα από ηρωϊκά κατορθώματα και ποτέ δεν γύρισαν αδειανά από τις μάχες. Τους χαρακτηρίζει ως αγαπημένους, ευπρεπείς και ωραίους, όπου ακόμη και στο θάνατο δεν χωρίστηκαν μεταξύ τους. Τους χαρακτηρίζει ακόμη ως ελαφρότερους από τους αετούς και πιο δυνατούς από τα λιοντάρια. Ακόμη καλεί τις γυναίκες των Ισραηλιτών να θρηνήσουν τον Σαούλ, ο οποίος πάντα τις έντυνε με εορταστικά κόκκινα φορέματα και με χρυσά κοσμήματα, τα οποία είχε πάρει ως λάφυρα από τους εχθρούς. Στο τέλος ο Δαβίδ θρηνεί και υμνεί τη μεγάλη του φιλία με τον Ιωνάθαν (Β' Βασιλειών 1,17-27).

Ο Ψαλμός 18 και η ωδή του Δαβίδ στο Β' Βασιλειών κεφ. 22, είναι ένας ύμνος δοξολογίας και ευγνωμοσύνης του Δαβίδ προς τον Κύριο, που τον λύτρωσε απ' όλους τους εχθρούς του και ειδικά από τα χέρια του Σαούλ. Πολλούς από τους Ψαλμούς ο Δαβίδ τους έγραψε την περίοδο αυτή της ζωής του.

 

 

 

ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ

 

Κοντάκιον

Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Εὐφροσύνης σήμερον, Δαυῒδ πληροῦται ὁ θεῖος, Ἰωσήφ τε αἴνεσιν, σὺν Ἰακώβῳ προσφέρει· στέφος γὰρ τῇ συγγενείᾳ Χριστοῦ λαβόντες, χαίρουσι, καὶ τὸν ἀφράστως ἐν γῇ τεχθέντᾳ, ἀνυμνοῦσι καὶ βοῶσιν· Οἰκτίρμον σῷζε τοὺς σὲ γεραίροντας.

 

Κοντάκιον

Ἦχος β’. Αὐτόμελον.
Χειρόγραφον εἰκόνα μὴ σεβασθέντες, ἀλλ' ἀγράφῳ οὐσίᾳ θωρακισθέντες τρισμακάριοι, ἐν τῷ σκάμματι τοῦ πυρὸς ἐδοξάσθητε, ἐν μέσῳ δὲ φλογὸς ἀνυποστάτου ἱστάμενοι, Θεὸν ἐπεκαλεῖσθε· Τάχυνον ὁ Οἰκτίρμων, καὶ σπεῦσον ὡς ἐλεήμων, εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν, ὅτι δύνασαι βουλόμενος.

 

Κάθισμα


Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.
Ὑμνήσωμεν πιστοί, τοὺς Προπάτορας πάντας, Χριστοῦ τοῦ δι' ἡμᾶς, ἐπὶ γῆς ὁραθέντος, δοξάζοντες ἐν ᾄσμασι, τὸν αὐτοὺς θαυμαστώσαντα, ὡς τὴν ἔλευσιν, προεκτυπώσαντας τούτου, καὶ τὴν γέννησιν, τὴν ἐκ Παρθένου ἀφράστως, τῷ κόσμῳ κηρύξαντας.