ΚΡΙΤΕΣ  

ΑΡΧΙΚΗ

ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΤΗΣ Π.Δ.

ΔΙΚΑΙΟΙ ΤΗΣ Π.Δ.

 

ΣΑΜΨΩΝ

 

Ο ΚΡΙΤΗΣ ΣΑΜΨΩΝ

 

Ο Σαμψών

Ο Σαμψών ήταν ο δέκατος τρίτος κατά σειρά Κριτής του Ισραήλ. Ήταν γιος του Μανωέ (Μανωάχ), από τη φυλή Δαν και ήταν ο τελευταίος Κριτής του Ισραήλ πριν τον Σαμουήλ. Αναφέρεται ως Ναζηραίος (Κριτές 13,5. 16,17) και είχε υπερφυσικές δυνάμεις τις οποίες έδωσε το Πνεύμα του Κυρίου (Κριτές 13,25. 14,6-19. 15,14-15).

 

 

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ Η ΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΣΑΜΨΩΝ

 

Οι Ισραηλίτες δυσαρέστησαν πάλι με τις πράξεις τους τον Κύριο κι αυτός τους παρέδωσε στους Φιλισταίους για σαράντα χρόνια. Εκείνο τον καιρό ζούσε στη Σαραά (Σωρεά) κάποιος που ονομαζόταν Μανωέ (Μανωάχ) και προερχόταν από τη φυλή Δαν. Η γυναίκα του ήταν στείρα και δε γεννούσε παιδιά.

Μια μέρα παρουσιάστηκε στη γυναίκα ο άγγελος του Κυρίου και της ανήγγειλε ότι θα γεννούσε γιο. Της είπε: «Εσύ τώρα είσαι στείρα και δε γεννάς. Αλλά θα μείνεις έγκυος και θα γεννήσεις γιο. Πρόσεχε, λοιπόν, από τώρα να μην πίνεις κρασί και και να μην τρως τίποτε ακάθαρτο, γιατί ο γιος που θα γεννήσεις θα είναι Ναζηραίος, δηλαδή αφιερωμένος στο Θεό απ' την κοιλιά της μάνας του, και δε θα του κόψουν τα μαλλιά. Αυτός θα ελευθερώσει τον Ισραήλ από τους Φιλισταίους» (Κριτές 13,1-5).

 

Όταν η γυναίκα διηγήθηκε το περιστατικό με τον άγγελο στον Μανωέ, αυτός προσευχήθηκε και ζήτησε από το Θεό να ξανάρθει ο άγγελος και να του διδάξει πως θα μεγαλώσουν το παιδί. Ο Θεός άκουσε την προσευχή του και ξανάρθε ο άγγελος στη γυναίκα, την ώρα που αυτή βρισκόταν στο χωράφι. Ο άντρας της, δεν ήταν μαζί της. Εκείνη τότε έτρεξε γρήγορα να του το αναγγείλει.

Ο Μανωέ ακολούθησε τη γυναίκα του, πλησίασε τον άγγελο και τον ρώτησε τι θα πρέπει να προσέξουν σχετικά με το παιδί που θα γεννηθεί. Ο άγγελος επανέλαβε όσα είχε πει στη γυναίκα, ότι δεν πρέπει να τρώει ούτε να πίνει τίποτε ακάθαρτο (Κριτές 13,6-14).

 

Ο Μανωέ είπε στον άγγελο του Κυρίου: «Δέξου να σε κρατήσουμε, να σου ετοιμάσουμε ένα κατσικάκι».

Αλλά ο άγγελος του Κυρίου του απάντησε: «Κι αν ακόμα με κρατήσεις, δε θα φάω από το φαγητό σου. Αν όμως θέλεις, πρόσφερε το στον Κύριο».

Ο Μανωέ δεν ήξερε ότι αυτός ήταν ο άγγελος του Κυρίου. Τότε ρώτησε τον άγγελο: «Ποιο είναι το όνομά σου, για να σε τιμήσουμε όταν εκπληρωθεί ο λόγος σου;» 

Ο άγγελος του απάντησε: «Γιατί ρωτάς για τ' όνομά μου; Είναι όνομα θαυμαστό».

Τότε πήρε ο Μανωέ ένα κατσίκι και την αναίμακτη θυσία και τα πρόσφερε πάνω σ' ένα βράχο στον Κύριο. Κι ενώ μαζί με τη γυναίκα του παρατηρούσαν τις φλόγες που ανέβαιναν από το θυσιαστήριο στον ουρανό, είδαν τον άγγελο του Κυρίου να υψώνεται μέσα στις φλόγες. Ο Μανωέ και η γυναίκα του, βλέποντάς το έπεσαν με το πρόσωπο στη γη. Τότε αυτός κατάλαβε ότι επρόκειτο για τον άγγελο του Κυρίου και φοβήθηκε (Κριτές 13,15-23).

 

Η γυναίκα, λοιπόν, γέννησε γιο και τον ονόμασαν Σαμψών. Το παιδί μεγάλωνε και ο Κύριος το ευλογούσε.  Βρισκόταν στο στρατόπεδο του Δαν, όταν το Πνεύμα του Θεού άρχισε να τον οδηγεί σε δράση (Κριτές 13,24-25).

 

 

Η ΠΡΩΤΗ ΔΙΑΜΑΧΗ ΤΟΥ ΣΑΜΨΩΝ

ΜΕ ΤΟΥΣ ΦΙΛΙΣΤΑΙΟΥΣ

 

Ο Σαμψών

Κάποτε ο Σαμψών πήγε στην πόλη Θαμναθά (Τιμναθά) κι εκεί είδε μια νεαρή Φιλισταία. Όταν γύρισε σπίτι του, είπε στους γονείς του, ότι γνώρισε μια Φιλισταία και ότι θέλει να την παντρευτεί. Οι γονείς του είχαν τις αντιρρήσεις τους, αλλά δεν ήξεραν ότι αυτό προερχόταν από τον Κύριο, ο οποίος ζητούσε αφορμή για να τα βάλει με τους Φιλισταίους (Κριτές 14,1-4).

 

Μια μέρα που ο Σαμψών ήταν κοντά στην Θαμναθά, ένα νεαρό λιοντάρι όρμησε μέσα από τα αμπέλια πάνω στον Σαμψών. Τότε το Πνεύμα του Κυρίου ήρθε πάνω στο Σαμψών και μόνο με τα χέρια του το ξέσκισε, όπως θα ξέσχιζε ένα κατσικάκι. Δεν είπε όμως τίποτα γονείς του γι' αυτό του το κατόρθωμα (Κριτές 14,5-6).

 

Κατόπιν κατέβηκε στην πόλη και συνάντησε την κοπέλα, η οποία του άρεσε πολύ. Και μετά από μέρες, όταν πήγε με τους γονείς του στη Θαμναθά, για να πάρει την κοπέλα για γυναίκα του, βγήκε λίγο απ' το δρόμο του, για να δει το πτώμα του λιονταριού. Μες στο πτώμα είχε φωλιάσει ένα σμήνος από μέλισσες και υπήρχε μια κηρύθρα με μέλι μέσα σ' αυτό.  Μάζεψε μέλι στις χούφτες του και καθώς προχωρούσε στο δρόμο του, έτρωγε. Όταν πήγε στους γονείς του τους έδωσε μέλι κι έφαγαν. Αλλά δεν τους είπε ότι το είχε πάρει μέσα απ' το κουφάρι του λιονταριού (Κριτές 14,7-9).

 

Ο πατέρας του επισκέφτηκε το σπίτι της νύφης του κι ο Σαμψών ετοίμασε εκεί γαμήλιο συμπόσιο, όπως συνήθιζαν τότε οι νέοι. Όταν τον είδαν οι Φιλισταίοι έστειλαν τριάντα νέους, ως συνοδούς, να τον συντροφεύουν. Ο Σαμψών τους είπε: «θα σας πω ένα αίνιγμα, αν μου το λύσετε στις εφτά μέρες που θα διαρκέσει το συμπόσιο, θα σας δώσω τριάντα λινούς χιτώνες και τριάντα γιορτινές φορεσιές. Αν όμως δεν μπορέσετε να μου το λύσετε, τότε εσείς θα μου δώσετε τριάντα λινούς χιτώνες και τριάντα γιορτινές φορεσιές.

Αυτοί του απάντησαν: «Πες μας το αίνιγμα σου, να το ακούσουμε». 

Ο Σαμψών τους είπε: «Από 'κείνον που τρώει, βγήκε εκείνο που τρώγεται. Απ' αυτόν που 'χει δύναμη, βγήκε αυτό που 'χει γλύκα. Τι είναι;» (Κριτές 14,10-14)

 

Τρεις μέρες, πέρασαν, και δεν μπόρεσαν να λύσουν το αίνιγμα οι νέοι. Την τέταρτη μέρα είπαν στη γυναίκα του Σαμψών: «Προσπάθησε με κολακείες να καταφέρεις τον άντρα σου να μας εξηγήσει το αίνιγμα, για να μην βάλουμε φωτιά και σας κάψουμε κι εσένα και το σπίτι του πατέρα σου. Μας καλέσατε εδώ, για να μας γδύσετε;»

Τότε η γυναίκα του Σαμψών έπεσε στο λαιμό του κλαίγοντας και προσπάθησε να τον πείσει να της εξηγήσει το αίνιγμα.

Ο Σαμψών αρνήθηκε να της το αποκαλύψει, ώσπου τέλειωσαν οι εφτά μέρες που κράτησε το συμπόσιο. Την έβδομη πια μέρα, της έδωσε τη λύση, γιατί τον είχε ταλαιπωρήσει πολύ. Κι αυτή έδωσε τη λύση του αινίγματος στους συμπατριώτες της. Την έβδομη μέρα, πριν βασιλέψει ο ήλιος, οι άντρες της πόλης του είπαν: «Τι απ' το μέλι πιο γλυκό, κι απ' το λιοντάρι πιο δυνατό;».

Κι αυτός τους απάντησε: «Αν με τη γυναίκα μου δεν είχατε οργώσει, λύση στο αίνιγμα μου δεν θα είχατε δώσει» (Κριτές 14,14-18).

 

Τότε ήρθε σ' αυτόν το Πνεύμα του Κυρίου και κατέβηκε στην Ασκάλωνα, σκότωσε τριάντα άντρες, πήρε τα υπάρχοντα τους, έδωσε τα ρούχα σ' εκείνους που έλυσαν το αίνιγμα και πήγε οργισμένος στο σπίτι του πατέρα του. Τη γυναίκα του Σαμψών την έδωσαν σ' έναν από τους τριάντα συνοδούς (Κριτές 14,19-20).

 

 

Η ΔΙΑΜΑΧΗ ΤΟΥ ΣΑΜΨΩΝ

ΜΕ ΤΟΥΣ ΦΙΛΙΣΤΑΙΟΥΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

 

Ύστερα από λίγο καιρό, ο Σαμψών επισκέφτηκε τη γυναίκα του και της έφερε ένα κατσίκι. Αλλά όταν ζήτησε να πλαγιάσει με τη γυναίκα του, ο πατέρας της δεν τον άφησε να μπει, γιατί την έδωσε σ' έναν από τους συνοδούς του. Του πρότεινε όμως να πάρει τη μικρότερη αδερφή της που ήταν ωραιότερη από κείνη.

Τότε ο Σαμψών οργισμένος πήγε κι έπιασε 300 αλεπούδες. Κατόπιν έδεσε ουρά με ουρά τις αλεπούδες και έβαλε από έναν δαυλό ανάμεσα σε κάθε ζευγάρι ουρές. Άναψε τους δαυλούς κι άφησε τις αλεπούδες ελεύθερες στα σπαρτά των Φιλισταίων. Έτσι κάηκαν τα πάντα (Κριτές 15,1-5).

 

Όταν έμαθαν οι Φιλισταίοι ότι ο Σαμψών έκαψε τα σπαρτά τους, πήγαν στο σπίτι της γυναίκας, κι έκαψαν κι αυτήν και το σπίτι του πατέρα της.  Τότε ο Σαμψών τους χτύπησε αλύπητα με μεγάλη σφαγή. Έπειτα πήγε κι έμεινε σε μια σπηλιά.

Οι Φιλισταίοι στρατοπέδευσαν στην περιοχή της φυλής Ιούδα και άρχιζαν να καταστρέφουν με τη σειρά τους τα σπαρτά των Ισραηλιτών. Όταν οι άντρες της φυλής Ιούδα έμαθαν το λόγο που οι Φιλισταίοι ήρθαν στην περιοχή τους, πήγαν και βρήκαν το Σαμψών στη σπηλιά και αφού ήρθαν σε συνεννόηση μαζί του, τον έδεσαν για να τον παραδώσουν στους Φιλισταίους (Κριτές 15,6-13).

 

Όταν οι Φιλισταίοι είδαν δεμένο τον Σαμψών όρμησαν με αλαλαγμούς χαράς εναντίον του. Τότε το Πνεύμα του Κυρίου ήρθε πάνω του και απόκτησε δύναμη μεγάλη, και τα σχοινιά που έδεναν τα μπράτσα του έσπασαν σαν κλωστές. Εκεί κάπου βρήκε το σαγόνι ενός πρόσφατα σκοτωμένου γαϊδουριού, το πήρε στο χέρι του και μ' αυτό σκότωσε χίλιους Φιλισταίους.

Ξαφνικά δίψασε πάρα πολύ και ζήτησε από τον Κύριο νερό. Τότε ο Θεός έσχισε το κοίλωμα ενός βράχου και βγήκε από 'κει νερό και ήπιε ο Σαμψών κι αναζωογονήθηκε.

Ο Σαμψών κυβέρνησε τον Ισραήλ στις μέρες των Φιλισταίων για 20 χρόνια (Κριτές 15,14-20).

 

 

ΣΑΜΨΩΝ ΚΑΙ ΔΑΛΙΔΑ

 

Σαμψών και Δαλιδά

Μια μέρα ο Σαμψών πήγε στη Γάζα κι εκεί είδε μια πόρνη και πλάγιασε μαζί της. Οι κάτοικοι της Γάζας τον πήραν είδηση ότι πήγε εκεί, και τη νύχτα έστησαν ενέδρα στην πύλη της πόλεως, περιμένοντας πότε θα βγει έξω για να τον σκοτώσουν.

Ο Σαμψών κοιμήθηκε ως τα μεσάνυχτα και όταν σηκώθηκε, βγήκε από το σπίτι και πήγε να φύγει από την πύλη της πόλεως. Μόλις τους είδε, έπιασε τα θυρόφυλλα της πύλης μαζί με τους δύο παραστάτες, τα φόρτωσε στους ώμους του και ανέβηκε στην κορυφή ενός βουνού και τα πέταξε εκεί (Κριτές 16,1-3).

 

Έπειτα από το γεγονός αυτό, αγάπησε μια γυναίκα, που ονομαζόταν Δαλιδά και κατοικούσε στην πόλη Αλσωρήχ. Οι άρχοντες των Φιλισταίων πήγαν και τη βρήκαν και την έπεισαν να προσπαθήσει να μάθει από που ο Σαμψών αντλεί τη μεγάλη του δύναμη, έτσι ώστε να μπορέσουν να τον νικήσουν και να τον αιχμαλωτίσουν. Σε αντάλλαγμα της υποσχέθηκαν χίλιους εκατό ασημένιους σίκλους ο καθένας (Κριτές 16,4-5).

 

Έτσι κάποια μέρα η Δαλιδά ρώτησε το Σαμψών: «Πες μου, σε παρακαλώ, από πού προέρχεται η μεγάλη δύναμη σου και πως μπορεί κανείς να σε δέσει;» Ο Σαμψών της είπε: «Αν με δέσουν με εφτά νωπά νεύρα, που δεν έχουν ακόμη ξεραθεί, τότε θα χάσω τη δύναμη μου και θα γίνω σαν ένας κοινός άνθρωπος».

Τότε οι άρχοντες των Φιλισταίων της έφεραν εφτά νωπά νεύρα και μ' αυτά τον έδεσε. Στο μεταξύ αυτή είχε κρύψει ανθρώπους, που περίμεναν έτοιμοι, στο εσωτερικό του σπιτιού. Ξαφνικά του φώναξε: «Σαμψών, οι Φιλισταίοι έρχονται εναντίον σου!» Τότε αυτός έσπασε τα νεύρα, όπως σπάει μια κλωστή κι έτσι δεν αποκαλύφτηκε το μυστικό της δύναμης του (Κριτές 16,6-9).

 

Τότε η Δαλιδά είπε στο Σαμψών: «Με γέλασες και μου είπες ψέματα. Πες μου, λοιπόν, τώρα, πώς μπορεί κανείς να σε δέσει;» Αυτός της απάντησε: «Αν με δέσουν γερά με καινούρια σχοινιά, που δεν τα 'χουν ακόμα χρησιμοποιηθεί σε καμιά δουλειά, τότε θα χάσω τη δύναμη μου και θα γίνω σαν ένας κοινός άνθρωπος».

Η Δαλιδά πήρε καινούρια σχοινιά και τον έδεσε μ' αυτά. Και ξαφνικά του φώναξε: «Σαμψών, οι Φιλισταίοι έρχονται εναντίον σου!» Στο μεταξύ είχε κρύψει πάλι ανθρώπους, που περίμεναν έτοιμοι στο εσωτερικό του σπιτιού. Αυτός όμως έσπασε τα σχοινιά από τα μπράτσα του, σα να ήταν κλωστές (Κριτές 16,10-12).

 

Η Δαλιδά είπε στο Σαμψών: «Ως τώρα με γέλασες και μου είπες ψέματα. Φανέρωσέ μου, λοιπόν, πώς μπορεί κανείς να σε δέσει». Αυτός της είπε: «Αν πλέξεις τις εφτά πλεξίδες του κεφαλιού μου στο στημόνι του αργαλειού, τότε θα χάσω τη δύναμη μου και θα γίνω σαν ένας κοινός άνθρωπος».

Έτσι, η Δαλιδά κοίμισε τον Σαμψών, πήρε τις εφτά πλεξούδες του κεφαλιού του και τις ύφανε με το στημόνι του αργαλειού, και μετά τις στερέωσε σ' ένα πάσσαλο στον τοίχο. Έπειτα του φώναξε: «Σαμψών, οι Φιλισταίοι έρχονται εναντίον σου!» Αυτός ξύπνησε και τράβηξε με τα μαλλιά του και τον πάσσαλο από τον τοίχο (Κριτές 16,13-14).

 

Η Δαλιδά του είπε πάλι: «Πώς μπορείς να λες ότι μ' αγαπάς, ενώ η καρδιά σου δεν είναι μαζί μου; Τρεις φορές με γέλασες και δε μου φανέρωσες πού βρίσκεται η μεγάλη σου δύναμη». Κι αφού κάθε μέρα τον ταλαιπωρούσε με τα λόγια της και τον τυραννούσε, στο τέλος της άνοιξε όλη την καρδιά του και της είπε: «Ξυράφι δεν πέρασε ποτέ από το κεφάλι μου, γιατί εγώ είμαι Ναζηραίος, δηλαδή αφιερωμένος στο Θεό από την κοιλιά της μάνας μου. Αν ξυρίσω τα μαλλιά μου, τότε θα χάσω τη δύναμη μου και θα γίνω σαν ένας κοινός

άνθρωπος».

Η Δαλιδά κατάλαβε ότι της άνοιξε όλη του την καρδιά, κι έστειλε και κάλεσε τους άρχοντες των Φιλισταίων και τους είπε: «Αυτή τη φορά, μπορείτε να 'ρθετε, γιατί μου άνοιξε όλη την καρδιά του». Οι άρχοντες των Φιλισταίων πήγαν στο σπίτι της φέρνοντας και το ασήμι μαζί τους.  Αυτή τον κοίμισε στα γόνατα της και φώναξε έναν άνθρωπο ο οποίος ξύρισε τις εφτά πλεξίδες του Σαμψών.

Μετά του φώναξε: «Σαμψών, οι Φιλισταίοι έρχονται εναντίον σου!» Ο Σαμψών ξύπνησε αλλά το Πνεύμα του Θεού είχε φύγει πλέον απ' αυτόν (Κριτές 16,15-20).

 

Τότε οι Φιλισταίοι τον συνέλαβαν, του έβγαλαν τα μάτια και τον οδήγησαν στη Γάζα. Εκεί τον έδεσαν με χάλκινες αλυσίδες και τον έβαλαν ν' αλέθει με τον μύλο στάρι στη φυλακή. Ωστόσο τα μαλλιά του κεφαλιού του είχαν αρχίσει να μεγαλώνουν από τότε που του τα είχαν ξυρίσει (Κριτές 16,21-22).

 

 

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΣΑΜΨΩΝ

 

Ο Σαμψών

Κάποτε οι άρχοντες των Φιλισταίων είχαν συγκεντρωθεί για να προσφέρουν μεγάλη θυσία στο Δαγών, το θεό τους, και να πανηγυρίσουν. Και όταν ήρθαν στο κέφι έβγαλαν τον Σαμψών από τη φυλακή και τον έφεραν να τους διασκεδάσει. Τον έβαλαν να σταθεί ανάμεσα στις κολόνες του ναού τους και διασκέδαζαν με το θέαμα (Κριτές 16,23-25).

 

Τότε ο Σαμψών είπε στον νέο που τον οδηγούσε από το χέρι: «Φέρε με ν' αγγίξω τις κολόνες που στηρίζουν το ναό θέλω ν' ακουμπήσω πάνω τους». Το κτίριο ήταν κατάμεστο από κόσμο. Εκεί ήταν όλοι οι άρχοντες των Φιλισταίων, και πάνω στη στέγη ήταν κάπου τρεις χιλιάδες άντρες και γυναίκες που διασκέδαζαν βλέποντας τον Σαμψών.

Ο Σαμψών φώναξε στον Κύριο και είπε: «Κύριε, Θεέ, θυμήσου με, σε παρακαλώ, και κάνε με δυνατό μονάχα ετούτη τη φορά, για να εκδικηθώ μια για πάντα τους Φιλισταίους για τα δύο μου μάτια».

Μετά έπιασε τις δύο κεντρικές κολόνες που στήριζαν το ναό κι ακούμπησε πάνω τους, στη μια με το δεξί του χέρι και στην άλλη με το αριστερό,  και είπε: «Ας πεθάνω κι εγώ μαζί με τους Φιλισταίους». Έσπρωξε με όλη του τη δύναμη κι έπεσε ο ναός πάνω στους άρχοντες και σ' όλο τον λαό που ήταν εκεί. Έτσι, αυτοί που ο Σαμψών σκότωσε με το θάνατό του ήταν περισσότεροι από εκείνους που είχε σκοτώσει σ' όλη τη ζωή του (Κριτές 16,26-30).

 

Τ' αδέρφια του και όλη η οικογένεια του πατέρα του, τον πήραν και τον έθαψαν ανάμεσα στη Σαραά (Σωρεά) και στην Εσθαόλ, στον τάφο του Μανωέ, του πατέρα του. Ο Σαμψών κυβέρνησε τον Ισραήλ είκοσι χρόνια (Κριτές 16,31).

Ο Σαμψών συμπεριλαμβάνεται στον κατάλογο των ηρώων της πίστεως, στην προς Εβραίους επιστολή (11,32-34).

  

 

         

ΠΗΓΕΣ

Αγία Γραφή - Εγκυκλοπαίδειες

 

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ - ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ

Σαμουήλ.

Κριτές Οι φυλές του Ισραήλ Ναζηραίος,  άγγελοι.