ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

 

ΚΥΠΡΟΣ

 

Η ΚΥΠΡΟΣ

 

Χάρτης της Κύπρου

Η Κύπρος βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο της Μεσογείου. Είναι το τρίτο μεγαλύτερο σε έκταση νησί της Μεσογείου μετά τη Σαρδηνία και τη Σικελία. Έχει έκταση 9.251 τ.χλμ. και πληθυσμό 1.000.000 κ.

Διοικητικά η Κύπρος διαιρείται σε 6 επαρχίες: Λευκωσίας, Αμμοχώστου, Λεμεσού, Λάρνακας, Πάφου και Κερύνειας. Πρωτεύουσα της Κύπρου είναι η Λευκωσία με 240.000 κατοίκους. Άλλες μεγάλες πόλεις είναι η Λεμεσός με 100.952 κάτ., η Λάρνακα με 62.997 κάτ., η Πάφος με 32.754 κάτ. και η Αμμόχωστος που βρίσκεται στα κατεχόμενα και έχει εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους της.

Πριν την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974 ο πληθυσμός της Κύπρου αποτελούνταν από 82% Ελληνοκύπριους και 18% Τουρκοκύπριους.  Υπάρχουν και μειονότητες όπως Μαρωνίτες, Αρμένιοι, Λατίνοι κ.ά.. Μετά την τουρκική εισβολή του 1974, το 37% του κυπριακού εδάφους είναι τουρκοκρατούμενο και 200.000 Έλληνες Κύπριοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και να καταφύγουν ως πρόσφυγες στα νότια του νησιού. Παράλληλα, οι Τούρκοι Κύπριοι καθώς και μεγάλος αριθμός εποίκων μεταφέρθηκαν στον κατεχόμενο από την Τουρκία βορρά.

 

Η κυπριακή διάλεκτος διαμορφώθηκε σε στενή σχέση με την αρκαδική διάλεκτο των Αχαιών αποίκων. Η νεώτερη κυπριακή διάλεκτος είναι μια από τις πιο ιδιόμορφες νεοελληνικές διαλέκτους, με πολλά αρχαϊκά στοιχεία και προσθήκες στη μεσαιωνική εποχή.

 

 

 

ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ

 

Το όνομα Κύπρος φέρεται να επικράτησε από τους Έλληνες από την εποχή του Ομήρου, από τους οποίους και μεταδόθηκε στη συνέχεια σε όλους τους παρακείμενους λαούς. Δεν ήταν, όμως, ούτε το πρώτο ούτε και το μοναδικό όνομα της νήσου. Στους πήλινους πίνακες του Τελ ελ Αμάρνα εμφανίζεται με το όνομα Αλασία. Το όνομα αυτό απαντάται ακόμα και σήμερα σε διάφορα τοπωνύμια όπως Άλασσος, Αϊλάσυκα.
Επίσης στην Αγία Γραφή υπάρχει και το όνομα Κιτίμ, που αποδίδεται στην Κύπρο, αν και με το όνομα αυτό προσδιορίζεται η περιοχή που βρίσκεται δυτικότερα, όπως Ιταλία ή η Ελλάδα.

Η ετυμολογία του ονόματος Κύπρος δεν είναι σίγουρη. Μία άποψη είναι ότι η καταγωγή του ονόματος προέρχεται από την Ελληνική λέξη για το Μεσογειακό κυπαρίσσι (κυπάρισσος) ή ακόμα και από το Ελληνικό όνομα για του φυτού χέννα, κύπρος. Μία άλλη άποψη είναι ότι η ρίζα του ονόματος είναι από την Ετεοκυπριακή λέξη για το χαλκό.

 

Όμως το ελληνικό όνομα Κύπρος απαντάται τόσο στην Ιλιάδα όσο και την Οδύσσεια. Κατά πρώτον απαντάται στο Λ 21 της Ιλιάδας μαζί με την Κινύρα παράδοση. Επίσης στην Οδύσσεια στους στίχους δ.83, θ 363, ρ 442, και 448. Στη δε Ιλιάδα στους στίχους Ε 330, 422, 458, 768 και 873.
Η Κύπρος είναι επίσης γνωστή σαν το Νησί της Αφροδίτης αφού κατά την Ελληνική Μυθολογία η θεά Αφροδίτη, όπως δηλώνει και το όνομά της (γεννημένη από τον αφρό) γεννήθηκε στο νησί κοντά στην Πέτρα του Ρωμιού στις ακτές της Πάφου. Πουθενά στις αρχαίες πηγές δεν υπάρχει αναφορά για γέννηση της Ιστάρ-Αστάρτης των Φοινίκων στην Κύπρο αντίθετα με την Αφροδίτη των Ελλήνων που μάλιστα φέρει και το προσωνύμιο "Κύπρις".

Επίσης πολλά αρχαία προσωπικά ονόματα φέρονται συνδεδεμένα με το όνομα Κύπρος, όπως Αριστόκυπρος, Αριστοκύπρα, Θεμιστοκύπρα, Κυπραγόρας, Κυπρόθεμις, Κυπροκράνης, Ονασίκυπρος, Πασίκυπρος, Στασίκυπρος, Τιμόκυπρος, Φιλόκυπρος κ.ά.

 

 

ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

 

Στην Κύπρο δεσπόζουν δύο μεγάλοι ορεινοί όγκοι: η οροσειρά του Ολύμπου ή του Τροόδους και η οροσειρά του Πενταδάκτυλου. Ψηλότερη κορυφή της οροσειράς του Ολύμπου και του νησιού είναι ο Όλυμπος (2.140 μ.), το Τρόοδος (1.800 μ.) κ.ά. Η οροσειρά του Πενταδάκτυλου καταλαμβάνει το βόρειο μέρος του νησιού. Η ψηλότερη κορυφή της οροσειράς έχει ύψος 1.045 μ.

Η μεγαλύτερη και μοναδική αξιόλογη πεδιάδα του νησιού είναι η πεδιάδα της Μεσαορίας. Η Κύπρος δεν έχει ποτάμια αλλά μόνο χειμάρρους και λίμνες, που ξεραίνονται το καλοκαίρι.

 

 

ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

 

Η κυπριακή μυθολογία είναι σχεδόν, παράλληλη με την ελληνική. Έχει τις ρίζες της στην προϊστορική εποχή κατά την οποία ήταν ευρύτατα αναπτυγμένη η λατρεία της Κυβέλης ή Ρέας, συζύγου του Κρόνου και μητέρας των κυριότερων θεών της αρχαιότητας.

Οι Ταλχίνες, ονομαστοί θαυματοποιοί και μεγάλοι εφευρέτες, αναφέρονται ως ιερείς της αρχαιότερης θρησκείας. Από αυτούς προήλθαν οι Κορύβαντες ή Κουρήτες, οι οποίοι τιμούσαν την Κυβέλη με καταθλιπτική θρησκευτική έξαρση. Χόρευαν την "πρύλιν", είδος χορού όμοιου με το γνωστό "πυρρίχιο", προκαλώντας θόρυβο, καθώς χτυπούσαν τα ξίφη πάνω στις ασπίδες, με τους αυλούς και τα κύμβαλα.

Την ίδια περίπου εποχή λατρεύονταν στην Κύπρο ο Δίας και οι άλλοι θεοί του Ολύμπου. Εξάλλου, όπως αναφέρουν ο Όμηρος και διάφοροι άλλοι συγγραφείς της αρχαιότητας, στη διάρκεια του Τρωικού πολέμου οι Έλληνες συμμάχησαν με τους Κύπριους ενώ δεν είχαν δεχθεί τη συμμαχία κανενός άλλου, ξένου, λαού. Σύμφωνα με τον Παυσανία, η Κύπρος διεκδικεί μαζί με πολλές άλλες ελληνικές περιοχές, το προνόμιο ότι στο έδαφός της γεννήθηκε ο Όμηρος. Και όπως αναφέρει η παράδοση στην Κύπρο εγκαταστάθηκαν Έλληνες ήρωες του Τρωικού πολέμου, στους οποίους αποδίδεται μάλιστα και η ίδρυση διάφορων πόλεων, όπως η Πάφος, η Αίπεια, η Σαλαμίνα κ.ά.

 

Η "Κύπρις Αφροδίτη" ήταν η θεά που λατρευόταν με ιδιαίτερη λαμπρότητα στην Πάφο, που θεωρείται και η αρχαιότερη κυπριακή πόλη. Παλαιότερες μυθικές διηγήσεις που σχετίζονται με τη λατρεία της Αφροδίτης, αναφέρουν για τη θεά της ομορφιάς και του έρωτα τα εξής: όταν ο Κρόνος ακρωτηρίασε τον πατέρα του Ουρανό πέταξε τα υπολείμματα στη θάλασσα και από τον αφρό που σχηματίστηκε γεννήθηκε η θεά του έρωτα, που πήρε και την προσωνυμία Αφρογένεια. Οι πνοές του Ζέφυρου οδήγησαν την απαράμιλλη παρθένα στα παράλια της Κύπρου, όπου την υποδέχτηκαν οι Ώρες, θυγατέρες του Δία. Αυτές, αφού τη στόλισαν, την οδήγησαν σαν αληθινή βασίλισσα πάνω στον Όλυμπο, κοντά στους άλλους αθάνατους θεούς. Από την Πάφο, σύμφωνα με τον Όμηρο και άλλους αρχαίους συγγραφείς, πήρε η Αφροδίτη το όνομα Παφία, ενώ η Κύπρος ονομάστηκε νησί της Αφροδίτης. Κατά την παράδοση, ιδρυτής της θρησκείας της Αφροδίτης στην Κύπρο ήταν ο Κινύρας, γιος του Απόλλωνα και της Πάφου ή του Ευρυμέδοντα και της Νύμφης Παφίας ή του Απόλλωνα και της Φαρυάκης. Ο ίδιος ο Κινύρας ήταν αρχιερέας της Αφροδίτης, ενώ ο ένας από τους γιους του, ο Αμάρακος, ήταν αφιερωμένος στο τέμενος της ίδιας θεάς.

Ο Κινύρας ήταν επίσης και βασιλιάς της Κύπρου και φιλοξένησε τον Αγαμέμνονα, στον οποίο δώρισε ένα πολύτιμο θώρακα. Κατά μία άλλη παράδοση ο Κινύρας ήταν ποιητής των γιορταστικών τραγουδιών, καθώς και των θρήνων για το θάνατο του Άδωνη. Αυτός είχε εισαγάγει στο νησί τη λατρεία της Αφροδίτης και είχε αποκτήσει την εύνοια του θεού Απόλλωνα, από τον οποίο είχε πάρει το χάρισμα της μουσικής και του τραγουδιού. Διοργάνωσε διάφορες τελετές προς τιμή του Άδωνη και είχε χτίσει ναό της Αφροδίτης στο εσωτερικό του νησιού. Για άγνωστους λόγους, οι τρεις κόρες, που είχε αποκτήσει από τη Μεθάρμη προκάλεσαν την οργή της Αφροδίτης με αποτέλεσμα να καταληφτούν από ένα είδος τρέλας και να εκδίδονται στους ξένους που επισκέπτονταν το νησί.

Εξάλλου, κατά την κυπριακή μυθολογία, από τον παράνομο έρωτα της θυγατέρας του Κινύρα Μίρρας γεννήθηκε ο Άδωνης, τον οποίο ερωτεύτηκε η Αφροδίτη. Ο έρωτας αυτός προκάλεσε την οργή των άλλων θεών και ιδιαίτερα της Άρτεμης, η οποία έστειλε έναν κάπρο να σκοτώσει τον ωραίο Κύπριο νέο. Από το αίμα του Άδωνη γονιμοποιήθηκε η γη του νησιού, που, από τότε, γεμίζει, κάθε άνοιξη, από κόκκινες ανεμώνες και κρόκους. Σε πολλά μέρη του νησιού τα λουλούδια αυτά φέρνουν το όνομα του Άδωνη.

 

Ο εγγονός του Κινύρα, από τον πρωτότοκο γιο του Κούριο, αναφέρεται ως πρώτος εφευρέτης του χαλκού. Σ' αυτόν αποδίδονται η τελειοποίηση της τέχνης επεξεργασίας του χρυσού και η διδασκαλία της κεραμουργίας και αγγειοπλαστικής στους κατοίκους της περιοχής της Λαπήθου. Ο άλλος γιος του Κινύρα, ο Αμάρακος, ήταν περίφημος κατασκευαστής αρωμάτων και μυρωδικών, τα οποία ήταν περιζήτητα. Η ικανότητά του αυτή, μάλιστα, προκάλεσε την οργή των θεών, που τον μετέβαλαν σε θάμνο τον αμάραντο, όπως λέγεται ακόμα και σήμερα η μαντζουράνα στην Κύπρο.

Στην Πάφο υπήρχε ναός της Αφροδίτης, που είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη στην αρχαιότητα. Ως ιδρυτές του ναού αυτού αναφέρονται ο Κινύρας και ο Αγαπήνορας, ένας από τους μνηστήρες της Ελένης, που βρέθηκε στην Κύπρο σαν ναυαγός. Στην Πάφο γινόταν μεγάλο πανηγύρι που συγκέντρωνε κάθε χρόνο τους κατοίκους όλου του νησιού. Σχημάτιζαν μεγάλη πομπή και πήγαιναν στην Παλαίπαφο, όπου τελούσαν "μυστήρια", στα οποία κάθε μύστης κρατούσε ένα φαλλό και αλάτι. Εξάλλου, στην Πάφο τα κορίτσια συνήθιζαν πριν από το γάμο τους να θυσιάζουν την παρθενιά τους μέσα στο ναό της θεάς. Ισχυρίζονταν, μάλιστα πως κάθε γυναίκα, τουλάχιστο μια φορά στη ζωή της, έπρεπε να παραδοθεί σε οποιοδήποτε άντρα μέσα στο ιερό της Αφροδίτης.

Στο ιερό της θεάς στην Πάφο υπήρχε μαντείο, όπου οι μάντεις προφήτευαν το μέλλον εξετάζοντας τα εντόσθια των ζώων που θυσίαζαν. Σύμφωνα με τον Τάκιτο, στο μαντείο αυτό πήγε ο Τίτος, περνώντας από την Κύπρο, για να ζητήσει συμβουλή. Επίσης κατά τον Τάκιτο, απαγορευόταν να λερωθούν με αίμα οι βωμοί της θεάς, αν και οι ιερείς θυσίαζαν ζώα στη θεά, πάντοτε αρσενικά και κατά προτίμηση κατσικάκια. Στην Αμαθούντα γινόταν κάθε χρόνο, κοντά στον τάφο της Αφροδίτης Αριάδνης, μια περίεργη τελετή κατά την οποία ένας νέος μιμούνταν όλες τις κινήσεις γυναίκας που γεννάει.

 

Σύμφωνα με την παράδοση, στην Κύπρο είχε καταφύγει η Αφροδίτη μετά την περιπέτειά της με τον Άρη. Οι θεοί, που την αναζητούσαν, την ανακάλυψαν τελικά αφού μια γριά μαρτύρησε τον κρυψώνα της. Τη γριά αυτή η θεά τη μεταμόρφωσε σε πέτρινη στήλη.

Σε όλη σχεδόν την Κύπρο υπήρχαν βωμοί και τεμένη της Αφροδίτης και ήταν η κυριότερη θεότητα που λατρευόταν στο νησί, με διάφορα ονόματα: στην Πάφο ως Ολυμπία ή Ουρανία ή Διωναία, στην Αμαθούντα ως Αφροδίτη - Αριάδνη κ.ά. Λεγόταν επίσης Κύπρις, Κυπρογένεια, Άνασσα, Βασίλεια της Κύπρου κ.λπ.

Αλλά και άλλοι θεοί του Ολύμπου, όπως ο Δίας, η Ήρα, ο Απόλλωνας, ο Διόνυσος, η Άρτεμη, ο Έρωτας, ο Ηρακλής κ.λπ., γιορτάζονταν στο νησί και μάλιστα με μεγαλοπρέπεια. Κυπριακές παραδόσεις συνδέονται και με ονόματα ιδρυτών διάφορων πόλεων. Έτσι στον Τεύκρο, γιο του Τελαμώνα, αποδίδεται η ίδρυση της Σαλαμίνας, κοντά στη σημερινή Αμμόχωστο. Από τον Τεύκρο και τη θυγατέρα του Κινύρα, κατάγονται οι Τευκρίδες, βασιλιάδες της Σαλαμίνας. Σύμφωνα με τις πηγές της κυπριακής μυθολογίας ο ημίθεος Πάφος, γιος του Πυγμαλίωνα, έχτισε την Πρώτη Πάφο, την Παλαίπαφο, ενώ ο Πυγμαλίωνας ήταν ιδρυτής της Καρπασίας. Επίσης αναφέρονται: ο Δημοφώντας, γιος του Θησέα, ως ιδρυτής της Αιπείας, ο Ακάμας, γιος του Θησέα και ο Φάληρος, απόγονος του Ερεχθέα, ιδρυτές των Σόλων, ενώ η ίδρυση της Νέας Πάφου αποδίδεται στο βασιλιά των Αρκάδων, τον Αγαπήνορα.

Ακόμα και σήμερα ο κυπριακός λαός διατηρεί ζωντανούς τους μύθους που τον συνδέουν με την ομορφιά των αρχαίων προγόνων του και του τονώνουν τη συνείδηση της ελληνικής καταγωγής του.

 

 

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

 

Η γεωπολιτική θέση της Κύπρου, που βρίσκεται μεταξύ τριών ηπείρων, επηρέασε αποφασιστικά την πλουσιότατη ιστορική της πορεία. Θεωρείται ένα από τα αρχαιότερα λίκνα του ανθρώπινου πολιτισμού και υπολογίζεται ότι κατοικήθηκε για πρώτη φορά περίπου το 8000 π.Χ.

 

ΝΕΟΛΙΘΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
(6000 - 3000 π.Χ.)

 

Η θέση της Κύπρου στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, κοντά στη Μικρά Ασία και τη Συρία, με τις οποίες ήταν κάποτε ενωμένη, τη σύνδεσε κατά τη νεολιθική εποχή στενά με την Ανατολή. Η έκταση του νησιού και η ευφορία του εδάφους του συνέβαλαν στη δημιουργία σπουδαίων κέντρων εγκατάστασης του νεολιθικού ανθρώπου. Ο κυπριακός νεολιθικός πολιτισμός ήταν ιδιόρρυθμος και ανεξάρτητος από τους γειτονικούς πολιτισμούς της εποχής.

Πιθανή θεωρείται η καταγωγή των πρώτων αποίκων της Κύπρου από τα Βαλκάνια ή την Κιλικία ή ακόμα και τη Μακεδονία. Η Κύπρος είναι γνωστή από το 1700 π.Χ. στην Ανατολή ως χώρα του χαλκού. Στις χεττιτικές πινακίδες, στην αλληλογραφία του φαραώ Ακενατόν και στα κείμενα της Ουγκαρίτ αναφέρεται με το όνομα Αλασία. Πρώτη αναφορά του ονόματος Κύπρος γίνεται στις πινακίδες της μυκηναϊκής Γραμμικής Β΄ γραφής.

Αρχαιότερος είναι ο νεολιθικός συνοικισμός της Χοιροκοιτίας, που ήταν χτισμένος στο λόφο του Μαρωνιού, στις νότιες ακτές του νησιού, ανάμεσα στη Λάρνακα και στη Λεμεσό. Η Χοιροκοιτία ήταν μια πόλη 5.000 περίπου κατ., με σπίτια χτισμένα με λίθινη βάση και στέγη από ωμούς πλίθους. Τα σπίτια είχαν κυκλική κάτοψη και θολωτή στέγη. Τα μεγαλύτερα είχαν πατάρι, όπου ανέβαιναν με σκάλα από το δάπεδο, επίσης είχαν εστίες και μικρά παράθυρα. Μέσα στα θολωτά σπίτια βρέθηκαν πολλά ίχνη ταφής, σε πρόχειρους λάκκους. Οι άνθρωποι ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία και δε γνώριζαν την κεραμική σ' αυτή τη φάση της νεολιθικής περιόδου  (6000 - 5800 π.Χ.). Γύρω στο 5800 η Χοιροκοιτία ερημώθηκε.

Ακολουθεί ο "πολιτισμός της Σωτήρας", που απέχει χίλια περίπου χρόνια από τον πολιτισμό της Χοιροκοιτίας.  Κυριότερο ήταν ο συνοικισμός της Σωτήρας, κοντά στην Επισκοπή, δυτικά της Λεμεσού. Άλλος σημαντικός συνοικισμός είναι της Ερήμης, στη νοτιοδυτική πλευρά της Κύπρου. Γύρω στο 3000 π.Χ. εμφανίζεται για πρώτη φορά η χρήση του χαλκού. Τα σπίτια έχουν διάφορα σχήματα και επικρατούν τα κόκκινα στιλβωτά αγγεία, πολλές φορές με "χτενιστή" διακόσμηση. Η διακόσμηση αυτή, που είναι χαρακτηριστικά κυπριακή, αποτελείται από παράλληλες γραμμές, που γίνονται με εργαλείο σαν χτένι πάνω στο επίχρισμα του πηλού.

 

Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ
(3000 - 1050 π.Χ.)

 

Χαλκολιθική περίοδος (3000 - 2300 π.Χ.): Είναι η περίοδος που παρεμβάλλεται ανάμεσα στη νεολιθική περίοδο και την εποχή του χαλκού. Είναι μεταβατική περίοδος, γιατί σ' αυτήν εμφανίζεται για πρώτη φορά η εκμετάλλευση του χαλκού. Οι σημαντικότεροι οικισμοί της περιόδου αυτής έχουν βρεθεί στην Ερήμη, στη Βασίλεια, στη Σουσκιού και στην Αμπελικού. Την εποχή αυτή επικρατεί η μονόχρωμη στιλβωτή κεραμική με γραπτή διακόσμηση.

 

Εποχή του χαλκού ή χαλκοκρατία (2300-1050 π.Χ.): Κύριο χαρακτηριστικό της περιόδου αυτής είναι η εκμετάλλευση του χαλκού του νησιού, η εξαγωγή του σε γειτονικές χώρες και η ανάπτυξη στενών σχέσεων με αυτές. Η εποχή του χαλκού διαιρείται σε τρεις μεγάλες περιόδους: την πρώιμη, τη μέση και την ύστερη εποχή του χαλκού.

Στην πρώιμη εποχή του χαλκού, Ο χαλκός χρησιμοποιείται πάρα πολύ, αναμειγμένος με κασσίτερο. Στην κεραμική της πρώιμης εποχής του χαλκού χαρακτηριστικά είναι τα ερυθροστιλβωτά αγγεία, που βρέθηκαν κυρίως στη Φιλιά. Η φάση αυτή λήγει γύρω στο 2100 και συνδέεται πιθανόν με την εγκατάσταση πολλών Μικρασιατών στην Κύπρο. Στην πρώιμη εποχή του χαλκού τα νεκροταφεία βρίσκονται έξω από τους συνοικισμούς, στην κεραμική επικρατούν τα μεγάλα αγγεία με πλούσια χαρακτή διακόσμηση, ενώ έχουν βρεθεί και ζωόμορφα αγγεία, κοσμήματα χρυσά και ασημένια σε τάφους, σχηματικά ειδώλια, ιερά ξόανα, χάλκινα όπλα και εργαλεία, πήλινες συνθέσεις κ.λ.π. Η εξαγωγή του χαλκού δίνει μεγάλη ώθηση στις εμπορικές ανταλλαγές με την Εγγύς Ανατολή, που συνοδεύονται από πολιτιστικές επιδράσεις.

Η μέση εποχή του χαλκού διαρκεί περίπου 500 χρόνια και λήγει γύρω στο 1600 π.Χ. Στη φάση αυτή παρουσιάζει σημαντική ανάπτυξη το ανατολικό μέρος του νησιού, αντίθετα απ' ότι συνέβαινε μέχρι τότε, εξαιτίας της ανάπτυξης του εμπορίου με την Ανατολή, με σημαντικό πολιτιστικό κέντρο την Έγκωμη και το Κίτιο. Η εκμετάλλευση του χαλκού στην Κύπρο συνέβαλε στην οικονομική ανάπτυξη του νησιού, αλλά προκάλεσε και διάφορες απόπειρες για κατάκτηση του από τους ισχυρούς γείτονές της. Σε κείμενα αιγυπτιακά και συριακά εμφανίζονται από πολύ νωρίς οι Κύπριοι να πληρώνουν φόρους σε χαλκό.

Αυτή την εποχή αναπτύχθηκαν νέοι συνοικισμοί, καθιερώθηκαν εμπορικές ανταλλαγές με όλες τις γειτονικές χώρες και έγιναν πολλά οχυρωματικά έργα για την προστασία του νησιού από τις ξένες επιδρομές. Στις βόρειες ακτές της Κύπρου χτίστηκαν οχυρωματικά έργα (Κρηνί, Νιτοβίκλα κ.ά.).

 

Ωστόσο, η πιο λαμπρή φάση της κυπριακής προϊστορίας είναι η ύστερη εποχή του χαλκού (1600 - 1050 π.Χ.). Τότε η Κύπρος έγινε μεγάλο πολιτιστικό κέντρο και συνδέθηκε το 14ο π.Χ. αιώνα με το μυκηναϊκό πολιτισμό. Οι Μυκηναίοι εγκαταστάθηκαν, το 13ο π.Χ. αιώνα, ειρηνικά ως έμποροι στα νότια και ανατολικά παράλια και ανέπτυξαν οικονομικές σχέσεις με την Ανατολή.

Η ελληνική διείσδυση στην Κύπρο έγινε ειρηνικά με τη μορφή της εγκατάστασης μυκηναϊκών αποικιών. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο το Κούριο ήταν αποικία των Αργείων και σύμφωνα με τον Παυσανία η Πάφος χτίστηκε από τους Αρκάδες. Οι κάτοικοι της Κύπρου, ονομαζόμενοι Ετεοκύπριοι, εξελληνίστηκαν σιγά σιγά και οι Κύπριοι πήραν πολλά στοιχεία από τη κρητομυκηναϊκή θρησκεία. Την ίδια εποχή, γύρω στο 1500, εμφανίστηκε στην Κύπρο η συλλαβική κυπριακή γραφή. Η κυπριακή διάλεκτος, όπως διαμορφώθηκε με τα χρόνια, μοιάζει πολύ με την αρκαδική διάλεκτο των Αχαιών αποίκων.

Σε πολλούς ελληνικούς μύθους διατηρήθηκε η ανάμνηση του αποικισμού της Κύπρου, όπως είναι ο μύθος για την ίδρυση της Σαλαμίνας από τον Τεύκρο, γιο του Τελαμώνα, ο μύθος για την ίδρυση της Πάφου από τους Αρκάδες και οι μύθοι για την ίδρυση κυπριακών πόλεων από ήρωες του Τρωικού πολέμου. Η Κύπρος διατήρησε πολλά στοιχεία του μυκηναϊκού πολιτισμού, όταν αυτός είχε σβήσει για την υπόλοιπη Ελλάδα. Ο χαλκός αποτελεί, στην ύστερη εποχή του χαλκού, την κύρια πλουτοπαραγωγική πηγή του νησιού και οι εξαγωγές του τη βάση της οικονομικής δραστηριότητας. Τα μεταλλεία του χαλκού βρίσκονταν κυρίως στους πρόποδες της οροσειράς του Τροόδους. Η κατεργασία του μετάλλου γινόταν στα μεγάλα κέντρα Έγκωμη, Κίτιο, Παλαίπαφο. Ο χαλκός εξαγόταν με τη μορφή ταλάντου σε όλες τις γειτονικές χώρες. Το εμπόριο του χαλκού έφερε μεγάλο πλούτο στην Κύπρο, χρυσάφι, πολύτιμες πέτρες, ελεφαντόδοντο, αλάβαστρο, και συνέβαλε στην ανάπτυξη των πόλεων και των λιμανιών της νοτιοανατολικής ακτής. Παράλληλα, οι κάτοικοι ασχολούνταν με τη γεωργία, την αγγειοπλαστική και την επεξεργασία των μετάλλων, αναδείχνοντας σπουδαίους τεχνίτες. Στη θρησκεία τους εισάγονται κρητομυκηναϊκά στοιχεία, όπως η λατρεία του αρκαδικού Απόλλωνα Κεραιάτη και το σύμβολο των ιερών κεράτων. Απ' ότι φαίνεται λατρευόταν και ένας θεός προστάτης του χαλκού. Γύρω στο 1500 π.Χ. χρονολογείται το πρώτο δείγμα κυπριακής γραφής που διασώθηκε. Είναι επιγραφή σε πήλινη πινακίδα από την Έγκωμη και μοιάζει με τη μινωική γραμμική γραφή. Η "συλλαβική κυπριακή γραφή" βρέθηκε πάνω σε πινακίδες, αγγεία και διάφορα αντικείμενα. Θεωρείται πιθανότερη η καταγωγή της από τη μινωική γραφή και πιστεύεται ότι αποτέλεσε τη βάση του κυπριακού συλλαβικού αλφάβητου της κλασικής εποχής.

Στην ύστερη εποχή του χαλκού πολλές κυπριακές πόλεις ήταν οχυρωμένες με ισχυρά κυκλώπεια τείχη (Έγκωμη, Κίτιο, Κούριο, Παλαίκαστρο). Από την Έγκωμη διασώζονται τα σημαντικότερα λείψανα της αρχιτεκτονικής και της πολεοδομίας αυτής της περιόδου. Οι ανασκαφές έφεραν στο φως κανονικά οικοδομικά τετράγωνα, πλατιούς δρόμους και στις διασταυρώσεις των κύριων δρόμων υπήρχαν εγκαταστάσεις κατεργασίας του χαλκού. Ακόμη η πόλη είχε πλατείες, ναούς, δημόσια κτίρια και σπίτια σε σχήμα Π, με αυλή μπροστά τους. Η κεραμική αποτελεί τη σπουδαιότερη καλλιτεχνική δημιουργία των Κυπρίων αυτή την εποχή. Βρέθηκε μεγάλος αριθμός από αγγεία, τα οποία ονομάστηκαν κυπρομυκηναϊκά. Η επιφάνεια των κυπρομυκηναϊκών αγγείων χωρίζεται σε κάθετους χώρους, που διακοσμούνται με παραστάσεις και γεωμετρικά σχέδια. Ο ταύρος είναι το πιο αγαπητό θέμα, ενώ εικονίζονται και πουλιά, ψάρια, χταπόδια, άρματα και ανθρώπινες μορφές. Από το 14ο αιώνα κυριαρχούν τα διακοσμητικά θέματα είτε με διάφορα παραπληρωματικά σχέδια ("ρυθμός Τελ ελ Αμάρνα") είτε με μικρές γραμμές ή στίγματα που θυμίζουν υφαντά και κεντήματα ("ρυθμός των προτομών ταύρων") είτε με απεικόνιση της φυσικής κίνησης ("ρυθμός των χελιδονιών"). Ο κυπρομυκηναϊκός ρυθμός εξαφανίζεται στο τέλη του 13ου π.Χ. αιώνα και στην κυπριακή αγγειογραφία εμφανίζεται ο "ρυθμός του σιτοβολώνα" της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Εκτός από την κεραμική, αναπτύχθηκε ακόμα η σμαλτοτεχνία, η χρυσοχοΐα, η σφραγιδογλυφία, η ελεφαντουργία, η ένθετη διακόσμηση πάνω σε μέταλλο και η πλαστική. Από τα καλύτερα δημιουργήματα της κυπριακής τέχνης είναι το ασημένιο κύπελλο της Έγκωμης διακοσμημένο με ένθετα κέρατα βοδιού, άνθη λωτού και ρόδακες από χρυσό, και το ρυτό από το Κίτιο, φτιαγμένο από φαγεντιανό πηλό και γαλάζιο σμάλτο, με ένθετη διακόσμηση κοκκινωπού σμάλτου. Στο χώρο της πλαστικής σημαντικότερο δείγμα είναι το χάλκινο άγαλμα του κερασφόρου θεού Απόλλωνα Κεραιάτη, που βρέθηκε στην Έγκωμη.

 

Στην ύστερη εποχή του χαλκού σπουδαιότερα κέντρα της Κύπρου ήταν η Έγκωμη, το Κίτιο, το Κούριο, το Παλαίκαστρο, η Παλαίπαφος, η Κυρήνεια, οι Χύτροι, η Μύρτου και η Ταμασσός. Γύρω στο 1200 π.Χ. πολλές κυπριακές πόλεις έπαθαν σοβαρές καταστροφές από επιδρομές Χετταίων, ενώ το 1050 π.Χ. προκλήθηκαν μεγάλες καταστροφές στην Κύπρο, πιθανόν από σεισμό.

 

ΑΡΧΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
(1000 - 500 π.Χ.)

 

Στην Κύπρο παρατηρείται, στην αρχή της αρχαϊκής περιόδου, ειρηνική συνύπαρξη και βαθμιαία συγχώνευση του ελληνικού και του κυπριακού στοιχείου. Έτσι, στην αρχή της αρχαϊκής περιόδου οι Έλληνες κατείχαν τις περισσότερες παραλιακές πόλεις, ενώ οι Ετεοκύπριοι κατοικούσαν στο εσωτερικό του νησιού και στην Αμαθούντα στη νότια ακτή.

Τον 9ο αιώνα εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο Φοίνικες άποικοι, που περιορίστηκαν αρχικά στην πόλη Κίτιο και χρησιμοποιούσαν το νησί ως εμπορική βάση. Στο Κίτιο οι Φοίνικες ίδρυσαν μεγάλο ναό αφιερωμένο στην Αστάρτη και κράτησαν την πόλη κάτω από τον έλεγχό τους ως τα τέλη του 4ου π.Χ. αιώνα.

Στις αρχές του 7ου αιώνα η Κύπρος υποτάχτηκε στους Ασσύριους. Οι κάτοικοι πλήρωναν φόρο, αλλά φαίνεται πως διατηρούσαν και κάποια ανεξαρτησία. Οι Ασσύριοι κράτησαν το νησί ως το 650 π.Χ. περίπου και στη συνέχεια παραχώρησαν αυτονομία στις κυπριακές πόλεις με αντάλλαγμα την καταβολή φόρου. Τότε οι κυπριακές πόλεις γνώρισαν μεγάλη οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει αυτή την εποχή η Σαλαμίνα, που χτίστηκε στα μέσα του 11ου αιώνα από τους κατοίκους της Έγκωμης. Τη δύναμή της φανερώνουν κυρίως οι χτιστοί θαλαμοειδείς τάφοι, που αποκαλύφτηκαν με τις ανασκαφές τα τελευταία χρόνια.

Τη μεγάλη ανάπτυξη της Κύπρου κατά την περίοδο της αυτονομίας της διέκοψε η κατάκτησή της από τους Αιγύπτιους, το 560 π.Χ. Η αιγυπτιακή κατάκτηση κράτησε 15 περίπου χρόνια και έληξε με την υποταγή του νησιού σε νέους δυνάστες, τους Πέρσες το 546 π.Χ.. Στην περίοδο της αιγυπτιακής κυριαρχίας και της περσικής στη συνέχεια, οι βασιλιάδες της Κύπρου, παρόλο που έχασαν την αυτονομία τους, διατήρησαν τα βασίλειά τους με την καταβολή φόρου υποτέλειας. Το 499 π.Χ., όταν κηρύχτηκε η Ιωνική επανάσταση, ξεσηκώθηκαν εναντίον της περσικής κυριαρχίας οι περισσότερες κυπριακές πόλεις, με επικεφαλής τον Ονήσιλο, αδερφό του βασιλιά της Σαλαμίνας Γόργου. Ο Ονήσιλος κατάφερε να εκθρονίσει τον αδερφό του, όταν ο τελευταίος αρνήθηκε να πάρει μέρος στην επανάσταση. Τότε οι Πέρσες αποβίβασαν στρατεύματα στην Κύπρο και μετά από σκληρό αγώνα κατάφεραν να αποκαταστήσουν την κυριαρχία τους.

Στη διάρκεια της επανάστασης αυτής έγινε μάχη στην πεδιάδα της Σαλαμίνας, η οποία αν και έκλινε με το μέρος των Ελλήνων, κατέληξε σε νίκη των Περσών, αφού προηγουμένως ο βασιλιάς του Κουρίου Στασήνορας προσχώρησε στους Πέρσες. Στη διάρκεια της μάχης αυτής σκοτώθηκαν ο Ονήσιλος και ο Αριστόκυπρος, βασιλιάς των Σόλων. Ακολούθησε σκληρή πολιορκία των Σόλων, που κράτησε πέντε μήνες, και της Παλαίπαφου. Μετά την ήττα τους, οι κυπριακές πόλεις τιμωρήθηκαν σκληρά από τους Πέρσες, και περισσότερο απ' όλες οι Σόλοι. Οι Πέρσες τοποθέτησαν ως βασιλιάδες δικούς τους ανθρώπους. Ακόμα βελτίωσαν τη θέση των Φοινίκων του νησιού, για να είναι πιστοί σύμμαχοι στην καταδυνάστευση των Κυπρίων.

 

Στην αρχαϊκή περίοδο παρουσιάζονται στην αγγειογραφία δυο "σχολές", της ανατολικής και της δυτικής Κύπρου. Τα αγγεία της ανατολικής Κύπρου διακοσμούνται με γραμμικά στοιχεία και λωτούς, πουλιά, ψάρια, διάφορα ζώα και ανθρώπινες μορφές. Στη δυτική Κύπρο ο χαρακτήρας είναι περισσότερο λιτός, ακολουθώντας την παράδοση, και βασικό διακοσμητικό στοιχείο είναι ο κύκλος και ο μαίανδρος του ελληνικού γεωμετρικού ρυθμού. Στη γλυπτική της νότιας και ανατολικής Κύπρου φαίνεται από τα μέσα του 6ου αιώνα η επίδραση της Αιγύπτου, ενώ στη δυτική Κύπρο επικρατεί ο τύπος του Κούρου και της Κόρης από την αρχαϊκή γλυπτική της Ελλάδας.

 

ΚΛΑΣΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
(500 - 356 π.Χ.)

 

Οι Έλληνες, μετά τις επιτυχίες τους εναντίον των Περσών στους Περσικούς πολέμους, αποφάσισαν να εκδιώξουν τους Πέρσες από την Κύπρο. Έτσι, το 478 π.Χ. έφτασε στην Κύπρο στόλος από 50 πλοία με επικεφαλής το Σπαρτιάτη Παυσανία και τους Αθηναίους Κίμωνα και Αριστείδη. Οι Έλληνες νίκησαν εύκολα τους Πέρσες, αλλά εγκατέλειψαν γρήγορα την Κύπρο, γιατί αναγκάστηκαν να στραφούν προς τον Ελλήσποντο. Έτσι οι κυπριακές πόλεις ξαναϋποτάχτηκαν στους Πέρσες. Το 450 π.Χ. έπλευσε στην Κύπρο αθηναϊκός στόλος από 200 τριήρεις, με αρχηγό τον Κίμωνα, που είχε ως πρώτο στόχο του τον έλεγχο του βορειοδυτικού μέρους του νησιού. Ο αθηναϊκός στόλος κυρίεψε το Μάριο και στη συνέχεια πολιόρκησε το Κίτιο. Κατά την πολιορκία όμως του Κιτίου πέθανε ο Κίμωνας (449 π.Χ.) και μετά απ' αυτό οι Αθηναίοι έλυσαν την πολιορκία. Έτσι συνεχίστηκε η περσική κατοχή του νησιού ως το τέλος του 5ου π.Χ. αιώνα

Το 411 π.Χ. κατέλαβε τη Σαλαμίνα ο Ευαγόρας, η σημαντικότερη φυσιογνωμία του κυπριακού ελληνισμού στην αρχαιότητα. Ο Ευαγόρας ήταν απόγονος των Τευκριδών, που είχαν εκδιωχτεί από τους Φοίνικες, και κατέστρωσε το σχέδιό του για την κατάληψη της Σαλαμίνας στην Κιλικία, όπου είχε καταφύγει. Μετά την επιτυχία του ενίσχυσε στρατιωτικά τη Σαλαμίνα, ακολούθησε φιλελληνική πολιτική και είχε ως στόχο του τη γρήγορη απελευθέρωση της Κύπρου από τους Πέρσες και τους Φοίνικες. Για να πετύχει το σκοπό αυτό, ο Ευαγόρας συμμάχησε με τους Αθηναίους, τους οποίους βοήθησε στον πόλεμό τους με τους Σπαρτιάτες. Το 394 ο Αθηναίος ναύαρχος Κόνωνας με τη βοήθεια του Ευαγόρα, έχοντας με το μέρος του και τον περσικό στόλο, νίκησε το σπαρτιατικό στόλο στην Κνίδο.

Στην πρώτη δεκαετία του 4ου αιώνα ο Ευαγόρας κατόρθωσε να αναπτύξει οικονομικά την πόλη της Σαλαμίνας και να την κάνει πρώτη δύναμη της Κύπρου. Αυτά είχε ως συνέπεια την απόφαση του Ευαγόρα να προχωρήσει σε ανοιχτή πια αναμέτρηση με τους Πέρσες για τον έλεγχο της Κύπρου. Το 391 κατόρθωσε να κυριέψει μερικές πόλεις, ανάμεσά τους και την Αμαθούντα. Το 387 π.Χ. κυρίεψε το Κίτιο και την Ταμασσό. Τα πράγματα όμως εξελίσσονταν σε βάρος του Ευαγόρα, ιδιαίτερα μετά την ειρήνη που έκλεισαν οι Αθηναίοι με τους Πέρσες το 387. Οι Πέρσες αποβίβασαν στην Κύπρο ισχυρό στρατό με επικεφαλής τον Ορόντη και τον Τιρίβαζο, οι οποίοι συνέτριψαν το στρατό του Ευαγόρα το 381. Το 380 π.Χ. ο Ευαγόρας κατάφερε να εκμεταλλευτεί την αντίθεση του Ορόντη με το βασιλιά των Περσών και έκλεισε ειρήνη μαζί του με τους εξής όρους: να πληρώνει φόρους και να περιοριστεί στην περιοχή της Σαλαμίνας. Ο Ευαγόρας πέθανε το 373 π.Χ., χωρίς να εκπληρώσει το όνειρό του, να διώξει δηλαδή τους Πέρσες από την Κύπρο.

Μετά το θάνατο του Ευαγόρα, βασιλιάς της Σαλαμίνας έγινε ο γιος του Νικοκλής, ο οποίος ανατράπηκε το 361 π.Χ. από το γιο του Ευαγόρα Β', γιατί αποδείχτηκε εντελώς ανίκανος ηγεμόνας. Ο Ευαγόρας Β' ακολούθησε φιλοπερσική πολιτική και εξορίστηκε από τη Σαλαμίνα, όταν εννιά κυπριακές πόλεις ξεσηκώθηκαν εναντίον των Περσών. Το 351 π.Χ. περσικός στρατός αποβιβάστηκε στη βόρεια παραλία της Κύπρου έχοντας μαζί του και τον Ευαγόρα Β'. Μετά από σκληρές συγκρούσεις οι οχτώ πόλεις υποτάχτηκαν, εκτός από τη Σαλαμίνα που είχε βασιλιά τον Πνυταγάρα. Ο Πνυταγόρας έμεινε βασιλιάς της Σαλαμίνας επί 20 περίπου χρόνια, με τον όρο να πληρώνει φόρους στο βασιλιά των Περσών.

 

Στην κλασική περίοδο η αγγειογραφία ακολουθεί την ερυθρόμορφη της Ελλάδας. Οι θαλαμοειδείς τάφοι γίνονται περισσότερο σύνθετοι και στους χτιστούς προσθέτουν καμιά φορά μικρότερους θαλάμους στις τρεις πλευρές. Η γλυπτική, που παράκμασε στα χρόνια της περσικής κυριαρχίας, γνώρισε νέα ανάπτυξη στην εποχή της βασιλείας του Ευαγόρα.

 

ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
(356 - 57 π.Χ.)

 

Στην αρχή της ελληνιστικής περιόδου οι Κύπριοι βασιλιάδες βοήθησαν με το ισχυρό ναυτικό τους το Μ. Αλέξανδρο στις ναυτικές επιχειρήσεις του εναντίον των Περσών. Το κυπριακό ναυτικό διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο στην πολιορκία και κατάληψη της Τύρου. Ο Μ. Αλέξανδρος τότε προσάρτησε τις κυπριακές πόλεις στο κράτος του, παραχωρώντας τους όμως αυτονομία.

Μετά το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου, η Κύπρος αποτέλεσε το αντικείμενο ανταγωνισμού ανάμεσα στους διαδόχους του κράτους του Αλεξάνδρου. Μετά από διάφορες πολεμικές συγκρούσεις, η αντίθεση για τον έλεγχο της Κύπρου εντοπίστηκε ανάμεσα στον Πτολεμαίο και τον Αντίγονο. Με το μέρος του Πτολεμαίου τάχθηκαν οι πόλεις Σαλαμίνα, Πάφος, Σόλοι και Αμαθούντα, ενώ με το μέρος του Αντιγόνου το Κίτιο, το Μάριο, η Λάπηθος και η Κυρήνεια. Ο Πτολεμαίος με ισχυρό στρατό κατάφερε τελικά να γίνει κύριος του νησιού. Ο Πτολεμαίος τιμώρησε ιδιαίτερα σκληρά τους βασιλιάδες του Κιτίου και της Λαπήθου, κατέστρεψε τελείως την πόλη Μάριο και καταδίωξε τη φοινικική δυναστεία του Κιτίου. Στη συνέχεια προσέφερε τις τιμωρημένες πόλεις στο βασιλιά της Σαλαμίνας Νικοκρέοντα ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες του. Σε λίγο όμως ο Νικοκρέοντας κατηγορήθηκε από τον αδερφό του Πτολεμαίου Μενέλαο ότι συνωμοτεί εναντίον του. Μετά απ' αυτό ο Πτολεμαίος έστειλε στρατό εναντίον του Νικοκρέοντα, ο οποίος πολιόρκησε τη Σαλαμίνα. Ο Νικοκρέοντας αυτοκτόνησε.

Μετά το θάνατο και του Νικοκλή, βασιλιά της Πάφου, που ακολουθούσε πολιτική η οποία είχε ως στόχο τη συνένωση των κυπριακών πόλεων, έμεινε απόλυτος κυρίαρχος της Κύπρου ο αδερφός του Πτολεμαίου Μενέλαος. Εναντίον του όμως στράφηκε ο Αντίγονος, που αποβίβασε στρατό στην περιοχή της Καρπασίας, με επικεφαλής το γιο του Δημήτριο τον Πολιορκητή. Ο Δημήτριος σε μάχη που έγινε κοντά στη Σαλαμίνα, που ήταν η έδρα του Μενέλαου, κατάφερε να συντρίψει το στρατό του αντιπάλου του. Στη συνέχεια ανέλαβε δράση εναντίον του Δημητρίου του Πολιορκητή ο ίδιος ο Πτολεμαίος, ο οποίος όμως αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Αίγυπτο άπρακτος, μετά την ήττα του από το στόλο του Δημητρίου σε ναυμαχία. Έτσι, μετά τις επιτυχίες του Δημητρίου του Πολιορκητή η Κύπρος έμεινε στα χέρια του ως το 294 π Χ. που την κατέλαβε και πάλι ο Πτολεμαίος.

Τότε η Κύπρος έγινε επαρχία του κράτους των Πτολεμαίων της Αιγύπτου. Οι Πτολεμαίοι έδωσαν μεγάλη σημασία στην καλή στρατιωτική και πολιτική οργάνωση της Κύπρου, γιατί διέβλεπαν τη μεγάλη στρατηγική σημασία που θα είχε για την ασφάλεια του κράτους τους. Επικεφαλής της επαρχίας της Κύπρου τοποθετούσαν συνήθως έμπιστά τους πρόσωπα, που είχαν τον τίτλο του στρατηγού. Στην εποχή των Πτολεμαίων οι σπουδαιότερες κυπριακές πόλεις ήταν η Σαλαμίνα και η Πάφος.

Η περίοδος της πτολεμαϊκής κυριαρχίας στην Κύπρο ήταν ειρηνική, και αυτό είχε ως συνέπεια τη σημαντική οικονομική και πολιτική άνθηση του νησιού. Αυτό φαίνεται από την ανάπτυξη της αρχιτεκτονικής και της γλυπτικής, την ίδρυση και ανάπτυξη καινούριων πόλεων (Αρσινόη στη θέση της πόλης Μάριο και άλλες δυο με το ίδιο όνομα στη σημερινή Αμμόχωστο και κοντά στην Πάφο).

 

Στην ελληνιστική περίοδο η αγγειοπλαστική πλουτίζεται με νέα σχήματα. Η αττική επίδραση είναι ισχυρή, το ίδιο και στη γλυπτική (αναθηματικά αγάλματα). Η αρχιτεκτονική αντιπροσωπεύεται από ιερά ανατολικού ρυθμού και ναούς ελληνικού ρυθμού. Αυτή την περίοδο έγινε γνωστός ένας νέος τύπος τάφου, μνημειακής μορφής, λαξευτός, στον οποίο καταλήγει δρόμος με λαξευτές βαθμίδες, που οδηγεί σε τετράγωνο περιστύλιο στην είσοδο του τάφου. Το περιστύλιο μιμείται δωρική κιονοστοιχία με κίονες και θριγκό. Οι τάφοι αυτοί, λόγω της μεγαλόπρεπης εμφάνισής τους, ονομάστηκαν "τάφοι των βασιλέων". Αξιόλογος χτιστός τάφος αυτής της περιόδου έχει βρεθεί στη Σαλαμίνα και είναι γνωστός με το όνομα "φυλακή της Αγίας Αικατερίνης".

 

ΡΩΜΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
(57 π.Χ. - 330 μ.Χ.)

 

Η στρατηγική θέση και ο πλούτος της Κύπρου προσέλκυσαν τους Ρωμαίους, που την κατέλαβαν το 57 π.Χ. Η Κύπρος αποτέλεσε μαζί με την Κιλικία ρωμαϊκή επαρχία, με πρωτεύουσα την Πάφο. Το 47 π.Χ. ο Ιούλιος Καίσαρας παραχώρησε την Κύπρο στην Κλεοπάτρα και το 30 π.Χ., μετά το θάνατο του Αντώνιου και της Κλεοπάτρας, η Κύπρος έγινε πάλι ρωμαϊκή επαρχία. Άλλες σημαντικές πόλεις, εκτός από την Πάφο, ήταν το Κούριο, οι Σόλοι και οι Χύτροι. Ιδιαίτερα μεγάλη πόλη με πολλούς Εβραίους ήταν η Σαλαμίνα. Οι πρώτοι που ασχολήθηκαν με την γεωγραφία της Κύπρου ήταν οι αρχαίοι Έλληνες, Στράβων (63 π.Χ. -23 μ.Χ.) και Κλαύδιος Πτολεμαίος (127 - 151 μ.Χ.), οι οποίοι και είναι οι πρώτοι χαρτογράφοι της Κύπρου.

Το 46 μ.Χ. κήρυξε το Χριστιανισμό στην Κύπρο ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος. Απόδειξη της μεγάλης διάδοσης του Χριστιανισμού στην Κύπρο κατά τα παλαιοχριστιανικά χρόνια είναι τα ερείπια μεγάλων παλαιοχριστιανικών βασιλικών, που βρέθηκαν στη Σαλαμίνα και στην Πάφο. Το έργο του Παύλου συνέχισε ο Απόστολος Βαρνάβας, που θεωρείται ο ιδρυτής της Εκκλησίας της Κύπρου. Έμεινε στην Κύπρο, δίδαξε και τέλος βρήκε μαρτυρικό θάνατο. Ο τάφος του βρίσκεται στη Σαλαμίνα. Σημαντικό γεγονός της περιόδου της ρωμαιοκρατίας στην Κύπρο είναι η εξέγερση, το 115 μ.Χ., των Εβραίων της Σαλαμίνας κάτω από την αρχηγία κάποιου Αρτεμίωνα. Η εξέγερση πνίγηκε στο αίμα από τους Ρωμαίους.

 

Στη ρωμαϊκή περίοδο η γλυπτική αντιπροσωπεύεται από μαρμάρινα αγάλματα, πάνω σε κλασικά και ελληνιστικά πρότυπα, και προσωπογραφίες από μάρμαρο και ασβεστόλιθο. Σημαντικότερη είναι η δημιουργία στον τομέα της αρχιτεκτονικής. Το θέατρο του Κουρίου, που χτίστηκε στην ελληνιστική περίοδο (2ο π.Χ. αιώνα) πάνω σε ελληνικά πρότυπα, διαμορφώθηκε σύμφωνα με τις ρωμαϊκές αντιλήψεις. Το θέατρο των Σόλων χτίστηκε το 2ο αιώνα μ.Χ. σε φυσική κοιλότητα, στον τύπο του ρωμαϊκού θεάτρου. Κοντά στο θέατρο του Κουρίου βρίσκονται ρωμαϊκές θέρμες με μωσαϊκά δάπεδα. Εκεί κοντά βρίσκεται το στάδιο, πολύ εκτεταμένο, με εφτά σειρές κερκίδων, που χωρούσαν συνολικά 6.000 θεατές. Δυο χιλιόμετρα από την αρχαία πόλη του Κουρίου σώζονται τα ερείπια του ιερού του Απόλλωνα Υλάτη (προστάτη των δασών). Στην Παλαίπαφο (σημερινό χωριό Κούκλια) βρέθηκε σημαντικός ναός της Αφροδίτης. Χαρακτηριστικό κτίσμα από την Πάφο είναι η οικία του Διονύσου, που ονομάστηκε έτσι από τις παραστάσεις του Διονύσου στο μωσαϊκό της δάπεδο.

Η παλαιοχριστιανική τέχνη (μέχρι τον 4ο αιώνα) αντιπροσωπεύεται από κοιμητήρια, κοινοτικά ή ιδιωτικά, που έχουν βρεθεί σε πολλές περιοχές της Κύπρου. Από τα κοινοτικά κοιμητήρια σημαντικότερα είναι της Χρυσοκάβας και της Αγίας Λαύρας, κοντά στην Κυρήνεια. Τα περισσότερα είναι υπόγεια και προέρχονται από τη μετατροπή ειδωλολατρικών τάφων ή αρχαίων λατομείων. Τα παλαιοχριστιανικά κοιμητήρια διακρίνονται από τα ειδωλολατρικά με το εγχάρακτο σημείο του σταυρού.

 

ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
(330 - 1191 μ.Χ.)

 

Από τα μέσα του 7ου αιώνα ως το 10ο αιώνα η Κύπρος ήταν στο έλεος των Αράβων πειρατών, οι οποίοι όμως δεν επιδίωξαν μόνιμη εγκατάσταση σ' αυτήν, αλλά περιορίζονταν στην αρπαγή και τη λεηλασία. Σε μια επιδρομή Αράβων, που έγινε το 806 μ.Χ., αναφέρεται ότι πουλήθηκαν ως δούλοι 16.000 Κύπριοι. Την ίδια εποχή το νησί χρησιμοποιούταν από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες ως τόπος εξορίας ανεπιθύμητων προσώπων. Το 965 μ.Χ., όταν ήταν αυτοκράτορας ο Νικηφόρος Φωκάς, ο βυζαντινός στρατός με επικεφαλής το στρατηγό Νικήτα Χαλκούτση κατόρθωσε να απαλλάξει την Κύπρο από τους Άραβες.

Τον 11ο αιώνα δύο διοικητές της Κύπρου, ο Θεόφιλος ο Ερωτικός και ο Ραψομάτης, προσπάθησαν να ανεξαρτητοποιηθούν από το Βυζάντιο χωρίς αποτέλεσμα όμως, γιατί το βυζαντινό κράτος αποκατέστησε την κυριαρχία του στο νησί με την αποστολή στρατού εναντίον των στασιαστών.

Το 1160 μ.Χ. ο ανιψιός του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού, Ισαάκιος Κομνηνός, που ήταν διοικητής της Κιλικίας, κατέλαβε την Κύπρο και αυτοανακηρύχτηκε ηγεμόνας της. Ο Ισαάκιος Κομνηνός κράτησε την Κύπρο ως το 1191. Τότε αποβιβάστηκε στο νησί ο στρατός του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου, βασιλιά της Αγγλίας (Γ' Σταυροφορία), και κατέλαβε τη Λεμεσό. Σε μάχη που επακολούθησε στην Τριμηθούντα της Μεσαορίας, ο στρατός του Ριχάρδου νίκησε το στρατό του Ισαάκιου και αιχμαλώτισε τον ίδιο. Ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος δεν κράτησε την Κύπρο για πολύ, αλλά την πούλησε σχεδόν αμέσως στους Ναΐτες ιππότες, και αυτοί με τη σειρά τους την πούλησαν το 1191 στον Γκουίντο Λουζινιάν, βασιλιά της Ιερουσαλήμ.

 

Η πρωτοβυζαντινή τέχνη (τέλος του 4ου αιώνα - α ' μισό του 7ου αιώνα) αντιπροσωπεύεται από πολλά έργα αρχιτεκτονικής και ζωγραφικής. Χτίστηκαν πολλές βασιλικές, οι οποίες όμως καταστράφηκαν στα χρόνια των αραβικών επιδρομών. Ερείπια βασιλικών της εποχής αυτής σώζονται στο Κούριο, στη Σαλαμίνα, στους Σόλους, στην Πάφο, στον Άγιο Γεώργιο της Πέγειας κ.α. Αρχαιότερη είναι η βασιλική του Αγίου Επιφανίου στη Σαλαμίνα (τέλος 4ου αιώνα). Από το ναό της Παναγίας της Αγγελόκτιστης στο Κίτιο και της Παναγίας της Κανακαριάς στη Λιθράγκωμη έχει σωθεί μόνο το ιερό. Οι βασιλικές είναι συνήθως τρίκλιτες, με μια ή τρεις αψίδες που προεξέχουν στα ανατολικά, και έχουν νάρθηκα και αίθριο προς τα δυτικά. Το αρχαιότερο δείγμα ζωγραφικής ήρθε στο φως στο αγίασμα του Νικοδήμου (6ος αιώνας) στη Σαλαμίνα. Εικονίζεται η μορφή του Χριστού μέσα σε τοπίο με ψάρια και θαλασσινά φυτά, σύμφωνα με το συροπαλαιστινιακό τύπο. Στην Παναγία την Κανακαριά της Λιθράγκωμης υπάρχει ψηφιδωτό της εποχής του Ιουστινιανού. Η σύνθεση περιλαμβάνει παραδεισένιο τοπίο, τη Θεοτόκο πάνω στο θρόνο με το Χριστό στα γόνατά της και αρχάγγελους γύρω της, και διακοσμητική ζώνη με στηθάρια των Αποστόλων και του Χριστού. Σε καλύτερη κατάσταση σώζεται το ψηφιδωτό της αψίδας του ιερού βήματος στην Παναγία την Αγγελόκτιστη στο Κίτιο (αρχές 7ου αιώνα). Η Θεοτόκος εικονίζεται όρθια να κρατά το Χριστό με το αριστερό της χέρι και δίπλα της εικονίζονται οι αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ.

Από τα μέσα του 7ου αιώνα μέχρι τα μέσα του 10ου αιώνα, οι αραβικές επιδρομές κατέστρεψαν τα περισσότερα μνημεία και είχαν ανασχετικό ρόλο στην εξέλιξη της τέχνης. Η Κύπρος έμεινε μακριά από τις εικονομαχικές διαμάχες του Βυζαντίου και έγινε καταφύγιο ή τόπος εξορίας πολλών εικονολατρών μοναχών. Οι περισσότεροι από τους μοναχούς ήταν Μικρασιάτες και έφεραν μαζί τους τις επιδράσεις της εκκλησιαστικής τέχνης της Μ. Ασίας. Στην αρχιτεκτονική εμφανίστηκε η καμαροσκεπής (θολωτή) βασιλική. Από την εποχή αυτήν είναι γνωστές οι βασιλικές της Αφέντρικας και της Συκάδας στην Καρπασία, του Αγίου Λαζάρου στη Λάρνακα, του Αποστόλου Βαρνάβα κοντά στη Σαλαμίνα κ.ά. Εμφανίζονται οι πρώτοι ναοί με τρούλο (Άγιος Γεώργιος της Αφέντρικας Ριζοκαρπάσου). Ο ναός του Αγίου Λαζάρου και ο ναός του Αποστόλου Βαρνάβα είναι τρίκλιτοι και το μεσαίο κλίτος τους στεγάζεται με τρεις τρούλους, οι οποίοι στηρίζονται σε μεγάλους διπλούς ορθογώνιους στύλους, ενώ τα πλάγια κλίτη σκεπάζονται από καμάρες. Στον 9ο αιώνα ανήκουν οι τοιχογραφίες της Αγίας Σολωμονής κοντά στην Κώμη.

Η κυρίως βυζαντινή τέχνη (β΄ μισό του 10ου αιώνα - 13ος αιώνα) παρουσιάζει στην Κύπρο μεγάλη ποικιλία αρχιτεκτονικών τύπων. Οι ναοί είναι εγγεγραμμένοι σταυροειδείς με τρούλο (Άγιος Φίλωνας και Άγιος Συνέσιος Ριζοκαρπάσου, Άγιος Νικόλαος της Στέγης κοντά στην Κακοπετριά κ.ά.), μονόκλιτοι με τρούλο (Παναγία στο Τρίκωμο, Παναγία του Άρακος στα Λαγουδερά κ.ά.), οκταγωνικοί (καθολικό της Μονής Χρυσοστόμου, Άγιος Ιλαρίωνας στο ομώνυμο κάστρο κ.ά.), εξαγωνικοί (Παναγία Αψινθιώτισσα κοντά στο χωριό Βουνί), απλοί καμαροσκεπείς (Ασίνου, Άγιος Γεώργιος Σάκας κοντά στη Γιαλούσα κ.ά.), σε σχήμα ελεύθερου σταυρού (Παναγία της Κυράς), πεντάτρουλοι (ναός της Γεροσκήπου στην Πάφο και της Περιστερώνας κοντά στη Λευκωσία). Ο ναός της Γεροσκήπου και ο ναός της Περιστερώνας είναι ενδιαφέροντα δείγματα συνδυασμού των τρούλων με την τρίκλιτη θολωτή βασιλική. Η ζωγραφική της περιόδου αυτής είναι περισσότερο επηρεασμένη από την τέχνη της Κωνσταντινούπολης. Σώζονται τοιχογραφίες στην Αγία Μαύρα της Χρυσοκάβας, στον Άγιο Νικόλαο της Στέγης, στο παρεκκλήσι της Μονής Χρυσοστόμου, στην Παναγία Φορβιώτισσα της Ασίνου, στην Παναγία Αψινθιώτισσα, στους Αγίους Αποστόλους του Πέρα Χωριού, στην Εγκλείστρα του Αγίου Νεοφύτου, στην Παναγία του Άρακος, στο ναό του Αντιφωνητή κοντά στον Άγιο Αμβρόσιο κ.α. Στην εποχή των Κομνηνών ιδρύθηκαν πολλά μοναστήρια και αναπτύχθηκε η ζωγραφική.

 

ΦΡΑΓΚΟΚΡΑΤΙΑ

Η κυριαρχία των Λουζινιάν (1191 - 1489 μ.Χ.)

 

Ο Γκουίντο Λουζινιάν πέθανε το 1194 και βασιλιάς έγινε ο γιος του Αμαλάριχος, που κυβέρνησε μέχρι το 1205. Οι Λουζινιάν εφάρμοσαν και στην Κύπρο το φεουδαρχικό σύστημα που ίσχυε στη Δύση και μετέτρεψαν τους Κύπριους αγρότες από ελεύθερους γεωργούς σε δουλοπάροικους. Στην Κύπρο μετά την εγκατάσταση των Λουζινιάν υπήρχαν οι εξής τάξεις: α) Η αριστοκρατία, που αποτελούνταν βασικά από Λατίνους τιμαριούχους. β) Οι αστοί, που κατοικούσαν στις πόλεις, ασχολούνταν με το εμπόριο και τη βιοτεχνία και ήταν κυρίως Γενουάτες και Βενετοί. γ) Οι αγρότες, που ήταν χωρισμένοι στους παροίκους, οι οποίοι πλήρωναν κάθε χρόνο 48 βυζάντια ως φόρο, και στους περπυριάριους που έδιναν 4 περίπου βυζάντια στους τιμαριούχους. Οι πάροικοι και οι περπυριάριοι ήταν υποχρεωμένοι επίσης να προσφέρουν την εργασία τους για την εκτέλεση διαφόρων έργων. Η κυπριακή Εκκλησία υποτάχτηκε το 1260 με τη βούλα του πάπα Αλεξάνδρου Δ' στην παπική Εκκλησία. Οι Κύπριοι επίσκοποι έδιναν όρκο υποταγής στη δυτική Εκκλησία, αλλά επιτρεπόταν σ' αυτούς η τήρηση του τυπικού της ορθόδοξης λατρείας επίσης διατήρησαν τις δικαιοδοσίες τους για γάμους και διαζύγια. Οι ορθόδοξες επισκοπές περιορίστηκαν σε τέσσερις μόνο και μεταφέρθηκαν από τις μεγάλες πόλεις στην ύπαιθρο, ενώ τις θέσεις τους στις πόλεις κατέλαβαν οι παπικές επισκοπές.

Την πολιτική διοίκηση ασκούσε ο βασιλιάς με τις δυο Βουλές, την Άνω Βουλή, που την αποτελούσαν ευγενείς τιμαριούχοι, και την Κάτω Βουλή, που την αποτελούσαν αστοί. Οι Λουζινιάν έκαναν συχνά πολέμους με τους Άραβες και τους Τούρκους, και αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία συνεχούς οικονομικού προβλήματος για το κράτος τους. Σοβαρό πρόβλημα αποτελούσαν επίσης οι πιέσεις των Γενουατών και των Βενετών, με στόχο να αποκτήσουν όλο και περισσότερα δικαιώματα στην Κύπρο. Το 1365 οι Γενουάτες ανάγκασαν τους Λουζινιάν να τους παραχωρήσουν την Αμμόχωστο.

Τέλος, η αδυναμία των Λουζινιάν να διοικήσουν σωστά το κράτος τους και η τάση τους προς την πειρατεία τους οδήγησαν σε σύγκρουση με το σουλτάνο της Αιγύπτου. Συγκεκριμένα, ο Γιάνος Λουζινιάν (1398 - 1432 μ.Χ.) συγκρούστηκε με το σουλτάνο της Αιγύπτου Ασράφ και ηττήθηκε από τους Αιγύπτιους, που τον συνέλαβαν αιχμάλωτο. Για την απελευθέρωσή του οι Λουζινιάν πλήρωσαν 200.000 βυζάντια και δέχτηκαν να πληρώνουν κάθε χρόνο ως φόρο υποτέλειας 5.000 δουκάτα. Ο τελευταίος βασιλιάς του οίκου των Λουζινιάν, Ιάκωβος Β', πέθανε το 1473 και άφησε ως διάδοχό του τη σύζυγό του Αικατερίνη Κορνάρου, που ήταν έγκυος. Το νεογέννητο όμως πέθανε με μυστηριώδη τρόπο και την ίδια εποχή οι Βενετοί σύμβουλοι της Αικατερίνης κατέλαβαν τις σπουδαιότερες θέσεις του κράτους.

 

Η φραγκοκρατία άνοιξε την περίοδο της φραγκοβυζαντινής τέχνης. Χτίζονται γοτθικοί ναοί (Αγία Σοφία στη Λευκωσία, Άγιος Νικόλαος στην Αμμόχωστο), φρούρια (στη Λευκωσία, στην Κυρήνεια, στην Αμμόχωστο κ.α.), πύργοι ( Αγίου Ιλαρίωνα), ανάκτορα και άλλα κτίρια (αβαείο στο Μπελαμπαΐς κοντά στην Κυρήνεια κ.λ.π.). Η φραγκική επίδραση είναι φανερή και στην αρχιτεκτονική των ορθοδόξων ναών. Από την εποχή αυτή σώζονται πολλοί ναοί μικρών διαστάσεων με ξύλινη αμφικλινή στέγη: Παναγία του Μουτουλλά, Αρχάγγελος του Πεδουλά, Παναγία Ποδίθου, Άγιος Μάμας στο Λουβαρά κ.ά. Το 14ο και 15ο αιώνα χτίζονται μεγαλόπρεπες τρουλωτές βασιλικές με τόξα και γοτθική τοιχοδομία, όπως ο ναός του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων στην Αμμόχωστο, το καθολικό της Μονής Αγίου Νεοφύτου και ο ναός του Αγίου Μάμα στο Μόρφου. Οι ναοί αυτοί είναι χαρακτηριστική έκφραση του φραγκοβυζαντινού αρχιτεκτονικού ρυθμού.

Στη ζωγραφική υπάρχουν δυο τάσεις, η μια συνεχίζει την παράδοση και έχει περισσότερο λαϊκό χαρακτήρα, η άλλη είναι επηρεασμένη από την τέχνη της Δύσης. Χαρακτηριστικές είναι οι τοιχογραφίες του ναού του Αγίου Ηρακλειδίου, της Μονής Λαμπαδιστή στον Καλοπαναγιώτη, του ναού της Παναγίας του Μουτουλλά, του Σταυρού στο Αγιασμάτι, της Παναγίας Ποδίθου κ.ά. Σημαντικότερος λαϊκός ζωγράφος είναι ο Συμεών Αυξέντης (αρχές του 16ου αιώνα). Από την εποχή αυτή σώζονται και φορητές εικόνες, οι περισσότερες του 16ου αιώνα Στην τεχνοτροπία τους ξεχωρίζουν δυο τάσεις, η μια για τη διατήρηση της βυζαντινής παράδοσης, η άλλη για το συνδυασμό φραγκικών και βυζαντινών στοιχείων. Από το 16ο αιώνα άρχισε και η ανάπτυξη της ξυλογλυπτικής με αντιπροσωπευτικό δείγμα το τέμπλο του καθολικού της Μονής Λαμπαδιστή στον Καλοπαναγιώτη.

 

ΒΕΝΕΤΟΚΡΑΤΙΑ

(1489 - 1570 μ.Χ.)

 

Το 1489 οι Βενετοί ανάγκασαν την Αικατερίνη Κορνάρου, που ήταν κληρονόμος των Λουζινιάν, να παραχωρήσει την Κύπρο στη Βενετία. Η Βενετική Δημοκρατία κατάργησε το θεσμό της βασιλείας και η ευθύνη για τη διοίκηση και τη στρατιωτική οργάνωση της Κύπρου ανατέθηκε σε έναν ευγενή Βενετό, που εκλεγόταν κάθε δυο χρόνια. Αυτός κυβερνούσε επικεφαλής ενός συμβουλίου με έδρα τη Λευκωσία. Ακόμα σημαντικά στρατιωτικά αξιώματα ήταν του καπιτάνου, που έδρευε στην Αμμόχωστο, και του γενικού προβλεπτή, που είχε την ευθύνη της άμυνας του νησιού και αυξημένες αρμοδιότητες σε περίπτωση πολέμου.

Το οικονομικό και κοινωνικό σύστημα του νησιού βασιζόταν στο δίκαιο που είχε κωδικοποιηθεί από τους Φράγκους στην Ανατολή και ίσχυε και την εποχή των Λουζινιάν. Αυτό ήταν γνωστό ως δίκαιο των Ασσιζών των Ιεροσολύμων και προϋπόθετε τη συγκρότηση φεουδαρχικού καθεστώτος. Έτσι οι Βενετοί διατήρησαν το φεουδαρχικό καθεστώς και προσπάθησαν, με την εγκατάσταση στην Κύπρο πολλών Βενετών ευγενών, να ελέγχουν την τάξη των ευγενών στο νησί. Ο αγροτικός πληθυσμός της Κύπρου χωριζόταν σε δυο τάξεις: στους πάροικους και τους ελεύθερους χωρικούς. Οι πάροικοι ήταν υποχρεωμένοι να προσφέρουν εργασία στα κτήματα των ευγενών σχεδόν τις μισές μέρες του χρόνου έναντι μικρής αμοιβής. Ακόμα ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλλουν χρηματικό φόρο κάθε χρόνο και να δίνουν στους φεουδάρχες το 1/3 των προϊόντων τους. Οι ελεύθεροι γεωργοί καταπιέζονταν λιγότερο από τους πάροικους, αλλά πολύ συχνά αναγκάζονταν και αυτοί να προσφέρουν καταναγκαστική εργασία, ιδίως σε οχυρωματικά έργα. Ακόμα πρόσφεραν το 1/5 των προϊόντων τους στους φεουδάρχες. Όλα αυτά είχαν ως συνέπεια τη μεγάλη εξαθλίωση των αγροτών της Κύπρου και τη δημιουργία μεγάλου μίσους για τους Βενετούς.

Το 1490, ένα χρόνο μετά την προσάρτηση της Κύπρου, οι Βενετοί πρόσφεραν στο σουλτάνο της Αιγύπτου τον ετήσιο φόρο που πλήρωναν οι Λουζινιάν και από τότε εξακολούθησαν να τον πληρώνουν κάθε χρόνο. Το 1503 υπογράφτηκε συνθήκη μεταξύ των Βενετών και των Τούρκων, που κατοχύρωνε τη βενετική κυριαρχία στο νησί και επέτρεπε στους Τούρκους να χρησιμοποιούν τα λιμάνια της Κύπρου για εμπορικούς σκοπούς. Μετά την κατάληψη όμως της Αιγύπτου από τους Τούρκους (1517), τα πράγματα χειροτέρεψαν για τους Βενετούς της Κύπρου. Ακόμα χειρότερη έγινε η κατάσταση για τους Βενετούς μετά την κατάληψη από τους Τούρκους της Ρόδου (1522). Τότε έγινε φανερό πως ο επόμενος στόχος των Τούρκων θα ήταν η Κύπρος. Αυτό έκανε τους Βενετούς να πάρουν μέτρα για τη στρατιωτική οργάνωση και την οχύρωση του νησιού. Το 1539 ο πειρατής Μπαρμπαρόσα επιτέθηκε εναντίον της Λεμεσού, κατέλαβε την πόλη και κατέστρεψε το φρούριά της. Το 1540 υπογράφτηκε νέα συνθήκη μεταξύ των Τούρκων και των Βενετών, που κατοχύρωνε τη βενετική κυριαρχία στην Κύπρο, με πολλές παραχωρήσεις όμως και με την καταβολή μεγάλου ετήσιου φόρου.

 

Στα μέσα του 16ου αιώνα ξέσπασε στην Κύπρο επαναστατικό κίνημα που στρεφόταν κατά της βενετικής κυριαρχίας. Το κίνημα είχε επικεφαλής το λόγιο Ιάκωβο Διασσωρίνο και απέβλεπε στη διαφώτιση του λαού και στην εκδίωξη των Βενετών. Το 1562 οι Βενετοί συνέλαβαν το Διασσωρίνο και, αφού τον βασάνισαν σκληρά, τον κρέμασαν.

Το 1569 οι Βενετοί ζήτησαν από τους Τούρκους την ανανέωση της βενετοτουρκικής συνθήκης και οι Τούρκοι συμφώνησαν υποκριτικά, για να βρουν τους Βενετούς απροετοίμαστους στην εκστρατεία που οργάνωναν εναντίον της Κύπρου. Το 1570 οι Τούρκοι αξίωσαν την παράδοση της Κύπρου χωρίς όρους. Τον Ιούνιο του 1570 αποβιβάστηκαν στη νοτιοανατολική Κύπρο τα πρώτα τουρκικά στρατεύματα, τα οποία όμως δε σημείωσαν επιτυχίες στις επιχειρήσεις που ανέλαβαν κοντά στην Πάφο και στη Λεμεσό. Τον Ιούλιο έφτασαν καινούριες τουρκικές ενισχύσεις και στα τέλη του μήνα άρχισε η πολιορκία της Λευκωσίας. Επικεφαλής της άμυνας της Λευκωσίας ήταν ο Βενετός τοποτηρητής Νικόλαο Ντάντολο, που διοικούσε 3.000 περίπου άντρες. Η παρουσία πολλών αμάχων, η έλλειψη εφοδίων, οι απώλειες της φρουράς και οι αρρώστιες οδήγησαν γρήγορα στην κάμψη του ηθικού των αμυνομένων και στην άλωση της πόλης. Ακολούθησε λεηλασία επί 3 ημέρες. Χιλιάδες Κύπριοι σκοτώθηκαν και πολλοί πουλήθηκαν ως σκλάβοι.

 

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ

(1570 - 1878 μ.Χ.)

 

Μετά την άλωση της Λευκωσίας οι Τούρκοι επικράτησαν γρήγορα σε όλο το νησί εκτός από την Αμμόχωστο, που παρέμενε το τελευταίο οχυρό των Βενετών. Στην Αμμόχωστο είχαν συγκεντρωθεί όλες οι βενετικές δυνάμεις του νησιού (περίπου 4.000 πεζοί) και 4.000 Έλληνες ελαφρά οπλισμένοι. Οι Τούρκοι άρχισαν συστηματικά την πολιορκία στις 17 Σεπτεμβρίου του 1570 με μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις. Η πολιορκία συνεχίστηκε για έναν περίπου χρόνο, με συνεχείς βομβαρδισμούς της πόλης και αποκλεισμό του λιμανιού της. Την 1η Αυγούστου 1571, αφού πια είχε λείψει κάθε ελπίδα, οι Βενετοί πρότειναν την παράδοση της πόλης με όρους, πράγμα που δέχτηκαν οι Τούρκοι. Οι Τούρκοι όμως δεν τήρησαν τη συνθήκη. Συνέλαβαν και εκτέλεσαν με φρικτά βασανιστήρια το διοικητή της πόλης Μαρκαντόνιο Μπραγκαντίνο και σκότωσαν 350 άντρες του που είχαν βγει από την πόλη για διαπραγματεύσεις. Στη συνέχεια άρχισαν τη λεηλασία της Αμμοχώστου και στις 9 Αυγούστου μπήκε στην πόλη ως θριαμβευτής ο επικεφαλής των τουρκικών στρατευμάτων Μουσταφά πασάς.

 

Μετά την κατάκτησή της από τους Τούρκους η Κύπρος οργανώθηκε με επικεφαλής πασά. Οι Τούρκοι κατάργησαν το τιμαριωτικό σύστημα και επίσης αποκατέστησαν την Ορθόδοξη Εκκλησία στην ηγετική της θέση. Ο κλήρος από δω και πέρα άρχισε να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην Κύπρο και βοήθησε πολύ στη διάσωση του ελληνισμού με την ίδρυση ελληνικών σχολείων στην Κύπρο. Παρ' όλα αυτά όμως η σκληρή οικονομική εκμετάλλευση του νησιού από τους Τούρκους, οι σφαγές στη Λευκωσία και στην Αμμόχωστο και οι πιέσεις των Τούρκων για εξισλαμισμό προκάλεσαν μείωση του πληθυσμού. Όταν καταλήφτηκε η Κύπρος από τους Τούρκους το 16ο αιώνα, είχε 200. 000 κατ. και στα μέσα του 18ου αιώνα ο πληθυσμός έπεσε στις 100.000. Το 17ο και 18ο αιώνα οι Τούρκοι ανάγκασαν χιλιάδες Κυπρίους να αλλαξοπιστήσουν, πολλοί όμως απ' αυτούς που αλλαξοπίστησαν εξακολούθησαν να παραμένουν Χριστιανοί, τελώντας κρυφά τη χριστιανική λατρεία.

 

Η Κύπρος συνέχισε και μετά την κατάληψή της να αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά οικονομικά κέντρα της Μεσογείου. Σ' αυτό συνέβαλαν ο πλούτος της και η θέση της στο δρόμο προς τις ανατολικές ακτές της Μεσογείου. Έτσι έγινε και κατά την τουρκοκρατία ένα από τα σπουδαιότερα εμπορικά κέντρα της Μεσογείου και στα λιμάνια της εγκαταστάθηκαν εμπορικά πρακτορεία όλων των ισχυρών κρατών.

Χαρακτηριστικό στοιχείο της τουρκικής διοίκησης της Κύπρου ήταν το αξίωμα του δραγουμάνου, που αποτελούσε το σύνδεσμο ανάμεσα στην κυπριακή Εκκλησία και στην Υψηλή Πύλη. Ο πιο αξιόλογος δραγουμάνος ήταν ο Κορνέσιος Χατζηγεωργάκης, που θεωρείται ευεργέτης της Κύπρου, επειδή έκανε πολλές δωρεές για φιλανθρωπικούς σκοπούς και για την ανάπτυξη της παιδείας.

Το 1810 εκλέχτηκε αρχιεπίσκοπος της Κύπρου ο Κυπριανός, που ήταν άνθρωπος με μεγάλη μόρφωση και ο οποίος διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στην κυπριακή ιστορία. Ο Κυπριανός, μαζί με 70 άλλους ανώτερους κληρικούς, δολοφονήθηκε από τους Τούρκους τον Ιούλιο του 1821, σε μια προσπάθεια των Τούρκων να εμποδίσουν με αυτές τις ωμότητες τη συμμετοχή των Κυπρίων στην Επανάσταση του 1821.

Από το 1830 η Τουρκία ακολούθησε κάπως φιλελεύθερη πολιτική στη διακυβέρνηση της Κύπρου εφαρμόζοντας διάφορες διοικητικές μεταρρυθμίσεις, που έδιναν αρκετά δικαιώματα στους Κυπρίους. Το 1839 λειτούργησαν στην Κύπρο τρία ελληνικά σχολεία Μέσης και εφτά σχολεία Στοιχειώδους Εκπαίδευσης στις σπουδαιότερες πόλεις. Το 1856 έγιναν επίσης ορισμένες μεταρρυθμίσεις, που βελτίωσαν τη θέση των Κυπρίων.

 

ΑΓΓΛΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ

(1878 - 1960 μ.Χ.)

 

Το 1878, με τη συνθήκη που υπογράφτηκε ανάμεσα στην Αγγλία και την Τουρκία, παραχωρήθηκε η κατοχή και διοίκηση της Κύπρου στην Αγγλία. Σε αντάλλαγμα η Αγγλία θα βοηθούσε την Τουρκία σε περίπτωση ρωσικής επίθεσης. Τον Ιούλιο του 1878 εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο οι αγγλικές αρχές, που υποσχέθηκαν ισονομία, ανεξιθρησκία και ισοπολιτεία για όλους.

Οι Άγγλοι διατήρησαν το διοικητικό σύστημα που ίσχυε μέχρι τότε και ανέθεσαν την ανώτατη εξουσία σε έναν αρμοστή, που κυβερνούσε μαζί με ένα νομοθετικό και εκτελεστικό συμβούλιο. Ο ρόλος του νομοθετικού συμβουλίου ήταν τυπικά κοινοβουλευτικός, στην πραγματικότητα όμως ήταν απλό συμβουλευτικό όργανο στα χέρια της αγγλικής διοίκησης. Το εκτελεστικό συμβούλιο λειτουργούσε γραφειοκρατικά και είχε ως κέντρο του το υπουργείο των Αποικιών.

Το 1914 η Αγγλία κατάργησε τη συνθήκη του 1878, με βάση την οποία ήταν απλά επίτροπος της Τουρκίας στην Κύπρο, και προσάρτησε το νησί στην αγγλική επικράτεια. Το Μάιο του 1925 η Αγγλία κήρυξε την Κύπρο βρετανική αποικία και μετονόμασε τον αρμοστή σε κυβερνήτη του νησιού. Παρά τη σχετική βελτίωση που επέφερε στη ζωή των Κυπρίων η αγγλική διακυβέρνηση, οι Κύπριοι από τα πρώτα χρόνια της αγγλικής κατοχής άρχισαν τον αγώνα για την ανεξαρτησία τους.

 

Όταν οι Άγγλοι εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο, ο αρχιεπίσκοπος Σωφρόνιος δήλωσε ότι ο κυπριακός λαός θα δεχόταν τη νέα κατάσταση, με την προϋπόθεση πως αυτό θα οδηγούσε μελλοντικά στην ένωση με την Ελλάδα. Το 1889, 1896, 1903, 1911, 1917 και 1919 οι Κύπριοι επανέλαβαν την απόφασή τους να ενωθούν με την Ελλάδα. Η αντίδρασή τους όμως στην αγγλική κατοχή παρέμεινε παθητική.

Μετά τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο και τη διεθνή άνοδο των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων, η στάση των Κυπρίων έγινε πιο ενεργητική και ο αγώνας τους για την ένωση με την Ελλάδα εντάθηκε το 1931, με την πρώτη μεγάλη αντιαποικιακή εξέγερση του κυπριακού λαού. Η εξέγερση ήταν άοπλη και πνίγηκε στο αίμα. Πολλοί φυλακίστηκαν. Ακολούθησε ένα καθεστώς τρόμου, που κράτησε αρκετά χρόνια και συνδέεται με τη σκληρή διακυβέρνηση του Άγγλου κυβερνήτη Πάλμερ. Ο Πάλμερ απαγόρεψε κάθε πολιτική δράση, την ελευθερία του τύπου, των συγκεντρώσεων, των παρελάσεων κλ.π.

Οι εξελίξεις αυτές διαμόρφωσαν οριστικά το κυπριακό ζήτημα. Επίσης, το εθνικό κίνημα της Κύπρου για την ένωση με την Ελλάδα έθεσε στο εθνικό κέντρο το σοβαρό πρόβλημα να συγκρουστεί με τη σύμμαχό του Αγγλία, υποστηρίζοντας τους Κυπρίους ή να εκτεθεί απέναντι στον ελληνικό λαό σε αντίθετη περίπτωση.

Η κατάσταση που προέκυψε με τον τερματισμό του Β' Παγκόσμιου πολέμου έδινε ελπίδες στα μικρά έθνη και τους υπόδουλους λαούς. Στη φάση αυτήν αναπτερώθηκαν και πάλι οι ελπίδες της Κύπρου, που ωστόσο συνάντησαν την έντονη αντίθεση της Βρετανίας. Έτσι, στις 13 Ιουλίου του 1948 αποφασίστηκε η κατάρτιση Εθναρχικού Συμβουλίου για τον ενωτικό αγώνα. Συστάθηκε το Γραφείο Εθναρχίας και προκηρύχτηκε δημοψήφισμα για το ζήτημα της ένωσης (Ιανουάριος 1950). Σε σύνολο 224.747 ψηφοφόρων, οι 215.108 τάχτηκαν υπέρ, δηλ. ποσοστό 95,70%. Ο τότε αρχιεπίσκοπος Μακάριος Β' ανακοίνωσε τα αποτελέσματα στον Άγγλο κυβερνήτη του νησιού, ενώ παράλληλα επιτροπή Κυπρίων κατέθεσε προτάσεις του ενωτικού δημοψηφίσματος στην ελληνική κυβέρνηση.

Στις 28 Ιουνίου 1950 πέθανε ο Μακάριος Β' και τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου έγινε αρχιεπίσκοπος ο Μακάριος Γ'. Ο Μακάριος, με ταξίδια στην Ευρώπη, Ασία και Αμερική, διεύρυνε τα πλαίσια του αγώνα και διεθνοποίησε το κυπριακό ζήτημα.

 

Η Βουλή των Κοινοτήτων αποφάνθηκε (28 Ιουλίου 1954) ότι η Κύπρος είναι στρατηγική περιοχή και δεν μπορεί να γίνεται λόγος για αυτοδιάθεση στο νησί, πράγμα που ερχόταν σε αντίθεση με τον καταστατικό χάρτη του ΟΗΕ. Η απόφαση αυτή προκάλεσε αντιδράσεις σε διεθνές επίπεδο.

Στις 16 Αυγούστου 1954 η ελληνική κυβέρνηση έκανε προσφυγή στον ΟΗΕ, με αίτημα την εφαρμογή της αρχής της αυτοδιάθεσης στην Κύπρο. Παράλληλα, ο Μακάριος υπέβαλε υπόμνημα ανάλογο με την ελληνική προσφυγή. Η ολομέλεια της γενικής συνέλευσης του ΟΗΕ αποδέχτηκε την πρόταση, αλλά δεν πήρε καμιά απόφαση και το μόνο που έκανε ήταν να εκφράσει μια αόριστη ευχή.

Ο διπλωματικός δρόμος αποδεικνύεται μάταιος και χωρίς αποτέλεσμα. Έτσι οι Ελληνοκύπριοι, μην έχοντας άλλη διέξοδο στις απελευθερωτικές διαθέσεις τους, πήραν το δρόμο των όπλων. Την 1η Απριλίου 1955, ιδρύθηκε η Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών (ΕΟΚΑ), με αρχηγό το Γεώργιο Γρίβα (Διγενή). Δημιουργήθηκαν αντάρτικες ομάδες, που ανέπτυξαν δράση εναντίον των βρετανικών δυνάμεων του νησιού. Τα μέτρα των Άγγλων για την αντιμετώπιση της νέας κατάστασης ήταν βίαια και τα πράγματα οξύνθηκαν ακόμα περισσότερο, όταν η βρετανική πολιτική ανέμειξε στο πρόβλημα τους μέχρι τότε αμέτοχους Τούρκους.

Τον Ιούνιο του 1955 ο Άγγλος πρωθυπουργός Ήντεν συγκάλεσε διάσκεψη στο Λονδίνο, με εκπροσώπηση και της Τουρκίας, αλλά αγνόησε κυνικά την εκπροσώπηση του κυπριακού λαού. Στο εξής η Τουρκία προβάλλει διεκδικήσεις στην Κύπρο και από την εποχή αυτή προδιαθέτει κατάλληλα τον κόσμο, οργανώνοντας βίαια επεισόδια στην Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη σε βάρος του ελληνικού στοιχείου.

Από το Δεκέμβριο του 1955 η σύγκρουση μεταξύ ΕΟΚΑ και αγγλικών δυνάμεων ήταν πιο άμεση και ο νέος κυβερνήτης στο νησί Τζον Χάρτινγκ, ανάμεσα στα άλλα σκληρά μέτρα που πήρε, οργάνωσε στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου οι αγγλικές αρχές φυλάκιζαν αδιάκριτα όσους θεωρούσαν ύποπτους για συμμετοχή ή συνεργασία με την ΕΟΚΑ.

Το Μάρτιο του 1956 εξορίστηκαν στις Σεϋχέλλες ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος και άλλοι Κύπριοι πολιτικοί και κληρικοί. Το Μάιο του ίδιου χρόνου μαχητές της ΕΟΚΑ απαγχονίστηκαν στη Λευκωσία και τον Ιούνιο έγιναν σοβαρές συγκρούσεις στα κρησφύγετα της ΕΟΚΑ στο βουνό Τρόοδος. Ο Χάρτινγκ ζήτησε την παράδοση της ηγεσίας της ΕΟΚΑ και πήρε ακόμα πιο σκληρά μέτρα εναντίον των Κυπρίων αγωνιστών. Οι Άγγλοι, απαντώντας στην ελληνική προσφυγή στον ΟΗΕ, κατέθεσαν αντιπροσφυγή με το πρόσχημα ότι η ελληνική κυβέρνηση ενίσχυε τον αγώνα της ΕΟΚΑ, τον οποίο και χαρακτήρισε τρομοκρατικό. Η Αγγλία κοινοποίησε το Δεκέμβριο στην ελληνική κυβέρνηση και τον εξόριστο Μακάριο τις προτάσεις, ο Μακάριος όμως δήλωσε ότι, όσο μένει εξόριστος, δεν είναι σε θέση να δεχτεί συζήτηση. Το Μάρτιο του 1957 πολυάριθμες δυνάμεις Άγγλων κύκλωσαν και έβαλαν φωτιά στο κρησφύγετο του αγωνιστή Γρ. Αυξεντίου, υπαρχηγού της ΕΟΚΑ.

Ο Μακάριος και οι συνεξόριστοί του, μετά από άρση της ποινής τους, τον Απρίλιο 1957, επέστρεψαν από την εξορία στην Αθήνα, ενώ οι Άγγλοι χαλάρωσαν τα μέτρα στο νησί. Την ίδια εποχή ο Μακάριος, με επιστολή στον Άγγλο πρωθυπουργό, ζήτησε συνομιλίες για διακανονισμό, με βάση την απόφαση του ΟΗΕ. Η ελληνική κυβέρνηση παράλληλα έκανε διαβήματα στον ΟΗΕ, ο οποίος το Δεκέμβριο του 1957 εξέδωσε ψήφισμα, που αναγνώριζε το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης του λαού της Κύπρου. Η Αγγλία στο εξής εφάρμοσε διαλλακτική πολιτική και όρισε νέο κυβερνήτη, το Χιου Φουτ. Από το Φεβρουάριο του 1958 άρχισαν διμερείς συνομιλίες της βρετανικής κυβέρνησης με την Ελλάδα και την Τουρκία. Πρόταση της Αγγλίας ήταν να παραχωρηθεί το δικαίωμα αυτοδιάθεσης στην Κύπρο, με τον όρο η Τουρκία να αποκτήσει βάσεις στην Κύπρο. Η ελληνική κυβέρνηση και ο Μακάριος απέρριψαν κατηγορηματικά την αγγλική πρόταση.

Τον ίδιο καιρό (Ιούνιος '58) οι Τουρκοκύπριοι, με την υποκίνηση των Άγγλων, δημιούργησαν επεισόδια σε βάρος των Ελληνοκυπρίων. Τότε η ελληνική κυβέρνηση προσέφυγε στο συμβούλιο του ΝΑΤΟ, όπου και κατάγγειλε τις βιαιοπραγίες των Τούρκων. Η Αγγλία τότε κατέθεσε νέο σχέδιο, που προέβλεπε αγγλική κυριαρχία στην Κύπρο για εφτά χρόνια, χωριστή Βουλή για κάθε κοινότητα, νέο Σύνταγμα, εκπροσώπους της ελληνικής και τουρκικής κυβέρνησης, και αρμόδιο στα ζητήματα άμυνας και εξωτερικών ζητημάτων τον Άγγλο κυβερνήτη. Η πρόταση απορρίφτηκε και πάλι από τους Κυπρίους και την ελληνική κυβέρνηση. Ακολούθησε προσφυγή της ελληνικής κυβέρνησης και του Μακαρίου στον ΟΗΕ, από τον οποίο ζητούσαν μέτρα για τον έλεγχο των βρετανικών στρατευμάτων που δρούσαν στην Κύπρο και για την αποκατάσταση της ειρήνης στο νησί.

 

Στις 6 Φεβρουαρίου 1959 συναντήθηκαν στη Ζυρίχη οι υπουργοί Εξωτερικών της Ελλάδας και της Τουρκίας για να συζητήσουν το Κυπριακό. Οι συνομιλίες έληξαν στις 11 Φεβρουαρίου, για να συνεχιστούν στο Λονδίνο με τη συμμετοχή και του υπουργού εξωτερικών της Αγγλίας. Οι συνομιλίες κατέληξαν στη συγκρότηση σύσκεψης στις 17 Φεβρουαρίου, με τη συμμετοχή των παραπάνω και επιπλέον των Μακαρίου και Κιουτσούκ, ηγέτη των Τουρκοκυπρίων, και των πρωθυπουργών της Αγγλίας, Ελλάδας και Τουρκίας. Οι συζητήσεις πέρασαν από διάφορες φάσεις και τελικά υπογράφτηκε, στις 19 Φεβρουαρίου, από τους πέντε αντιπροσώπους συμφωνία, που όριζε την ίδρυση ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας στα πλαίσια της Βρετανικής Κοινοπολιτείας.

Η τουρκοκυπριακή μειονότητα αποκτούσε δικαιώματα συγκυριαρχίας. Ένα μέρος του εδάφους της Κύπρου με τις αγγλικές βάσεις παρέμενε στην κυριαρχία της Αγγλίας. Το νέο κράτος έμπαινε κάτω από την κηδεμονία της Αγγλίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας, με την εγκατάσταση στην Κύπρο, εκτός των αγγλικών στρατευμάτων, ελληνικών και τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων.

 

ΤΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΚΡΑΤΟΣ

(1960 μ.Χ. - Ως σήμερα)

 

Την 1η Μαρτίου του ίδιου χρόνου γύρισε ο εξόριστος μέχρι τότε αρχιεπίσκοπος Μακάριος, μετά τις συμφωνίες, και έγινε δεκτός στο νησί με ενθουσιασμό. Αμνηστεύτηκαν ο αρχηγός της ΕΟΚΑ, Γεώργιος Γρίβας, και οι αγωνιστές του απελευθερωτικού αγώνα. Τα μέτρα έκτακτης ανάγκης στο νησί έπαψαν να ισχύουν. Η αμνήστευση, όμως, του Γεωργίου Γρίβα δεν του έδινε και το δικαίωμα να παραμείνει στην Κύπρο στο διάστημα που θα μεσολαβούσε μέχρι τη μεταβίβαση των εξουσιών στο νεοσύστατο κράτος.

Ο Μακάριος, μετά την επιστροφή του, άρχισε τις προετοιμασίες για την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας και την οργάνωση της δημοκρατίας. Σχημάτισε, με την προεδρία του, μεταβατική κυβέρνηση, με τη συμμετοχή 7 Ελληνοκυπρίων και 3 Τουρκοκυπρίων υπουργών και επιτροπές στη Λευκωσία και στο Λονδίνο για να επιλύσουν τις διάφορες εκκρεμότητες (σύνταγμα, παραχώρηση στρατιωτικών βάσεων στους Άγγλους κ.λπ.). Οι επιτροπές σκόνταψαν στις συνεννοήσεις για την εξομάλυνση των διαφορών μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Άγγλων από τη μια και Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων από την άλλη, και αυτό γιατί οι Τουρκοκύπριοι ήταν αμετάκλητοι στα προνόμια που είχαν εξασφαλίσει με τις ως τότε συμφωνίες. Μέσα σ' αυτό το κλίμα έγιναν οι εκλογές της 13ης Δεκεμβρίου για την ανάδειξη του πρώτου προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο Μακάριος πήρε σ' αυτές το 66,3% των ψήφων και ο αντίπαλός του Ιωάννης Κληρίδης το 33,3%.

Στις 16 Ιανουαρίου 1960 έγινε στο Λονδίνο διάσκεψη των πέντε ενδιαφερομένων μερών για τη λύση του προβλήματος των βρετανικών στρατιωτικών βάσεων, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Στις 6 Ιουλίου 1960 οι συνομιλίες κατέληξαν στην υπογραφή συμφωνίας από τα πέντε ενδιαφερόμενα μέρη δηλαδή από εκπροσώπους της Ελλάδας, της Τουρκίας, της Βρετανίας και των Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.

 

Στη συνέχεια προκηρύχτηκαν εκλογές για την ανάδειξη των μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων για την 31η Ιουλίου του 1960 και των δυο Κοινοτικών Βουλών για την 7η Αυγούστου του ίδιου χρόνου. Στις 16 Αυγούστου ανακηρύχτηκε η ανεξαρτησία της Κύπρου επίσημα και αναχώρησε ο Άγγλος κυβερνήτης από το νησί.

Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας αρχιεπίσκοπος Μακάριος πρότεινε, το Νοέμβριο του 1963, τροπολογίες, προκειμένου να βελτιωθεί η προβληματική κατάσταση που δημιουργούσε η εφαρμογή του. Σχέδιο των προτάσεων αυτών έδωσε τον αντιπρόεδρο Κιουτσούκ και ενημέρωσε τις εγγυήτριες δυνάμεις (Αγγλία, Ελλάδα και Τουρκία). Πριν ακόμα απαντήσει ο Κιουτσούκ, η Τουρκία απέρριψε χωρίς συζήτηση τις προτάσεις και απείλησε στρατιωτική επέμβαση στην Κύπρο. Η τουρκοκυπριακή ηγεσία, χωρίς να απαντήσει στο Μακάριο, υποκίνησε τους Τουρκοκυπρίους που κατέλαβαν τμήμα της Λευκωσίας. Ακολούθησαν τότε σκληρές μάχες για 6 μέρες, από τις 20 μέχρι τις 25 Δεκεμβρίου του 1963, στη βόρεια περιοχή της Λευκωσίας. Επειδή η κατάσταση απειλούσε γενικότερη ανάφλεξη, οι εγγυήτριες δυνάμεις ανέθεσαν στην Αγγλία την ενιαία αρχηγία των στρατιωτικών δυνάμεων που βρίσκονταν στην Κύπρο. Η τουρκοκυπριακή ηγεσία εγκατέστησε στη Λευκωσία αυτοδιοίκηση και αποσχίστηκε από το νόμιμο κράτος. Παράλληλα, μετακίνησε τον τουρκοκυπριακό πληθυσμό συγκεντρώνοντάς τον σε ορισμένα σημεία της Κύπρου.

Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ αποφάσισε να στείλει στην Κύπρο ειρηνευτική δύναμη και να ορίσει μεσολαβητή για να αναλάβει τη διευθέτηση του προβλήματος. Έτσι, ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ έφτασε στην Κύπρο και αντικατέστησε τα βρετανικά στρατεύματα. Στο μεταξύ, η κατάσταση στην Κύπρο γινόταν όλο και πιο τεταμένη.

Νέες απειλές της Τουρκίας για επέμβαση στην Κύπρο προκάλεσαν τη λήψη ορισμένων μέτρων από την ελληνική πλευρά. Ακολούθησε νέα απειλή επέμβασης από την πλευρά της Τουρκίας, η οποία συγκέντρωσε στα νότια παράλιά της στρατιωτικές δυνάμεις, μεταγωγικά πλοία και αεροπλάνα. Η τουρκική αεροπορία βομβάρδισε ελληνοκυπριακά χωριά, τον Αύγουστο 1964, και προκάλεσε σοβαρές ζημιές και απώλειες στον άμαχο πληθυσμό τους. Παράλληλα, η Τουρκία και η Ελλάδα παρέταξαν δυνάμεις κατά μήκος του Έβρου. Η σύγκρουση προσωρινά αποφεύχθηκε, αλλά ο κίνδυνος παρέμεινε. Στο μεταξύ, γενικεύτηκε η μετακίνηση του τουρκοκυπριακού πληθυσμού της υπαίθρου και η εγκατάστασή του στο βόρειο τμήμα της Κύπρου με κέντρο την Κυρήνεια. Κατά μήκος της οροσειράς του Πενταδάκτυλου εγκαταστάθηκαν τουρκοκυπριακές στρατιωτικές δυνάμεις.

 

Η κατάσταση μεταξύ των δυο κοινοτήτων έφτασε σε νέα όξυνση και το Νοέμβριο του 1967 κατέληξε σε συγκρούσεις, που προκάλεσαν απειλές για ένοπλη σύρραξη μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Ύστερα από διάβημα της Τουρκίας, η κυβέρνηση της Αθήνας υποχώρησε και απέσυρε το εκστρατευτικό σώμα που η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου είχε αποστείλει μυστικά στην Κύπρο το 1964. Παράλληλα, αναχώρησε ο στρατηγός Γρίβας από την Κύπρο ύστερα από απαίτηση της Τουρκίας.

Στις προεδρικές εκλογές του 1968 επανεκλέχτηκε με μεγάλη πλειοψηφία ο Μακάριος. Σε δηλώσεις μετά την επανεκλογή του τόνισε ότι η Κύπρος θα έπρεπε να παραμείνει ανεξάρτητο κράτος.

Τον Οκτώβριο του 1968 δημιουργήθηκε ένταση στις σχέσεις της κυπριακής κυβέρνησης με την ελληνική. Αιτία ήταν η ανάμειξη του ονόματος του Κύπριου υπουργού Εσωτερικών και Άμυνας Πολύκαρπου Γεωρκάτζη στην απόπειρα δολοφονίας του Γ. Παπαδόπουλου. Ο Γεωρκάτζης αρνήθηκε την κατηγορία και υποστηρίχτηκε δημόσια από το Μακάριο. Το Νοέμβριο ο Γεωργκάτζης παραιτήθηκε.

Το φθινόπωρο του 1969 δημιουργήθηκε το "Εθνικό Μέτωπο", που διακήρυσσε ότι σκοποί του ήταν το διώξιμο των "μη ενωτικών" από την κυβέρνηση, η διακοπή των διαπραγματεύσεων με τους Τουρκοκυπρίους και η εφαρμογή ενωτικής πολιτικής. Η μετέπειτα όμως δράση του δεν ήταν παρά συστηματική τρομοκράτηση πολιτών, τοποθετήσεις βομβών και κλοπή οπλισμού, με αποκορύφωμα την επίθεση στον αστυνομικό σταθμό Λεμεσού και την κλοπή μεγάλων ποσοτήτων δυναμίτιδας από το μεταλλείο Μιτσερού.

 

Στις 20 Ιουλίου του 1974 αρχίζει η τουρκική εισβολή με απόβαση στην περιοχή της Κερύνειας (Αττίλας Ι). Τα τουρκικά στρατεύματα ως τις 22 Ιουλίου καταλαμβάνουν την Κερύνεια. Στις 20 Ιουλίου η ελληνική δικτατορική κυβέρνηση κηρύσσει γενική επιστράτευση. Σε λίγο καιρό τα τουρκικά στρατεύματα κατέλαβαν το βόρειο τμήμα του νησιού.  Η Κυπριακή Δημοκρατία ελέγχει σήμερα μόνο τα δύο τρίτα του νησιού, ενώ το βόρειο τρίτο κατέχεται παράνομα από την Τουρκία.

Το 1983 η Τουρκία παρανόμως ανακήρυξε τα κατεχόμενα εδάφη σε κράτος, ονομάζοντάς το «Τουρκική Δημοκρατία της Βορείου Κύπρου», το λεγόμενο "ψευδοκράτος", το οποίο αναγνωρίζεται σήμερα μόνο από την Τουρκία. Η ενέργεια αυτή καταδικάστηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε.

Στις δεκαετίες που ακολούθησαν την εισβολή οι εναπομείναντες εγκλωβισμένοι Ελληνοκύπριοι εκδιώχθηκαν και οι Τουρκοκύπριοι μετακινήθηκαν στο κατεχόμενο μέρος, ενώ 120.000 έποικοι από την Τουρκία μεταφέρθηκαν στο βόρειο μέρος της Κύπρου.

 

 

ΑΞΙΟΛΟΓΟΙ ΚΥΠΡΙΟΙ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ

 

Στον λογοτεχνικό τομέα η Κύπρος έχει μακρά παράδοση. Η παρουσία και η προσφορά των λογοτεχνών της σε όλα τα είδη και ιδιαίτερα στην ποίηση δεν υστερεί σε τίποτε από την αντίστοιχη προσφορά οποιουδήποτε άλλου τμήματος του ελληνισμού.

Οι πρώτες μαρτυρίες της κυπριακής λογοτεχνίας βρίσκονται στους μυθικούς χρόνους. Τότε λειτουργούσαν σχολές μουσικής και λυρικής ποίησης στις οποίες διδάσκονταν άσματα στη θεά Αφροδίτη και ύμνοι στους τοπικούς ήρωες (Κινύρα, Άδωνη, κ.ά.). Η παράδοση αναφέρει το μυθικό βασιλιά του νησιού Κινύρα ως πατέρα της κυπριακής ποίησης. Με το δεκάχορδο μουσικό του όργανο κινύρα συναγωνίστηκε τον Απόλλωνα, στη μουσική, από τον οποίο και νικήθηκε. Αξιόλογος μουσικός ήταν και ο Κύπρος Εύκλος, σύγχρονος του Βάκου, του Λύκου και του Μουσαίου.

Ως αρχαιότερα δείγματα της κυπριακής ποίησης αναφέρονται τα Κύπρια έπη, που αποδίδονται άλλοτε στον Όμηρο και άλλοτε στο γιο του Στασίνο ή στο Σαλαμίνιο Ηγησία. Ονομάστηκαν έτσι από το όνομα του νησιού ή από την Κύπριν Αφροδίτη και κατατάσσονται στον επικό κύκλο. Αποτελούνται από 11 βιβλία και χαρακτηρίζονται ως το σπουδαιότερο ποιητικό έργο της Κύπρου.

Η κατάκτηση του νησιού από τους Πέρσες και τα διάφορα συνταρακτικά γεγονότα που μεσολάβησαν, ανέκοψαν για αρκετούς αιώνες την εξέλιξη των γραμμάτων. Αξιόλογη πνευματική κίνηση αναπτύχθηκε στα χρόνια του βασιλιά της Σαλαμίνας Ευαγόρα Α' (398 π.Χ.), οπότε συγκεντρώθηκαν στη Σαλαμίνα ονομαστοί Έλληνες ρήτορες, όπως ο Ανάξαρχος, ο Μενέδημος, ο Πολυκράτης κ.ά., οι οποίοι άνοιξαν σχολές ρητορικής.

Στους ελληνιστικούς χρόνους δόθηκε νέα ώθηση στα γράμματα με την εμφάνιση σπουδαίων λογοτεχνών, από τους οποίους κυριότερος υπήρξε ο Κλέωνας από το Κουρί. Το ποιητικό του έργο Αργοναυτικά αποτέλεσε πρότυπο για τον Απόλλωνα το Ρόδιο. Την ίδια εποχή αναπτύσσονται η λυρική ποίηση με εκπρόσωπο τον ιαμβογράφο από το Κουρί Ερμεία και το αναθηματικό ή επιτύμβιο επίγραμμα. Εμφανίζεται επίσης, η νέα κωμωδία στην οποία διακρίνεται ο Σώπατρος, κωμικός ποιητής από την Πάφο, ο οποίος έγραψε αστεία δράματα σε τρίμετρους ιαμβικούς στίχους, από τα οποία διασώθηκαν αποσπάσματα με τίτλους Βακχίς, Γαλάται, Ιππόλυτος, Σίλφαι, Φυσιολόγος κ.ά.

 

Στην πεζογραφία εμφανίζονται επίσης αξιόλογοι συγγραφείς, Σπουδαιότεροι ιστορικοί είναι ο Άριστος ο Σαλαμίνιος, ο Ασκληπιάδης, ο Ερμησιάνακτας ο Κύπριος, ο Δημήτριος ο Σαλαμίνιος, ο Κλέαρχος ο Σολέας, ο Ονήσιμος ο Κύπριος κ.ά. Οι δυο πρώτοι έγραψαν την ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Οι πρώτοι φιλόσοφοι εμφανίζονται κατά το 4ο αι. Ο Κλέαρχος ο Σολέας, μαθητής του Αριστοτέλη, με τα συγγράμματά του συνιστούσε την εγκράτεια. Ο μαθητής και οπαδός του Πλάτωνα Εύδημος είναι γνωστός από το διάλογο Εύδημος ή περί ψυχής, που έγραψε προς τιμή του ο φίλος του Αριστοτέλης. Φιλόσοφοι της ίδιας εποχής ήταν ο Διοσκουρίδης και ο Φιλόλαος. Αλλά ο σπουδαιότερος από τους Κύπριους φιλόσοφους θεωρείται ο Ζήνωνας ο Κιτιέας, που πέθανε το 264 π.Χ. Σπούδασε φιλοσοφία στην Αθήνα, δημιούργησε τη "στωική φιλοσοφία" και χαρακτηρίζεται από τους μεγαλύτερους Έλληνες φιλοσόφους και ο σπουδαιότερος πνευματικός ηγέτης της Κύπρου. Στο σύγγραμμά του Πολιτεία εξετάζει την πολιτική κατάσταση της εποχής του.

Ως σημαντικοί συγγραφείς αναφέρονται επίσης οι γιατροί Απολλώνιος ο Κιτιέας, που έγραψε ιατρικές πραγματείες και ο Απολλόδωρος ο Κιτιέας, για τον οποίο δεν υπάρχουν σχετικές μαρτυρίες. Ο κυνικός φιλόσοφος Δημώνακτας, άκμασε τον 3ο μ.Χ. αι. και αναφέρεται ως συγγραφέας σπουδαίων έργων.

 

Στα μεσαιωνικά χρόνια η πνευματική ζωή του νησιού επηρεάστηκε από το χριστιανισμό και διαμορφώθηκε νέα κίνηση. Εκπρόσωποι του χριστιανικού πνεύματος είναι οι Άγιοι Βαρνάβας, Σπυρίδων από την Τριμιθούντα, Τύχων από την Αμαθούντα και Επιφάνιος από την Κωνσταντία.

Τα ακριτικά τραγούδια είναι δημιουργήματα δημοτικών ποιητών και εξυμνούν τα κατορθώματα των Κύπριων αγωνιστών εναντίον των διάφορων επιδρομέων. Κυριότερα από αυτά είναι: Σαρατζηνός, Μικροκωνσταντίνος, Χάρος Μυρόγιαννος κ.ά., στα οποία εξυμνούνται οι ήρωες Ανδρόνικος, Διαφύλακτος, Αλιάντρης, Κωνσταντάς κ.ά. Το σημαντικότερο όμως από τα ακριτικά τραγούδια, που ακούεται και σήμερα στην Κύπρο, είναι μια παραλλαγή του έπους Βασίλειος Διγενής Ακρίτας, του οποίου ο ομώνυμος ήρωας θαυμάζεται ιδιαίτερα από τους Κύπριους. Στη διάσωση και διατήρηση των ακριτικών τραγουδιών συντέλεσαν πολύ οι ποιητάρηδες. Πρόκειται για τους απλοϊκούς ανθρώπους που απάγγελναν τα τραγούδια σε διάφορα πανηγύρια.

Η χρονογραφία είναι το λογοτεχνικό είδος που γνώρισε επίσης μεγάλη ανάπτυξη στην Κύπρο, με αντιπρόσωπους τους συγγραφείς Λεόντιο Μαχαιρά και Γεώργιο Βουστρώνιο.

Στην περίοδο της Φραγκοκρατίας αναπτύχθηκε, σε αξιόλογο βαθμό, η ερωτική ποίηση και από την Κύπρο μπήκε το σονέτο στην ελληνική λογοτεχνία. Τα τραγούδια του είδους αυτού εξυμνούν τον έρωτα σε εξευγενισμένη μορφή, είναι γραμμένα σε ιδιωματική γλώσσα, έχουν ομοιοκαταληξία, χρησιμοποιούν συνήθως τον εντεκασύλλαβο και διακρίνονται για την κομψότητα και τη χάρη τους.

Η λογοτεχνική παραγωγή των Κυπρίων συνεχίστηκε και κατά την Τουρκοκρατία, αλλά σε περιορισμένο βαθμό. Την περίοδο αυτή ενίσχυσαν την πνευματική ανάπτυξη του νησιού εκκλησιαστικοί συγγραφείς, όπως ο Ιλλαρίωνας Κιγάλας, αρχιεπίσκοπος Κύπρου, ο Σεραφείμ Πισίδιος, αρχιμανδρίτης της μονής Κύκκου, ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός, ο αρχιεπίσκοπος Κυπριανός κ.ά.

 

 

ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

 

ΘΡΗΣΚΕΙΑ

 

Τα ποσοστά των Ελληνοκύπριων και των Τουρκοκύπριων αντικατοπτρίζονται σε γενικές γραμμές και στη θρησκεία. Έτσι το 80% των κατοίκων της Κύπρου είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι και το 19% Μουσουλμάνοι Σουνίτες. Υπάρχουν και διάφορες άλλες μικρές χριστιανικές κοινότητες και θρησκείες, όπως Αρμένιοι, Μαρωνίτες, Ρωμαιοκαθολικοί, Αγγλικανοί και Εβραίοι.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου έχει έντονη κοινωνική και πολιτική παρουσία αποτελώντας συγχρόνως και μια από τις ισχυρότερες δυνάμεις της Μεγαλονήσου. Ιδρύθηκε από τον Απόστολο Βαρνάβα το 45 μ.Χ., και αναγνωρίζεται ως αυτοκέφαλη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Υπάρχουν 6 μητροπόλεις, Πάφου, Κιτίου, Κερυνείας, Μόρφου και Σαλαμίνος. Ο αρχιεπίσκοπος και οι μητροπολίτες εκλέγονται με την ψήφο κληρικών και λαϊκών (ανδρών και γυναικών).

 

 

ΟΙ ΚΥΠΡΙΟΙ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

 

Στην Παλαιά Διαθήκη η Κύπρος αναφέρεται με το όνομα Κιττείμ (Γένεση 10,4. Αριθμοί 24,24), και οι κάτοικοι της με το όνομα Κητιαίοι (Ιεζεκιήλ 27,6).

 

Η  Καινή Διαθήκη αναφέρει σημαντικά γεγονότα που συνέβησαν στην Κύπρο. Μετά το διωγμό που ακολούθησε το λιθοβολισμό του Στέφανου, κάποιοι έφυγαν στην Κύπρο όπου και κήρυξαν το ευαγγέλιο στους εκεί Ιουδαίους (Πράξεις 11,19-20. 21,16). Ο Παύλος και ο Βαρνάβας αποβιβάστηκαν στη Σαλαμίνα και πήγαν στην Πάφο της Κύπρου κατά το πρώτο ιεραποστολικό τους ταξίδι (Πράξεις 13,4-13). Κατά την περιοδεία του Παύλου στην Κύπρο πίστεψε ο ανθύπατος Σέργιος Παύλος. Αργότερα ο Βαρνάβας επέστρεψε για να την ευαγγελίσει μαζί με το Μάρκο (Πράξεις 15,39). Κύπριοι στην καταγωγή ήταν ο Βαρνάβας (Πράξεις 4,36), και ο Μνάσων (Πράξεις 21,16).