ΘΕΜΑΤΑ

 

ΛΕΠΡΑ

 

Με τον όρο λέπρα, ή αλλιώς νόσος του Χάνσεν, είναι μία λοιμώδης ασθένεια του ανθρώπου και είναι μια από τις αρχαιότερα καταγεγραμμένες ασθένειες. Ο μικροοργανισμός αυτός ανακαλύφθηκε από τον γιατρό G.A. Hansen το 1873, γι αυτό και η λέπρα λέγεται επίσημα Νόσος του Χάνσεν.

Η ετυμολογία της λέπρας σχετίζεται με τις λέξεις λέπι και λεπίδα, οι οποίες αφορούν στο ξεφλούδισμα του δέρματος που προκαλεί η νόσος. Πρόκειται για μία πάθηση που είναι γνωστή από τους αρχαίους χρόνους και στο παρελθόν προκαλούσε κοινωνικό στιγματισμό.

 

 

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ

 

Η λέπρα, ή νόσος του Hansen, είναι μία νόσος που προσβάλλει κυρίως το δέρμα και τα νεύρα που βρίσκονται κάτω από αυτό και μπορεί, αν δε θεραπευτεί, να οδηγήσει σε παραμορφώσεις. Προκαλείται από το μυκοβακτηρίδιο της λέπρας, ένα μικρόβιο που ανήκει στην ίδια οικογένεια με το μικρόβιο που προκαλεί τη φυματίωση, αν και η μεταδοτικότητά του είναι αρκετά μικρότερη από αυτήν της φυματίωσης.

 

Διακρίνονται δυο βασικές μορφές λέπρας, η λεπρωματώδης και η νευρική, από τις οποίες η πιο βαριά και επικίνδυνη για το περιβάλλον είναι η λεπρωματώδης λέπρα που αναπτύσσεται στο δέρμα κυρίως στα άκρα και το πρόσωπο.

Το κύριο σύμπτωμα της νόσου είναι η εμφάνιση μεμονωμένων κόκκινων κηλίδων στο δέρμα που μεγαλώνουν και εξαπλώνονται αργότερα σε όλο το σώμα. Ανάλογα με τον τύπο του δέρματος οι κηλίδες αυτές μπορεί να έχουν και άσπρο χρώμα.

Τα μαλλιά σταδιακά γίνονται ξηρά και παρατηρείται πτώση των φρυδιών των βλεφαρίδων και απώλεια τριχών σε άλλα μέρη του σώματος. Εμφανίζονται παραμορφώσεις στα χέρια τα πόδια και το πρόσωπο. Μάλιστα στο πρόσωπο παρατηρείται πάχυνση των λοβίων που προκαλούν το φαινόμενο του "λεόντειου προσωπείου". Άλλα συμπτώματα είναι η αιμορραγία ή συνεχής συμφόρηση της μύτης και η καταστροφή του ρινικού διαφράγματος. Όταν προσβληθεί ο λάρυγγας παρουσιάζεται απώλεια της φωνής και δυσκολία στην αναπνοή. Συχνά παρατηρούνται βλάβες στα μάτια ή και απώλεια της όρασης λόγω προσβολής του οπτικού νεύρου. Είναι δυνατή και η προσβολή εσωτερικών οργάνων, όπως το ήπαρ, ο σπλήνας κλπ.

 

Η νευρική μορφή λέπρας χαρακτηρίζεται από προσβολή των νεύρων που προκαλούν μυικές ατροφίες, τροφικές εξελκώσεις και βλάβες του δέρματος ανάλογες με την προηγούμενη μορφή. Λόγω της απονέκρωσης των νεύρων ο ασθενής δε νιώθει πόνο, κρύο ή ζέστη σε αυτά τα σημεία. Η αναισθησία αυτή μπορεί να προκαλέσει τραυματισμούς τους οποίους δεν αντιλαμβάνεται το άτομο και μπορεί να οδηγήσουν σε μολύνσεις ή και ακρωτηριασμούς αν δεν αντιμετωπιστούν έγκαιρα.

 

Η λέπρα, αυτή καθεαυτή, γενικά δε θεωρείται θανατηφόρος ασθένεια. Ο θάνατος μπορεί να επέλθει από τις συνέπειες της νόσου, όπως μολύνσεις.

 

 

ΟΜΑΔΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

 

Η λέπρα μπορεί να εμφανιστεί σε άτομα κάθε ηλικίας κυρίως μεγαλύτερα των 3 ετών. Τον μεγαλύτερο κίνδυνο διατρέχουν αυτοί που ζουν μέσα σε κακές συνθήκες ζωής, όπως μολυσμένο νερό κτλ.

 

ΜΕΤΑΔΟΣΗ

 

Όταν εμφανιστεί περίπτωση λέπρας, δε χρειάζεται να ληφθούν κάποια μέτρα, εφόσον δε θεωρείται ιδιαίτερα μεταδοτική νόσος. Επίσης, δεν υπάρχει κάποια εξέταση που μπορεί να κάνει κάποιος για να καταλάβει αν έχει μολυνθεί. Συνιστάται όμως παρακολούθηση των ατόμων που έρχονται σε στενή επαφή με τον ασθενή, δηλαδή για παράδειγμα όσων διαμένουν στο ίδιο σπίτι με αυτόν, για εμφάνιση συμπτωμάτων λέπρας.

 

Η λέπρα δεν είναι ιδιαίτερα μεταδοτική και ο τρόπος μετάδοσής της δεν είναι απολύτως γνωστός. Πιθανολογείται ότι γίνεται μέσω της αναπνευστικής οδού, και κυρίως με τις εκκρίσεις της μύτης, αν και είναι πιθανό να μεταδοθεί και έπειτα από επαφή με το δέρμα ατόμου που πάσχει. Ειδικά όταν υπάρχουν τραυματισμοί στο δέρμα, διευκολύνεται η είσοδος του μικροβίου.

 

Η στενή και συχνή επαφή με ανθρώπους που είναι ήδη μολυσμένοι σίγουρα αυξάνει τις πιθανότητες μετάδοσης. Η κύρια προφύλαξη από την ασθένεια επιτυγχάνεται με την απομόνωση των νοσούντων σε μέρη όπου δεν έρχονται σε επικοινωνία με τον υπόλοιπο πληθυσμό. Τα παιδιά τους πρέπει να απομακρύνονται αμέσως μετά τη γέννησή τους. Η αυστηρή καθαριότητα καθενός που έρχεται σε επαφή με ασθενείς, ιδιαίτερα αυτών που έχουν στο σώμα τους και την παραμικρότερη πληγή, είναι επιτακτική. Οι νέοι να αποφεύγουν να πλησιάζουν ασθενείς, γιατί μολύνονται ευκολότερα.

 

 

ΘΕΡΑΠΕΙΑ

 

Παλιά η λέπρα ήταν αθεράπευτη. Τις τελευταίες δεκαετίες όμως με την πρόοδο της επιστήμης η ασθένεια στα πρώτα της στάδια είναι δυνατόν να υποχωρήσει, και σε όλες τις περιπτώσεις να βελτιωθεί η κατάσταση του ασθενούς. Σήμερα υπάρχουν φάρμακα που θεραπεύουν τη λέπρα. Για τη θεραπεία της χρησιμοποιούνται συνήθως αντιμικροβιακά φάρμακα. Με σωστή παρακολούθηση, και εφόσον ο ασθενής παίρνει τα φάρμακά του, η νόσος θεραπεύεται αποτελεσματικά και όσοι κάνουν την κατάλληλη θεραπεία μπορούν να έχουν μια κανονική ζωή χωρίς να μεταδίδουν την ασθένεια.

 

 

Η ΛΕΠΡΑ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

 

Μια από τις πιο διαδεδομένες και ανίατες ασθένειες στην Αγία Γραφή. Ήταν ανίατη ασθένεια και πολλές φορές κληρονομική (Β' Βασιλειών 3,39, Δ' Βασιλέων 5,27). Οι δερματοπάθειες, όπως η λέπρα, καθιστούσαν τον άνθρωπο τελετουργικά ακάθαρτο και τον υποχρέωναν σε απομάκρυνση από την κοινότητα (Αριθμοί 5,2 και 12,14). Κατοικούσαν σε ξεχωριστά σπίτια (Δ' Βασιλέων 15,5) και συναναστρέφονταν μεταξύ τους (Λουκάς 17,12).

 

Σύμφωνα με το νόμο έπρεπε να έχουν σχισμένα ρούχα, το κεφάλι και το κάτω μέρος του προσώπου τους ήταν καλυμμένο και έπρεπε να φωνάζουν "ακάθαρτος, ακάθαρτος" όταν τους πλησίαζε κανείς (Λευιτικό 13,45). Αποκλείονταν από το ιερατικό αξίωμα, ενώ εάν για κάποιον υπήρχε υποψία ότι μπορεί να είχε την ασθένεια, τον απομόνωναν για επτά ημέρες (Λευιτικό 13,4). Ενδεχόμενη θεραπεία της δερματοπάθειας έπρεπε να πιστοποιηθεί από τους ιερείς, οι οποίοι έδιναν και την άδεια επιστροφής του ασθενούς στην κοινότητα.

 

Από λέπρα έπασχε και η αδερφή του Μωϋσή, η Μαριάμ (Αριθμοί 12,10). Ο Ιησούς θεράπευσε λεπρούς (Ματθαίος 8,3. Λουκάς 5,13), και έδωσε την εξουσία στους μαθητές Του να θεραπεύουν. Χαρακτηριστικό απόσπασμα στην Καινή Διαθήκη είναι η θεραπεία των δέκα λεπρών από τον Ιησού (Λουκάς 17,11-19).

 

 

Η ΛΕΠΡΑ ΣΗΜΕΡΑ

 

Αν και υπάρχει η εντύπωση ότι η λέπρα είναι νόσος μιας παλαιότερης εποχής, που έχει πλέον εξαφανιστεί, στην πραγματικότητα υπάρχουν πολλές χιλιάδες νέα κρούσματα παγκοσμίως. Σε όλο τον κόσμο, δύο έως τρία εκατομμύρια άτομα υπολογίζεται ότι είναι μόνιμα απενεργοποιημένη λόγω της λέπρας. Η συγκεκριμένη ασθένεια εξακολουθεί να εμφανίζεται σε αρκετές, κυρίως αναπτυσσόμενες, χώρες του κόσμου. Οι περισσότερες περιπτώσεις προέρχονται από τη Βραζιλία και την Ινδία, όπου νοσεί πάνω από ένα άτομο ανά 10 χιλιάδες κατοίκους. Στις ανεπτυγμένες χώρες, μεταξύ των οποίων και στην Ελλάδα, δε γίνεται πραγματική καταγραφή των περιστατικών κι έτσι δεν μπορούμε να έχουμε σαφή εικόνα για την έκταση της νόσου.

Το 2001 νόσησαν από λέπρα 763.000 άνθρωποι, κυρίως στη νοτιο-ανατολική Ασία (668.000), ενώ ο αριθμός νέων περιστατικών μειώθηκε σε 300.000 το 2005.

 

Είναι πάντως πολύ πιθανό να υπάρχουν περιπτώσεις λέπρας, με δεδομένο ότι πρόκειται για μία νόσο που εκδηλώνεται πολύ αργά και περνούν αρκετά χρόνια από τη μόλυνση μέχρι να εμφανιστούν συμπτώματα. Άτομα που έχουν ζήσει αρκετό διάστημα σε χώρες όπου ενδημεί η λέπρα, όπως και στενοί συγγενείς τους, είναι πιο πιθανό να νοσήσουν. Επιπλέον, μεταξύ του μεγάλου αριθμού μεταναστών που εισέρχονται στη χώρα είναι βέβαιο ότι θα υπάρχουν και άτομα που πάσχουν από λέπρα.

Συμπερασματικά, αν και έχει περιοριστεί σημαντικά, η λέπρα δεν έχει πλήρως εξαφανιστεί. Μεμονωμένες περιπτώσεις είναι πιθανό να συνεχίσουν να εμφανίζονται, όμως είναι καθησυχαστικό ότι πρόκειται για μία νόσο με μικρή μεταδοτικότητα και αποτελεσματική θεραπεία.

 

Η λέπρα είναι γνωστή από την αρχαιότητα, φαίνεται πως εμφανίστηκε αρχικά στην Ινδία και μεταδόθηκε στη συνέχεια στο δυτικό κόσμο. Στην Ευρώπη πιθανόν να μεταδόθηκε από τα ρωμαϊκά στρατεύματα. Εξαιτίας των ενδείξεων που υπήρχαν για τη μεταδοτικότητα της νόσου, καθιερώθηκαν μέτρα απομόνωσης των πασχόντων ήδη από το Μεσαίωνα. Οι πάσχοντες ήταν υποχρεωμένοι να φορούν άσπρα ρούχα και μεγάλα κουδούνια ώστε να ειδοποιούνται για την έλευσή τους οι υγιείς. Σε μεταγενέστερες εποχές, δημιουργήθηκαν τα λεπροκομεία ή λαζαρέτα. Από τις ευρωπαϊκές χώρες, ιδιαίτερα η Νορβηγία μαστιζόταν από τη νόσο το 19ο αιώνα, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την εντατική έρευνα σχετικά με το αίτιο της λέπρας και τελικά την ανακάλυψη του μικροβίου από το Νορβηγό Hansen.

 

Αν και η αναγκαστική απομόνωση ή ο διαχωρισμός των ασθενών είναι περιττή σε σημεία όπου υπάρχουν κατάλληλες θεραπείες, πολυάριθμες αποικίες της λεπρών εξακολουθούν να υπάρχουν στον κόσμο, σε χώρες όπως η Ινδία (όπου υπάρχουν ακόμη περισσότερα από 1.000 αποικίες λεπρών), η Βραζιλία, η Ρουμανία, η Αίγυπτος, το Νεπάλ, η Σομαλία, η Λιβερία, το Βιετνάμ, η Ιαπωνία, η Μαδαγασκάρη, η Μοζαμβίκη, η Τανζανία.

 

Στην Ελλάδα υπήρχαν οικισμοί λεπρών, που αποκαλούνταν και μεσκηνιές, στα σύνορα των πόλεων. Το 1901, σε μια προσπάθεια να περιοριστεί η εξάπλωση της λέπρας, η Κρητική Πολιτεία θέσπισε την απομόνωση των λεπρών στο μικρό νησί της Σπιναλόγκας, στον κόλπο του Μιραμπέλου της Κρήτης. Είχε τότε υπολογιστεί ότι στην Κρήτη, επί συνόλου 320.000 κατοίκων, υπήρχαν 600 λεπροί. Σταδιακά μεταφέρθηκαν στο νησί πάσχοντες απ’ όλη την Ελλάδα, αλλά και από την Ευρώπη, και ο πληθυσμός έφτασε μέχρι τους 1.000 κατοίκους. Μετά την ανακάλυψη της θεραπείας για την ασθένεια, σταδιακά ελαττώθηκε ο πληθυσμός του νησιού και η Σπιναλόγκα έκλεισε το 1957. 

 

Ωστόσο η λέξη «λεπρός» εξακολουθεί να αποτελεί κοινωνικό στίγμα και είναι ένας από τους κύριους λόγους που κάποιοι ασθενείς δεν αναζητούν ιατρική βοήθεια στα πρώτα στάδια της ασθένειας.