ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

 

 

ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑΣ
ΤΟΥ ΑΠ. ΠΑΥΛΟΥ

 

 

 

 

 

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ

ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ

  

Απόστολος Παύλος

Η Επιστολή του Παύλου προς Εφεσίους γράφτηκε στην Έφεσο το 54-55 ή στη Ρώμη το 60-62 μ.Χ. Η προς Εφεσίους είναι μια εγκύκλιος επιστολή, όπως προκύπτει μεταξύ άλλων από τη γενικότητα του θέματός της, το οποίο δεν ενδιαφέρει αποκλειστικά μια ορισμένη τοπική Εκκλησία που αντιμετωπίζει συγκεκριμένα προβλήματα αλλά όλη την Εκκλησία του Χριστού, και από την απουσία χαιρετισμών σε γνωστά στον γράφοντα πρόσωπα. Παραλήπτες της επιστολής κατά πάσα πιθανότητα είναι οι Χριστιανοί της Μ. Ασίας ή μιας ακόμη μεγαλύτερης περιοχής.

 

Στο Α' μέρος της επιστολής (κεφ. 1-3), αναπτύσσεται ένα θέμα γενικού ενδιαφέροντος, την πραγματοποίηση της λυτρωτικής οικονομίας του Θεού μέσα στην ανθρώπινη ιστορία με την ίδρυση της Εκκλησίας, στην οποία ενώνονται και αποτελούν ένα σώμα οι πρώην εχθροί μεταξύ τους Ιουδαίοι και εθνικοί, κι αυτό είναι έργο του Χριστού, ο οποίος με το σταυρό και την Ανάστασή του φέρνει στον κόσμο την ειρήνη και συμφιλιώνει τους ανθρώπους με το Θεό, ενώ το Άγιο Πνεύμα τροφοδοτεί, συνέχει και συγκροτεί τη νέα αυτή κοινωνία των λυτρωμένων, που αποτελούν το σώμα του Χριστού.

 

Στο Β' μέρος της επιστολής (κεφ. 4-6), το πρακτικό, παρουσιάζει ο Απόστολος τις συνέπειες που απορρέουν για τη ζωή των μελών του σώματος του Χριστού από τη σωτηρία που τους προσφέρθηκε. Γίνεται λόγος για την ενότητα της Εκκλησίας, για τον παλαιό και τον καινούριο άνθρωπο, για τις εκδηλώσεις του καινούριου ανθρώπου μέσα στην κοινωνία, τις σχέσεις των συζύγων, τις σχέσεις των δούλων με τους κατά κόσμον κυρίους τους. Προς το τέλος περιγράφεται η «πανοπλία του Θεού», την οποία πρέπει να φέρει κάθε Χριστιανός για την αντιμετώπιση των σατανικών δυνάμεων που αποτελούν μόνιμο κίνδυνο. Αυτό σημαίνει ότι η νέα ζωή μέσα στην Εκκλησία δεν αποτελεί οριστική κατάσταση αλλά αρχή αγώνων για τους οποίους απαιτείται συνεχής εγρήγορση.

 

 

 

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ 

ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ

 

Την επιστολή προς Φιλιππησίους την έγραψε ο Παύλος από τη φυλακή, στη Ρώμη, γύρω στο 60-62 μ.Χ. ή το πιθανότερο στην Έφεσο, γύρω στο 55 μ.Χ.. Οι Φίλιπποι είναι η πρώτη ευρωπαϊκή πόλη στην οποία διαδόθηκε το Ευαγγέλιο από τον Απόστολο Παύλο και τους συνεργάτες του και ιδρύθηκε εκεί η τοπική Εκκλησία γύρω στο έτος 50 μ.Χ., κατά τη δεύτερη περιοδεία του Παύλου.

Με την Εκκλησία των Φιλίππων ο Παύλος είχε ιδιαίτερα φιλικές σχέσεις, όπως φαίνεται από την επιστολή που της απευθύνει και η οποία είναι η πιο προσωπική, συναισθηματική και τρυφερή επιστολή του.

 

Η προς Φιλιππησίους μπορεί να χαρακτηριστεί "επιστολή της χαράς", γιατί το θέμα της χαράς και η συνεχής προτροπή του Αποστόλου προς τους Φιλιππησίους να χαίρουν, δεσπόζουν στην επιστολή, ενώ θα μπορούσε επίσης να χαρακτηριστεί και "επιστολή της ταπεινοφροσύνης", γιατί και το θέμα αυτό κυριαρχεί, με αποκορύφωμα μάλιστα ένα θαυμάσιο και πυκνό σε νοήματα ύμνο προς το Χριστό, που ενώ ήταν Θεός, πήρε δούλου μορφή και ταπεινώθηκε μέχρι ακόμη και του σταυρικού θανάτου. Ο Παύλος αφήνει την καρδιά του να εκφραστεί με τον πιο αυθόρμητο και τρυφερό τόνο για να ευχαριστήσει τους Χριστιανούς των Φιλίππων που επανειλημμένα του έστειλαν βοηθήματα και άλλοτε και τώρα που είναι φυλακισμένος.

Οι σκέψεις και τα αισθήματα του Αποστόλου εκτίθενται χωρίς κάποιο αυστηρό διάγραμμα, όπως μιλώντας κανείς μ' ένα φιλικό του πρόσωπο λέει αυθόρμητα όσα έχει να πει, χωρίς να τα κατατάσσει με τρόπο αυστηρά συστηματικό. Όλα αυτά βέβαια δεν σημαίνουν ότι η επιστολή στερείται θεολογικού βάθους και ότι έχει μόνο πρακτικό προσανατολισμό. Η κένωση του Χριστού (2,6), η δικαιοσύνη «εκ πίστεως», η εσχατολογική ελπίδα, ο μετασχηματισμός του φθαρτού σώματος σε ένδοξο σώμα κ.ά. αποτελούν βασικά θέματα της επιστολής.

 

 

 

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ 

ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ

 

Η Επιστολή προς Κολοσσαείς γράφτηκε στην Έφεσο κατά το 52-55 ή στη Ρώμη το 60-62 μ.Χ. Η επιστολή αυτή απευθύνεται προς Χριστιανούς που δεν γνωρίζει προσωπικά ο Παύλος, γιατί δεν ίδρυσε ο ίδιος την Εκκλησία τους.

 

Από έμμεσες πληροφορίες της επιστολής συνάγεται ότι ο Επαφράς, ο οποίος προερχόταν από τις Κολοσσές, κήρυξε κατ' εντολή του Παύλου το Ευαγγέλιο και ίδρυσε την Εκκλησία της πόλης αυτής που βρίσκεται στην κοιλάδα του ποταμού Λύκου, στη δυτική Μ. Ασία (Φρυγία). Κατά το χρόνο συγγραφής της επιστολής ο Επαφράς επισκέφθηκε τον Παύλο στη φυλακή, όπου και τον πληροφόρησε για την κατάσταση των Χριστιανών στις Κολοσσές, επισημαίνοντας ιδιαίτερα τον κίνδυνο που διατρέχει η Εκκλησία τους από κάποια αιρετική διδασκαλία που άρχισε να διαδίδεται.

Η αιρετική διδασκαλία διεκδικούσε για τον εαυτό της το χαρακτηρισμό της «φιλοσοφίας», της ανώτερης δηλαδή γνώσης και κατοχής διδασκαλιών περί Θεού, κόσμου, ανθρώπου κλπ. Περιείχε διατάξεις που αφορούσαν αποχή από τροφές ή ποτά, διακρίσεις ημερών και υποτιμητική στάση έναντι του σώματος. Κεντρικό σημείο της αιρετικής «φιλοσοφίας» ήταν η «θρησκεία των αγγέλων», η λατρεία δηλαδή πνευμάτων και αγγελικών δυνάμεων, που ονομάζονται στην επιστολή «στοιχεία του κόσμου» ή «αρχές και εξουσίες», όμως επέτρεπε συγχρόνως την πίστη στο Χριστό.

 

Η επιστολή μετά το συνηθισμένο προοίμιο, τις ευχαριστίες και την προσευχή του Παύλου (1,1-12), διακρίνεται σε δυο μέρη εκ των οποίων το πρώτο είναι θεωρητικό-θεολογικό και το δεύτερο ηθικό-παραινετικό.

Στο πρώτο μέρος ο Παύλος τονίζει την υπεροχή και κυριότητα του Χριστού πάνω σ' όλη την κτίση. Ο Χριστός είναι «κύριος κάθε αρχής και εξουσίας», σ' αυτόν οφείλουν την ύπαρξη τους τα πάντα, αυτός είναι ο τελικός σκοπός όλων, σ' αυτόν κατοικεί σωματικά όλη η θεότητα. Στο σταυρό του Χριστού νικήθηκαν ολοσχερώς οι εχθρικές προς το Θεό πνευματικές δυνάμεις κι έτσι οι Χριστιανοί απολυτρώθηκαν από τις αμαρτίες τους και μεταπήδησαν από την εξουσία του σκότους στη βασιλεία του Υιού της αγάπης» του Θεού, που είναι το σώμα του Χριστού, η Εκκλησία.

Οι Χριστιανοί με το βάπτισμα έχουν έχουν απελευθερωθεί από τα στοιχεία του κόσμου και έχουν αναστηθεί μαζί με το Χριστό σε μια καινούργια ζωή, μέσα στο σώμα του Χριστού.

 

Οι αιρετικοί «φιλόσοφοι» άδικα και χωρίς λόγο πιστεύουν ότι είναι κάτοχοι κάποιας ανώτερης γνώσης, γιατί μόνο στο Χριστό βρίσκονται κρυμμένοι όλοι οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσης. Ο Χριστός που σταυρώθηκε, αναστήθηκε και υψώθηκε στα δεξιά του Θεού, είναι ο Κύριος των πάντων και η κυριαρχία του αναγνωρίζεται μέχρι των περάτων της γης.

 

Στο δεύτερο μέρος της επιστολής, το ηθικό και παραινετικό, την ηθική προσταγή στηρίζει ο Παύλος στο θάνατο του πιστού μαζί με το Χριστό, η οποία συντελέστηκε στο βάπτισμα και στη συνέγερση με αυτόν σε μια καινούρια ζωή. Περιγράφει ο Απόστολος τις εκδηλώσεις του νέου εν Χριστώ ανθρώπου και δίνει κανόνες ζωής, που δεν αποτελούν προϋπόθεση σωτηρίας των Χριστιανών αλλά καρπό της σωτηρίας που φέρνει ο Χριστός.

 

 

 

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ 

ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ

 

Η προς Φιλήμονα είναι η μικρότερη από τις επιστολές του Παύλου και γράφτηκε στην Έφεσο κατά το 52-55 μ.Χ. ή στη Ρώμη το 60-62 μ.Χ.

Ο Φιλήμων είναι εύπορος Χριστιανός που ζει στις Κολοσσές και οφείλει τη μεταστροφή του στο Χριστιανισμό στον ίδιο τον Παύλο. Διαθέτει το σπίτι του για τις χριστιανικές συνάξεις και έχει μεγάλη φιλανθρωπική δραστηριότητα. Από το σπίτι του Φιλήμονα δραπέτευσε ο δούλος Ονήσιμος, αφού διέπραξε κάποια αδικία, και, άγνωστο κάτω από ποιες συνθήκες, βρέθηκε κοντά στον Παύλο στη φυλακή. Από τον Απόστολο γνώρισε το Χριστιανισμό και ως αδερφός πια επιστρέφει στον κύριο του στις Κολοσσές, εφοδιασμένος μ' αυτό το συστατικό γράμμα του Παύλου.

 

Ο Παύλος αποκαλύπτεται μέσα σ' αυτή την επιστολή όχι μόνο ως θεολόγος αλλά και ως άνθρωπος με εξαιρετική λεπτότητα τόσο προς τον παραλήπτη της επιστολής όσο και προς το πρόσωπο για το οποίο στέλνει την επιστολή.

Προς τον πρώτο γράφει ως φίλος, παραιτούμενος ακόμη και του τίτλου του Αποστόλου στην αρχή της επιστολής, καθώς και της εξουσίας που θα μπορούσε με τον τίτλο αυτό να ασκήσει επάνω του. Σέβεται τα κυριαρχικά του δικαιώματα επί του δούλου του βάσει του ισχύοντος δικαίου της εποχής. Δεν προχωρεί πέραν του δέοντος για να του συστήσει την απελευθέρωση του επιστρέφοντος δούλου. Αναγνωρίζει την οφειλή του Ονήσιμου αναλαμβάνοντας ο ίδιος να την πληρώσει.

Προς τον Ονήσιμο από την άλλη πλευρά διαφαίνεται η λεπτότητα του Αποστόλου στο ότι αποφεύγει να χαρακτηρίσει την πράξη του ως φυγή. Δεν αναφέρει την αδικία, αλλά λέει πόσο είναι τώρα πλέον χρήσιμος, τόσο πολύ μάλιστα που θα ήθελε να τον κρατήσει ο ίδιος, κι ακόμη τον αποκαλεί «παιδί του, που στη φυλακή τον γέννησε στη νέα πίστη  και αγαπητό αδερφό».

 

Πέραν του λεπτού ανθρώπου, αναγνωρίζει κανείς εδώ και τον ηγέτη Παύλο που χρησιμοποιεί έμμεσα το αξίωμά του χωρίς να είναι πιεστικός στους συνεργάτες και φίλους του, που σοβαρολογεί αλλά και αστειεύεται, που κάνει λογοπαίγνιο με το όνομα του δούλου αλλά με την έμφαση τελικά στο σοβαρό χαρακτήρα του αιτήματος του.

Η μικρή αυτή επιστολή αποτελεί ένα μαργαριτάρι εφαρμογής της χριστιανικής πίστης και αγάπης στην καθημερινή ζωή. Ο Χριστιανός δεν αναμένει την ανατροπή των υφιστάμενων κοινωνικών δομών για να πραγματώσει τις αρχές της πίστης του, αλλά με την καθημερινή του πράξη τις υπερβαίνει, προσδοκώντας ταυτόχρονα την επικράτηση της βασιλείας του Θεού.