ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

 

 

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

 

 

 

 

 

 

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

  

Ματθαίος ο Ευαγγελιστής

Το κατά Ματθαίον ευαγγέλιον, γράφτηκε γύρω στο 70 - 80 μ.Χ. και είναι το πρώτο στον κανόνα των βιβλίων της Καινής Διαθήκης. Αποτελεί κατά κάποιον τρόπο το συνδετικό κρίκο μεταξύ της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, όπως συνάγεται τόσο από τη γενεαλογία του Ιησού, με την οποία αρχίζει, όσο και από τη σταθερή συνήθεια που έχει ο ευαγγελιστής να παρουσιάζει τα σχετικά με τη ζωή, τη διδασκαλία, το θάνατο και την Ανάσταση του Ιησού ως πραγματοποίηση των προρρήσεων της Παλαιάς Διαθήκης.

 

Το ευαγγέλιο αυτό γράφτηκε από τον ευαγγελιστή Ματθαίο, του οποίου η αυθεντία αποτελεί εγγύηση για τα όσα περιέχονται μέσα σε αυτό. Ο Ματθαίος ή Λευί, ανήκει στον κύκλο των δώδεκα μαθητών του Ιησού και  ασκούσε το επάγγελμα του τελώνη (δηλαδή του φοροεισπράκτορα) στην Καπερναούμ, όταν κλήθηκε στο αποστολικό αξίωμα. Το ευαγγέλιο του Ματθαίου προϋποθέτει αναγνώστες ιουδαιοχριστιανούς που είναι εξοικειωμένοι με την Παλαιά Διαθήκη και τις ιουδαϊκές παραστάσεις και αντιλήψεις.

 

Σ' ολόκληρο το ευαγγέλιο κυριαρχεί η διδασκαλία του Ιησού περί "βασιλείας του Θεού" ή "βασιλείας των ουρανών". Τη βασιλεία αυτή αποκαλύπτει, πραγματοποιεί και εγκαθιστά ο Μεσσίας, ο οποίος συνάμα προτρέπει τους πιστούς σε συνεχή επαγρύπνηση ενόψει της μελλοντικά ερχόμενης ολοκληρωμένης μορφής της. Πρόκειται για το "μυστήριο" της βασιλείας του Θεού που, ενώ άρχισε ήδη να πραγματοποιείται στο πρόσωπο και το έργο του Ιησού Χριστού, συγχρόνως αναμένεται να έρθει στην πλήρη μορφή της κατά το μέλλον.

Ο Ιησούς, ο οποίος αποκαλύπτει τα "μυστήρια της βασιλείας του Θεού'', είναι ο Μεσσίας, στο πρόσωπο του οποίου πραγματοποιούνται οι προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης και ο οποίος συγκροτεί γύρω του το νέο λαό του Θεού, την Εκκλησία, με πυρήνα τους δώδεκα μαθητές. Η Εκκλησία αποβαίνει κληρονόμος των επαγγελιών του Θεού, που δόθηκαν στον παλαιό Ισραήλ.

Περισσότερο από τους άλλους ευαγγελιστές υπογραμμίζει ο Ματθαίος τη "δικαιοσύνη" του ανθρώπου ως απάντηση στη σώζουσα "δικαιοσύνη του Θεού". Υπογραμμίζει την ανθρώπινη ανταπόκριση στην προσφορά της λύτρωσης, την υποχρέωση των πιστών να πράττουν έργα αγάπης και να παράγουν καρπούς αρετής, ειρήνης και δικαιοσύνης.