ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

 

 

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ
ΤΟΥ ΑΠ. ΠΑΥΛΟΥ

 

 

 

ΑΡΧΙΚΗ

ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΙΣΤΟΡΙΑ Κ.Δ.

ΑΓΙΟΛΟΓΙΑ

ΑΠΟΣΤ. ΠΑΥΛΟΣ

ΠΡΟΣΩΠΑ K.Δ.

ΟΡΘΟΔ. ΕΚΚΛΗΣΙΑ

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΕΣ ΑΙΡΕΣΕΙΣ

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ

ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ

ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΩΝ ΟΡΩΝ

 

 

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ

 

Απόστολος Παύλος

«Ποιμαντικές» ονομάστηκαν οι δύο επιστολές προς Τιμόθεον και η προς Τίτον, επειδή απευθύνονται σε ποιμένες της Εκκλησίας, τον επίσκοπο Εφέσου Τιμόθεο και τον επίσκοπο Κρήτης Τίτο.

Οι επιστολές αναφέρονται σε συγκεκριμένες καταστάσεις που αντιμετωπίζουν οι δυο αυτοί ηγέτες στις Εκκλησίες, στις οποίες τους εγκατέστησε ο Παύλος, και παρέχουν οδηγίες για το ποιμαντικό τους έργο. Έχουν μεγάλη αξία οι επιστολές αυτές, γιατί μας παρουσιάζουν το ενδιαφέρον και την αγωνία του για τις Εκκλησίες που ίδρυσε και την φροντίδα των οποίων ανέθεσε στους συνεργάτες του. Η σκέψη του Αποστόλου είναι στραμμένη προς το μέλλον, προς τους κινδύνους ιδιαίτερα που διατρέχουν τα μέλη της Εκκλησίας από τους αιρετικούς και προς τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να τους αντιμετωπίζουν οι ποιμένες των Εκκλησιών.

 

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ 

ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α'

 

Η Α' προς Τιμόθεον επιστολή γράφτηκε στη Μακεδονία ή στη Νικόπολη το 63-64 μ.Χ.. Για τον Τιμόθεο έχουμε πολλές πληροφορίες από τις Πράξεις και από τις επιστολές του Παύλου. Κατάγεται από τα Λύστρα της Λυκαονίας, από ειδωλολάτρη πατέρα και Ιουδαία μητέρα που είχε γίνει Χριστιανή. Στην πόλη αυτή γνώρισε τον Παύλο και έγινε ο πιο στενός και έμπιστος συνεργάτης του. Ήδη από πολύ μικρή παιδική ηλικία γνώρισε τα ιερά γράμματα με τη φροντίδα της μητέρας του Ευνίκης και της γιαγιάς του Λωΐδας. Αργότερα διακόνησε με ζήλο και αφοσίωση τον Παύλο στη διάδοση του Ευαγγελίου Βρίσκεται κοντά του κατά τη β' και γ' περιοδεία, μεταφέρει μαζί του τη «λογεία» για τους Χριστιανούς των Ιεροσολύμων, αναλαμβάνει λεπτές αποστολές που του αναθέτει ο Παύλος και αναφέρεται ως συναποστολέας μαζί με τον Παύλο στις επιστολές Α'-Β' Θεσσαλονικείς, Β' Κορινθίους, Φιλιππησίους, Κολοσσαείς, Φιλήμονα.

 

Στην Α' προς Τιμόθεον επιστολή ο Παύλος εφιστά την προσοχή του ποιμένα της εκκλησίας της Εφέσου στον κίνδυνο των αιρετικών και τον προτρέπει να μείνει πιστός στην υγιαίνουσα χριστιανική διδασκαλία. Στη συνέχεια ο Απόστολος δίνει οδηγίες για ορισμένα ζητήματα λατρείας, περιγράφει τα προσόντα που πρέπει να έχουν οι επίσκοποι και οι διάκονοι, και ομιλεί σε ποιητικό τόνο για το μυστήριο της πίστεως που μας αποκαλύφθηκε, το οποίο συνίσταται στην Ενανθρώπιση του Χριστού και την ένδοξη επάνοδο του στους ουρανούς.

Επανέρχεται στο θέμα των «ψευδολόγων» αιρετικών για να καταπολεμήσει τις διδασκαλίες τους και να τονίσει το καθήκον του Τιμόθεου να προβάλει τον εαυτό του ως τύπο και παράδειγμα σε όλα. Τον συμβουλεύει για τον τρόπο συμπεριφοράς του έναντι των ηλικιωμένων, των νεωτέρων, των χηρών, των αξιωματούχων της Εκκλησίας και για την υποχρέωσή του να τηρεί τον εαυτό του αγνό.

Μετά από μερικές γενικές συστάσεις προς τους δούλους, στρέφεται πάλι κατά των ετεροδιδασκάλων που αποτελούν το μόνιμο κίνδυνο της Εκκλησίας και δίνει συμβουλές στον Τιμόθεο για συνεχή αγώνα, για ζωή άσπιλη και για την τήρηση της ιερής παρακαταθήκης της πίστεως.

 

 

 

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ 

ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β'

 

Η Β' προς Τιμόθεον έχει προσωπικότερο χαρακτήρα από την Α 'προς Τιμόθεον και την προς Τίτον. Όταν ο Απόστολος Παύλος γράφει την επιστολή, γνωρίζει ότι πλησιάζει το τέλος του και γι' αυτό κάνει ένα σύντομο απολογισμό του έργου του. Ακόμη ζητάει απ' τον Τιμόθεο να έρθει να τον συναντήσει μαζί με το Μάρκο. Πρέπει λοιπόν η επιστολή να γράφτηκε από τη Ρώμη λίγο πριν από το μαρτυρικό τέλος του Αποστόλου, κατά το τέλος του έτους 66 ή στις αρχές του 67. Χαρακτηρίζεται συνήθως ως το "κύκνειον άσμα" του Παύλου, το τελευταίο δηλαδή έργο του.

 

Στη Β' προς Τιμόθεον, αντιμετωπίζοντας ο Παύλος με θάρρος το γεγονός του επικείμενου μαρτυρίου του, προτρέπει τον Τιμόθεο να κακοπαθήσει και αυτός ως καλός στρατιώτης του Ιησού Χριστού, αγωνιζόμενος για τη διατήρηση της πίστεως και την καταπολέμηση των αιρετικών. Την κακία και έκλυση των ηθών που εμφανίζονται στις έσχατες ημέρες μπορεί να αντιμετωπίσει ο Τιμόθεος ενθυμούμενος το παράδειγμα του δασκάλου του του Παύλου, και την από παιδικής ηλικίας βιβλική αγωγή του, και ασκώντας αδιάκοπα το έργο του ευαγγελιστή.

Τέλος ο Παύλος, καθώς βρίσκεται στο τέλος του βίου του και της ιεραποστολικής του δράσης, προβαίνει σε απολογισμό του έργου του, καλεί τον Τιμόθεο να έρθει να τον συναντήσει φέρνοντας μαζί του και το Μάρκο και στέλνει χαιρετισμούς.

 

 

 

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ 

ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ

 

Η επιστολή προς Τίτον, γράφτηκε στους Φιλίππους το 63-64 μ.Χ.. Για τον Τίτο, ο οποίος μαζί με τον Τιμόθεο ανήκε στους πιο στενούς συνεργάτες του Παύλου, δεν μιλούν καθόλου οι Πράξεις. Μας δίνει όμως πληροφορίες ο Παύλος στις επιστολές του.

Ο Τίτος προέρχεται από εθνική οικογένεια, έχει παραμένει απερίτμητος, συνόδεψε τον Παύλο, μαζί με τον Βαρνάβα, στην Αποστολική Σύνοδο (Γαλ 2,1-3), ανέλαβε να συμφιλιώσει τους Κορινθίους με τον Παύλο στα γεγονότα που μεσολάβησαν ανάμεσα στις δύο προς Κορινθίους επιστολές, πήρε μέρος στον έρανο για τους Χριστιανούς των Ιεροσολύμων. Στη δεύτερη φυλάκιση του Παύλου ατή Ρώμη βρίσκεται μάλλον κοντά του και από εκεί φεύγει για τη Δαλματία. Πριν από τη φυλάκιση αυτή του ανατίθεται από τον Παύλο η διαποίμανση της Εκκλησίας της Κρήτης.

 

Ο Παύλος υπενθυμίζει στον Τίτο ότι τον εγκατέστησε ποιμένα στην Κρήτη για να συνεχίσει να διορθώνει τις ελλείψεις και να εγκαταστήσει σε κάθε πόλη πρεσβυτέρους (1,5), των οποίων απαριθμεί τα προσόντα που πρέπει να έχουν (1,6-9). Περιγράφει κατόπιν τους αιρετικούς ψευδοδιδασκάλους (1,10-16) και υπενθυμίζει στον Τίτο τα ποιμαντικά του καθήκοντα απαριθμώντας συνάμα τις αρετές που πρέπει να κοσμούν τους ηλικιωμένους άντρες και γυναίκες, τους νεαρούς και τους δούλους (2,1-15). Επίσης προτρέπει τον Τίτο να θυμίζει στα μέλη της Εκκλησίας την υποχρέωση τους μετά το βάπτισμα της αναγέννησης και της ανανέωσης που χαρίζει το Άγιο Πνεύμα να διάγουν ζωή πλήρη έργων αγάπης.