ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

 

 

ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΑΠ. ΠΑΥΛΟΥ

ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ

 

 

 

ΑΡΧΙΚΗ

ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΙΣΤΟΡΙΑ Κ.Δ.

ΑΓΙΟΛΟΓΙΑ

ΑΠΟΣΤ. ΠΑΥΛΟΣ

ΠΡΟΣΩΠΑ K.Δ.

ΟΡΘΟΔ. ΕΚΚΛΗΣΙΑ

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΕΣ ΑΙΡΕΣΕΙΣ

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ

ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ

ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΩΝ ΟΡΩΝ

 

 

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ

ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α'

  

Απόστολος Παύλος

Την Εκκλησία της Θεσσαλονίκης ίδρυσε ο Παύλος κατά τη δεύτερη ιεραποστολική περιοδεία του, όταν μετά τους Φιλίππους, που ήταν ο πρώτος σταθμός στην Ελλάδα, έφθασε στη Θεσσαλονίκη μαζί με τον Τιμόθεο, γύρω στο έτος 50 μ.Χ..

Ο Παύλος αναγκάστηκε να φύγει από τη Θεσσαλονίκη πολύ σύντομα, διότι η μεγάλη επιτυχία του έργου του εξόργισε τους εκεί Ιουδαίους. Από την Αθήνα στέλνει τον Τιμόθεο στη Θεσσαλονίκη, για να ενθαρρύνει και να στηρίξει τους Θεσσαλονικείς στην πίστη. Σε λίγο ο Τιμόθεος ξανασυναντά τον Παύλο στην Κόρινθο και του κομίζει ευχάριστες πληροφορίες για τους νέους Χριστιανούς της Θεσσαλονίκης καθώς και ορισμένα ερωτήματα τους.

Έτσι ο Παύλος το έτος 51 μ.Χ. στέλνει από την Κόρινθο στους Θεσσαλονικείς την πρώτη επιστολή του. Δεν άργησε να ακολουθήσει και δεύτερη. Πρόκειται για τα πρώτα γραπτά κείμενα του Παύλου και ολόκληρης της Καινής Διαθήκης.

 

Τα κεντρικά θέματα της Α' προς Θεσσαλονικείς επιστολής είναι τα εξής:

Α) Η στοργή και το ενδιαφέρον του Παύλου για τους Χριστιανούς της Θεσσαλονίκης: Μετά το προοίμιο της επιστολής υπενθυμίζει ο Απόστολος στους αναγνώστες τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ήρθε στην πόλη τους, τους πολλούς αγώνες και τις θλίψεις του καθώς και τους λόγους που τον οδήγησαν εκεί.

Η αγάπη και η στοργή κατηύθυναν το έργο του, καθώς επίσης και η επιθυμία να μεταδώσει στους Θεσσαλονικείς όχι μόνο το Ευαγγέλιο αλλά και την ψυχή του, σαν τη μητέρα που φροντίζει τα παιδιά της. Απόδειξη του μεγάλου ενδιαφέροντος του αποτελεί η αποστολή του Τιμόθεου προς αυτούς και η χαρά του για τις καλές ειδήσεις που του έφερε. Ακόμη ο Παύλος εκφράζει τη σφοδρή επιθυμία του να τους επισκεφτεί και πάλι και η θλίψη του, γιατί αυτό δεν ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί προς το παρόν.

Ο Παύλος επιμένει τόσο πολύ στην αποσαφήνιση των λόγων του κηρύγματος του και στην υπογράμμιση της στοργής του γι' αυτούς, ώστε να άρει κάθε τυχόν υποψία τους ότι ήταν κάποιος φιλόδοξος πλανόδιος κήρυκας, που διέδιδε τις ιδέες του από πόλη σε πόλη.

 

Β) Η ηθική καθαρότητα και φιλαδελφία: η νέα πίστη απαιτεί νέο ήθος από τον άνθρωπο. Το νέο ήθος είναι η συμμόρφωση προς το θέλημα του Θεού, που συνίσταται στον εξαγνισμό και την αποφυγή της πορνείας. Υπάρχει πάντοτε κίνδυνος να υποπέσουν οι Χριστιανοί, ιδίως οι "εξ εθνών χριστιανοί" στις αμαρτωλές συνήθειες της πρώην εθνικής θρησκείας τους, γι' αυτό και ο Παύλος υπογραμμίζει γενικά στις επιστολές του και ιδιαίτερα εδώ την απόλυτη απαίτηση του Θεού για ηθική καθαρότητα.

 

Γ) Η ανάσταση των "κεκοιμημένων": Φαίνεται ότι ένα από τα ερωτήματα των Θεσσαλονικέων αναφερόταν στην τύχη των ήδη «κεκοιμημένων» μελών της κοινότητας. Ο Παύλος τους απαντά προβάλλοντας την ελπίδα ως χαρακτηριστικό γνώρισμα των Χριστιανών σε σχέση με τους άλλους και τονίζοντας τη στενή συσχέτιση της Ανάστασης του Χριστού και της ανάστασης των κεκοιμημένων χριστιανών. Κατά την παρουσία του Κυρίου οι κεκοιμημένοι θα ξυπνήσουν και μαζί με τους ζώντες εκείνη την ώρα θα συναντήσουν τον Κύριο για να ζήσουν μαζί του.

Σε σχέση προς το ερώτημα, πότε θα γίνει το γεγονός αυτό, πότε θα έρθει η «ημέρα του Κυρίου», ο Παύλος απαντά ότι το πότε δεν είναι γνωστό, θα έρθει όμως όπως ο κλέφτης τη νύχτα και γι' αυτό απαιτείται συνεχής επαγρύπνηση εκ μέρους των ανθρώπων και ζωή που αρμόζει σε ανθρώπους που πιστεύουν στο Χριστό.

 

Δ) Διάφορες προτροπές για υπακοή στους προϊσταμένους της Εκκλησίας, για αγαθοεργία, αδιάλειπτη προσευχή, για διατήρηση των πνευματικών χαρισμάτων κλπ.

  

 

 

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ 

ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β'

 

Όσα γράφει ο Παύλος στην Α' επιστολή του για τον αιφνίδιο ερχομό της "ημέρας του Κυρίου" φαίνεται ότι παρανοήθηκαν από τους Χριστιανούς της Θεσσαλονίκης, οι οποίοι νόμισαν ότι το γεγονός αυτό είναι τόσο γρήγορο και άμεσο, ώστε δεν υπάρχει λόγος ούτε να εργάζονται. Για την αποσαφήνιση αυτών των παρεξηγήσεων, τις οποίες πληροφορήθηκε ο Παύλος, γράφει τη Β' επιστολή, ευρισκόμενος ακόμη στην Κόρινθο, στα τέλη του έτους 51 με αρχές του 52 μ.Χ..

 

Σε γενικές γραμμές το περιεχόμενο της επιστολής έχει ως εξής: Μετά το προοίμιο, ο Παύλος ευχαριστεί το Θεό για την πίστη των αναγνωστών παρά τους διωγμούς και τις θλίψεις. Επισημαίνει την τελική δίκαιη κρίση του Θεού και προσεύχεται για την πνευματική τους ολοκλήρωση. Η "ημέρα του Κυρίου" δεν θα έρθει τόσο νωρίς, όπως νόμισαν οι Θεσσαλονικείς, αλλά θα προηγηθεί η αποστασία και η δράση του «ανθρώπου της ανομίας, ο οποίος, όταν φύγει από τη μέση ότι εμποδίζει την πλήρη φανέρωση του, θα αποκαλυφθεί, αλλά θα εξολοθρευτεί από τον Κύριο.

Κατόπιν εκφράζει και πάλι ευχαριστίες για τους αναγνώστες του και συνιστά τήρηση των παραδεδομένων διδασκαλιών και προσευχή για την επιτυχία του ιεραποστολικού έργου του. Σε ύφος αυστηρό δίνει στη συνέχεια οδηγίες για τη συμπεριφορά των αδελφών έναντι των ατακτούντων, των μη εργαζομένων αλλά «περιεργαζομένων» και για την επαναφορά τους στην τάξη. Τελειώνει την επιστολή με ιδιόχειρο χαιρετισμό και ευλογία.