ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

 

ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α'

 

 

 

 

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "Α' ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ": ΟΝΟΜΑΣΙΑ - ΚΑΝΟΝΑΣ

 

Ο Κριτής Σαμουήλ

Το βιβλίο «Α' Βασιλειών» ή «Α' Σαμουήλ» όπως λέγεται στην εβραϊκή βίβλο, είναι το ένατο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης. Στον Αλεξανδρινό (Ελληνικό) Κανόνα το βιβλίο κατατάσσεται στα λεγόμενα «Ιστορικά Βιβλία» της Παλαιάς Διαθήκης, ενώ στον Παλαιστινό (Ιουδαϊκό) Κανόνα κατατάσσεται στην ίδια σειρά, αλλά ως επικεφαλής της ομάδας των βιβλίων που έχει το γενικό τίτλο «Προφήτες» και της υποομάδας «Προγενέστεροι Προφήτες».

Στο εβραϊκό κείμενο τα βιβλία Α' και Β' Βασιλειών (Σαμουήλ) αποτελούσαν αρχικά ενιαίο έργο και επιγραφόταν ως «Σαμουήλ», είτε γιατί στην αρχή του πρώτου βιβλίου περιέχεται η δράση του τελευταίου κριτή Σαμουήλ είτε γιατί η ιουδαϊκή παράδοση θεωρούσε το Σαμουήλ ως συγγραφέα του έργου. Η διαίρεση του βιβλίου σε «Α' και Β' Σαμουήλ» υιοθετήθηκε στις εκδόσεις του εβραϊκού κειμένου από το 16ο αιώνα και εξής, προφανώς κατ' επίδραση των Ο', οι οποίοι επιγράφουν τα βιβλία ως «Α' και Β' Βασιλειών», επειδή το περιεχόμενό τους αναφέρεται στην εγκαθίδρυση του θεσμού της βασιλείας και στην ιστορία των πρώτων ηγεμόνων Σαούλ και Δαβίδ. Εφόσον τα βιβλία αυτά αφηγούνται γεγονότα και μετά το θάνατο του Σαμουήλ, όπως επεισόδια από τη ζωή του Σαούλ και Δαβίδ, η ονομασία των Ο' «Α' και Β' Βασιλειών» είναι καταλληλότερη από τη «Σαμουήλ» του εβραϊκού κειμένου.

Το μασωριτικό κείμενο των Α' και Β' Βασιλειών διατηρήθηκε σε πολύ κακή κατάσταση. Παρά ταύτα όμως είναι δυνατή σε πολλά σημεία η αποκατάστασή του με τη βοήθεια των παράλληλων κειμένων του Α' Παραλειπομένων και της Μετάφρασης των Ο'.

 

 

 

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΠΗΓΕΣ, ΧΡΟΝΟΛΟΓΗΣΗ

 

Σύμφωνα με την ιουδαϊκή παράδοση συγγραφέας του βιβλίου είναι ο Σαμουήλ, πράγμα όμως δύσκολο να έχει συμβεί στην πραγματικότητα αφού πέθανε πριν ανέβει στο θρόνο ο Δαβίδ. Έτσι η ιουδαϊκή παράδοση που στηρίζεται στη μαρτυρία του Α' Παραλειπομένων 29,29 και δέχεται ότι τα βιβλία Α' και Β' Βασιλειών γράφτηκαν από το Σαμουήλ, δεν γίνεται σήμερα δεκτή. Η κυρίαρχη άποψη είναι ότι το έργο στο σύνολό του και στην παρούσα μορφή του είναι οπωσδήποτε μεταγενέστερο από την εποχή των γεγονότων, που αφηγείται. Ο συγγραφέας ή μάλλον ο συντάκτης του μας είναι άγνωστος, όπως άγνωστος είναι και ο χρόνος της τελικής σύνθεσης του έργου.

Κρίνοντας από τις βασικές αρχές της φιλολογικής έρευνας της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά και από τη μαρτυρία του βιβλίου, συμπεραίνουμε ότι στην αρχή υπήρχαν διάφορες ανεξάρτητες μεταξύ τους προφορικές παραδόσεις, που κατάγονταν από εποχή πολύ κοντινή, με τα ιστορούμενα γεγονότα. Οι παραδόσεις αυτές, που αναφέρονταν σε μεμονωμένες πράξεις των Σαμουήλ, Σαούλ, Δαβίδ κλπ., σε σύνθετα επεισόδια Σαούλ-Δαβίδ-Ιωνάθαν κλπ. ή σε καταστάσεις όπως λ.χ. στην προέλευση της βασιλείας, διατυπώθηκαν σιγά σιγά γραπτά, για να αποτελέσουν τις γραπτές πηγές.

Τις πηγές αυτές συγκέντρωσε, διευθέτησε, επεξεργάστηκε και κατέγραψε σε ενιαίο έργο ο τελευταίος συντάκτης του έργου, έχοντας ως βάση το κύριο σύμπλεγμα παραδόσεων που είχαν για θέμα τους το χρονικό της ανάδειξης του Δαβίδ ως βασιλιά στην Ιερουσαλήμ (Α' Βασ. κεφ.16 μέχρι Β' Βασ. κεφ.8).

 

 

ΘΕΜΑ ΚΑΙ ΣΚΟΠΟΣ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

 

Σκοπός της συγγραφής του βιβλίου είναι να καταστεί σαφές ότι ο Θεός, αναγνωρίζει στο πρόσωπο του Δαβίδ τον εκλεκτό δούλο του και εμπιστεύεται τη βασιλική του δυναστεία, στην όποια εναποθέτει τις μεσσιανικές προσδοκίες του λαού του.

Ο συγγραφέας αντίθετα με τον κοσμικό ιστοριογράφο δεν αρκείται στην απαρίθμηση των συμβάντων ούτε πολύ περισσότερο προσπαθεί να μεγαλοποιήσει ή να μειώσει τη σημασία τους ανάλογα με τις καταστάσεις και τα πρόσωπα, αλλά δίνει στα γεγονότα την πραγματική τους διάσταση. Ως βιβλικός ιστορικός βρίσκει το βαθύτερο νόημα της ιστορίας ως πεδίο έκφρασης του θείου θελήματος. Δεν είναι ανεξάρτητο το ένα από το άλλο τα γεγονότα, αλλά σχετίζονται άμεσα μεταξύ τους, δεν είναι ενεργήματα τυφλών δυνάμεων και απρόσωπων θεοτήτων, δεν είναι εκδηλώματα συμπτώσεων, αλλά καθορίζονται από το Θεό σύμφωνα με ορισμένες ηθικές αρχές (τιμωρία του αδίκου, πιστότητα του Θεού στις επαγγελίες παρά την ανθρώπινη αμαρτία κλπ.). Ο Θεός καλεί το Σαούλ για βασιλιά και μετά την απόρριψη του εκλέγει το Δαβίδ. Οι προσπάθειες του Σαούλ να παραμερίσει το Δαβίδ θα ναυαγήσουν και η ιστορία του Ισραήλ θα οδεύσει κατά την προαιώνια βουλή του Θεού. Τα γεγονότα δείχνουν τη μετοχή του Θεού στην ιστορία του κόσμου και στη ζωή των ανθρώπων. Σ' αυτήν την ιδέα της θεολογικής θεώρησης των πραγμάτων του κόσμου, μαζί με άλλες δευτερεύουσες, βρίσκεται η αξία του έργου, για την οποία θα διατηρήσει τη σημασία του μεταξύ των άλλων βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης.

 

 

ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ "Α' ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ"

 

Το περιεχόμενο του Α' Βασιλειών είναι δυνατό να διαιρεθεί σε τρία μέρη, στο πρώτο μέρος τα κεφάλαια 1-8, στο δεύτερο μέρος τα κεφάλαια 9-12 και το τρίτο τα κεφάλαια 13-31. Στο βιβλίο αυτό, παρά τη μετάβαση των Ισραηλιτών στη βασιλεία, ο Θεός, ως μοναδικός Κύριος του Ισραήλ, είναι ο πραγματικός εγγυητής της ελευθερίας του λαού, όπως και κατά την προηγούμενη περίοδο των Κριτών.

 

Πρώτο μέρος (κεφ. 1-8): Στο μέρος αυτό εκτίθεται η ιστορία του κριτή και προφήτη Σαμουήλ έως την απαίτηση των Ισραηλιτών για βασιλιά.

Η ιστορία αρχίζει με τη γέννηση του Σαμουήλ. Ο Ελκανά, Εφραιμίτης Λευίτης πήγε στη Σηλώ με τις δύο γυναίκες του τη Φεννάνα και την Άννα για να θυσιάσει, όπως συνήθιζε κάθε χρόνο. Εκεί η άτεκνη Άννα παρακάλεσε το Θεό να την αξιώσει να αποκτήσει παιδί και υποσχέθηκε να το αφιερώσει στο ιερό. Η προσευχή της εισακούστηκε και απέκτησε το Σαμουήλ, τον οποίο μόλις απογαλακτίστηκε παρέδωσε στον ιερέα Ηλί, αφιερώνοντας τον κατά το τάξιμο της ως Ναζηραίο και εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη της μ' ένα ευχαριστήριο ύμνο (1,1-2,11).

Η ιστορία συνεχίζεται με αναφορά στην ασέβεια των δύο γιων του Ηλί, οι οποίοι παρά τις συμβουλές του πατέρα τους δεν άλλαξαν τη συμπεριφορά τους, με συνέπεια να γίνουν αφορμή απομάκρυνσης των πιστών Ιουδαίων από τη λατρεία. Με την καταδίκη τους από το Θεό προλέγεται συγχρόνως και η αφαίρεση της αρχιερατείας από την οικογένεια του Ηλί. Ο Σαμουήλ στο μεταξύ, ο οποίος υπηρετούσε στο ναό της Σηλώ, έδινε δείγματα της ευσέβειας του και η φήμη του ως προφήτη απλώθηκε σ' όλη τη χώρα (2,12-3,21).

Σ' ένα πόλεμο μεταξύ Φιλισταίων και Ισραηλιτών νίκησαν οι πρώτοι, πήραν την Κιβωτό της Διαθήκης, έπεσαν στη μάχη χιλιάδες Ισραηλίτες και σκοτώθηκαν οι δύο γιοι του Ηλί, ο Οφνί και ο Φινεές. Την ίδια τύχη είχε και ο Ηλί, όταν πληροφορήθηκε ότι η Κιβωτός αιχμαλωτίστηκε. Ο Ηλί έπεσε από το θρόνο και σκοτώθηκε. Την Κιβωτό οι Φιλισταίοι την έφεραν στην Άζωτο και την τοποθέτησαν στο ναό του Δαγών, απ' όπου όμως τη μετέφεραν στη Γαθ και Ασκάλωνα (Εκρών), γιατί οι κάτοικοί της αφανίστηκαν από οιδήματα. Τελικά όμως, και ύστερα από επτά μήνες κατακράτηση, αναγκάστηκαν να την επιστρέψουν στους Ισραηλίτες μαζί με προσφορές και χρυσά ομοιώματα οιδημάτων και ποντικών (κεφ. 4-6).

Μετά την επιστροφή της Κιβωτού ο Σαμουήλ παρότρυνε το λαό να εγκαταλείψει τις ειδωλολατρικές συνήθειες και τον συγκέντρωσε στη Μασσηφά, όπου νήστεψε ως απόδειξη της μετάνοιάς του. Όταν οι Φιλισταίοι πληροφορήθηκαν ότι οι Ισραηλίτες είχαν συγκεντρωθεί στη Μασσηφά, τους επιτέθηκαν, αλλά αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν (κεφ. 7).

Κατά τους ειρηνικούς χρόνους που ακολούθησαν μετά την εκδίωξη των Φιλισταίων, ο Σαμουήλ «έκρινε» στις γύρω πόλεις του Ισραήλ με μόνιμη διαμονή στη Ραμά. Επειδή όμως ήταν πια γέρος και οι δύο γιοί του ήταν ανίκανοι να τον βοηθήσουν στο έργο του, οι πρεσβύτεροι του Ισραήλ ζήτησαν να διορίσει βασιλιά, για να κυβερνήσει το λαό. Στην αμηχανία του ο Σαμουήλ προσευχήθηκε στο Θεό, ο οποίος τον συμβούλεψε να ακούσει την παράκληση των πρεσβυτέρων, αφού πρώτα προειδοποιήσει το λαό για τα δικαιώματα του βασιλιά. Ο Σαμουήλ τότε περιέγραψε με τα μελανότερα χρώματα τα δικαιώματα του ηγεμόνα, αλλά οι Ισραηλίτες επέμεναν στο αίτημά τους ν' αποκτήσουν βασιλιά. Ο Θεός, στον οποίο απευθύνθηκε πάλι ο Σαμουήλ, του είπε ν' ακούσει τη φωνή του λαού και να τους διαλέξει ένα βασιλιά (8,22). Τότε ο Σαμουήλ απέλυσε το λαό χωρίς να υποσχεθεί τίποτα (κεφ. 8).

 

Δεύτερο μέρος (κεφ. 9-12): Στο μέρος αυτό εκτίθεται η παράλληλη ιστορία του κριτή και προφήτη Σαμουήλ και του πρώτου βασιλιά Σαούλ. Αναλυτικότερα το περιεχόμενο του τμήματος αυτού έχει ως εξής.

Την εποχή εκείνη ζούσε ένας Βενιαμινίτης ονομαζόμενος Σαούλ, ο οποίος ξεχώριζε για το υψηλό ανάστημά του. Ψάχνοντας μια μέρα να βρει τα χαμένα ζώα του πατέρα του, έφτασε στην περιοχή που διέμενε ο Σαμουήλ. Τότε ο δούλος του Σαούλ θυμήθηκε ότι εκεί γύρω κατοικούσε ο Σαμουήλ και συμβούλεψε τον κύριό του να επισκεφθεί τον «άνθρωπο του Θεού», ο οποίος ίσως θα μπορούσε να βοηθήσει να βρεθούν τα χαμένα ζώα. Στη συνάντηση που ακολούθησε, ο Σαμουήλ προειδοποιημένος από το Θεό υποδέχτηκε το Σαούλ ως μέλλοντα βασιλιά του Ισραήλ, τον πληροφόρησε ότι τα ζώα βρέθηκαν, τον προσκάλεσε σε ουσιαστικό γεύμα και τέλος τον έχρισε βασιλιά. Η επαλήθευση τριών «σημείων» υπήρξε η απόδειξη της θείας εκλογής και χρίσης του Σαούλ. Στη Μασσηφά ο Σαμουήλ συγκέντρωσε το λαό για να εκλέξει σύμφωνα με την επιθυμία του βασιλιά. Ο πρώτος κλήρος έπεσε στην φυλή Βενιαμίν, ο δεύτερος στην πατριά των Ματταριτών και ο τρίτος στο Σαούλ. Τότε τον αναζήτησαν, τον έφεραν στη συνέλευση και τον ζητωκραύγασαν με την ιαχή «Ζήτω ό βασιλεύς». Ύστερα απ' την εκλογή του, η οποία δεν έγινε ευμενώς δεκτή απ' όλους, ο Σαούλ γύρισε στο πατρικό του σπίτι στη Γαβαά συνοδευόμενος από μερικούς γενναίους άνδρες (κεφ. 9-10).

Ύστερα από ένα μήνα περίπου οι Αμμωνίτες πολιόρκησαν την Ιαβές στη Γαλαάδ και απείλησαν με ταπείνωση τους κατοίκους της. Δέχτηκαν δηλαδή να συνομολογήσουν συνθήκη μαζί τους με την προϋπόθεση να τους βγάλουν το δεξί μάτι. Οι κάτοικοι της Ιαβές στην απόγνωσή τους κατέφυγαν στο Σαούλ για βοήθεια, και εκείνος αφού συγκέντρωσε χιλιάδες στρατό νίκησε τους Αμμωνίτες. Έπειτα ο λαός πήγε στα Γάλγαλα και ο Σαμουήλ έχρισε εκεί τον Σαούλ βασιλέα ενώπιον του Κυρίου με θυσίες και πανηγυρισμούς (κεφ.11). Ακολούθως ο Σαμουήλ έκανε απολογισμό του έργου του, καθώς και σύντομη ανασκόπηση της ιστορίας του Ισραήλ από το Μωυσή μέχρι την εκλογή του Σαούλ, για να καταδείξει την πιστότητα του Θεού στη Διαθήκη του με τον Ισραήλ και να παροτρύνει λαό και βασιλιά σε πρόθυμη υποταγή στο θέλημά του (κεφ.12).

 

Τρίτο μέρος (κεφ. 13-31). Στο μέρος αυτό περιέχεται η ιστορία του Σαούλ από τη ρήξη του με το Σαμουήλ, την αντιπαράθεσή του με το Δαβίδ μέχρι το θάνατό του. Αναλυτικότερα το περιεχόμενο του τμήματος αυτού έχει ως εξής.

Η αφορμή γενικού πολέμου μεταξύ Ισραηλιτών και Φιλισταίων δόθηκε από την απόφαση του Σαούλ και του γιου του Ιωνάθαν να χτυπήσουν μια φρουρά των Φιλισταίων. Σε απάντηση οι Φιλισταίοι συγκέντρωσαν στρατό και οι Ισραηλίτες που το πληροφορήθηκαν λιγοψύχησαν. Ο Σαούλ ήταν στα Γάλγαλα περίμενε το Σαμουήλ. Όταν όμως είδε ότι εκείνος αργούσε και ο λαός άρχισε να διασκορπίζεται, αποφάσισε να θυσιάσει αυτός, για να εμψυχώσει το φοβισμένο λαό. Μόλις τελείωσε η θυσία, ήρθε ο Σαμουήλ, έλεγξε τον Σαούλ για την πράξη του και προανάγγειλε ότι η βασιλεία του δεν θα συνεχιστεί, γιατί ο Θεός εξέλεξε άλλον στη θέση του (κεφ. 13).

Μια μέρα ο Ιωνάθαν, χωρίς να το γνωρίζει ο πατέρας του, πήρε μαζί του ένα υποτακτικό και προχώρησαν μόνοι τους, για να χτυπήσουν μια φρουρά των Φιλισταίων. Κατά την επίθεση σκότωσαν τους φρουρούς και έσπειραν τον πανικό στο εχθρικό στρατόπεδο. Τότε ο Σαούλ, ο οποίος είδε από μακριά τα συμβαίνοντα, επιτέθηκε με το στρατό του, νίκησε τους Φιλισταίους και τους ανάγκασε να φύγουν. Όμως η απαγόρευση του Σαούλ προς το λαό, να μη φάει τίποτα μέχρι το βράδυ, προκάλεσε δυσφορία στο στρατό του. Ο Ιωνάθαν, ο οποίος δεν είχε ακούσει την εντολή του πατέρα του, έφαγε μέλι και ο λαός σφάγια με το αίμα τους, πράγμα που δυσαρέστησε το Θεό. Τότε ο Σαούλ θέλησε να τιμωρήσει τον ένοχο. Ο κλήρος που έριξε έπεσε στον Ιωνάθαν, τον οποίο αποφάσισε να θανατώσει, αλλά εμποδίστηκε από το λαό. Μετά το επεισόδιο αυτό ο Σαούλ πολέμησε νικηφόρα εναντίον των Μωαβιτών, των Αμμωνιτών, των Εδωμιτών, των Αμαληκιτών και των Φιλισταίων, οι οποίοι ήταν διαρκής απειλή για τους Ισραηλίτες (κεφ. 14).

Με εντολή του Σαμουήλ ο Σαούλ με ισχυρό στρατό επιτέθηκε εναντίον των Αμαληκιτών, αφού πρώτα συνέστησε στους Κενίτες, οι οποίοι ήταν εγκαταστημένοι μεταξύ των Αμαληκιτών, ν' αποσυρθούν από την περιοχή για κάθε ενδεχόμενο. Στη μάχη αυτή ο Σαούλ εξόντωσε τους Αμαληκίτες, αλλά χάρισε τη ζωή στο βασιλιά τους Αγάγ και σύμφωνα με την επιθυμία του λαού δεν κατέστρεψε τα λάφυρα. όπως είχε δώσει εντολή ο Κύριος. Όταν όμως ο Σαμουήλ πληροφορήθηκε τα συμβάντα, ύστερα από εντολή του Κυρίου, οργισμένος προείπε για δεύτερη φορά προς το Σαούλ, ότι θα στερηθεί τη βασιλεία. Ο Σαούλ αναγνώρισε το σφάλμα του, ενώ ο Σαμουήλ θανάτωσε τον Αγάγ (κεφ. 15).

Ακολούθως ο Σαμουήλ πήγε, όπως τον πρόσταξε ο Θεός, στη Βηθλεέμ για να χρίσει νέο βασιλιά έναν από τους γιους του Ιεσσαί. Εκεί, στη θυσία που έκανε, προσκάλεσε τον Ιεσσαί και τα παιδιά του, αλλά για κανένα δεν πήρε θείο μήνυμα να τον χρίσει. Μόλις όμως παρουσιάστηκε ο Δαβίδ ο Σαμουήλ πήρε το μήνυμα από τον Κύριο και τον έχρισε βασιλιά των Ισραηλιτών. Στο μεταξύ ο Σαούλ, που έπασχε από μελαγχολία και τον ταλαιπωρούσε ένα πνεύμα πονηρό, πήρε το Δαβίδ κοντά του, για να τον ψυχαγωγεί με τη μουσική του (κεφ. 16).

Η αφήγηση ξαναγυρίζει στους Φιλισταίους, οι οποίοι ετοιμάστηκαν πάλι για πόλεμο. Φιλισταίοι και Ισραηλίτες παρατάχτηκαν ο ένας απέναντι στον άλλο. Τότε απ' την πλευρά του στρατοπέδου των Φιλισταίων παρουσιάστηκε ένας πολεμιστής, ο γίγαντας Γολιάθ, ο οποίος έβριζε και προκαλούσε τους Ισραηλίτες. Οι Ισραηλίτες τρομοκρατήθηκαν, αλλά ο Δαβίδ, ο οποίος έφερνε προμήθειες στους αδελφούς του στο στρατόπεδο, προθυμοποιήθηκε ν' αναμετρηθεί με το γίγαντα Γολιάθ. Πήρε την άδεια από το Σαούλ και χωρίς οπλισμό, αλλά μόνο με μία σφενδόνα και λίγες πέτρες,   προχώρησε   για ν' αντιμετωπίσει  το  Γολιάθ. Με περιφρονητικούς λόγους απ' τη μια μεριά του Γολιάθ και ακράδαντη εμπιστοσύνη στο Θεό απ' την πλευρά του Δαβίδ, ξεκίνησε η αναμέτρηση. Τότε ο Δαβίδ χτύπησε τον αντίπαλό του με μια πέτρα στο μέτωπο, τον έριξε κάτω, του έκοψε το κεφάλι και το μετέφερε ως τρόπαιο στην Ιερουσαλήμ, ενώ την πανοπλία του την απόθεσε στη σκηνή του. Ο άθλος του Δαβίδ ενθάρρυνε τους Ισραηλίτες, που καταδίωξαν τους πανικόβλητους Φιλισταίους (κεφ. 17).

Ακολούθως περιγράφεται η φιλία, που αναπτύχθηκε μεταξύ του Ιωνάθαν και του Δαβίδ, καθώς και η ζήλια και η εχθρότητα του Σαούλ προς το Δαβίδ εξαιτίας του κατορθώματός του, για το οποίο έγινε δημοφιλής και ο κόσμος τον επευφημούσε λέγοντας «ο Σαούλ νίκησε χιλιάδες, μα ο Δαυίδ μυριάδες». Ύστερα από δύο απόπειρες κατά της ζωής του Δαβίδ, που όμως ήταν ανεπιτυχείς, ο Σαούλ τον κατέστησε χιλίαρχο και ύστερα από λίγο καιρό τον έκανε γαμπρό του με αντάλλαγμα τη θανάτωση εκατό Φιλισταίων. Η εχθρότητα όμως του Σαούλ προς το Δαβίδ τον οδήγησε και σε νέα απόπειρα δολοφονίας του, αλλά πάλι σώθηκε και χάρις στη μεσολάβηση του Ιωνάθαν αποκαταστάθηκαν οι σχέσεις τους. Όταν αργότερα  ο Δαβίδ  βγήκε  πάλι  νικητής από ένα νέο πόλεμο με τους Φιλισταίους, νέα απόπειρα του Σαούλ να τον σκοτώσει απέτυχε. Ο Δαβίδ με τη βοήθεια της γυναίκας του Μελχόλ σώθηκε και κατέφυγε στο Σαμουήλ στη Ραμά. Ούτε και εκεί όμως βρήκε ησυχία, γιατί τρεις φορές με απεσταλμένους και μία ο ίδιος ο Σαούλ προσπάθησε να συλλάβει το Δαβίδ, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Φεύγοντας από την οργή του βασιλιά ο Δαβίδ πήγε να συμβουλευτεί τον Ιωνάθαν. Ο Ιωνάθαν και ο Δαβίδ ανανέωσαν τη φιλία τους και ο Ιωνάθαν πληροφόρησε το Δαβίδ για τις εχθρικές διαθέσεις του πατέρα του απέναντί του κι έτσι ο Δαβίδ αναγκάστηκε και πάλι να φύγει (κεφ. 18-20).

Κυνηγημένος ο Δαβίδ απ' το Σαούλ κατέφυγε στον ιερέα της Νομβά Αβιμέλεχ (Αχιμέλεχ), απ' τον οποίο ζήτησε τρόφιμα και οπλίστηκε με το ξίφος του Γολιάθ. Ύστερα πήγε στην περιοχή της Οδολλάμ, όπου συγκέντρωσε 400 άνδρες, προχώρησε μέχρι τη Μασσηφά της Μωάβ, όπου στο βασιλιά της εμπιστεύτηκε τους γονείς του, και τέλος με τη συμβουλή του προφήτη Γαδ γύρισε στην περιοχή του Ιούδα. Όταν ο Σαούλ πληροφορήθηκε ότι ο Δαβίδ πέρασε από τη Νομβά και τα όσα έγιναν εκεί μεταξύ αυτού και του Αβιμέλεχ, κάλεσε στη Γαβαά όλους τους ιερείς της Νομβά και τους θανάτωσε, εκτός από τον Αβιάθαρ, ο οποίος γλύτωσε και κατέφυγε στο Δαβίδ (κεφ. 21-22).

Σε μια νέα επιτυχή εξόρμηση εναντίον των Φιλισταίων στην Κεϊλά του Ιούδα ο Δαβίδ τους κατατρόπωσε και έσωσε τους κατοίκους της πόλης. Αυτοί όμως πληροφόρησαν το Σαούλ ότι ο Δαβίδ βρίσκεται στην περιοχή τους και εκείνος κινήθηκε εναντίον του. Η καταδίωξη που ακολούθησε διακόπηκε, γιατί ο Σαούλ προτίμησε να κινηθεί εναντίον των Φιλισταίων και να τους απωθήσει. Η καταδίωξη συνεχίστηκε αργότερα αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Σε μια στιγμή μάλιστα, που ο κουρασμένος βασιλιάς μπήκε σ' ένα σπήλαιο για να ξεκουραστεί και αποκοιμήθηκε, ο Δαβίδ, χωρίς να το καταλάβει ο Σαούλ, έκοψε ένα άκρο από το μανδύα του. Όταν ο Σαούλ βγήκε από το σπήλαιο, ο Δαβίδ τον φώναξε και του απέδειξε ότι δεν θέλει το κακό του και ότι η εχθρότητά του είναι αδικαιολόγητη. Ο Σαούλ μετά από αυτό αναγνώρισε το σφάλμα του και σταμάτησε την καταδίωξη (κεφ. 23-24).

Την ίδια περίπου εποχή πέθανε ο Σαμουήλ και τον θρήνησε όλος ο λαός. Η αφήγηση συνεχίζεται με τον Δαβίδ να στέλνει απεσταλμένους στον αγροίκο Νάβαλ να ζητήσουν προμήθειες και εκείνος αρνήθηκε. Τότε ο Δαβίδ με 400 άνδρες βάδισε εναντίον του, αλλά στο δρόμο του βρήκε τη γυναίκα του Νάβαλ Αβιγαία, η οποία βγήκε να τον συναντήσει προσφέροντάς του τρόφιμα, παρακαλώντας τον να συγχωρήσει την ανοησία του Νάβαλ και ν' αποφύγει την αιματοχυσία. Ο Δαβίδ συγκινημένος από τα λόγια της Αβιγαίας δέχτηκε τις προμήθειες, ενώ εκείνη γύρισε στο σπίτι της και πληροφόρησε το Νάβαλ για τα καθέκαστα. Ο Νάβαλ απ' τη στενοχώρια του πέθανε σε λίγες μέρες και ο Δαβίδ παντρεύτηκε την Αβιγαία και λίγο αργότερα την Αχινόομ. Στο μεταξύ ο Σαούλ πάντρεψε την κόρη του και γυναίκα του Δαβίδ Μελχόλ με άλλον (κεφ. 25).

Η διήγηση συνεχίζεται μ' ένα νέο επεισόδιο μεταξύ Σαούλ και Δαβίδ. Ο Σαούλ με 3.000 άνδρες προχώρησε προς την έρημο, για να καταδιώξει το Δαβίδ. Ο Δαβίδ όμως, ο οποίος από κατασκόπους του είχε πληροφορηθεί για τις κινήσεις του Σαούλ, τον παρακολούθησε και, όταν νύχτωσε και όλος ο στρατός κοιμόταν, μπήκε στο στρατόπεδο κρυφά και χωρίς να γίνει αντιληπτός πήρε το δόρυ του Σαούλ και έφυγε. Από την κορυφή του διπλανού λόφου, όπου κατέφυγε, έλεγξε τον αρχιστράτηγο Αβεννήρ για την αδυναμία του να προστατέψει το βασιλιά και εξέφρασε το δίκαιο παράπονό του για την αδικαιολόγητη εχθρότητα του Σαούλ απέναντί του. Ο Σαούλ τότε αναγνώρισε την αμαρτία του, υποσχέθηκε στο Δαβίδ να μην τον ξαναβλάψει, τον ευλόγησε και του ευχήθηκε να επιτύχει στους σκοπούς του (κεφ. 26).

Η διαβεβαίωση του Σαούλ δεν καθησύχασε το Δαβίδ, ο οποίος τελικά κατέφυγε στους Φιλισταίους. Με 400 άνδρες πήγε στη Γεθ, όπου βρήκε καταφύγιο στο βασιλιά Αγχούς. Εκεί ο Δαβίδ εγκαταστάθηκε στη Σεκελάκ. Από εκεί ο Δαβίδ έκανε επιδρομές εναντίον των Αμαληκιτών (κεφ. 27).

Δεν άργησε να έρθει η ώρα που οι Ισραηλίτες και οι Φιλισταίοι βρέθηκαν και πάλι αντιμέτωποι. Μόλις ο Σαούλ είδε το στρατόπεδο των Φιλισταίων λιγοψύχησε και απευθύνθηκε στο Θεό. Επειδή όμως δεν πήρε απάντηση κατέφυγε σε μια νεκρομάντισσα και ζήτησε να καλέσει το νεκρό Σαμουήλ, για να τον συμβουλευτεί τι πρέπει να κάνει. Ο Σαμουήλ τότε ανάγγειλε στο Σαούλ ότι λόγω της απείθειας του προς το Θεό στερήθηκε της θείας βοήθειας και στην επικείμενη μάχη θα γνωρίσει την ήττα και το θάνατο. Με το άκουσμα του επικείμενου τέλους του ο Σαούλ πανικοβλήθηκε και έφυγε (κεφ. 28).

Η αφήγηση ξαναγυρίζει στο Δαβίδ στο σημείο που με τους άνδρες του ακολουθεί τις δυνάμεις των Φιλισταίων στην αποφασιστικής σημασίας σύγκρουσή τους με τους Ισραηλίτες. Όταν οι αρχηγοί των Φιλισταίων είδαν το Δαβίδ να τους ακολουθεί με τους άνδρες του εξέφρασαν επιφυλάξεις για την πιστότητά του και ζήτησαν από τον Αγχούς να τον αποπέμψει. Εκείνος, αν και ήταν ικανοποιημένος από τη δράση του Δαβίδ και του είχε, όπως είπε, απόλυτη εμπιστοσύνη, τον συμβούλεψε, για να μη δυσαρεστηθούν οι άλλοι αρχηγοί της εκστρατείας, να επιστρέψει στη Σεκελάκ.

Όταν ο Δαβίδ και οι άνδρες του γύρισαν στη Σεκελάκ, βρήκαν την πόλη καμένη από τους Αμαληκίτες, οι οποίοι αιχμαλώτισαν τους κατοίκους της πόλης, μαζί με τις γυναίκες του Δαβίδ και των στρατιωτών. Τότε ο Δαβίδ, ενισχυμένος από τον Κύριο, προχώρησε προς νότο, όπου με τη βοήθεια ενός νέου από την Αίγυπτο έφτασε μέχρι τον τόπο, όπου ήταν οι Αμαληκίτες. Επιτέθηκε εναντίον τους, τους κατατρόπωσε και πήρε πίσω όλους τους αιχμαλώτους. Μετά την επιτυχή έκβαση της επιχείρησης οι άνδρες του Δαβίδ μοίρασαν τα λάφυρα και γύρισαν όλοι στη Σεκελάκ, απ' όπου ο Δαβίδ έστειλε μέρος των λαφύρων προς τους πρεσβυτέρους του Ιούδα (κεφ. 29-30).

Στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου η αφήγηση αναφέρεται στα τελευταία δραματικά γεγονότα της ζωής του Σαούλ. Στη μάχη του όρους Γελβουέ οι Φιλισταίοι κατατρόπωσαν τους Ισραηλίτες. Άλλοι σκοτώθηκαν και άλλοι έφυγαν. Οι τρεις γιοι του Σαούλ έπεσαν στο πεδίο της μάχης και ο ίδιος τραυματίστηκε βαριά, για να ζητήσει λυτρωτικό θάνατο αυτοκτονώντας. Οι Φιλισταίοι λαφυραγώγησαν τους νεκρούς, βρήκαν το Σαούλ, έκοψαν το κεφάλι του, κρέμασαν το σώμα του και έστειλαν την πανοπλία του στο ναό της Αστάρτης. Οι κάτοικοι όμως της Ιαβές στη Γαλαάδ, επειδή ο Σαούλ κάποτε είχε σώσει την πόλη τους,πήραν τα σώματα του Σαούλ και του Ιωνάθαν, τα έφεραν στην Ιαβές τα έκαψαν και τα οστά τους τα έθαψαν (κεφ. 31).

 

 

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "Α' ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ"

ΣΤΗΝ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ, ΣΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

 

1. Οι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης αναφέρονται σε επεισόδια που μνημονεύονται στο Α' Βασιλειών. Όταν οι Φαρισαίοι κατέκριναν τους αποστόλους επειδή έτρωγαν στάχυα το Σάββατο, ο Χριστός θύμισε σ' αυτούς τη χειρονομία του Αβιμέλεχ να προσφέρει τους άρτους της προθέσεως στο Δαβίδ και τους άνδρες του (βλ. Μτθ. 12,3-4 και Μρκ. 2,25-26 προς Α' Βασ. 21,1-7). Πολλά από τα πρόσωπα εξάλλου που διαδραμάτισαν κάποιο ρόλο στο βιβλίο Α' Βασιλειών μνημονεύονται και από τους συγγραφείς της Καινής Διαθήκης, ενώ πολλές φορές χρησιμοποιούν λεκτικό ανάλογο με εκείνο των βιβλίων αυτών.

2.  Ερμηνευτικές εργασίες στο βιβλίο Α' Βασιλειών έγραψαν από τους πατέρες και εκκλησιαστικούς συγγραφείς οι: α) Ωριγένης, Έκλογαί εις την Α' Βασιλειών. Όμιλίαι εις τάς Βασιλείας. Έκλογαί εις την Α', Β' Βασιλειών. β) Κύριλλος Αλεξανδρείας, Τεμάχια εκ των υπομνημάτων εις τάς βίβλους  Βασιλειών. γ) Θεοδώρητος Κύρου, Ερωτήσεις εις την Α' των Βασιλειών. δ) Προκόπιος Γαζαίος, Υπομνήματα εις την Α' των Βασιλειών.

3.  Το βιβλίο Α' Βασιλειών δεν διαβάζεται στην Εκκλησία.

 

 

 

ΠΗΓΕΣ

Α) "Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη"

Δαμιανού Αθ. Δόϊκου, Καθηγητή Α.Π.Θ.

Β) "Η Αγία Γραφή", Ελληνική Βιβλική Εταιρία.