ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

 

ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ'

 

 

 

 

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "Γ' ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ": ΟΝΟΜΑΣΙΑ - ΚΑΝΟΝΑΣ

 

Ο βασιλιάς Σολομών

Το βιβλίο «Γ' Βασιλειών» ή «Α' Βασιλειών» όπως λέγεται στην εβραϊκή βίβλο, είναι το ενδέκατο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης, μετά τα βιβλία «Α' και Β' Βασιλειών» ή «Α' και Β' Σαμουήλ». Στον Αλεξανδρινό (Ελληνικό) Κανόνα το βιβλίο κατατάσσεται στα λεγόμενα «Ιστορικά Βιβλία» της Παλαιάς Διαθήκης, ενώ στον Παλαιστινό (Ιουδαϊκό) Κανόνα κατατάσσεται στην ίδια σειρά και στην ομάδα που έχει το γενικό τίτλο «Προφήτες» και στην υποομάδα «Προγενέστεροι Προφήτες».

Τα βιβλία αρχικά ήταν ενωμένα, όπως και στην περίπτωση του «Α'-Β' Βασιλειών» ή «Α'-Β' Σαμουήλ», αλλά χωρίστηκαν αργότερα για πρακτικούς λόγους. Ως δύο βιβλία υπάρχουν και στη Βουλγάτα και από το 16ο αιώνα και στις εκδόσεις του Εβραϊκού κειμένου. Τόσο η ελληνική ονομασία του βιβλίου «Γ' και Δ' Βασιλειών» όσο και η αντίστοιχη της εβραϊκή «Α' και Β' Βασιλείς» καλύπτουν πλήρως το περιεχόμενο του έργου. Τα βιβλία αναφέρονται στην ιστορία του ενιαίου ισραηλιτικού βασιλείου και των βασιλείων του Ισραήλ και του Ιούδα, περιγράφοντας γεγονότα από το θάνατο του Δαβίδ μέχρι τη βαβυλώνια αιχμαλωσία.

Η παρούσα κατάσταση του έργου, που δέχτηκε και μεταγενέστερες προσθήκες, μαρτυρεί ότι το κείμενο ήταν για πολύ χρόνο ρευστό. Τα κεφάλαια 3-11 του Γ' βασιλειών των Ο' δεν ακολουθούν την τάξη του Εβραϊκού κειμένου και οι διαφορές μεταξύ πρωτοτύπου και μετάφρασης δεν είναι λίγες. Είναι επίσης πιθανό πριν γίνει δεκτό το βιβλίο στον Κανόνα να γνώρισε αλλεπάλληλες εκδόσεις.

 

 

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

 

Ενώ είναι άγνωστοι οι συγγραφείς των παραδόσεων που χρησιμοποιήθηκαν στο κείμενο και ο τελευταίος συντάκτης του Γ'-Δ' Βασιλειών, είναι βέβαιο ότι το βιβλίο είναι ιουδαϊκό έργο. Αυτό φαίνεται καθαρά απ' τη λεπτομερή περιγραφή των γεγονότων που αφορούν στον Ιούδα, σε σύγκριση με την επιτομική μορφή που έχει η ιστορία του Ισραήλ, απ' το ζήλο για τη λατρεία του Θεού στην Ιερουσαλήμ, απ' το αντιϊσραλητικό (αντιεφραιϊμιτικό) πνεύμα του έργου, που φαίνεται στην προσπάθεια του συντάκτη να θεωρεί αιτία όλων των κακών την αποστασία του Ισραήλ, και απ' τη σχέση του με ορισμένους προφητικούς κύκλους.

Σύμφωνα με την Ιουδαϊκή παράδοση τα βιβλία «Γ' και Δ' Βασιλειών» γράφτηκαν από τον προφήτη Ιερεμία, γεγονός που αποδέχονται και κάποιοι νεώτεροι ερευνητές. Άλλοι τα απέδωσαν σε πρόσωπο που βρισκόταν κοντά στον Ιερεμία και άλλοι τον Έσδρα.

Αν κρίνουμε από το χωρίο Δ' Βασιλειών 25,27, όπου μνημονεύεται ο Ευιλμαρωδάχ και γίνεται λόγος για την αποφυλάκιση του Ιωαχίμ κατά το 37ο έτος της βαβυλωνιακής αιχμαλωσίας και από το γεγονός ότι δεν υπάρχει ούτε υπαινιγμός για την επιστροφή των αιχμαλώτων, το έργο θα πρέπει να πήρε τη σημερινή του μορφή μεταξύ των ετών 561 και 538 π.Χ.

 

 

ΣΧΕΔΙΟ ΚΑΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

 

Έχοντας στη διάθεσή του ο συντάκτης των Γ' και Δ' Βασιλειών πλούσιο ιστορικό και μη υλικό, άντλησε απ' αυτό τα κατά την κρίση του χρήσιμα στοιχεία, για να συντάξει το έργο του, στο οποίο έδωσε δευτερονομιστικό χαρακτήρα. Η διαδοχή των γεγονότων γίνεται τυποποιημένα και με βάση ένα σχέδιο που είναι πλήρες για την ιστορία των βασιλέων του Ιούδα, και κάπως συντομότερο για τους βασιλείς του Ισραήλ.

Στην περίπτωση δηλαδή της διαδοχής των βασιλέων του Ιούδα, οι βασιλείς του εισάγονται στη σκηνή της ιστορίας πανομοιότυπα και κυρίως με την εξής μακροσκελή φράση «εν έτει (τάδε) του (τάδε) βασιλέως Ισραήλ εβασίλευσε (τάδε) ο υιός (τάδε) βασιλέως Ιούδα· υιός (τόσων) ετών ην εν τω βασιλεύειν αυτόν και (τόσα) έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ και όνομα της μητρός του (τάδε)». Ακολουθεί η εξιστόρηση των κυριότερων γεγονότων της βασιλείας του σύμφωνα με τις πηγές που είχε υπόψη του ο ιστορικός και η όλη διήγηση τελειώνει με τον εξής στερεότυπο επίσης επίλογο «και τα λοιπά των λόγων (=των πράξεων) του (τάδε) καί πάντα όσα εποίησεν ουκ ιδού ταύτα γεγραμμένα επί βιβλίον λόγων των ημερών (=χρονικό) τοις βασιλεύσιν Ιούδα. Και εκοιμήθη (ο τάδε) μετά των πατέρων και ετάφη μετά των πατέρων αυτού εν πόλει Δαβίδ καί έβασίλευσεν (ο τάδε) υιός αυτού άντ' αυτού».

Προκειμένου περί των βασιλέων του Ισραήλ, η παραπάνω διατύπωση είναι γενικά συντομότερη. Δεν αναφέρεται το όνομα της μητέρας ή άλλες λεπτομέρειες, το σχέδιο όμως παραμένει βασικά το ίδιο. Και στις δύο μορφές του υπάρχουν κρίσεις του συντάκτη για τους βασιλείς. Από τους βασιλείς του Ιούδα μόνο οι Εζεκίας και Ιωσίας εγκωμιάζονται για τη θρησκευτική προφανώς πολιτική τους της κάθαρσης της λατρείας από τα επικίνδυνα ξένα στοιχεία, ενώ όλοι οι άλλοι ή επικρίνονται αυστηρά για την αδυναμία που επέδειξαν προς την ειδωλολατρία ή επαινούνται βέβαια γιατί έπραξαν το σωστό στα μάτια του Κυρίου, ελέγχονται όμως συγχρόνως, γιατί δεν κατόρθωσαν να καταργήσουν τα θυσιαστήρια στις ψηλές τοποθεσίες, για να μη παρασύρεται ο λαός και θυσιάζει εκεί στα είδωλα. Για τους βασιλείς του Ισραήλ η κρίση του συντάκτη του βιβλίου είναι αυστηρότερη, για τους οποίους αναφέρει ότι έπραξαν το πονηρό στα μάτια του Κυρίου.

Συγκρίνοντας τα Γ'-Δ' Βασιλειών με το Β' Παραλειπομένων διαπιστώνουμε ότι οι συντάκτες τους άντλησαν βασικά από τις ίδιες πηγές, αλλά στα Γ'-Δ' Βασιλειών η ιστορική πιστότητα είναι εμφανέστερη, παρά το γεγονός ότι η έκθεση των ιστορικών γεγονότων και των πράξεων των ηγεμόνων ερμηνεύεται θεολογικά.

 

 

ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

 

Από ρητές αναφορές του συγγραφέα και το περιεχόμενο του έργου φαίνεται καθαρά ότι για τη σύνταξη του χρησιμοποιήθηκαν διάφορες πηγές, γραπτές και μη. Οι πηγές αυτές είναι·

1.  Το «βιβλίο ρημάτων (πράξεων) Σαλωμών» (Γ' Βασ. 11,41).

2.  Το «βιβλίο ρημάτων των ημερών (χρονικό) των βασιλέων Ισραήλ» (Γ' Βασ. 14,19).

3.  Το «βιβλίο λόγων των ημερών (χρονικό) τοις βασιλεύσιν Ιούδα» (Γ' Βασ. 14,29).

Τα κείμενα αυτά ήταν μάλλον ημιεπίσημα, γράφτηκαν με βάση επίσημα κείμενα σε επιτομική μορφή και ανήκαν σε διάφορες εποχές.

 

Εκτός απ' τις παραπάνω ιστορικές πηγές ο συντάκτης του έργου χρησιμοποίησε και προφητικές παραδόσεις, που αναφέρονταν στη δράση του προφήτη Ηλία, στα θαύματα του Ελισαίου και σε προφητείες του Ησαΐα, καθώς και προφορικές παραδόσεις. Μερικές από τις παραδόσεις αυτές απαρτίστηκαν σιγά σιγά με τη συνένωση μικρότερων ανεξάρτητων παραδόσεων με το ίδιο θέμα, όπως συμβαίνει λ.χ. με το «βιβλίο ρημάτων Σαλωμών», που περιείχε τη σοφή κρίση του Σολομώντα, επίσημους και μη καταλόγους, περιγραφές του Ναού και της ανοικοδόμησής του, χρονικά αναφερόμενα στα έργα του και παραδόσεις με θέμα τον ιδιωτικό βίο του. Όλα αυτά εντάχτηκαν με τον καιρό σε μια ευρύτερη ενότητα, σ' ένα σώμα παραδόσεων, που βρήκε και χρησιμοποίησε ο τελευταίος συντάκτης του έργου.

Στη σημερινή του μορφή το έργο δεν προέρχεται από συγγραφέα που εργάστηκε με απεριόριστη ελευθερία, αλλά από συντάκτη που χρησιμοποίησε με περιορισμένη πρωτοβουλία επιμέρους παραδόσεις. Δεν αλλοιώνει τα κείμενα που χρησιμοποιεί, αλλά τηρώντας τη σειρά των γεγονότων μας δίνει για τα σημαντικότερα απ' αυτά και για τα πρόσωπα στα οποία αναφέρεται, συγχρονιστικές χρονολογίες, κρίνει τις πράξεις των βασιλέων με βάση το Νόμο, εισάγει όλους τους βασιλείς με τον ίδιο τρόπο και αναφέρεται στη ζωή, το θάνατο και την ταφή τους με το ίδιο πάντοτε φραστικό. Όλα αυτά, που δείχνουν την ενότητα του έργου, μαρτυρούν ότι ένας είναι ο τελικός συντάκτης του βιβλίου.

 

 

Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΚΑΙ Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

 

Μετά τη διάσπαση του ενιαίου βασιλείου τονίστηκε η ανάγκη για μια αληθινή σχέση του Θεού με το λαό του, τον Ισραήλ και τον Ιούδα. Με νουθεσίες και τιμωρίες προσπαθούσε ο Θεός να συγκρατήσει τη βασιλεία στο ύψος του προορισμού της, αλλά η συνειδητή αποστασία των βασιλέων οδηγούσε στην αποτυχία της.

Και σε αυτό, όπως και στο Δ' βιβλίο, παρουσιάζεται η από μέρους των αρχόντων των δυο ανεξαρτήτων ισραηλιτικών βασιλείων αρνητική στάση απέναντι στον Θεό και τη λατρεία του, γεγονός που επιφυλάσσει δεινά για το λαό τους. Παρ' όλα αυτά, ο Θεός παραμένει ανεκτικός αναμένοντας μετάνοια. Εντωμεταξύ, οι αληθινοί προφήτες και όχι οι ψευδοπροφήτες είναι οι γνήσιοι εκφραστές του θελήματος του Θεού και επικρίνουν με παρρησία όσους δεν τηρούν το νόμο του Κυρίου, εξαγγέλλοντας την τιμωρία του αποστάτη λαού από τον Θεό. Η αμαρτία του Ισραήλ προέρχεται κυρίως από την αδυναμία του να ακούσει τους προφήτες.

Μέσα στις φοβερές δοκιμασίες, που έδιναν την εντύπωση ότι ο Θεός διέρρηξε τη Διαθήκη του, η υπόσχεση του Κυρίου στο Δαβίδ, ότι ο θρόνος της Ιερουσαλήμ θ' ανήκει στους απογόνους του, δεν λησμονήθηκε. Χωρίς να είναι κύριος στόχος του συντάκτη του έργου να παραδειγματίσει το λαό, παρουσιάζει την ιστορία του δοκιμαζόμενου έθνους σαν μια αλυσιδωτή σύνθεση προειδοποιήσεων και υποσχέσεων. Αν και ο κύριος σκοπός του συντάκτη δεν είναι να προβάλει τη δράση και την επίδραση των προφητών στα εθνικά θέματα, εντούτοις η περιγραφή της ιστορίας έχει ένα βαθιά προφητικό χαρακτήρα και οι θεόπνευστοι προφήτες κατέχουν περίοπτη θέση στην ισραηλιτική ιστορία.

 

 

ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ "Α' ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ"

 

Το βιβλίο «Γ' Βασιλειών» αναφέρεται στη ζωή και τα έργα του Σολομώντα, του τελευταίου βασιλιά του ενιαίου βασιλείου και στους βασιλείς του Ισραήλ και του Ιούδα έως τον Οχοζία και τον Ιωσαφάτ. Το περιεχόμενο του βιβλίου διαιρείται σε δύο μέρη, στα κεφάλαια 1,11 και στα κεφάλαια 12-22.

 

Πρώτο μέρος (κεφ. 1-11): Το περιεχόμενο του πρώτου μέρους των βιβλίων, που έχει ως θέμα τη ζωή και τα έργα του Σολομώντα, του τελευταίου βασιλιά του ενιαίου βασιλείου, έχει συνοπτικά ως εξής.

Η αφήγηση αρχίζει με πληροφορίες για τις δύσκολες μέρες που περνούσε ο γερασμένος πια Δαβίδ και για τις ενέργειες του τέταρτου γιου του Αδωνία, να εξασφαλίσει τη διαδοχή στο θρόνο. Για το σκοπό αυτό έκανε εντυπωσιακές εμφανίσεις, πρόσφερε πολυπληθείς θυσίες και πλούσια συμπόσια. Σ' ένα από αυτά προσκάλεσε τους αδελφούς, τους φίλους και τους ισχυρούς προστάτες του, όχι όμως το Σολομώντα και το Νάθαν. Το γεγονός αυτό δυσαρέστησε το Σολομώντα και ερέθισε το Νάθαν, με τη συμβουλή του οποίου η Βηρσαβεέ πήγε στο βασιλιά, για να του θυμίσει την υπόσχεσή του ότι ο Σολομώντας θα ήταν ο διάδοχός του και συγχρόνως να τον πληροφορήσει ότι ο Αδωνίας όχι μόνο προετοιμάζεται να τον διαδεχτεί, αλλά και φέρεται σαν βασιλιάς. Ο Δαβίδ αντέδρασε και πρόσταξε να προχωρήσουν αμέσως στην ενθρόνιση του Σολομώντα στη Γηών. Εκεί ο Σαδώκ ο ιερέας έχρισε το Σολομώντα μέσα σε ατμόσφαιρα γενικής χαράς. Όταν όμως ο Αδωνίας και ο Ιωάβ ζήτησαν να μάθουν το λόγο της ευφροσύνης και πληροφορήθηκαν ότι ο Δαβίδ όρισε διάδοχό του το Σολομώντα, ο Σαδώκ τον έχρισε και ο λαός τον αναγνώρισε, τρομοκρατήθηκαν και αποχώρησαν. Ο Αδωνίας μάλιστα φανερά φοβισμένος ζήτησε άσυλο στη Σκηνή, αλλά ο Σολομώντας τον κάλεσε και του επέτρεψε να φύγει (κεφ. 1).

Όταν ο Δαβίδ αισθάνθηκε ότι πλησίαζε η ώρα του θανάτου του, κάλεσε το Σολομώντα, τον συμβούλεψε να τηρεί το Νόμο και του ζήτησε να τιμωρήσει τον Ιωάβ και τον Σεμεΐ για τη διαγωγή τους απέναντί του και να δείξει καλοσύνη σ' εκείνους που του συμπαραστάθηκαν. Μετά απ' αυτό πέθανε ο Δαβίδ ύστερα από 40 χρόνων βασιλεία και θάφτηκε στην Ιερουσαλήμ.

Όταν ο Σολομών εδραιώθηκε στην εξουσία, ο Αδωνίας παρακάλεσε τη Βηρσαβεέ να μεσολαβήσει στο βασιλιά, να του δώσει για γυναίκα του την Αβισάγ, η οποία περιποιόταν το Δαβίδ στα γηρατειά του. Ο Σολομών όμως όχι μόνο του το αρνήθηκε, αλλά και τον θανάτωσε. Άλλα μέτρα που πήρε ο νέος βασιλιάς για τη στερέωσή του στο θρόνο ήταν η εξορία του ιερέα Αβιάθαρ και η αντικατάστασή του με το Σαδώκ, η θανάτωση του Ιωάβ και η τοποθέτηση στη θέση του ως αρχηγού του στρατεύματος του Βαναία (κεφ. 2).

Το επόμενο κεφάλαιο αναφέρεται στο γάμο του Σολομώντα με τη θυγατέρα του φαραώ. Αμέσως μετά ο Σολομών πήγε στη Γαβαών για να προσφέρει θυσία στον Θεό. Εκεί του παρουσιάστηκε ο Κύριος και του είπε να ζητήσει ότι επιθυμεί. Τότε ο Σολομών ζήτησε σοφία και ο Θεός του υποσχέθηκε να του δώσει όχι μόνο σοφία, αλλά και πλούτη, δόξα και μακροβιότητα εάν παρέμενε πιστός στις εντολές του. Ύστερα απ' αυτό ο βασιλιάς γύρισε στην Ιερουσαλήμ, πρόσφερε θυσίες στην Κιβωτό της Διαθήκης και στο συμπόσιο που ακολούθησε, έδειξε τη σοφία του αποκαλύπτοντας την αληθινή μητέρα ενός παιδιού, ώστε η φήμη για τη σοφή κρίση του να διαδοθεί σ' όλη τη χώρα (κεφ. 3).

Στην αρχή του τέταρτου κεφαλαίου παρατίθεται κατάλογος των κυριότερων αξιωματούχων του Σολομώντα, ιερέων, γραμματέων, υπομνηματογράφων κλπ., καθώς και των δώδεκα επιμελητών επισιτισμού, οι οποίοι από τα διάφορα διαμερίσματα της χώρας εφοδίαζαν με τα απαραίτητα εφόδια τις βασιλικές αποθήκες. Ακολούθως εκθειάζεται η σοφία του Σολομώντα και τονίζεται η προσφορά του στη γνωμική και λειτουργική ποίηση (κεφ. 4).

Πρώτο μέλημα του Σολομώντα μετά την οργάνωση του βασιλείου του, ήταν η ανέγερση του Ναού του Κυρίου. Γι' αυτό το σκοπό έκανε γνωστή την πρόθεσή του στο Χειράμ, βασιλιά της Τύρου, παρακαλώντας τον συγχρόνως να του προμηθεύσει ξυλεία από το Λίβανο. Το αίτημά του έγινε δεκτό παίρνοντας τ' ανάλογα ανταλλάγματα. Έτσι Τύριοι και Ισραηλίτες εργάτες έκοψαν τα ξύλα, τα πελέκησαν, τα ετοίμασαν και τα μετέφεραν στην Ιερουσαλήμ, για ν' αρχίσει η ανέγερση του Ναού που κράτησε επτάμισυ χρόνια. Η οικοδόμηση του ναού έγινε με πρότυπο τη Σκηνή του Μαρτυρίου, που κατασκεύασε ο Μωυσής στο Σινά. Χωριζόταν σε πρόναο, κυρίως ναό (Άγια) και άδυτο (Άγια των Αγίων). Κτίστηκε με πελεκητές πέτρες και επενδύθηκε με ξυλεία και χρυσό από το δάπεδο μέχρι την οροφή. Είχε κλίμακες, στοές και δωμάτια γύρω γύρω, θυσιαστήρια (θυμιάματος και ολοκαυτωμάτων), τράπεζα της προθέσεως, στρογγυλή χυτή θάλασσα με παραστάσεις, λουτήρες, και πολλά εγχαράγματα και παραστάσεις με χερουβίμ, λιοντάρια και δένδρα. Μετά την ανέγερση του Ναού της Ιερουσαλήμ, άρχισε η ανοικοδόμηση του ανακτόρου, που κράτησε 13 χρόνια και ήταν το ίδιο μεγαλοπρεπές με το Ναό (κεφ. 5-7).

Η διήγηση συνεχίζεται με την περιγραφή των εγκαινίων του Ναού, που άρχισαν με τη συγκέντρωση όλων των αρχηγών των φυλών και των πατριών στην Ιερουσαλήμ. Οι ιερείς με την Κιβωτό της Διαθήκης, που είχε μόνο τις δυο πλάκες του Νόμου, πέρασαν μπροστά απ' το λαό και την τοποθέτησαν στα Άγια των Αγίων κάτω από τα χερουβείμ. Όταν βγήκαν από τα Άγια των Αγίων, η δόξα του Θεού με μορφή νεφέλης γέμισε το Ναό, ώστε να μη μπορούν να λειτουργήσουν. Τότε ο Σολομών ευλόγησε το λαό, που αξιώθηκε να οικοδομήσει ένα τέτοιο μεγαλοπρεπή Ναό, πρόσφερε θυσίες, απάγγειλε μια εκτενή προσευχή, καθώς και νέα ευλογία στο λαό και ευχές.

Μετά τα εγκαίνια του Ναού ο Θεός παρουσιάστηκε πάλι στο Σολομώντα και τον διαβεβαίωσε ότι άκουσε την προσευχή του και ευλόγησε το Ναό. Υποσχέθηκε ακόμα ότι, αν τηρεί τις εντολές του, θα στερεώσει το θρόνο της βασιλείας του στον αιώνα, ενώ αν τον εγκαταλείψει και προσκυνήσει άλλους θεούς, θα απορρίψει τον Ισραήλ και θα ερειπώσει το βασιλικό οίκο. Η αφήγηση τελειώνει με συμπληρωματικές πληροφορίες για τη δραστηριότητα του Σολομώντα, όπως την ανοικοδόμηση ανακτόρου για τη γυναίκα του, των τειχών της Ιερουσαλήμ, πόλεων, αποθηκών και φρουρίων, το διορισμό επιστατών, τη ναυπήγηση στόλου στο λιμάνι Αιλάθ κλπ. (κεφ. 8-9).

Η φήμη του Σολομώντα διαδόθηκε τόσο, ώστε η βασίλισσα του Σαβά, η οποία ήρθε στην Ιερουσαλήμ με ακριβά δώρα, για να βεβαιωθεί για τη σοφία του, έμεινε, όπως η ίδια ομολόγησε στο Σολομώντα, κατάπληκτη απ' όσα είδε και άκουσε. Φεύγοντας ευλόγησε το Θεό, που εγκατέστησε στο θρόνο του Ισραήλ ένα τέτοιο βασιλιά και του πρόσφερε πολύτιμα δώρα, χρυσό, αρώματα και πολύτιμους λίθους. Με αρκετό πλούτο γέμισε επίσης η χώρα από το εμπόριο που άνθισε κατά την περίοδο του βασιλιά Σολομώντα (κεφ. 10).

Αν και ο Θεός απαγόρευε τις επιγαμίες, ο Σολομών πήρε γυναίκες απ' όλα τα έθνη της Χαναάν. Είχε 700 γυναίκες και 300 παλλακίδες, που στα γεράματά του τον παρέσυραν στην ειδωλολατρία, μέχρι σημείου να κτίσει θυσιαστήριο στο Χαμώς, το θεό των Μωαβιτών, και στο Μελχώμ, το θεό των Αμμωνιτών, να προσφέρει θυμίαμα και να θυσιάζει στην Αστάρτη και σ' άλλες θεότητες. Για την αποστασία του αυτή ο Θεός τον προειδοποίησε ότι θα τον τιμωρήσει παραδίνοντας τη βασιλεία σε άλλον και αφήνοντας σ' αυτόν και τους διαδόχους του, και αυτό χάριν του Δαβίδ και της Ιερουσαλήμ, δύο μόνο φυλές. Έτσι ο Κύριος ξεσήκωσε εναντίον του αντιπάλους, όπως ο Άδερ ο Εδωμίτης, ο Ραζών ο Αραμαίος και ο Ιεροβοάμ ο Εφραιμίτης.

Όταν ο προφήτης Αχιά συνάντησε τον Ιεροβοάμ έξω απ' την Ιερουσαλήμ, έσχισε το καινούργιο ένδυμά του σε δώδεκα κομμάτια και του έδωσε τα δέκα λέγοντάς του ότι, λόγω της ειδωλολατρίας του λαού και του βασιλιά, δέκα φυλές θα δοθούν σ' αυτόν μετά το θάνατο του Σολομώντα. Όταν ο βασιλιάς πληροφορήθηκε το γεγονός, θέλησε να θανατώσει τον Ιεροβοάμ, αλλά αυτός κατέφυγε στην Αίγυπτο, όπου έμεινε μέχρι το θάνατο του Σολομώντα. Η διήγηση τελειώνει με την πληροφορία ότι ο Σολομών βασίλεψε 40 χρόνια, θάφτηκε στην Ιερουσαλήμ και τον διαδέχτηκε στο θρόνο ο γιος του, ο Ροβοάμ (κεφ. 11).

 

Δεύτερο μέρος (κεφ. 12-22): Η ενότητα αυτή αναφέρεται στα γεγονότα που προηγήθηκαν της διάσπασης του ενιαίου ισραηλιτικού βασιλείου και στους λόγους που οδήγησαν τελικά στην πολιτική και θρησκευτική ρήξη μεταξύ του Βόρειου και του Νότιου Βασιλείου. Ακολουθεί η περιγραφή κατά παράλληλο τρόπο της πολιτείας των βασιλέων των δύο αδελφών βασιλείων από τη σύστασή τους το 931 π.Χ. μέχρι την κατάλυση το 722 π.Χ. από τον Ασσύριο μονάρχη Σαργών Β' του Βόρειου Βασιλείου (Ισραήλ) και το 586 π.Χ. από το Βαβυλώνιο ηγεμόνα Ναβουχοδονόσορα Β' του Νότιου Βασιλείου (Ιούδα). Η περιγραφή της διαδοχής των βασιλέων διακόπτεται πότε πότε, για να εκτεθούν άλλης φύσης αφηγήσεις με σπουδαιότερες εκείνες, που αφορούν στη δράση των προφητών Ηλία και Ελισαίου.

Η διαδοχή των βασιλέων εκτίθεται κατά χρονολογική σειρά, η αφήγηση ακολουθεί την πορεία των γεγονότων και η παρουσίαση των ηγεμόνων γίνεται συγχρονιστικά. Ορίζεται δηλαδή η άνοδος κάθε βασιλιά στο θρόνο σε σχέση πάντοτε με τα χρόνια της βασιλείας του βασιλιά του άλλου βασιλείου.

Αν και η ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης γράφτηκε από συγγραφείς με έντονη συμπάθεια προς τον Ιούδα, ο Ισραήλ προβάλλει να κατέχει περίοπτη θέση στον ιστορικό χώρο της περιοχής. Η επικράτειά του ήταν πιο μεγάλη, πιο πλούσια, πιο πολυάριθμη, πιο κοσμοπολίτικη και σε μερικές εποχές η θρησκεία του πιο ζωντανή από του Ιούδα. Οπωσδήποτε όμως τα δύο βασίλεια επιτέλεσαν τον ιστορικό τους προορισμό στο σχέδιο της θείας οικονομίας και τη μετοχή τους σ' αυτό απέριττα περιγράφει ο ιστορικός της Παλαιάς Διαθήκης.

Τη διαπραγμάτευση του υλικού είναι δυνατό να κάνουμε κατά δύο τρόπους. Ή με παράλληλη εξιστόρηση των γεγονότων των δύο βασιλείων, πράγμα όμως που σε πολλά σημεία θα δημιουργήσει σύγχυση, ή με έκθεση της πορείας των γεγονότων του κάθε βασιλείου ξεχωριστά, που θα μας επιτρέψει να παρακολουθήσουμε ανετότερα τα συμβάντα. Θα προτιμηθεί το δεύτερο και σημειώνουμε επίσης ότι η διάρκεια της βασιλείας των ηγεμόνων του Ισραήλ και του Ιούδα δίνεται σύμφωνα με την αφήγηση των Γ'-Δ' Βασιλειών.

 

Στο μεταξύ ο Ιεροβοάμ ήταν στην Αίγυπτο, όταν πληροφορήθηκε ότι ο γιος του Σολομώντα Ροβοάμ πήγε στη Συχέμ, για ν' ανακηρυχτεί βασιλιάς. Επέστρεψε αμέσως και ζήτησε απ' το Ροβοάμ να πάρει μέτρα, ώστε να ελαφρώσει το βαρύ ζυγό της δουλείας που επέβαλε ο πατέρας του στο λαό. Εκείνος, μη ακούοντας τη συμβουλή των σεβάσμιων πρεσβυτέρων αλλά των φίλων του, όχι μόνο αρνήθηκε να ικανοποιήσει το δίκαιο αίτημα των υπηκόων του, αλλά απείλησε ότι στο μέλλον θα είναι σκληρότερος απέναντί τους. Τότε οι δέκα βόρειες φυλές εξεγέρθηκαν, λιθοβόλησαν τον εισπράκτορα που πήγε να συγκεντρώσει τους φόρους και ανακήρυξαν βασιλιά τους τον Ιεροβοάμ. Στο μεταξύ ο Ροβοάμ ετοίμασε στρατό για να καταστείλει την εξέγερση, αλλά ο προφήτης Σαμαίας τον εμπόδισε. Έτσι πραγματοποιήθηκε ο χωρισμός του ενιαίου βασιλείου σε δύο, στο βασίλειο του Ισραήλ στο βορρά και στο βασίλειο του Ιούδα στο νότο.

 

 

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΟΤΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

 

ΡΟΒΟΑΜ

Ο Ροβοάμ ήταν ο πρώτος βασιλιάς του Ιούδα. Ήταν γιος του Σολομώντα και βασίλεψε 17 στην Ιερουσαλήμ. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του ο λαός μολύνθηκε από την ειδωλολατρία και την ανηθικότητα. Έκτισαν θυσιαστήρια στις ψηλές τοποθεσίες και άλση ειδωλολατρικά.

Το πέμπτο έτος της βασιλείας του Ροβοάμ ο φαραώ Σουσακίμ (Σισάκ) κατέλαβε την Ιερουσαλήμ και πήρε όλους τους θησαυρούς του Ναού και τις χρυσές ασπίδες της φρουράς του βασιλιά. Επί Ροβοάμ οι σχέσεις Βόρειου και Νότιου βασιλείου ήταν μόνιμα εχθρικές (Γ' Βασ. 14,21-31).

 

ΑΒΙΟΥ

Ο Αβιού ήταν γιος του Ροβοάμ και βασίλεψε 3 χρόνια. Ακολούθησε την πολιτική του πατέρα του τόσο στα θέματα της λατρείας, όσο και στις σχέσεις των δύο βασιλείων. Η ειδωλολατρία κυριαρχούσε στη χώρα και οι σχέσεις του Ισραήλ με τον Ιούδα ήταν εχθρικές (Γ' Βασ. 15,1-8).

 

ΑΣΑ

Ο Ασά διαδέχτηκε στο θρόνο τον πατέρα του Αβιού και βασίλεψε 41 χρόνια. Συγκαταλέγεται μεταξύ των συνετών βασιλέων του Ιούδα. Απομάκρυνε τα είδωλα και περιόρισε την ανηθικότητα, χωρίς όμως να μπορέσει να πετύχει και την κατάργηση της λατρείας στις ψηλές τοποθεσίες. Στην εποχή του οι σχέσεις των δύο βασιλείων συνέχισαν να είναι από τεταμένες μέχρι εχθρικές. Όταν μάλιστα, ο βασιλιάς του Ισραήλ Βαασά ετοιμάστηκε να εισβάλει στον Ιούδα, ο Ασά έστειλε τους θησαυρούς του Ναού στον Άδερ (Βεναδάδ Α') της Δαμασκού, με τη συμφωνία να διαρρήξει τη συμμαχία που είχε με το Βαασά. Ο Άδερ όχι μόνο διέκοψε την υποστήριξή του, αλλά και προσέβαλε περιοχές του Ισραήλ, ματαιώνοντας έτσι τα σχέδια του Βαασά (Γ' Βασ. 15,9-24).

 

ΙΩΣΑΦΑΤ

Ο Ιωσαφάτ διαδέχτηκε στο θρόνο τον πατέρα του Ασά και βασίλεψε 25 χρόνια. Την ειδωλολατρία και την ανηθικότητα τις αντιμετώπισε όπως και ο πατέρας του και τα αποτελέσματα ήταν τα ίδια. Συνομολόγησε ειρήνη με το βασιλιά του Ισραήλ Αχαάβ και συμπολέμησε μαζί του εναντίον της Ρεμμάθ στη Γαλαάδ, αλλά νικήθηκε (Γ' Βασ. 22,41-51).

 

 

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΒΟΡΕΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

 

ΙΕΡΟΒΟΑΜ Α'

Ο Ιεροβοάμ ήταν ο πρώτος βασιλιάς του Ισραήλ και βασίλεψε 22 χρόνια. Κύριο μέλημά του ήταν να εμποδίσει την επικοινωνία μεταξύ Ισραήλ και Ιούδα, γιατί γνώριζε ότι η κοινή θρησκεία τους ένωνε και συνεπώς φοβόταν μη τυχόν ο λαός, πηγαίνοντας στην Ιερουσαλήμ να θυσιάσει, μεταστραφεί. Για το σκοπό αυτό κατασκεύασε δύο χρυσούς μόσχους και τους τοποθέτησε τον ένα στη Βαιθήλ και τον άλλο στη Δαν, ίδρυσε ιερά στις ψηλές τοποθεσίες, όρισε ιερείς όχι απ' τη φυλή του Λευί, αλλά αδιακρίτως και από άλλες φυλές και επέφερε και άλλες αλλαγές στη λατρεία.

Για το πολεμικό έργο του Ιεροβοάμ Α' δεν αναφέρει σχεδόν τίποτα η Παλαιά Διαθήκη, εκτός του ότι οι σχέσεις του με το Ροβοάμ ήταν τεταμένες. Όταν ο γιος του αρρώστησε, έστειλε τη γυναίκα του με δώρα στον προφήτη Αχιά στη Σηλώ ζητώντας να τον βοηθήσει, αλλά εκείνος του διαμήνυσε ότι λόγω των κακών πράξεών του θα τιμωρηθεί, ο γιος του θα πεθάνει, ο Ισραήλ θα εκριζωθεί και θα διασκορπιστεί και ο οίκος του θα αφανιστεί (Γ' Βασ. 12,1-14,20).

 

ΝΑΔΑΒ

Ο Ναδάβ διαδέχτηκε στο θρόνο τον πατέρα του Ιεροβοάμ Α' και βασίλεψε 2 χρόνια. Ακολούθησε την ολέθρια θρησκευτική πολιτική του προκατόχου του, διευκολύνοντας έτσι την άσκηση της ειδωλολατρίας στον Ισραήλ. Πληροφορίες για τη σύντομη βασιλεία του δεν έχουμε, παρά μόνο ότι πολέμησε κατά των Φιλισταίων και πολιόρκησε τη Γαβαθών, όπου όμως δολοφονήθηκε από τον Βαασά (Γ' Βασ. 15,25-31).

 

ΒΑΑΣΑ

Ο Βαασά ανέβηκε στο θρόνο του Ισραήλ δολοφονώντας το Ναδάβ. Όταν έγινε βασιλιάς εξολόθρεψε όλο τον οίκο του Ιεροβοάμ. Βασίλεψε 24 χρόνια και οι σχέσεις του με τον Ιούδα ήταν μόνιμα εχθρικές. Κινήθηκε εναντίον του Ασά, του βασιλιά του Ιούδα, αλλ' αναγκάστηκε να παραιτηθεί από τα σχέδια του ύστερα από πίεση του Άδερ (Βεναδάδ Α') της Δαμασκού. Στα θρησκευτικά πράγματα ακολούθησε την πολιτική του Ιεροβοάμ, ενθαρρύνοντας την ειδωλολατρία στη χώρα του και εμποδίζοντας την επικοινωνία μεταξύ των κατοίκων του Ισραήλ και του Ιούδα. Μετέφερε την πρωτεύουσα του από τη Συχέμ στη Θερσά (Γ' Βασ. 15,27-16,6).

 

ΗΛΑ

Ο Ηλά διαδέχτηκε τον πατέρα του Βαασά και βασίλεψε 2 χρόνια, ακολουθώντας τη θρησκευτική πολιτική του προκατόχου του. Δολοφονήθηκε από το Ζαμβρί, αξιωματικό των πολεμικών αρμάτων του, σε ώρα διασκεδάσεως στο σπίτι του αρχιοικονόμου του στη Θερσά (Γ' Βασ. 16,8-10).

 

ΖΑΜΒΡΙ (ΖΙΜΡΙ)

Ο Ζαμβρί ανέβηκε στο θρόνο δολοφονώντας τον Ηλά και όλο τον οίκο του Βαασά. Όταν όμως ο στρατός, που πολιορκούσε τους Φιλισταίους στη Γαβαθών, πληροφορήθηκε ότι ο Ζαμβρί δολοφόνησε το βασιλιά και ανέβηκε στο θρόνο, ανακήρυξε βασιλιά του Ισραήλ τον αρχηγό του Αμβρί. Ο Αμβρί ενέργησε κεραυνοβόλα και κινήθηκε εναντίον του Ζαμβρί, ο οποίος ήταν στη Θερσά, κατέλαβε την πόλη και τον θανάτωσε. Η βασιλεία του Ζαμβρί κράτησε μόνο 7 μέρες (Γ' Βασ. 16,10-19).

 

ΑΜΒΡΙ (ΟΜΡΙ)

Ο Αμβρί ή Ομρί, προκειμένου να στερεώσει το θρόνο του, εξουδετέρωσε ένα άλλο διεκδικητή, το Θαμνά, και μετά έκτισε νέα πρωτεύουσα, τη Σαμάρεια. Υπήρξε αρχηγός δυναστείας και βασίλεψε 12 χρόνια. Οι σχέσεις του με τον Ιούδα ήταν καλές, αλλά η θρησκευτική πολιτική του ήταν η χειρότερη από εκείνες όλων των προκατόχων του (Γ' Βασ. 16,16-28).

 

ΑΧΑΑΒ (ΑΧΑΒ)

Ο Αχαάβ διαδέχτηκε τον πατέρα του Αμβρί ως δεύτερος ηγεμόνας της δυναστείας και βασίλεψε 22 χρόνια. Παντρεύτηκε την κόρη του βασιλιά των Σιδωνίων Ιεζάβελ και παρασύρθηκε στη λατρεία των ειδώλων περισσότερο ίσως από όλους τους προ αυτού βασιλείς του Ισραήλ. Λάτρεψε το Βάαλ, έκτισε προς τιμή του βωμό και κατασκεύασε «άλσος» στη Σαμάρεια, δίνοντας έτσι το κακό παράδειγμα στους υπηκόους του.

Στις μέρες του Αχαάβ αναφέρονται μερικά επεισόδια με κεντρικό πρόσωπο τον προφήτη Ηλία το Θεσβίτη. Μια μέρα ο προφήτης Ηλίας παρουσιάστηκε στον Αχαάβ και του ανάγγειλε ότι θα έρθει ξηρασία. Ακολούθως πήγε με εντολή του Θεού στο χείμαρρο Χορράθ, όπου του έφερναν τροφή οι κόρακες, και απ' εκεί στα Σαρεπτά της Σιδώνας. Στα Σαρεπτά ο προφήτης Ηλίας συνάντησε μια φτωχιά χήρα, η οποία τον φιλοξένησε και αυτός ευλόγησε πλουσιοπάροχα τα αγαθά του οίκου της (αλεύρι και λάδι) και ανέστησε το γιο της. Το δεύτερο επεισόδιο αναφέρεται στην αποστασία, την ξηρασία και τη δοκιμασία στο όρος Κάρμηλος. Ο προφήτης Ηλίας συνάντησε τον Αχαάβ και τον προκάλεσε σε μια δημόσια δοκιμασία, ώστε να αποδειχθεί αν ο Κύριος ή ο Βάαλ είναι ο αληθινός Θεός. Έτσι συγκεντρώθηκαν στον Κάρμηλο 450 ιερείς του Βάαλ, 400 ιερείς της Αστάρτης και όλος ο λαός με τη δοκιμασία της θυσίας αναγνώρισε ότι ο Θεός του προφήτη Ηλία είναι ο μόνος Κύριος της χώρας. Οι προφήτες του Βάαλ θανατώθηκαν, η βροχή τερμάτισε την ξηρασία και ο Αχαάβ γύρισε στη Σαμάρεια. Όταν η Ιεζάβελ πληροφορήθηκε τα γεγονότα και το τέλος των ιερέων του Βάαλ, διαμήνυσε στον Ηλία ότι θα τον θανατώσει και εκείνος έφυγε στην έρημο νότια της Βηρσαβεέ και από εκεί σ' ένα σπήλαιο στο Χωρήβ. Εκεί αισθάνθηκε την παρουσία του Θεού με τη μορφή «αύρας λεπτής», ομολόγησε την αποστασία του λαού και πήρε εντολή να χρίσει τον Αζαήλ ηγεμόνα της Συρίας, τον Ιού βασιλιά του Ισραήλ και τον Ελισαίο προφήτη. Φεύγοντας ο Ηλίας απ το Χωρήβ συνάντησε τον Ελισαίο, τον κάλεσε και εκείνος τον ακολούθησε (Γ' Βασ. 16,29-19,21).

Ακολούθως περιγράφεται ένα επεισόδιο μεταξύ του Αχαάβ και του Ναβουθαί. Ο Ναβουθαί είχε ένα αμπελώνα κοντά στα βασιλικά ανάκτορα και ο Αχαάβ ζήτησε να τον ανταλλάξει με ένα άλλο καλύτερο ή να τον αγοράσει. Ο Ναβουθαί αρνήθηκε, αλλά με σχέδιο της Ιεζάβελ θανατώθηκε και ο Αχαάβ πήρε τον αμπελώνα του. Ο προφήτης Ηλίας όμως έλεγξε τον βασιλιά για την πράξη του αυτή και προανάγγειλε τον αφανισμό του οίκου του, αλλά ο Αχαάβ μετανόησε και συγχωρήθηκε (Γ' Βασ. κεφ. 20).

Στο μεταξύ ο βασιλιάς της Συρίας Άδερ (Βεναδάδ Α') πήγε με πολύ στρατό και πολιόρκησε τη Σαμάρεια. Ζήτησε την παράδοση των θησαυρών και πλήρη υποταγή, αλλά ο Αχαάβ με τη συμβουλή των πρεσβυτέρων αρνήθηκε να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του Άδερ. Επακολούθησε έξοδος των πολιορκημένων και επίθεση εναντίον των Αραμαίων, τους οποίους και νίκησαν. Την επόμενη άνοιξη σε νέα σύγκρουση μεταξύ Ισραηλιτών και Αραμαίων οι Ισραηλίτες τους κατανίκησαν, αλλά τελικά οι σχέσεις τους αποκαταστάθηκαν με τη σύναψη συνθήκης μεταξύ τους (Γ' Βασ. κεφ. 21).

Ύστερα από τρία χρόνια ο Αχαάβ αποφάσισε με τη σύμπραξη του βασιλιά του Ιούδα Ιωσαφάτ να απελευθερώσει τη Ρεμμάθ στη Γαλαάδ από το ζυγό των Αραμαίων. Όταν ρώτησε τους προφήτες του για τη σκοπιμότητα της ενέργειάς του, πήρε απάντηση θετική, ενώ όταν ρωτήθηκε ο προφήτης Μιχαίας, ο γιος του Ιεμλά, όχι μόνο τον απέτρεψε, αλλά και προείπε τον αφανισμό του, γι' αυτό και φυλακίστηκε. Στη μάχη που επακολούθησε, ο Αχαάβ τραυματίστηκε θανάσιμα και αργότερα πέθανε και θάφτηκε στη Σαμάρεια (Γ' Βασ. 22,1-40).

 

 

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "Γ' ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ"

ΣΤΗΝ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ, ΣΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

 

1. Οι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης αναφέρονται συχνά σε επεισόδια των βιβλίων Γ' και Δ' Βασιλειών και κυρίως σ' εκείνα που σχετίζονται με το βασιλιά Σολομώντα και τους προφήτες Ηλία και Ελισαίο.

2. Από τους πατέρες και εκκλησιαστικούς συγγραφείς ερμηνευτικές εργασίες στα βιβλία Γ' και Δ' Βασιλειών έγραψαν οι: α) Ωριγένης, Ομιλίαι εις τάς Βασιλείας. Εκλογαί εις την Γ' Βασιλειών. β) Κύριλλος Αλεξανδρείας, Τεμάχια εκ των υπομνημάτων εις τάς βίβλους Βασιλειών. γ) Θεοδώρητος Κύρου, Ερωτήσεις εις την Γ' των Βασιλειών. Ερωτήσεις εις την Δ' των Βασιλειών. δ) Προκόπιος Γαζαίος, Υπομνήματα εις την Γ' των Βασιλειών. Υπομνήματα εις την Δ' των Βασιλειών.

3. Αρκετή είναι η λειτουργική χρήση των βιβλίων Γ' και Δ' Βασιλειών από την Εκκλησία. Κατά τη διάρκεια του λειτουργικού έτους διαβάζονται οι ενότητες που αναφέρονται στα εγκαίνια του Ναού (Γ' Βασ. 8,1-11) και την προσευχή του Σολομώντα (Γ' Βασ. 8,22-30), καθώς και σε επεισόδια από τη ζωή των προφητών Ηλία και Ελισαίου (Γ' Βασ. κεφ.17-19. Δ' Βασ. 2,1. 2,6-14. 2,19-22. 4,8-37. 5,9-14).

 

 

 

ΠΗΓΕΣ

Α) "Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη"

Δαμιανού Αθ. Δόϊκου, Καθηγητή Α.Π.Θ.

Β) "Η Αγία Γραφή", Ελληνική Βιβλική Εταιρία.