ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

 

ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ'

 

 

 

 

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "Δ' ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ": ΟΝΟΜΑΣΙΑ - ΚΑΝΟΝΑΣ

 

Ο Προφήτης Ησαΐας

Το βιβλίο «Δ' Βασιλειών» ή «Β' Βασιλειών» όπως λέγεται στην εβραϊκή βίβλο, είναι το δωδέκατο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης, τελευταίο των Βασιλειών. Στον Αλεξανδρινό (Ελληνικό) Κανόνα το βιβλίο κατατάσσεται στα λεγόμενα «Ιστορικά Βιβλία» της Παλαιάς Διαθήκης, ενώ στον Παλαιστινό (Ιουδαϊκό) Κανόνα κατατάσσεται στην ίδια σειρά και στην ομάδα που έχει το γενικό τίτλο «Προφήτες» και στην υποομάδα «Προγενέστεροι Προφήτες».

Το βιβλίο Δ' Βασιλειών αποτελεί συνέχεια του Γ' Βασιλειών. Τα βιβλία αρχικά ήταν ενωμένα, όπως και στην περίπτωση του «Α'-Β' Βασιλειών» ή «Α'-Β' Σαμουήλ», αλλά χωρίστηκαν αργότερα για πρακτικούς λόγους. Ως δύο βιβλία υπάρχουν και στη Βουλγάτα και από το 16ο αιώνα και στις εκδόσεις του Εβραϊκού κειμένου. Τόσο η ελληνική ονομασία του βιβλίου «Γ' και Δ' Βασιλειών» όσο και η αντίστοιχη της εβραϊκή «Α' και Β' Βασιλείς» καλύπτουν πλήρως το περιεχόμενο του έργου. Τα βιβλία αναφέρονται στην ιστορία του ενιαίου ισραηλιτικού βασιλείου και των βασιλείων του Ισραήλ και του Ιούδα, περιγράφοντας γεγονότα από το θάνατο του Δαβίδ μέχρι τη βαβυλώνια αιχμαλωσία.

 

 

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

 

Ενώ είναι άγνωστοι οι συγγραφείς των παραδόσεων που χρησιμοποιήθηκαν στο κείμενο και ο τελευταίος συντάκτης του Γ'-Δ' Βασιλειών, είναι βέβαιο ότι το βιβλίο είναι ιουδαϊκό έργο. Αυτό φαίνεται καθαρά απ' τη λεπτομερή περιγραφή των γεγονότων που αφορούν στον Ιούδα, σε σύγκριση με την επιτομική μορφή που έχει η ιστορία του Ισραήλ, απ' το ζήλο για τη λατρεία του Θεού στην Ιερουσαλήμ, απ' το αντιϊσραλητικό (αντιεφραιϊμιτικό) πνεύμα του έργου, που φαίνεται στην προσπάθεια του συντάκτη να θεωρεί αιτία όλων των κακών την αποστασία του Ισραήλ, και απ' τη σχέση του με ορισμένους προφητικούς κύκλους.

Σύμφωνα με την Ιουδαϊκή παράδοση τα βιβλία «Γ' και Δ' Βασιλειών» γράφτηκαν από τον προφήτη Ιερεμία, γεγονός που αποδέχονται και κάποιοι νεώτεροι ερευνητές. Άλλοι τα απέδωσαν σε πρόσωπο που βρισκόταν κοντά στον Ιερεμία και άλλοι τον Έσδρα.

Αν κρίνουμε από το χωρίο Δ' Βασιλειών 25,27, όπου μνημονεύεται ο Ευιλμαρωδάχ και γίνεται λόγος για την αποφυλάκιση του Ιωαχίμ κατά το 37ο έτος της βαβυλωνιακής αιχμαλωσίας και από το γεγονός ότι δεν υπάρχει ούτε υπαινιγμός για την επιστροφή των αιχμαλώτων, το έργο θα πρέπει να πήρε τη σημερινή του μορφή μεταξύ των ετών 561 και 538 π.Χ.

 

 

ΣΧΕΔΙΟ ΚΑΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

 

Έχοντας στη διάθεσή του ο συντάκτης των Γ' και Δ' Βασιλειών πλούσιο ιστορικό και μη υλικό, άντλησε απ' αυτό τα κατά την κρίση του χρήσιμα στοιχεία, για να συντάξει το έργο του, στο οποίο έδωσε δευτερονομιστικό χαρακτήρα. Η διαδοχή των γεγονότων γίνεται τυποποιημένα και με βάση ένα σχέδιο που είναι πλήρες για την ιστορία των βασιλέων του Ιούδα, και κάπως συντομότερο για τους βασιλείς του Ισραήλ.

Στην περίπτωση δηλαδή της διαδοχής των βασιλέων του Ιούδα, οι βασιλείς του εισάγονται στη σκηνή της ιστορίας πανομοιότυπα και κυρίως με την εξής μακροσκελή φράση «εν έτει (τάδε) του (τάδε) βασιλέως Ισραήλ εβασίλευσε (τάδε) ο υιός (τάδε) βασιλέως Ιούδα· υιός (τόσων) ετών ην εν τω βασιλεύειν αυτόν και (τόσα) έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ και όνομα της μητρός του (τάδε)». Ακολουθεί η εξιστόρηση των κυριότερων γεγονότων της βασιλείας του σύμφωνα με τις πηγές που είχε υπόψη του ο ιστορικός και η όλη διήγηση τελειώνει με τον εξής στερεότυπο επίσης επίλογο «και τα λοιπά των λόγων (=των πράξεων) του (τάδε) καί πάντα όσα εποίησεν ουκ ιδού ταύτα γεγραμμένα επί βιβλίον λόγων των ημερών (=χρονικό) τοις βασιλεύσιν Ιούδα. Και εκοιμήθη (ο τάδε) μετά των πατέρων και ετάφη μετά των πατέρων αυτού εν πόλει Δαβίδ καί έβασίλευσεν (ο τάδε) υιός αυτού άντ' αυτού».

Προκειμένου περί των βασιλέων του Ισραήλ, η παραπάνω διατύπωση είναι γενικά συντομότερη. Δεν αναφέρεται το όνομα της μητέρας ή άλλες λεπτομέρειες, το σχέδιο όμως παραμένει βασικά το ίδιο. Και στις δύο μορφές του υπάρχουν κρίσεις του συντάκτη για τους βασιλείς. Από τους βασιλείς του Ιούδα μόνο οι Εζεκίας και Ιωσίας εγκωμιάζονται για τη θρησκευτική προφανώς πολιτική τους της κάθαρσης της λατρείας από τα επικίνδυνα ξένα στοιχεία, ενώ όλοι οι άλλοι ή επικρίνονται αυστηρά για την αδυναμία που επέδειξαν προς την ειδωλολατρία ή επαινούνται βέβαια γιατί έπραξαν το σωστό στα μάτια του Κυρίου, ελέγχονται όμως συγχρόνως, γιατί δεν κατόρθωσαν να καταργήσουν τα θυσιαστήρια στις ψηλές τοποθεσίες, για να μη παρασύρεται ο λαός και θυσιάζει εκεί στα είδωλα. Για τους βασιλείς του Ισραήλ η κρίση του συντάκτη του βιβλίου είναι αυστηρότερη, για τους οποίους αναφέρει ότι έπραξαν το πονηρό στα μάτια του Κυρίου.

Συγκρίνοντας τα Γ'-Δ' Βασιλειών με το Β' Παραλειπομένων διαπιστώνουμε ότι οι συντάκτες τους άντλησαν βασικά από τις ίδιες πηγές, αλλά στα Γ'-Δ' Βασιλειών η ιστορική πιστότητα είναι εμφανέστερη, παρά το γεγονός ότι η έκθεση των ιστορικών γεγονότων και των πράξεων των ηγεμόνων ερμηνεύεται θεολογικά.

 

 

ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

 

Από ρητές αναφορές του συγγραφέα και το περιεχόμενο του έργου φαίνεται καθαρά ότι για τη σύνταξη του χρησιμοποιήθηκαν διάφορες πηγές, γραπτές και μη. Οι πηγές αυτές είναι·

1.  Το «βιβλίο ρημάτων (πράξεων) Σαλωμών» (Γ' Βασ. 11,41).

2.  Το «βιβλίο ρημάτων των ημερών (χρονικό) των βασιλέων Ισραήλ» (Γ' Βασ. 14,19).

3.  Το «βιβλίο λόγων των ημερών (χρονικό) τοις βασιλεύσιν Ιούδα» (Γ' Βασ. 14,29).

Τα κείμενα αυτά ήταν μάλλον ημιεπίσημα, γράφτηκαν με βάση επίσημα κείμενα σε επιτομική μορφή και ανήκαν σε διάφορες εποχές.

 

Εκτός απ' τις παραπάνω ιστορικές πηγές ο συντάκτης του έργου χρησιμοποίησε και προφητικές παραδόσεις, που αναφέρονταν στη δράση του προφήτη Ηλία, στα θαύματα του Ελισαίου και σε προφητείες του Ησαΐα, καθώς και προφορικές παραδόσεις. Μερικές από τις παραδόσεις αυτές απαρτίστηκαν σιγά σιγά με τη συνένωση μικρότερων ανεξάρτητων παραδόσεων με το ίδιο θέμα, όπως συμβαίνει λ.χ. με το «βιβλίο ρημάτων Σαλωμών», που περιείχε τη σοφή κρίση του Σολομώντα, επίσημους και μη καταλόγους, περιγραφές του Ναού και της ανοικοδόμησής του, χρονικά αναφερόμενα στα έργα του και παραδόσεις με θέμα τον ιδιωτικό βίο του. Όλα αυτά εντάχτηκαν με τον καιρό σε μια ευρύτερη ενότητα, σ' ένα σώμα παραδόσεων, που βρήκε και χρησιμοποίησε ο τελευταίος συντάκτης του έργου.

Στη σημερινή του μορφή το έργο δεν προέρχεται από συγγραφέα που εργάστηκε με απεριόριστη ελευθερία, αλλά από συντάκτη που χρησιμοποίησε με περιορισμένη πρωτοβουλία επιμέρους παραδόσεις. Δεν αλλοιώνει τα κείμενα που χρησιμοποιεί, αλλά τηρώντας τη σειρά των γεγονότων μας δίνει για τα σημαντικότερα απ' αυτά και για τα πρόσωπα στα οποία αναφέρεται, συγχρονιστικές χρονολογίες, κρίνει τις πράξεις των βασιλέων με βάση το Νόμο, εισάγει όλους τους βασιλείς με τον ίδιο τρόπο και αναφέρεται στη ζωή, το θάνατο και την ταφή τους με το ίδιο πάντοτε φραστικό. Όλα αυτά, που δείχνουν την ενότητα του έργου, μαρτυρούν ότι ένας είναι ο τελικός συντάκτης του βιβλίου.

 

 

Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΚΑΙ Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

 

Μετά τη διάσπαση του ενιαίου βασιλείου τονίστηκε η ανάγκη για μια αληθινή σχέση του Θεού με το λαό του, τον Ισραήλ και τον Ιούδα. Με νουθεσίες και τιμωρίες προσπαθούσε ο Θεός να συγκρατήσει τη βασιλεία στο ύψος του προορισμού της, αλλά η συνειδητή αποστασία των βασιλέων οδηγούσε στην αποτυχία της.

Και σε αυτό, όπως και στο Δ' βιβλίο, παρουσιάζεται η από μέρους των αρχόντων των δυο ανεξαρτήτων ισραηλιτικών βασιλείων αρνητική στάση απέναντι στον Θεό και τη λατρεία του, γεγονός που επιφυλάσσει δεινά για το λαό τους. Παρ' όλα αυτά, ο Θεός παραμένει ανεκτικός αναμένοντας μετάνοια. Εντωμεταξύ, οι αληθινοί προφήτες και όχι οι ψευδοπροφήτες είναι οι γνήσιοι εκφραστές του θελήματος του Θεού και επικρίνουν με παρρησία όσους δεν τηρούν το νόμο του Κυρίου, εξαγγέλλοντας την τιμωρία του αποστάτη λαού από τον Θεό. Η αμαρτία του Ισραήλ προέρχεται κυρίως από την αδυναμία του ν' ακούσει τους προφήτες.

Μέσα στις φοβερές δοκιμασίες, που έδιναν την εντύπωση ότι ο Θεός διέρρηξε τη Διαθήκη του, η υπόσχεση του Κυρίου στο Δαβίδ, ότι ο θρόνος της Ιερουσαλήμ θ' ανήκει στους απογόνους του, δεν λησμονήθηκε. Χωρίς να είναι κύριος στόχος του συντάκτη του έργου να παραδειγματίσει το λαό, παρουσιάζει την ιστορία του δοκιμαζόμενου έθνους σαν μια αλυσιδωτή σύνθεση προειδοποιήσεων και υποσχέσεων. Αν και ο κύριος σκοπός του συντάκτη δεν είναι να προβάλει τη δράση και την επίδραση των προφητών στα εθνικά θέματα, εντούτοις η περιγραφή της ιστορίας έχει ένα βαθιά προφητικό χαρακτήρα και οι θεόπνευστοι προφήτες κατέχουν περίοπτη θέση στην ισραηλιτική ιστορία.

Ο συγγραφέας θεωρεί την καταστροφή των δύο βασιλείων ως αναπόφευκτη συνέπεια της αποστασίας των ηγεμόνων τους από το Θεό και της καταπάτησης των όρων της διαθήκης. Όλοι οι βασιλιάδες του Ισραήλ κατακρίνονται για την πολιτική τους, ενώ από τους βασιλιάδες του Ιούδα οκτώ μόνον επαινούνται για την πίστη τους στο Θεό, αλλά και πάλι έξι από αυτούς επικρίνονται, επειδή δεν εξάλειφαν εντελώς τα ειδωλολατρικά ιερά από τη χώρα και μόνον οι ενέργειες των Εζεκία και Ιωσία τελικά επιδοκιμάζονται.

Παρά την καταστροφή των δύο βασιλείων, το σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου δεν ναυαγεί, καθώς μέσα από τη γενική αποστασία εξαιρείται πάντοτε μια ομάδα πιστών τηρητών της διαθήκης, ένα ευσεβές υπόλοιπο, για χάρη του οποίου η υπόσχεση του Θεού προς τον Δαβίδ θα πραγματοποιηθεί.

 

 

ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ "Β' ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ"

 

Το περιεχόμενο του βιβλίου του «Δ' Βασιλειών» αναφέρεται στην ιστορία των βασιλέων του Ισραήλ και του Ιούδα από τον Οχοζία και τον Ιωράμ μέχρι την πτώση της Σαμάρειας από τους Ασσύριους για το βόρειο βασίλειο το 722 μ.Χ. και μέχρι την πτώση της Ιερουσαλήμ από τους Βαβυλώνιους για το νότιο βασίλειο το 586 μ.Χ..

Τη διαπραγμάτευση του υλικού είναι δυνατό να κάνουμε κατά δύο τρόπους. Ή με παράλληλη εξιστόρηση των γεγονότων των δύο βασιλείων, πράγμα όμως που σε πολλά σημεία θα δημιουργήσει σύγχυση, ή με έκθεση της πορείας των γεγονότων του κάθε βασιλείου ξεχωριστά, που θα μας επιτρέψει να παρακολουθήσουμε ανετότερα τα συμβάντα. Θα προτιμηθεί το δεύτερο και σημειώνουμε επίσης ότι η διάρκεια της βασιλείας των ηγεμόνων του Ισραήλ και του Ιούδα δίνεται σύμφωνα με την αφήγηση των Γ'-Δ' Βασιλειών.

 

 

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΟΤΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

 

ΙΩΡΑΜ

Ο Ιωράμ διαδέχτηκε στο θρόνο τον πατέρα του Ιωσαφάτ και βασίλεψε 8 χρόνια. Η θρησκευτική πολιτική του Ιωράμ ήταν ολέθρια. Ένας από τους λόγους αυτής της πολιτικής ήταν ίσως και ο γάμος του με την κόρη του βασιλιά του Ισραήλ Αχαάβ και της Ιεζάβελ, τη Γοθολία, η οποία ασφαλώς θα επέδρασε στις αποφάσεις του. Στις μέρες του επαναστάτησαν οι Εδωμίτες και απέκτησαν την ανεξαρτησία τους, χωρίς να κατορθώσει ο Ιωράμ να τους ξαναυποτάξει (Δ' Βασ. 8,16-24).

 

ΟΧΟΖΙΑΣ

Ο Οχοζίας ήταν γιος του Ιωράμ και βασίλεψε ένα χρόνο. Δεν έδειξε ενδιαφέρον για τα θρησκευτικά πράγματα της χώρας του. Από τις άλλες δραστηριότητές του γνωρίζουμε ότι συμπολέμησε με το βασιλιά του Ισραήλ Ιωράμ εναντίον του Αζαήλ της Συρίας χωρίς όμως επιτυχία (Δ' Βασ. 8,25-29).

 

ΓΟΘΟΛΙΑ (ΑΘΑΛΙΑ)

Μετά το θάνατο του Οχοζία ανέβηκε στο θρόνο η μητέρα του Γοθολία, αφού θανάτωσε όλα τα μέλη της βασιλικής (δαβιδικής) οικογένειας εκτός απ' τον ανήλικο γιο του Οχοζία Ιωάς. Ύστερα από εξαετή βασιλεία της Γοθολίας, ο ιερέας Ιωδαέ έχρισε και ο λαός ανακήρυξε βασιλιά τον Ιωάς, ενώ με εντολή του Ιωδαέ θανατώθηκε η Γοθολία. Ακολούθησε ανανέωση της Διαθήκης και ο λαός κατέστρεψε τα είδωλα του Βάαλ (Δ' Βασ. 11,1-16).

 

ΙΩΑΣ

Ο Ιωάς ήταν επτά χρόνων, όταν έγινε βασιλιάς και διαδέχτηκε τη δολοφονηθείσα γιαγιά του Γοθολία. Βασίλεψε 40 χρόνια και η προσπάθειά του ν' αποκαταστήσει τη γνήσια λατρεία είχε μερική επιτυχία, γιατί ο λαός εξακολουθούσε να θυσιάζει στις ψηλές τοποθεσίες. Ο Ιωάς διευθέτησε το θέμα των επισκευών του Ναού καταβάλλοντος τα έξοδα από τις χρηματικές προσφορές του λαού. Στις μέρες του ο Αζαήλ, ο βασιλιάς της Συρίας, εισέβαλε στον Ιούδα και απείλησε την Ιερουσαλήμ, αλλά ο Ιωάς, προσφέροντάς του τους θησαυρούς του Ναού, έσωσε την Ιερουσαλήμ και τον Ιούδα. Ύστερα από λίγο δούλοι του συνωμότησαν εναντίον του και τον δολοφόνησαν (Δ' Βασ. κεφ. 12).

 

ΑΜΕΣΣΙΑΣ

Ο Αμεσσίας διαδέχτηκε στο θρόνο το δολοφονηθέντα πατέρα του και βασίλεψε 29 χρόνια. Στη θρησκευτική πολιτική του ακολούθησε τον πατέρα του Ιωάς και είχε τα ίδια μ' εκείνον αποτελέσματα. Μετά την εδραίωση της βασιλείας του θανάτωσε τους δολοφόνους του πατέρα του και ανέλαβε στρατιωτική επιχείρηση εναντίον των Εδωμιτών, τους οποίους νίκησε και κατέλαβε την Πέτρα. Μετά την επιτυχία αυτή θέλησε να συσφίξει τις σχέσεις του με το βασιλιά του Ισραήλ Ιωάς, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Σε σύγκρουση μάλιστα μαζί του νικήθηκε με θλιβερές γι' αυτόν και την Ιερουσαλήμ συνέπειες. Μέρος των τειχών της Ιερουσαλήμ κατεδαφίστηκε, ο Ναός συλήθηκε, το βασιλικό θησαυροφυλάκιο λεηλατήθηκε και όμηροι οδηγήθηκαν στη Σαμάρεια. Ύστερα από συνωμοσία έφυγε από την Ιερουσαλήμ και πήγε στη Λαχίς, όπου τον ανακάλυψαν και τον θανάτωσαν οι συνωμότες (Δ' Βασ. 14,1-20).

 

ΑΖΑΡΙΑΣ (ΟΖΙΑΣ)

Ο Αζαρίας (Οζίας) διαδέχτηκε σε ηλικία δεκαέξι ετών το δολοφονηθέντα πατέρα του Αμεσσία και βασίλεψε 52 χρόνια, έχοντας τα τελευταία δεκατρία χρόνια ως συμβασιλιά το γιο του Ιωάθαμ. Στη θρησκευτική πολιτική του ακολούθησε τον πατέρα του. Επανέκτησε την Αϊλάθ στον κόλπο της Άκαμπα και πέθανε λεπρός (Δ' Βασ. 15,1-7).

 

ΙΩΑΘΑΜ

Ο Ιωάθαμ, αφού συμβασίλεψε με τον πατέρα του 13 χρόνια, τον διαδέχτηκε και βασίλεψε άλλα 3 χρόνια. Στα θρησκευτικά πράγματα ακολούθησε το καλό παράδειγμα του πατέρα του Αζαρία (Δ. Βασ. 15,32-38).

 

ΑΧΑΖ

Ο Άχαζ διαδέχτηκε στο θρόνο τον πατέρα του Ιωάθαμ και βασίλεψε 16 χρόνια. Η θρησκευτική πολιτική του έβλαψε τον Ιούδα, γιατί όχι μόνο ενθάρρυνε τις ειδωλολατρικές συνήθειες, αλλά και ο ίδιος έδινε το κακό παράδειγμα. Θυσίαζε (θυσίασε μάλιστα και το γιο του) και έκαιε θυμίαμα στα ειδωλολατρικά θυσιαστήρια. Πήρε την πρωτοβουλία να κάνει μεταρρυθμίσεις. Μετακίνησε το χάλκινο θυσιαστήριο του Ναού και στη θέση του έκτισε άλλο, ειδωλολατρικό, με πρότυπο το βωμό της Δαμασκού.

Για ν' αντιμετωπίσει την εισβολή του Ραασσών της Συρίας, του Φακεέ του Ισραήλ και των Εδωμιτών ζήτησε τη βοήθεια του Ασσύριου μονάρχη Θαγλαθφελλασάρ, δηλώνοντας υποτέλεια και προσφέροντας τους θησαυρούς του Ναού. Με την ευκαιρία αυτή ο Τιγλάθ-Πιλεζέρ Γ' εισέβαλε στη Συρία, πολιόρκησε τη Δαμασκό, πήρε αιχμαλώτους και θανάτωσε το Ραασσών. Τότε οι Εδωμίτες πήραν πίσω την Αϊλάθ (Δ' Βασ. κεφ. 16).

 

ΕΖΕΚΙΑΣ

Ο Εζεκίας διαδέχτηκε τον πατέρα του Άχαζ και βασίλεψε 29 χρόνια. Ήταν πιστός λάτρης του Κυρίου και τηρητής των εντολών του. Στην προσπάθειά του να επαναφέρει τη λατρεία στις γνήσιες πηγές της, κατάργησε τα είδωλα και κατέστρεψε τα θυσιαστήρια. Μετά την κάθαρση του Ναού ο Εζεκίας επαναστάτησε κατά των Ασσυρίων και κατέκτησε τις περιοχές των Φιλισταίων μέχρι την περιοχή της Γάζας. Στην ανταρσία του όμως κατά των Ασσυρίων οφείλεται η απόφαση του Σενναχηρίμ να εισβάλει στον Ιούδα, να καταλάβει όλες τις οχυρωμένες πόλεις του και να αποσπάσει από τον περίτρομο Εζεκία όλο το χρυσό και τον άργυρο του Ναού και του βασιλικού θησαυροφυλακίου. Και όχι μόνο αυτό, αλλά πολιόρκησε την Ιερουσαλήμ και κάλεσε τον Εζεκία και το λαό να παραδοθούν. Ο Εζεκίας, εμψυχωμένος από τον προφήτη Ησαΐα, προσευχήθηκε θερμά προς το Θεό και ζήτησε τη βοήθειά του, ενώ ο Ησαΐας τον βεβαίωσε για δεύτερη φορά ότι ο Σενναχηρίμ δεν θα καταλάβει την πόλη. Πραγματικά τη νύχτα έπεσε θανατικό στο ασσυριακό στρατόπεδο και το άλλο πρωί ο Σενναχηρίμ έλυσε την πολιορκία και έφυγε. Στη συνέχεια ο Εζεκίας αρρώστησε σοβαρά, αλλά τελικά σώθηκε μετά από θερμή προσευχή στον Κύριο. Η αφήγηση για τον Εζεκία τελειώνει με την πληροφορία ότι με την ευκαιρία της υποδοχής της πρεσβείας της Βαβυλώνας ο προφήτης Ησαΐας προφήτεψε για την υποταγή του Ιούδα στους Βαβυλώνιους και την εξορία του στη Βαβυλώνα (Δ' Βασ. κεφ. 18-20).

 

ΜΑΝΑΣΣΗΣ

Ο Μανασσής διαδέχτηκε τον πατέρα του σε ηλικία δώδεκα ετών και βασίλεψε 55 χρόνια. Η θρησκευτική πολιτική του υπήρξε ολέθρια για τον Ιούδα, γιατί τα μέτρα που πήρε αύξησαν την ειδωλολατρία στη χώρα. Ανοικοδόμησε τα θυσιαστήρια στις ψηλές τοποθεσίες, έκτισε θυσιαστήρια του Βάαλ στην ύπαιθρο και ειδωλολατρικό βωμό στην αυλή του Ναού, κατασκεύασε είδωλο της Ασερά, διόριζε νεκρομάντεις και μάγους και θυσίασε στις ειδωλολατρικές θεότητες και το γιο του ακόμα. Εκτός όμως απ' όλα αυτά ο ασεβής Μανασσής, για να καταπνίξει κάθε αντίσταση, έχυσε αίμα αθώων ανθρώπων (Δ' Βασ. 21,1-18).

 

ΑΜΩΝ

Ο Αμών διαδέχτηκε στο θρόνο τον πατέρα του Μανασσή, βασίλεψε 2 χρόνια και ακολούθησε κατά πάντα τη θρησκευτική πολιτική του. Δολοφονήθηκε από ομάδα συνωμοτών των βασιλικών ανακτόρων, όμως η βίαιη αυτή πράξη δεν είχε λαϊκή υποστήριξη, γι' αυτό και ο λαός θανάτωσε τους συνωμότες και ανακήρυξε βασιλιά το γιο του Αμών, Ιωσία (Δ' Βασ. 21,19-26).

 

ΙΩΣΙΑΣ

Ο Ιωσίας ήταν οκτώ χρονών όταν ανέβηκε στο θρόνο και βασίλεψε 31 χρόνια. Πρώτο μέλημά του ήταν να επισκευάσει το Ναό και κατά την επισκευή εκείνη βρέθηκε το «βιβλίο του νόμου». Ο αρχιερέας Χελκίας, ο οποίος το βρήκε, το έδωσε στο γραμματέα Σαφάν και εκείνος το διάβασε στο βασιλιά. Ο Ιωσίας, μόλις άκουσε τις απαιτήσεις του Νόμου και είδε το μέγεθος της αποστασίας του λαού του, αποφάσισε ν' απομακρύνει απ' τη λατρεία όλα εκείνα τα ξένα στοιχεία που αλλοίωσαν το μοναδικό χαρακτήρα της. Συγκέντρωσε όλους τους πρεσβυτέρους, τους ιερείς, τους προφήτες και το λαό και τους διάβασε το Νόμο που βρήκε. Συνομολόγησε διαθήκη λατρείας με το Θεό, ο λαός επικύρωσε τη διαθήκη και ο βασιλιάς έβαλε σ' εφαρμογή το σχέδιό του, που ονομάστηκε «θρησκευτική μεταρρύθμιση του Ιωσία».

Η απομάκρυνση των ξένων λατρευτικών στοιχείων άρχισε από το Ναό, και συνεχίστηκε στην Ιερουσαλήμ και τα περίχωρα και τέλος στην ύπαιθρο χώρα. Με εντολή του Ιωσία έβγαλαν απ' το Ναό όλα τα σκεύη και τα είδωλα που κατασκευάστηκαν για τις ειδωλολατρικές θεότητες και τα έκαψαν έξω από την Ιερουσαλήμ. Κατεδάφισαν τα θυσιαστήρια του Άχαζ και του Μανασσή, απομάκρυναν και έκαψαν το άρμα του ήλιου και γκρέμισαν τα σπίτια των αφιερωμένων στο θεό και των ιερειών. Κατέστρεψαν το θυσιαστήριο του Μολόχ και όλα τα θυσιαστήρια στις ψηλές τοποθεσίες ανατολικά της Ιερουσαλήμ που είχε χτίσει ο Σολομών προς τιμή της Αστάρτης, του Χαμώς και του Μελχώμ. Συνέτριψαν τις «στήλες», έκοψαν τα «άλση» και απέλυσαν τους ειδωλολάτρες ιερείς των λατρευτικών τόπων που ήταν γύρω από την Ιερουσαλήμ. Στην ύπαιθρο χώρα κατέστρεψαν το θυσιαστήριο της Βαιθήλ, που κατασκεύασε ο Ιεροβοάμ Α', και όλα τα ειδωλολατρικά ιερά στις διάφορες περιοχές της Σαμάρειας και θανάτωσαν όλους τους ιερείς των ψηλών θυσιαστηρίων. Την κάθαρση της λατρείας ακολούθησε η τέλεση του Πάσχα σύμφωνα με τη μωσαϊκή παράδοση, που είχε να τελεστεί από τους χρόνους των Κριτών.

Μετά την κατάλυση της Ασσυριακής αυτοκρατορίας ο φαραώ Νεχαώ (Νεχώ Β') κινήθηκε, για να διεκδικήσει τις παλαιές κτήσεις της Αιγύπτου στο χώρο της Συρίας και της Παλαιστίνης. Ο Ιωσίας, επειδή φοβήθηκε νέα κατοχή, παρατάχτηκε εναντίον του κοντά στη Μεγιδδώ, νικήθηκε και έπεσε στο πεδίο της μάχης (Δ' Βασ. 22,1-23,30).

 

ΙΩΑΧΑΖ

Ο Ιωάχαζ διαδέχτηκε στο θρόνο τον πατέρα του Ιωσία και βασίλεψε τρεις μήνες. Το σύντομο της βασιλείας του οφείλεται στο φαραώ Νεχώ Β', ο οποίος τον κατέβασε από το θρόνο, τον φυλάκισε και τελικά τον μετέφερε στην Αίγυπτο, όπου και πέθανε (Δ' Βασ. 23,31-35).

 

ΙΩΑΚΙΜ (ΕΛΙΑΚΙΜ)

Όταν ο Νεχώ Β' έβγαλε απ' το θρόνο τον Ιωάχαζ, ενθρόνισε τον αδελφό του Ελιακίμ, αλλάζοντας το όνομα του σε Ιωακίμ. Βασίλεψε 11 χρόνια και στη θρησκευτική πολιτική του ακολούθησε τους ασεβείς βασιλείς του Ιούδα. Πρόσφερε στο φαραώ χρυσό και άργυρο που συγκέντρωσε από το λαό με αναγκαστική φορολογία. Μετά τη μάχη της Καρκέμις (605 π.Χ.), όπου οι Βαβυλώνιοι νίκησαν τους Αιγυπτίους, ο Ιωακείμ έγινε υποτελής στους Βαβυλώνιους, αλλά ύστερα από τρία χρόνια επαναστάτησε, με συνέπεια γειτονικοί ληστρικοί λαοί να εισβάλουν και να καταστρέψουν τη χώρα του (Δ' Βασ. 23,36-24,7).

 

ΙΩΑΧΙΜ (ΙΕΧΟΝΙΑΣ)

Ο Ιωαχίμ ή Ιεχονίας (Ιωαχίν) διαδέχτηκε στο θρόνο τον πατέρα του Ιωακείμ και βασίλεψε τρεις μήνες, ακολουθώντας την ολέθρια πολιτική των ασεβών βασιλέων του Ιούδα. Στις μέρες του βαβυλωνιακά στρατεύματα πολιόρκησαν την Ιερουσαλήμ και ο ίδιος παραδόθηκε στο Ναβουχοδονόσορα Β'. Ο Βαβυλώνιος μονάρχης, αφού πήρε όλους τους θησαυρούς του Ναού και των ανακτόρων και κατέστρεψε τα ιερά σκεύη, οδήγησε στην αιχμαλωσία τον Ιωαχίμ μ' όλη τη βασιλική αυλή, τους άρχοντες, τους ήρωες του πολέμου και δέκα χιλιάδες τεχνίτες, σιδηρουργούς κλπ., αφήνοντας στη χώρα μόνο φτωχό λαό (Δ' Βασ. 24,8-16).

 

ΣΕΔΕΚΙΑΣ

Μετά την απομάκρυνση από το θρόνο του Ιωαχίμ ο Ναβουχοδονόσορ έβαλε στη θέση του το γιο του Μαθανιάν, τον οποίο μετονόμασε σε Σεδεκία. Ο Σεδεκίας, βασίλεψε 11 χρόνια, ακολούθησε τη θρησκευτική πολιτική του Ιωαχίμ και επαναστάτησε κατά της Βαβυλώνας. Τότε ο Ναβουχοδονόσορ Β' εισέβαλε στο ιουδαϊκό έδαφος, πολιόρκησε την Ιερουσαλήμ και ύστερα από διετή πολιορκία την κατέλαβε. Συνέλαβε το βασιλιά Σεδεκία, έσφαξε μπροστά στα μάτια του τους γιους του, τον τύφλωσε, τον αλυσόδεσε και τον μετέφερε αιχμάλωτο στη Βαβυλώνα. Πυρπόλησε το Ναό, τα ανάκτορα και κάθε έπαυλη της Ιερουσαλήμ. Κατεδάφισε τα τείχη και οδήγησε στην αιχμαλωσία τους κατοίκους της χώρας, αφήνοντας μόνο μερικούς αμπελουργούς και γεωργούς. Μετέφερε ακόμα στη Βαβυλώνα πολύτιμα σκεύη του Ναού και αντικείμενα λατρείας. Φεύγοντας ο Ναβουχοδονόσορ Β' απ' την Ιουδαία, εγκατέστησε το Γοδολία ως διοικητή της χώρας, ο οποίος όμως ύστερα από επτά μήνες δολοφονήθηκε. Ο φόβος, μήπως ο Ναβουχοδονόσορ προβεί σε αντίποινα για τη δολοφονία του Γοδολία, ανάγκασε ένα μεγάλο μέρος του λαού που έμεινε στην Ιουδαία να καταφύγει στην Αίγυπτο. Η αφήγηση τελειώνει με την πληροφορία ότι ύστερα από τριάντα επτά χρόνια αιχμαλωσίας, ο Βαβυλώνιος μονάρχης Ευιλμαρωδάχ αποφυλάκισε τον Ιωαχίμ και του συμπεριφέρθηκε ως τον τελευταίο νόμιμο βασιλιά του Ιούδα (Δ' Βασ. 24,17-25,30).

 

 

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΒΟΡΕΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

 

ΟΧΟΖΙΑΣ

Ο Οχοζίας διαδέχτηκε στο θρόνο τον πατέρα του Αχαάβ και βασίλεψε δυο χρόνια. Στη θρησκευτική πολιτική του ακολούθησε το παράδειγμα των προκατόχων του. Όταν τραυματίστηκε από ατύχημα έστειλε απεσταλμένους στην Ακκαρών (Εκρών) να ρωτήσουν το θεό Βάαλ (Βαάλ-Ζεβούβ ή Βεελζεβούλ) αν θα γίνει καλά. Στους απεσταλμένους, που συνάντησε ο προφήτης Ηλίας, προανάγγειλε το θάνατο του Οχοζία, πράγμα που επανέλαβε αργότερα και στον ίδιο (Δ' Βασ. κεφ. 1).

Η αφήγηση συνεχίζεται με την ανάδειξη του Ελισαίου σε προφήτη του Θεού και την περιγραφή της ανάληψης του προφήτη Ηλία στους ουρανούς πάνω σ' ένα πύρινο άρμα (Δ' Βασ. κεφ. 2).

 

ΙΩΡΑΜ

Ο Ιωράμ διαδέχτηκε στο θρόνο τον αδελφό του Οχοζία και βασίλεψε 12 χρόνια. Η θρησκευτική πολιτική του Ιωράμ δεν ήταν τόσο ολέθρια όσο του πατέρα του Αχαάβ και της μητέρας του Ιεζάβελ.

Όταν πέθανε ο Αχαάβ, ο βασιλιάς της Μωάβ Μωσά αρνήθηκε να καταβάλει το φόρο υποτέλειας που είχε συμφωνήσει μαζί του. Τότε ο Ιωράμ, συμμαχώντας με τον Ιωσαφάτ του Ιούδα και το βασιλιά της Εδώμ, επιτέθηκε κατά των Μωαβιτών, τους νίκησε, κατέστρεψε τις πόλεις και ερήμωσε τη Μωάβ (Δ' Βασ. κεφ. 3).

Η ιστορία διακόπτεται από μια εκτενή ενότητα, που αναφέρεται στα θαύματα του Ελισαίου, όπως τον πολλαπλασιασμό του λαδιού της χήρας, την ανάσταση του γιου της Σωμανίτιδας, τον πολλαπλασιασμό των άρτων, τη θεραπεία του Σύρου αρχιστράτηγου Ναιμάν, την τιμωρία του Γιεζί κλπ., για να συνεχιστεί με μια αφήγηση, που περιγράφει την ατυχή έκβαση της επίθεσης των Αραμαίων εναντίον του Ισραήλ. Αργότερα όμως ο Άδερ πολιόρκησε τη Σαμάρεια και η πείνα αφάνισε τον πληθυσμό της πόλης, μέχρι σημείου οι μητέρες να τρώνε τα παιδιά τους. Ο βασιλιάς Ιωράμ προσπάθησε να εμψυχώσει το λαό, ενώ ο Ελισαίος, προφητικά μιλώντας, ενθάρρυνε τον πληθυσμό. Την άλλη μέρα οι Αραμαίοι πανικόβλητοι αποχώρησαν και έτσι οι Ισραηλίτες σώθηκαν. Η αφήγηση τελειώνει με την πληροφορία ότι ο Ελισαίος πήγε στη Δαμασκό και προείπε το θάνατο του Άδερ και την ανάρρηση στο θρόνο των Αραμαίων του Αζαήλ (Δ' Βασ. 4,1-8,15).

 

ΙΟΥ (ΠΕΧΟΥ)

Ο Ιού, μετά τη χρίση του από τον Ελισαίο σε βασιλιά του Ισραήλ, συνωμότησε εναντίον του Ιωράμ και τον θανάτωσε. Θανάτωσε επίσης την Ιεζάβελ, τους απογόνους, συγγενείς, φίλους και ιερείς του Αχαάβ, τους συγγενείς του βασιλιά του Ιούδα και όλους τους πιστούς του Βάαλ. Έκαψε και γκρέμισε τα είδωλα του Βάαλ, ξεριζώνοντας έτσι την ειδωλολατρία από τον Ισραήλ. Παρά ταύτα ο Ιού συνέχισε να λατρεύει τους δύο χρυσούς μόσχους στη Βαιθήλ και τη Δαν, όπως και οι προκάτοχοί του. Ο Ιού υπήρξε ο ιδρυτής νέας δυναστείας και βασίλεψε 28 χρόνια (Δ' Βασ. 9,1-10,36).

 

ΙΩΑΧΑΖ

Ο Ιωάχαζ διαδέχτηκε στο θρόνο τον πατέρα του Ιού και βασίλεψε 15 χρόνια. Στη θρησκευτική πολιτική του ακολούθησε τους αποστάτες βασιλείς με ολέθριες συνέπειες για τον Ισραήλ. Στο στρατιωτικό τομέα ο Ιωάχαζ γνώρισε την ταπείνωση. Νικήθηκε διαδοχικά από τον Αζαήλ και το γιο του Άδερ (Βεναδάδ Β'), καταστράφηκε ο στρατός, έχασε πόλεις και λεηλατήθηκε η χώρα του (Δ' Βασ. 13,1-9).

 

ΙΩΑΣ

Ο Ιωάς διαδέχτηκε στο θρόνο τον πατέρα του Ιωάχαζ και βασίλεψε 16 χρόνια, ακολουθώντας στα θρησκευτικά θέματα την ολέθρια τακτική των κακών βασιλέων του Ισραήλ. Η στρατιωτική δραστηριότητα του Ιωάς υπήρξε έντονη. Πολέμησε εναντίον του βασιλιά του Ιούδα Αμεσσία, τον νίκησε, κατέλαβε την Ιερουσαλήμ, γκρέμισε τα τείχη της, σύλησε το Ναό, άρπαξε τους βασιλικούς θησαυρούς, πήρε αιχμαλώτους και γύρισε στη Σαμάρεια θριαμβευτής. Πολέμησε επίσης τον Άδερ (Βεναδάδ Β'), τον νίκησε και πήρε πίσω τις πόλεις που ο πατέρας του Αζαήλ απέσπασε από τον Ιωάχαζ. Στα χρόνια του Ιωάς πέθανε ο Ελισαίος (Δ' Βασ. 13,9-13).

 

ΙΕΡΟΒΟΑΜ Β'

Ο Ιεροβοάμ Β' ήταν γιος του Ιωάς και βασίλεψε 41 χρόνια. Η θρησκευτική του πολιτική ήταν όπως και των προκατόχων του και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις του νικηφόρες. Αντιμετώπισε με επιτυχία τους Αραμαίους και αποκατέστησε τα παλαιά όρια του Ισραήλ, που εκτείνονταν από την Αιμάθ (στο Λίβανο) μέχρι την κοιλάδα Αραβά (Δ' Βασ. 14,23-29).

 

ΖΑΧΑΡΙΑΣ

Ο Ζαχαρίας διαδέχτηκε στο θρόνο τον πατέρα του Ιεροβοάμ Β', βασίλεψε έξι μήνες και υπήρξε ο τελευταίος ηγεμόνας της δυναστείας του Ιού. Κατά τη διάρκεια της σύντομης βασιλείας του η ειδωλολατρία συνέχισε να επικρατεί στη χώρα του (Δ' Βασ. 15,8-10).

 

ΣΕΛΛΟΥΜ

Ο Σελλούμ συνωμότησε, δολοφόνησε τον τελευταίο ηγεμόνα της δυναστείας του Ιού Ζαχαρία και βασίλεψε για ένα μήνα μόνο (Δ' Βασ. 15,10-14).

 

ΜΑΝΑΗΜ

Ο Μαναήμ δολοφόνησε το Σελλούμ, βασίλεψε 10 χρόνια και ακολούθησε τη θρησκευτική πολιτική των κακών βασιλέων του Ισραήλ. Εκδικήθηκε τους κατοίκους της Θερσά και κατέστρεψε την πόλη τους, γιατί δεν τον δέχονταν για βασιλιά. Στις μέρες του ο Ασσύριος μονάρχης Φουλ (Τιγλάθ-Πιλεζέρ Γ') επιτέθηκε κατά του Ισραήλ, αλλά ο Μαναήμ, πληρώνοντας μεγάλο ποσό, έσωσε τη χώρα και το θρόνο του (Δ' Βασ. 15,14-22).

 

ΦΑΚΕΣΙΑΣ

Ο Φακεσίας διαδέχτηκε στο θρόνο τον πατέρα του Μαναήμ και βασίλεψε δύο χρόνια, συνεχίζοντας την ειδωλολατρική πολιτική που άρχισε ο Ιεροβοάμ Α' και ακολούθησαν όλοι σχεδόν οι ηγεμόνες του Ισραήλ (Δ' Βασ. 15,23-25).

 

ΦΑΚΕΕ

Ο Φακεέ, αξιωματικός του Φακεσία, συνωμότησε κατά του κυρίου του, τον δολοφόνησε στο βασιλικό του πύργο στη Σαμάρεια και βασίλεψε 20 χρόνια. Ακολούθησε και αυτός τη θρησκευτική πολιτική των προκατόχων του. Στις μέρες του κηρύχτηκε ο συροεφραϊμιτικός πόλεμος, που έφερε αντιμέτωπους το στρατό του βασιλιά του Ιούδα Άχαζ, με τους συνασπισμένους στρατούς του Αραμαίου ηγεμόνα Ραασών, του Ισραηλίτη βασιλιά Φακεέ και άλλων ηγεμόνων. Ο συμμαχικός στρατός εισέβαλε στην Ιουδαία και βάδισε κατά της Ιερουσαλήμ, αλλά η εισβολή του Θαγλαθφελλασάρ (Τιγλάθ-Πιλεζέρ Γ') στη γη του Ισραήλ ματαίωσε τα σχέδια του Φακεέ. Η έγκαιρη υποταγή του στον Ασσύριο μονάρχη έσωσε βέβαια τη χώρα από την καταστροφή, στοίχισε όμως την απώλεια περιοχών της ισραηλιτικής επικράτειας και την αιχμαλωσία κατοίκων της (Δ' Βασ. 15,25-31).

 

ΩΣΗΕ

Ο Ωσηέ συνωμότησε και θανάτωσε το Φακεέ, για να τον διαδεχτεί στο θρόνο. Βασίλεψε 9 χρόνια και η θρησκευτική πολιτική του δεν ήταν τόσο ολέθρια για τον Ισραήλ. Στις μέρες του ο Ασσύριος μονάρχης Σαλμανασάρ Ε' κινήθηκε εναντίον του Ωσηέ και τον κατέστησε φόρου υποτελή. Αργότερα ο Σαλμανασάρ Ε' εισέβαλε στη χώρα, πολιόρκησε τη Σαμάρεια, συνέλαβε τον Ωσηέ και τον φυλάκισε, γιατί είχε επαφές με το φαραώ της Αιγύπτου και ακόμα γιατί αρνήθηκε την καταβολή του φόρου. Ο νέος βασιλιάς της Ασσυρίας Σαργών Β' κατέλαβε τη χώρα, καταλύοντας έτσι το Βόρειο Βασίλειο (722 π. Χ.), οδήγησε μεγάλο μέρος του πληθυσμού στην αιχμαλωσία και εγκατέστησε ξένους αποίκους από τη Βαβυλώνα με δικό τους πολιτισμό και λατρεία στις πόλεις της Σαμάρειας (Δ' Βασ. κεφ. 17).

 

 

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "Δ' ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ"

ΣΤΗΝ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ, ΣΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

 

1. Οι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης αναφέρονται συχνά σε επεισόδια των βιβλίων Γ' και Δ' Βασιλειών και κυρίως σ' εκείνα που σχετίζονται με το βασιλιά Σολομώντα και τους προφήτες Ηλία και Ελισαίο.

2. Από τους πατέρες και εκκλησιαστικούς συγγραφείς ερμηνευτικές εργασίες στα βιβλία Γ' και Δ' Βασιλειών έγραψαν οι: α) Ωριγένης, Ομιλίαι εις τάς Βασιλείας. Εκλογαί εις την Γ' Βασιλειών. β) Κύριλλος Αλεξανδρείας, Τεμάχια εκ των υπομνημάτων εις τάς βίβλους Βασιλειών. γ) Θεοδώρητος Κύρου, Ερωτήσεις εις την Γ' των Βασιλειών. Ερωτήσεις εις την Δ' των Βασιλειών. δ) Προκόπιος Γαζαίος, Υπομνήματα εις την Γ' των Βασιλειών. Υπομνήματα εις την Δ' των Βασιλειών.

3. Αρκετή είναι η λειτουργική χρήση των βιβλίων Γ' και Δ' Βασιλειών από την Εκκλησία. Κατά τη διάρκεια του λειτουργικού έτους διαβάζονται οι ενότητες που αναφέρονται στα εγκαίνια του Ναού (Γ' Βασ. 8,1-11) και την προσευχή του Σολομώντα (Γ' Βασ. 8,22-30), καθώς και σε επεισόδια από τη ζωή των προφητών Ηλία και Ελισαίου (Γ' Βασ. κεφ.17-19. Δ' Βασ. 2,1. 2,6-14. 2,19-22. 4,8-37. 5,9-14).

 

 

 

ΠΗΓΕΣ

Α) "Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη"

Δαμιανού Αθ. Δόϊκου, Καθηγητή Α.Π.Θ.

Β) "Η Αγία Γραφή", Ελληνική Βιβλική Εταιρία.