ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

 

ΠΕΝΤΑΤΕΥΧΟΣ

 

 

 

 

Η ΠΕΝΤΑΤΕΥΧΟΣ

 

Η δημιουργία του ανθρώπου

Η Πεντάτευχος αποτελεί το πρώτο και σπουδαιότερο τμήμα της Παλαιάς Διαθήκης. Η ονομασία αυτή αποδόθηκε από τους Ο΄. Στην εβραϊκή Παλαιά Διαθήκη έχει την ονομασία «Τορά», δηλαδή «Νόμος». Αν και το μεγαλύτερο μέρος των βιβλίων του «Νόμου» δεν αποτελείται κατά κυριολεξία από «νόμους» αλλά από αφηγηματικού χαρακτήρα ενότητες και ούτε γράφτηκε στο σύνολό του από το Μωυσή, εν τούτοις πολύ νωρίς επικράτησε να ονομάζεται «νόμος Μωυσέως», «βιβλίον νόμου Μωυσέως» και «βίβλος Μωυσέως».

 

Η ελληνική ονομασία «Πεντάτευχος», την οποία δανείστηκαν και οι λατινογενείς γλώσσες, δόθηκε στα πέντε πρώτα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης από το 2ο μ.Χ. αιώνα και επικράτησε πλήρως. Στους επιστημονικούς κύκλους αντί για Πεντάτευχο γίνεται λόγος και για «Εξάτευχο» με τη συναρίθμηση και του βιβλίου του Ιησού του Ναυή, για «Επτάτευχο» (Εξάτευχος και το βιβλίο των Κριτών) ή και «Οκτάτευχο» (Επτάτευχος και τα βιβλία Α',Β',Γ',Δ' Βασιλειών). Ισχυρή άλλωστε είναι και η τάση να αποχωρίζεται απ' την Πεντάτευχο το τελευταίο βιβλίο της, το Δευτερονόμιο, και να μπαί­νει επικεφαλής μιας δεύτερης ομάδας βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης (Δευτερονόμιο, Ιησούς του Ναυή, Κριταί, Α',Β',Γ',Δ' Βασιλειών). Στην περίπτωση αυτή η ονομασία της προ του Δευτερονομίου συλλογής είναι «Τετράτευχος».

 

Τα βιβλία τα οποία απαρτίζουν την Πεντάτευχο είναι η Γένεσις, η Έξοδος, το Δευτερονόμιο, το Λευιτικό και οι Αριθμοί, τα οποία περιλαμβάνουν την ιστορία της Θείας Αποκαλύψεως από τη δημιουργία του κόσμου ως το θάνατο του Μωυσή, δηλαδή λίγο πριν την είσοδο στη Γη της Επαγγελίας.

Η ονομασία των βιβλίων της Πεντατεύχου δεν είναι η ίδια στο πρωτότυπο και στη Μετάφραση των Ο'. Στον Παλαιστινό Κανόνα τα βιβλία πήραν την ονομασία τους από την πρώτη λέξη, ενώ στους Ο' από το περιεχόμενό τους:

01. Γένεσις (Στην αρχή)

02. Έξοδος (Και αυτά τα ονόματα)

03. Λευιτικόν (Και κάλεσε)

04. Αριθμοί (Και είπε ή Στην έρημο)

05. Δευτερονόμιο (Αυτοί οι λόγοι)

 

 

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΤΗΣ ΠΕΝΤΑΤΕΥΧΟΥ

 

Ενώ από την αρχαιότητα ήταν αποδεκτό ότι συγγραφέας των πέντε βιβλίων υπήρξε ο Μωυσής, αν και ειδικά η Γένεση φαίνεται να αποτελεί σε μεγάλο βαθμό συρραφή του υλικού που είχε ο Μωυσής στη διάθεσή του από τους προγόνους του, αποδίδονται σήμερα αρκετές αμφιβολίες για το αν όντως ήταν αυτός ο συγγραφέας. Διάφορες απόψεις διατυπώνονται πως είτε δεν συνεγράφη από τον Μωυσή, είτε συνεγράφη εν μέρη. Όμως καμία αμφιβολία δεν εγείρεται σχετικά με το ότι η Πεντάτευχος απηχεί στη μωσαϊκή παράδοση, δηλαδή την εποχή του Μωυσή, του νόμους και τα έθιμα αλλά, τις παραδόσεις και τη νομοθεσία της εποχής της οποίας δεσπόζουσα μορφή, οργανωτής, εμπνευστής και νομοθέτης υπήρξε ο ίδιος ο Μωυσής.

 

 

ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΕΝΤΑΤΕΥΧΟΥ

 

Η Πεντάτευχος περιέχει την προϊστορία και την πρώτη φάση της ιστορίας του Ισραήλ. Αρχίζει με αποκαλυπτικές αλήθειες για τη δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου, για τον παράδεισο κλπ. και φτάνει μέχρι το θάνατο του Μωυσή. Οι «νόμοι» αποτελούν μικρό μόνο μέρος του υλικού της και εντάσσονται εκεί όπου η διήγηση απαιτεί.

 

 

Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΠΕΝΤΑΤΕΥΧΟΥ

 

Στην Πεντάτευχο βρίσκονται διατυπωμένες ή έχουν τη θεμελίωση τους όλες οι βασικές διδασκαλίες της Παλαιάς Διαθήκης, που οι περισσότερες απ' αυτές είναι συχρόνως και θεμελιώδεις αλήθειες της πίστης μας.

Στη μοναδική σε σχέση με τις κοσμογονίες του αρχαίου ειδωλολατρικού κόσμου βιβλική διήγηση της δημιουργίας του κόσμου και του ανθρώπου (Γένεσις1,1-2,4) περιγράφεται η δημιουργική ενέργεια του Θεού. Εδώ διδάσκεται αποκαλυπτικά χωρίς υλιστική θεώρηση και στοιχεία γνωστά απ' τις εξωβιβλικές κοσμογονίες, (θεομαχίες, διαρχία, απόρροιες) η παντοδυναμία του Θεού και η σκοπιμότητα της κάθε δημιουργικής πράξης του, για να γίνει η γη κατάλληλη για τη διαβίωση του ανθρώπου. Η αγαθή βούληση του Θεού αντικατοπτρίζεται στη διαβεβαίωση του ίδιου του δημιουργού για ένα κόσμο καλό. Το κάθε δημιούργημα του είναι «καλόν» και όλα μαζί «καλά λίαν» στην όψη, τη συμμετρία, τη χρησιμότητα και τη σκοπιμότητα.

Από την περιγραφή της δημιουργίας του ανθρώπου διδασκόμαστε μεταξύ άλλων για τη φύση, την αξία και τον προορισμό του ευγενέστερου δημιουργήματος και της κορωνίδας της δημιουργίας, του ανθρώπου. Πλάστηκε «κατ' εικόνα και καθ' όμοίωσιν» Θεού, δηλαδή με όλα τα πνευματικά χαρίσματα, τη θέληση, την αυτοκυριαρχία, τη συνείδηση, το λογικό, την εξουσία κλπ. και με τη δυνατότητα ακόμα τα χαρίσματα αυτά να τα καλλιεργήσει, για να επιτύχει την πνευματική του τελείωση και τελικά τη θέωση.

Όμως η κυριαρχική εξουσία που από τη φύση του έχει ο άνθρωπος πάνω σ' όλα τα άλλα κατώτερα απ' αυτόν δημιουργήματα και που κατά παραχώρηση του δόθηκε απ' το δημιουργό (Γένεσις 1,28) έχει και τους περιορισμούς της που αφορούν στην καλή χρήση της. Ένας από τους περιορισμούς αυτούς ήταν και η απαγόρευση της βρώσης του καρπού από το δένδρο «ο έστιν εν μέσω του παραδείσου» (Γένεσις 3,3), που η παράβασή της οδήγησε στην πτώση και στην εκδίωξη των πρωτοπλάστων από τον παράδεισο. Από τότε η ιστορία του κόσμου παίρνει μια μορφή δράματος με κύρια πρόσωπα το Θεό και τον άνθρωπο, που η δράση του εξελίσσεται ανάλογα με την επιλογή που κάνει ο άνθρωπος κάθε φορά ανάμεσα στο καλό και στο κακό.

 

Στην Πεντάτευχο διατυπώνεται στην πιο απέριττη μορφή της η διδασκαλία της Παλαιάς Διαθήκης για την Αποκάλυψη. Είναι χαρακτηριστικό της εβραϊκής βιβλικής σκέψης να μη μπορεί να συλλάβει πνευματικές αλήθειες με τη βοήθεια αφηρημένων εννοιών και έξω από πραγματικά πλαίσια. Βλέπει την Αποκάλυψη ως φανέρωση του θείου θελήματος μέσα από γεγονότα και πρόσωπα, που κατά χάρη συλλαμβάνουν το βαθύ θρησκευτικό νόημά τους και το ερμηνεύουν με θεολογικούς όρους. Έτσι στην Αποκάλυψη συνυπάρχουν το ιστορικό γεγονός και το πρόσωπο που δίνει στα γεγονότα, και στα πιο απλά ακόμα, τις πραγματικές θεολογικές διαστάσεις τους. Τα γεγονότα λ.χ. της εξόδου των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο και τα επεισόδια που προηγήθηκαν, ενώ κατά τα άλλα εντάσσονται στον κύκλο των συνήθων εξελίξεων και καθορίζονται από τη δαιμονική επιθυμία του ανθρώπου για καταπίεση και ηγεμονισμό (φαραώ) και παράλληλα από την άσβεστη νοσταλγία της ελευθερίας (Ισραήλ) παίρνουν τη θρησκευτική διάστασή τους με την ερμηνεία που ο Μωυσής έδωσε σ' αυτά. Με την εκδίωξη των Υκσώς και άλλα σημιτικά φύλα έφυγαν από την Αίγυπτο (Έξοδος 12,38), αλλά μόνο η ισραηλιτική πίστη είδε στην απελευθέρωση του λαού την πρώτη κύρια φάση της πλήρωσης της παλαιάς εκείνης υπόσχεσης που δόθηκε στους Πατριάρχες. Έτσι παίρνουν ανάλογο νόημα και εντάσσονται στους σωτηριολογικούς σκοπούς της Αποκάλυψης και τα γεγονότα της πατριαρχικής εποχής που έφεραν τελικά τον Ισραήλ στην Αίγυπτο.

 

Πηγή της Αποκάλυψης είναι ο Θεός, ο οποίος ως κύριος της φύσης και της ιστορίας ενεργεί σωτηριολογικές πράξεις μέσα από την οριζόντια πορεία των πραγμάτων του κόσμου. Η πεντατευχική παράδοση έχει μια σαφή και πλήρη εικόνα του Θεού που πιστεύει. Ο Θεός δεν είναι αφηρημένη δύναμη ούτε μια απ' τις θεότητες ενός ευρύτερου πανθέου ούτε προσωποποίηση των φυσικών δυνάμεων αλλά κύριος της φύσης. Οι αστραπές, η νεφέλη και η φωνή σάλπιγγας στη θεοφάνεια του Σινά δεν ήταν αυτός ο Θεός αλλά σημεία της παρουσίας του. Με εντολή του στον άνεμο, δηλαδή με τη χρησιμοποίηση φυσικών δυνάμεων (Έξοδος15,8), ταπεινώθηκε ο φαραώ και σώθηκε ο Ισραήλ. Ο Θεός της Πεντατεύχου είναι Θεός προσωπικός και ο χαρακτήρας του περιγράφεται με τ' όνομά του. Το όνομα στον αρχαίο Ισραήλ δεν ήταν μόνο δηλωτικό της διάκρισης ενός προσώπου από τα άλλα, αλλά εξέφραζε και μια μυστηριώδη δύναμη που υπήρχε σ' αυτό. Έτσι, όταν ένα άτομο αναλαμβάνει μια αποστολή και προορίζεται για κάτι νέο, αλλάζει και όνομα (Άβραμ-Αβραάμ, Ιακώβ-Ισραήλ κλπ.). Ζητώντας ο Μωυσής να γνωρίσει τ' όνομα του Θεού, με εντολή του οποίου θα οδηγούσε τον Ισραήλ απ' τη δουλεία στην ελευθερία, θέλει να βεβαιωθεί για το χαρακτήρα του. Και η απάντηση που παίρνει στη θεοφάνεια του Σινά είναι ότι το όνομα του Θεού είναι «Γιαχβέ» (ο Ων, ο εσόμενος), είναι δηλαδή αυτό που σημαίνει το όνομά του και θα γνωρίσουν οι Ισραηλίτες στο μέλλον. Στις δύο πρώτες φάσεις της Αποκάλυψης (Πρωτευαγγέλιο και Νώε) ο Θεός έφερε το όνομα «Θεός», στον Αβραάμ αναφέρεται ως «παντοδύναμος» και μόνο στη θεοφάνεια του Σινά γίνεται γνωστός με το ειδικό όνομα του «Κύριος», ο «Ων»). Ο Γιαχβέ δεν είναι μια νέα θεότητα, την οποία ευαγγελίζεται ο Μωυσής, αλλά ο Θεός των Πατριαρχών, «του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ». Είναι ο Άγιος Θεός που λόγω της αγιότητάς του η τρίτη εντολή δεν επιτρέπει τη χρήση του ονόματός του «επί ματαίω» (Έξοδος 20,7), ενώ η ιουδαϊκή παράδοση απαγορεύει ακόμα και την προφορά του ιερού τετραγράμματου.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειώσουμε ότι είναι χωρίς ιδιαίτερη σημασία η άποψη ότι ο Μωυσής παρέλαβε το όνομα «Γιαχβέ» από το περιβάλλον του πεθερού του Ιοθόρ, όταν κατέφυγε στη Μαδιάμ, γιατί και στην περίπτωση αυτή εκείνο που έχει σημασία δεν είναι η προέλευση του ονόματος, αλλά το νόημα που είχε για το Μωυσή και τους Ισραηλίτες της Εξόδου. Γι' αυτούς ήταν ο Θεός που άκουσε την κραυγή τους και έσωσε το λαό του απ' τη δουλεία της Αιγύπτου.

Και είναι ακόμα ο Θεός της Πεντατεύχου δημιουργός του κόσμου και του ανθρώπου, παντοκράτορας, παντοδύναμος και άγιος, «οικτίρμων και ελεήμων, μακρόθυμος και πολυέλεος και αληθινός» (Έξοδος 34,6). Η κατοικία του βρίσκεται στους ουρανούς αλλά είναι παρών και μεταξύ του λαού του, είναι αόρατος αλλά έχει το θρόνο του στην Κιβωτό, είναι στον κόσμο αλλά δεν συγχέεται με τις φυσικές δυνάμεις και ούτε λατρεύεται με είδωλα.

Η παρουσία του Γιαχβέ στον κόσμο και η μετοχή του στην ιστορία του παρίστανται στην Πεντάτευχο ως άμεσες ενέργειες του ζώντος Θεού. Ό,τι ονομάζουμε σήμερα «φυσικούς νόμους» για τους ιερούς συγγραφείς είναι απλώς έκφραση του θείου θελήματος. Βρέχει, καρποφορεί η γη ή έρχεται λιμός και γενικά το κάθε τι που γίνεται στη γη δεν συνδέεται με το Θεό έμμεσα με τους φυσικούς νόμους που αυτός έθεσε, αλλά άμεσα και οφείλεται στην πιστότητά του στη Διαθήκη. Από την άποψη αυτή τα θαύματα που απαντούν στις αφηγήσεις της Πεντατεύχου δεν νοούνται ως προσωρινή αναστολή των φυσικών νόμων, αλλά ως άμεση ενέργεια του Θεού υπέρ του λαού του. Αλλά και αν δεχτούμε ακόμα ότι κάποιες από τις πληγές ήταν συνηθισμένα φαινόμενα στην Αίγυπτο της περιοχής του Δέλτα, το θαυματουργικό στοιχείο και πάλι δεν απουσιάζει, γιατί συνίσταται στο γεγονός ότι έγιναν την κατάλληλη στιγμή και είχαν ένα ειδικό σκοπό. Ήταν για τον Ισραήλ «σημεία και τέρατα», που μαρτυρούσαν την ενεργό παρουσία του Θεού μεταξύ τους και την αμεσότητά του στην πορεία των ιστορικών γεγονότων.

 

Κατά βασική διδασκαλία της Πεντατεύχου όλη η γη ανήκει στο Θεό και όλα τα έθνη αποτελούν μια μεγάλη οικογένεια. Η πίστη αυτή υπόκειται στη διαθήκη του Νώε και εκφράζεται στην υπόσχεση, που δίνεται μετά τον κατακλυσμό σε όλο τον κόσμο με τα λόγια «ου προσθέσω ουν έτι πατάξαι πάσαν σάρκα ζώσαν, καθώς εποίησα» (Γένεσις 8,21). Παράλληλα όμως με τη γενική αυτή σχέση του με όλα τα έθνη, ο Θεός βρίσκεται μ' ένα λαό, τον Ισραήλ, σε μια ιδιότυπη σχέση που πηγάζει από την εκλογή του.

Η διδασκαλία της Εκλογής είναι βασική για τη θεολογία της Πεντατεύχου, διατυπώνεται απλά και διατηρεί και στις δύο φάσεις της (Αβραάμ-Σινά) ακέραια τα χαρακτηριστικά στοιχεία της. Η πρωτοβουλία της Εκλογής ανήκει στο Θεό. Δεν ήταν ο Ισραήλ που εξέλεξε το Θεό, αλλά αυτός εκλέχτηκε από το Θεό του, όχι γιατί ήταν πολυάριθμο έθνος και δυνατό ούτε για τη δικαιοσύνη και την αγιότητά του ή γενικά για οποιαδήποτε υπεροχή του σε σύγκριση με τ' άλλα έθνη, αλλ' από αγάπη. Πρώτα τον αγάπησε ο Γιαχβέ και έπειτα τον εξέλεξε. Έτσι η «Εκλογή» ήταν η μυστική σωτηριολογική πράξη της αγάπης του Θεού, που απέβλεπε όχι σε προνόμια αλλά σε έργα καθήκοντος. Εκλέχτηκε ο Ισραήλ για να καταστεί με τη συμπαράσταση πάντοτε του Θεού «λαός περιούσιος» (Δευτερονόμιο 7,6), «βασίλειον ιεράτευμα και έθνος άγιον» (Έξοδος 19,6).

Όμως το νόημα της Εκλογής δεν το καταλάβαινε ο Ισραήλ πάντοτε σωστά. Είχε πολλές φορές την αυταπάτη ότι τις επιτυχίες του τις όφειλε στην ικανότητά του και έφτανε μέχρι το σημείο να λέγει αυτάρεσκα «η ισχύς μου και το κράτος της χειρός μου εποίησεν μοι την δύναμιν την μεγάλην ταύτην» (Δευτερονόμιο 8,17) ή υβριστικά να διατείνεται ότι για τη «δικαιοσύνην» και την «οσιότητα της καρδίας» του θα αξιωθεί να κληρονομήσει τη γη των πατέρων του (Δευτερονόμιο 9,5). Μάταια ο Μωυσής προσπαθούσε να επαναφέρει στην τάξη το σκληροτράχηλο λαό, υπενθυμίζοντάς του τη μέριμνα και προστασία του Θεού της Εκλογής-Διαθήκης στις κρίσιμες στιγμές της ιστορίας του. Αυτός ο Θεός τον λύτρωσε από τη δουλεία του φαραώ και τον οδήγησε έξω από την Αίγυπτο, αυτός τον έσωσε στην Ερυθρά Θάλασσα και τον οδήγησε μέσα από την έρημο, αυτός τον διαφύλαξε από τους κινδύνους και τον τροφοδότησε στις περιπλανήσεις και αυτός του έδωσε την υπόσχεση να του παραδώσει «την γην την αγαθήν την ρέουσαν γάλα και μέλι». Όλα αυτά δεν οφείλονται στην τήρηση των όρων της Διαθήκης από τον Ισραήλ, αλλά στην πιστότητα του Θεού της Διαθήκης και στην πατρική αγάπη προς το λαό του.

Ο Ισραήλ ως περιούσος και άγιος λαός του Θεού όφειλε να μην έχει καμιά σχέση με τα ειδωλολατρικά έθνη, ούτε να συνάψει συνθήκες μαζί τους, ούτε να έρθει σε στενότερους δεσμούς με επιγαμίες, ούτε να λατρέψει τους θεούς τους ή να υϊοθετήσει ειδωλολατρικές συνήθειες, που αναπόφευκτα θα τον οδηγούσαν στην αποστασία και στην απώλεια της ταυτότητας του ως λαού του Θεού. Πάνω σ' αυτές τις δεσμεύσεις θεμελιώνεται θεολογικά και το "ανάθεμα", που όριζε τον πλήρη αφανισμό των Χαναναίων κλπ. και είχε το νόημα της προσφοράς θυσίας στο Θεό.

Η Εκλογή για τον Ισραήλ σήμαινε ακόμη, ότι όφειλε να συγκροτήσει δική του κοινότητα (βασίλειο ιεράτευμα), η οποία με τη βοήθεια του Νόμου (λατρεία και ηθική) θα ξεχώριζε για την αγιότητα και την πρόθυμη υποταγή της στο θέλημα του Θεού, όπως η αρχή της Διαθήκης όριζε.

Στενά δεμένη με την «εκλογή» είναι η «διαθήκη» που είναι ιδιότυπου χαρακτήρα  συμφωνία και καθορίζει την ειδική σχέση μεταξύ Θεού και ατόμων ή του λαού του. Η παρουσία της μαρτυρείται σ' όλη την Πεντάτευχο. Η αρχή της Διαθήκης ως συμφωνίας ή υπόσχεσης διατυπώνεται στην Πεντάτευχο σε διάφορες μορφές. Τις περισσότερες φορές παρίσταται σαν μια ειδική όχι κατά φύση, αλλά κατά χάρη πατρική-υϊική σχέση με όλες τις συνέπειες που δημιουργεί η σχέση αυτή.

 

Στον παράδεισο δίνεται η πρώτη υπόσχεση του Θεού προς τους πρωτοπλάστους, που αφορά όλο το ανθρώπινο γένος. Πρόκειται για το γνωστό «Πρωτευαγγέλιο» του Γένεσις 3,15, που οι Ο' ερμηνεύοντας θεολογικά το εβραϊκό κείμενο αποδίδουν «αυτός σου τηρήσει κεφαλήν και συ τηρήσεις αυτού πτέρναν». Η παρακοή και η πτώση του Αδάμ και της Εύας γεννούν την αμαρτία και την ενοχή, που ανοίγουν ένα μεγάλο χάσμα μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Ο Θεός εκδιώκει τους πρωτοπλάστους από τον παράδεισο, τους δίνει όμως συγχρόνως και την υπόσχεση ότι ο απόγονος της Εύας (Χριστός) θα γεφυρώσει το χάσμα με τη συντριβή του κακού και τη νίκη του πάνω στο θάνατο. Το Πρωτευαγγέλιο είναι η έκφραση της πληρότητας της θείας αγάπης προς το ανθρώπινο γένος.

 

Η «Διαθήκη Νώε» αποτελεί τη δεύτερη βαθμίδα στο σχέδιο του Θεού για τον κόσμο. Μ' αυτήν ο Θεός επιτρέπει στον άνθρωπο να τρώει και κρέας, χωρίς το αίμα του, γιατί το αίμα είναι φορέας της ζωής (Γένεσις 9,4), απαγορεύει το φόνο και υπόσχεται «Ου προσθήσω έτι τον καταράσασθαι την γήν διό το έργα των ανθρώπων ότι έγκειται ή διάνοια του ανθρώπου επιμελώς επί τα πονηρά εκ νεότητας» (Γένεσις 8,21). Η Διαθήκη Νώε είναι αιώνια και έχει ως σημείο εγγύησης το ουράνιο τόξο.

 

Με το πέρασμα του χρόνου η Διαθήκη παίρνει μια πιο συγκεκριμένη μορφή. Γίνεται σαφέστερη στους όρους και περιορίζεται στους στόχους της. Έτσι με τη «Διαθήκη Αβραάμ» ο Θεός, με δική του πάντοτε πρωτοβουλία, συνομολογεί Διαθήκη με τον Πατριάρχη και δίνει στον Αβραάμ την υπόσχεση ότι θα γίνει γενάρχης πολλών λαών και θα του δώσει πολλούς απογόνους, καθώς επίσης θα του δώσει όλη τη Γη Χαναάν (Γένεσις 17,2). Η Διαθήκη Αβραάμ είναι απότοκος της αγάπης του Θεού, έχει αιώνια ισχύ και εξωτερικό σύμβολό της την περιτομή. Συνομολογείται με τον Αβραάμ όχι ως άτομο, αλλ' ως εκπρόσωπο ενός ολόκληρου λαού που θα προέλθει απ' τους απογόνους του. Με τις ίδιες προϋποθέσεις και σκοπό ανανεώνεται η Διαθήκη Αβραάμ με τους Πατριάρχες Ισαάκ και Ιακώβ.

Αν και οι Πατριάρχες ήταν συνδεδεμένοι ο καθένας τους με ξεχωριστό λατρευτικό τόπο, ο Αβραάμ με το ιερό της Χεβρών, ο Ισαάκ με το ιερό της Βηρσαβεέ και ο Ιακώβ με τη Βαιθήλ, ο Θεός που λάτρευαν μνημονεύεται με διαφορετικά ονόματα, στην ουσία του ήταν ο ίδιος Θεός, ο οποίος στα κείμενα της Πεντατεύχου αναφέρεται με τη γνωστή έκφραση «ο Θεός Αβραάμ και Θεός Ισαάκ και Θεός Ιακώβ». Ήταν ο Θεός ο ύψιστος, όχι μια από τις θεότητες ενός ευρύτερου ειδωλολατρικού πανθέου, σαν εκείνες που λάτρευαν οι προπάτορές τους (Ιησούς του Ναυή 24,2). Δεν ήταν στο χαρακτήρα βλοσυρός και εκδικητικός και η κοινωνία του με τους Πατριάρχες ήταν άμεση. Οι εντολές και οι υποσχέσεις του δεν προέρχονταν από μια απρόσωπη δύναμη, αλλά από προσωπικό Θεό, παντοδύναμο και πηγή της Αποκάλυψης.

 

Πολλές φορές η Διαθήκη περνά μια κρίσιμη φάση, όταν γεγονότα και καταστάσεις της πατριαρχικής περιόδου συγκλίνουν στη δημιουργία αρνητικών προϋποθέσεων για την πραγματοποίηση των υποσχέσεων. Ο Αβραάμ είναι σε προχωρημένη ηλικία αλλά άτεκνος, ο Ισαάκ οδηγείται στο βωμό, ο Ιακώβ αυτοεξορίζεται στη Χαρράν και ο Ιωσήφ μεταφέρεται στην Αίγυπτο. Όμως ο Αβραάμ αποκτάει απόγονο, ο Ισαάκ δεν θυσιάζεται, ο Ιακώβ επιστρέφει στη Χαναάν και η περιπέτεια του Ιωσήφ έχει αίσιο τέλος. Έτσι με την κατά θεία οικονομία διευθέτηση των πραγμάτων η υπόσχεση ανανεώνεται, η τρίτη φάση της Διαθήκης πληρούται και ο λαός του Θεού ζει μια νέα και βαθύτερη εμπειρία της κλήσης. Τα γεγονότα και οι ιδέες που θεμελιώνουν την πατριαρχική πίστη, αποτελούν τον ιστορικό και θεολογικό πρόλογο για ότι θα επακολουθήσει. Δείχνουν τί προηγήθηκε και πώς προετοιμάστηκε ο Ισραήλ μέχρις ότου φτάσει η σωτήρια Έξοδος που αποτέλεσε την πλήρωση της υπόσχεσης προς τον Αβραάμ.

 

Στην Πεντάτευχο η τέταρτη κατά σειρά (Πρωτευαγγέλιο, Νώε, Αβραάμ, Σινά) και ουσιαστικότερη φάση της Παλαιάς Διαθήκης εκφράζεται στη «Διαθήκη του Σινά». Συνομολογείται μεταξύ του Θεού και της κοινότητας του Ισραήλ «δια» του Μωυσή και σφραγίζεται με το «αίμα της διαθήκης» (και το θυσιαστικό γεύμα). Έχει εξωτερικό σημείο την τήρηση του Σαββάτου και αποτελεί τη βάση της ιστορικής ύπαρξης του Ισραήλ. Η πρωτοβουλία για τη σύναψη της Διαθήκης του Σινά ανήκει και πάλι στο Θεό. Όμως από τη στιγμή που ο Ισραήλ «δέχτηκε» τη Διαθήκη, η Διαθήκη γίνεται «συμφωνία» δεσμευτική για τα συμβαλλόμενα μέρη και ορίζει δικαιώματα και υποχρεώσεις για τον καθένα. Πιστότητα και αγάπη από την πλευρά του Θεού, ευγνωμοσύνη, αγάπη, υποταγή και τήρηση του Νόμου από την πλευρά του Ισραήλ στο παρόν και το μέλλον. Έτσι η Διαθήκη δεν θεμελιώνεται στη σχέση δεσπότη και δούλου, αλλά στοργικού πατέρα και πρωτότοκου γιου (Έξοδος 4,22-23). Μέχρι το Σινά και την έρημο ο Θεός σαν πατέρας πλήρωσε μέρος των υποσχέσεων προς τους Πατριάρχες, ενώ συγχρόνως ανανέωσε όσες υποσχέσεις δεν πραγματοποιήθηκαν μέχρι τότε, όπως ήταν η παράδοση της γης Χαναάν, η επέκταση των ορίων της, η χορήγηση αγαθών κλπ. Στον ιστορικό πρόλογο του Δεκαλόγου υπάρχει ο απόηχος των όσων έπραξε για τον Ισραήλ στην Αίγυπτο, αλλά και καθορίζεται ο απώτερος σκοπός της Διαθήκης με τα λόγια «εάν ακοή άκούσητε της εμής φωνής και φυλάξητε την διαθήκην μου έσεσθέ μοι λαός περιούσιος... βασίλειον ίεράτευμα και έθνος άγιον» (Έξοδος 19,5).

 

Φρουρός της Διαθήκης του Σινά είναι ο Νόμος με την ευρύτερη σημασία του. Νόμος δηλαδή δεν είναι μόνο ο Δεκάλογος ή οι τελετουργικές και ηθικές διατάξεις, ούτε το σύνολο των εντολών που περιλαμβάνονται στους διάφορους νομικούς κώδικες, αλλά όλη η διδασκαλία της Πεντατεύχου που πηγάζει από την αρχή της Εκλογής-Διαθήκης. Είναι «ο νόμος» και όχι απλώς νόμος, είναι «η αποκάλυψη» και όχι εντολές, είναι «η διδασκαλία» και όχι νομικές διατάξεις. Είναι ιδέα, βίωμα και πράξη που εκφράζουν τον υπέροχο πνευματικό κόσμο, στον οποίο ζει και κινείται ο ιερός συγγραφέας. Είναι ο «λόγος» και το θέλημα του Θεού που ο Μωυσής απευθύνει όχι με δική του πρωτοβουλία, αλλά ύστερα από εντολή του Κυρίου (Δευτερονόμιο 1,3) προς όλους τους Ισραηλίτες και όχι σε μια ηγετική ομάδα της θεοκρατικής τάξης. Νόμος στην ευρύτερη αυτή σημασία του είναι η «διδασκαλία», οι αρχές και οι όροι της πίστης του λαού του Θεού, που περιέχουν όλα όσα έπραξε και θα πράξει στο μέλλον ο Κύριος για τον Ισραήλ, καθώς και οι υποχρεώσεις του λαού που αξιώθηκε της Εκλογής, της σωτηρίας, της Διαθήκης και του Νόμου. Ο Νόμος δεν δόθηκε για να προσθέσει βάρη, αλλά για να βοηθήσει τον Ισραήλ να μείνει πιστός στη Διαθήκη. Ο Νόμος είναι το ύψιστο αγαθό, γι' αυτό απαγορεύεται η παραμικρή αλλοίωσή του (Δευτερονόμιο 13,1. 12,32) και επιβάλλεται η πιστή τήρησή του. Ο Ισραήλ οφείλει να πράττει το καλό και το αρεστό στο Θεό (Δευτερονόμιο 13,19) σ' όλες τις στιγμές της ζωής του. Έτσι ο άγιος Νόμος θα διαποτίζει την κάθε ύπαρξη σε σημείο που να επιτυγχάνεται με τη βοήθεια του Θεού η ηθική και τελετουργική καθαρότητα της κοινότητας του Ισραήλ.

 

Με την αποδοχή της Εκλογής και τη συνομολόγηση της Διαθήκης ο Ισραήλ αυτοδεσμεύεται. «Οφείλει» η γενιά που θα μπει στην Παλαιστίνη και όσες ακολουθήσουν να μείνουν πιστές στη Διαθήκη και να τηρούν τις διατάξεις του ηθικού και τελετουργικού νόμου για όλη την υπόλοιπη ζωή τους (Δευτερονόμιο 6,2.12,1) και να σέβονται τα λατρευτικά αντικείμενα της ερήμου, τη «Σκηνή του Μαρτυρίου» (Σκηνή της Συνάντησης) και την «Κιβωτό της Διαθήκης» που δήλωναν αντίστοιχα τη φανέρωση και την παρουσία του υπερβατικού Θεού στο λαό του.

Παρακοή στο Νόμο και αποστασία από το Θεό θα επιφέρει την κατάρα, ενώ τήρηση και υπακοή θα φέρει την ευλογία (Δευτερονόμιο 11,26). Στον αγώνα του αυτόν ο Ισραήλ δεν πρέπει να λησμονεί ότι συμπαραστάτης του είναι η αγάπη του Θεού και συνεπώς οφείλει και αυτός να αγαπά τον Κύριο «εξ όλης της καρδίας (του) και εξ όλης της ψυχής (του) και εξ όλης της δυνάμεως (του)» (Δευτερονόμιο 6,6) «και τον πλησίον (του) ως εαυτόν» (Λευιτικόν 19,18). Αυτές είναι οι δύο μεγάλες εντολές του Μωσαϊκού νόμου, για τις οποίες ο Χριστός σε μια διαλογική συζήτηση με τους Φαρισαίους και τους Σαδδουκαίους διαβεβαιώνει λέγοντας «εν ταύταις ταις δυσίν εντολαίς όλος ο νόμος και οι προφήτες κρέμονται» (Μτθ. 22,40).

 

 

ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΑΤΕΥΧΟΥ

 

Με βάση τα χωρία εκείνα της Παλαιάς Διαθήκης, όπου γίνεται λόγος για «νόμον Μωυσέως» (Τωβίτ  7,13) ή «βιβλίον Μωυσέως» (Τωβίτ 7,15) ή «βιβλίον του νόμου Μωυσή» (Ιησούς του Ναυή 23,6), στο οποίο περιέχονται κείμενα και διατάξεις που ο Μωυσής έδωσε στους Ισραηλίτες, η αρχαία ιουδαϊκή παράδοση ομόφωνα αποδεχόταν ότι ο Μωυσής υπήρξε ο συγγραφέας όλων των παραδόσεων, που είχαν ως πυρήνα τη ζωή και το έργο του και κατ' επέκταση όλου του βιβλίου, που αργότερα ονομάστηκε «Πεντάτευχος» (Μπαβά Μπαθρά 15α).

Την ομόφωνη αυτή γνώμη της ιουδαϊκής παράδοσης υϊοθέτησε στο σύνολό της και η αρχαία χριστιανική παράδοση που ερμήνευε τους λόγους του Χριστού «ει γαρ επιστεύετε Μωυσεί, επιστεύετε αν εμοί˙ περί γαρ εμού εκείνος έγραψεν. ει δε τοις εκείνου γράμμασιν ου πιστεύετε, πως τοις εμοίς ρήμασι πιστεύσετε;» (Ιω. 5,4) ως επιβεβαίωση της μωσαϊκότητας της Πεντατεύχου.

Η πίστη όμως αυτή για το Μωυσή ως συγγραφέα της Πεντατεύχου ανταποκρίνεται μόνο μερικώς στην αλήθεια. Ο Μωυσής, όπως γνωρίζουμε, και προσόντα διέθετε και θέση και αυθεντία και εμπειρία, αλλά και αρμοδιότητα να συγγράψει το αυθεντικό χρονικό της Εξόδου και των περιπετειών του Ισραήλ στην έρημο, καθώς και να διατυπώσει τους θείας προέλευσης νόμους. Όπως γνωρίζουμε όχι μόνο από την Πεντάτευχο, αλλά και από άλλες βιβλικές μαρτυρίες πληροφορούμαστε ότι ο Μωυσής έγραψε ένα μέρος απ' όσα του αποκάλυψε ο Θεός.

Όμως όπως έχει σήμερα η Πεντάτευχος, όπου υπάρχουν αποσπάσματα με αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο, προκύπτουν ερωτήματα εάν τα κείμενα αυτά τα έχει γράψει ο Μωυσής για τον εαυτό του. Καθώς επίσης υπάρχουν γεγονότα που διαδραματίστηκαν μετά το θάνατό του, οπότε τίθεται το ερώτημα ότι δεν μπορεί όλη η Πεντάτευχος να είναι έργο του Μωυσή ή της μωσαϊκής εποχής, ούτε ενός μόνο συγγραφέα ή μιας μόνο εποχής. Η επιφύλαξη άλλωστε αυτή εκφράστηκε ήδη πολύ νωρίς και μεταξύ των Πατέρων της αρχαίας Εκκλησίας.

 

Οι συζητήσεις που έγιναν κράτησαν αιώνες και η βιβλιογραφία που προήλθε από αυτές είναι ομολογουμένως τεράστια. Για να έχουμε όμως μια πλήρη εικόνα των κυριότερων φάσεων, που πέρασε η έρευνα του πεντατευχικού προβλήματος, θα εκθέσουμε τις κυριότερες, οι οποίες αποτέλεσαν σταθμό στις προσπάθειες για τη λύση του προβλήματος της σύνθεσης της Πεντατεύχου.

Σε πρώτη φάση η κριτική με βάση την ύπαρξη δύο ονομάτων του Θεού, «Γιαχβέ» και «Ελοχείμ», τη διαφορά ύφους, τις αντιθέσεις, τις επαναλήψεις κλπ. κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι το κείμενο της Πεντατεύχου δεν μπορεί να είναι προϊόν ενός συγγραφέα και μιας εποχής αλλά σύνθετο έργο, που απαρτίστηκε κυρίως από διηγήσεις διάφορων εποχών με δικά τους χαρακτηριστικά η καθεμιά. Οι διηγήσεις αυτές που έζησαν για πολύ στον προφορικό λόγο καταγράφτηκαν κάποτε, για ν' αποτελέσουν τις γνωστές πηγές που καθεμιά της έχει τη δική της ιστορία.

 

Οι τέσσερις βασικές πηγές της Πεντατεύχου είναι η Γιαχβική, η Ελοχειμική, το Δευτερονόμιο και ο Ιερατικός Κώδικας.

Α) Η Γιαχβική Πηγή, γνωστή ως πηγή J, είναι αφηγηματικού χαρακτήρα κείμενο, εμφανίστηκε στο Νότιο βασίλειο και χρονολογείται από τον 9ο π.Χ. αιώνα. Ονομάστηκε έτσι γιατί σ' αυτήν ο Θεός αναφέρεται πάντοτε με τ' όνομα «Γιαχβέ».

Β) Η Ελοχειμική Πηγή, γνωστή ως πηγή E, είναι αφηγηματικού επίσης χαρακτήρα κείμενο, εμφανίστηκε στο Βόρειο βασίλειο και χρονολογείται από τον 8ο π.Χ. αιώνα. Σ' αυτήν ο Θεός αναφέρεται πάντοτε με τ' όνομα «Ελοχείμ».

Γ) Το Δευτερονόμιο, γνωστό ως πηγή D, είναι νομικός κώδικας, ο οποίος χρονολογείται από τον 7ο-6ο π.Χ. αιώνα.

Δ) Ο Ιερατικός Κώδικας, γνωστός ως πηγή P, περιέχει τελετουργικές κυρίως διατάξεις και χρονολογείται από τον 5ο π.Χ. αιώνα.

 

Παρά την ανακάλυψη των παραπάνω τεσσάρων πηγών και τη χρονολόγησή τους, το πρόβλημα του απαρτισμού της Πεντατεύχου στην παρούσα μορφή της παρέμεινε ανοιχτό για συζήτηση. Η έρευνα γύρω από την Πεντάτευχο κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι έγιναν τρεις τουλάχιστον διαδοχικές συνθέσεις με ισάριθμες αναθεωρήσεις. Πρώτα οι δύο πηγές, η Γιαχβική (J) και η Ελοχειμική (E), συνενώθηκαν σ' ένα αφηγηματικό κείμενο (RJE) και μάλιστα τόσο πετυχημένα, ώστε σε πολλά σημεία η κριτική αδυνατεί να τις διαχωρίσει. Στο νέο αυτό κείμενο προστέθηκε αργότερα το Δευτερονόμιο (Dt) για να προέλθει ένα νέο και κατ' ανάγκην αναθεωρημένο κείμενο (RJED). Στο κείμενο αυτό προστέθηκε αργότερα και η Ιερατική Πηγή (P) και προέκυψε το τελικό κείμενο (RJEDtP).

 

Μετά τα παραπάνω συμπεράσματά της η κριτική δεν επαναπαύτηκε στα επιτεύγματά της, αλλά συνέχισε την ανάλυση των τεσσάρων βασικών πηγών της Πεντατεύχου, για να ανακαλύψει νέες, μικρότερες ακόμα πηγές και να αναθεωρήσει τις παλαιότερες απόψεις της σχετικά με τη χρονολόγηση των πηγών και την πορεία της σύνθεσης της Πεντατεύχου. Δυστυχώς όμως με την πάροδο του χρόνου η φιλολογική κριτική έχασε τη δημιουργική πνοή της και κατάντησε στείρα εργασία, που είχε ως στόχο την ανεύρεση νέων πηγών ή υποπηγών με τον κατατεμαχισμό παραγράφων και στίχων ακόμα. Αυτό, όπως ήταν φυσικό, γέννησε την αντίδραση πολλών αξιόλογων ερευνητών, οι οποίοι δέχονταν τη μέχρις ενός σημείου χρησιμότητα της «ανάλυσης» για την κατανόηση μιας μόνο πτυχής του θέματος, αλλά πίστευαν ότι η ουσιαστική πρόοδος για τη λύση του πολύπλοκου προβλήματος της σύνθεσης της Πεντατεύχου θα σημειωνόταν με άλλες μορφές έρευνας.

 

Οι σπουδαιότερες θέσεις της νέας μορφής έρευνας ήταν οι εξής:

1. Οι αφηγηματικές πηγές (J και E) δεν ήταν πρωτογενώς αυτοτελή έργα, αλλά αποτελέστηκαν από ανεξάρτητες διηγήσεις, στις οποίες ενσωματώθηκαν παλαιές παραδόσεις.

2. Οι νομικοί κώδικες (Βιβλίο της Διαθήκης, Dt κλπ.) προέρχονταν από παλαιότερο νομικής φύσης υλικό.

3. Ο τελετουργικός νόμος (Ρ) δεν ήταν νέα εντελώς σύνθεση, αλλά κωδικοποίηση παλαιότερων τυπικών που τηρούνταν στα κατά τόπους ιερά.

 

Ως προς την πορεία της διαμόρφωσης της προφιλολογικής μορφής του κειμένου η έρευνα πίστευε ότι αυτή κατά πάσα πιθανότητα πέρασε από τις εξής φάσεις. Στην αρχή διαμορφώθηκε o πυρήνας της προφορικής παράδοσης (αφηγηματικής, νομικής ή τελετουργικής), έπειτα αποτελέστηκε η όλη παράδοση, ακολούθως απαρτίστηκαν ευρύτερες συνθέσεις παραδόσεων (κύκλοι παραδόσεων) και τέλος συγκεντρώθηκαν και διευθετήθηκαν οι προφορικές παραδόσεις σε ομοιογενή σώματα (ιστορία, νομικός και τελετουργικός κώδικας). Απ' όλο αυτό το φιλολογικό υλικό αποτελέστηκε τελικά η Πεντάτευχος. Σύμφωνα με τις θέσεις αυτές, οι αφηγήσεις, οι νόμοι και τα τυπικά, ανεξάρτητα απ' τη χρονολόγηση της τελικής γραπτής διαμόρφωσης τους, περιέχουν παραδοσιακό υλικό πολύ παλαιό.

Προέκταση των απόψεων αυτών αποτελούν οι προσπάθειες άλλης ομάδας ερευνητών να προχωρήσουν όχι μόνο πέραν του κειμένου και των πηγών αλλά και των σωμάτων των παραδόσεων, να αναζητήσουν την προέλευση, τη φύση και την προϊστορία των συμπλεγμάτων των προφορικών παραδόσεων και να περιγράψουν τον τρόπο της διαμόρφωσης τους τόσο στην προφορική όσο και στην τελική γραπτή μορφή τους.

Με βάση λοιπόν τα παραπάνω, οι «πηγές» αποτελούν την αποκρυστάλλωση διάφορων κύκλων προφορικών παραδόσεων και η Πεντάτευχος περιέχει την κατά αναθεωρημένα σώματα διατύπωση μακράς προφορικής παράδοσης με πολύ παλαιά παραδοσιακά στοιχεία. Ως προς την πορεία της διαμόρφωσης των ποικίλων πεντατευχικών παραδόσεων διατυπώνεται γενικά η άποψη ότι κάθε μία έχει την ιστορία της. Εμφανίζεται στην προφορική παράδοση, αναπτύσσεται, συμπληρώνεται και πολλές φορές μετασχηματίζεται, μέχρις ότου πάρει την τελική μορφή της. Συνεπώς κάθε προσπάθεια να διακρίνει κανείς σε κάθε παράδοση τα παλαιότερα στοιχεία από τα νεότερα με τις συνηθισμένες μεθόδους της φιλολογικής κριτικής δεν θεωρείται ότι μπορεί να είναι σε όλα επιτυχής.

 

Η σύγχρονη έρευνα, η οποία δέχεται τη σπουδαιότητα του ρόλου της προφορικής παράδοσης στην ΠΔκή γραμματεία και δεν παραθεωρεί τα χρήσιμα συμπεράσματα της κριτικής, οφείλει να δει το πεντατευχικό πρόβλημα με νέες εντελώς προϋποθέσεις.

1.   Έγινε  πια   σαφές  ότι   ούτε  η   παλαιά  εξηγητική   μέθοδος,   που ερευνούσε τα κείμενα της Πεντατεύχου χωρίς τη διάσταση του χρόνου ούτε η αυστηρή κλιμάκωση των πηγών με τις τολμηρές εγχειρίσεις στο κείμενο προσφέρουν τις ιδανικές μεθοδολογικές προϋποθέσεις για τη λύση του πεντατευχικού προβλήματος,  γιατί ταυτίζουν μορφή και υλικό. «Υλικό» είναι οι ποικίλης προέλευσης προφορικές παραδόσεις και «μορφή» είναι το κείμενο ή η «πηγή», στην οποία τελικά ενσωματώθηκαν οι παραδόσεις.

2.  Τα γνωστά κριτήρια της διάκρισης των πηγών, όπως τα ονόματα του Θεού, η γλώσσα, οι αντιθέσεις κλπ., πρέπει να χρησιμοποιούνται με πάρα πολλή προσοχή και αντί του όρου «πηγές» δοκιμότερος προφανώς είναι ο όρος «στρώματα», γιατί η «πηγή» νοείται ως το πρώτο γραπτό προϊόν της δημιουργικής προσωπικότητας του συγγραφέα της, ενώ το «στρώμα» δεν θεωρείται ως «συγγραφή», αλλά ως «συλλογή» πολύτιμων παραδόσεων.

3.  Με τις παραπάνω νέες προϋποθέσεις έρευνας το πρόβλημα της χρονολόγησης των στρωμάτων δεν έχει αποφασιστική σημασία, γιατί όλα τα στρώματα περιέχουν παλαιό υλικό, διαμορφώθηκαν λίγο ή πολύ παράλληλα και δέχτηκαν προσθήκες στις νέες εκδόσεις του συνεχώς επαυξανόμενου κειμένου τους. Συνεπώς από τους δύο τρόπους χρονολόγησης της σχετικής και της απόλυτης, η πρώτη είναι δοκιμότερη (προηγείται η JE, ακολουθεί το Dt και έπεται ο Ρ) από τη δεύτερη, γιατί η τελευταία αυτή αφορά μόνο στην εποχή, που διαμορφώθηκε ο κύριος κορμός του α' ή β' στρώματος και όχι στη χρονολόγηση των προφορικών παραδόσεων που ενσωματώθηκαν σ' αυτά.

4. Πριν ακόμα οι πεντατευχικές παραδόσεις αποκτήσουν πάγια μορφή ακολούθησαν το βασικό νόμο της ανάπτυξης τους «από το απλούστερο στο συνθετότερο». Έτσι η ανεξάρτητη αφήγηση και η νομική ή η τελετουργική διάταξη μετά τη γέννηση τους, αναπτύχθηκαν, διαμορφώθηκαν και συγκεντρώθηκαν, για να αποτελέσουν μικρές ομοειδείς ανεξάρτητες ενότητες στην προφορική παράδοση. Ακολούθως σχηματίστηκαν εκτενή συμπλέγματα παραδόσεων, δηλαδή «κύκλοι» παραδόσεων, συλλογές νόμων κλπ. και τέλος εκτενέστερα στρώματα (JE, Dt, Ρ), από τα οποία και απαρτίστηκε τελικά η Πεντάτευχος. Λίκνο της γραπτής παράδοσης υπήρξε η πάντοτε ζωντανή και συνέχεια πλουτιζόμενη προφορική παράδοση, που μαζί με τη γραπτή όδευαν παράλληλα. Η γραπτή παράδοση βασίστηκε στην προφορική, η οποία σε κάθε νέα βαθμίδα γραπτής διαμόρφωσης της χορηγούσε νέο υλικό στους εκδότες του κειμένου.

 

Η Πεντάτευχος πήρε τη σημερινή της μορφή ύστερα από μια σειρά επαυξημένων εκδόσεων και μάλιστα κατά τον εξής πιθανό τρόπο.

Οι ποικίλες προφορικές παραδόσεις για τα θαυμάσια του Θεού, που είχαν μωσαϊκή και σε πολλές περιπτώσεις προμωσαϊκή προέλευση και κυκλοφορούσαν στην προφορική παράδοση για αιώνες, καταγράφτηκαν με πρώτο «συγγραφέα» το Μωυσή, για να αποτελέσουν το αφηγηματικό κείμενo (JE), το νομικό υλικό (Dt) και τις τελετουργικές διατάξεις (Ρ). Τα κείμενα αυτά, που ονομάζονται αλλιώς και «πηγές» ή «στρώματα», πήραν την τελική μορφή τους σε διάφορες εποχές. Προηγήθηκε το (JE) (βασικό κείμενο J με προσθήκες Ε παραδόσεων), ακολούθησε το Dt και τέλος γράφτηκε το Ρ. Κατά συνέπεια ο απαρτισμός της Πεντατεύχου πρέπει να ακολούθησε τις εξής φάσεις. Στο υπάρχον κείμενο JE προστέθηκε το Dt και ακολούθως το Ρ. Η σύνθεση αυτή των ανεξάρτητων στρωμάτων της Πεντατεύχου έγινε με σειρά αναθεωρήσεων (Κ) και με την τελευταία απαρτίστηκε η Πεντάτευχος στη σημερινή της βασικά μορφή με περιεχόμενο δεμένο με μια θαυμαστή θεολογική ενότητα.

Συνεπώς η Πεντάτευχος ως κείμενο είναι μεταγενέστερο έργο, ως περιεχόμενο όμως όχι, γιατί οι παραδόσεις της και για τους πιο φιλελεύθερους ερευνητές έχουν παλαιά και σε πολλές περιπτώσεις πολύ παλαιά προέλευση. Η διάκριση εξάλλου μεταξύ του κειμένου και των παραδόσεων που ενσωματώθηκαν σ' αυτό, αποτελεί τη βάση για την αναγνώριση της «μωσαϊκότητας» της Πεντατεύχου, με την έννοια ότι οι περισσότερες παραδόσεις έχουν μωσαϊκή προέλευση και ότι η θεολογική ενότητα και η ιδεολογική συνέπεια που προσέλαβε, δεν οφείλονται στην απεριόριστη πρωτοβουλία του τελευταίου συντάκτη, αλλά εδράζονται στις βασικές διδασκαλίες του ιδρυτή του Γιαχβισμού Μωυσή.

 

Και οι βασικές αυτές μωσαϊκές διδασκαλίες δίνονται στους τρεις κύριους κλάδους της πεντάτευχης παράδοσης από τους θεόπνευστους συγγραφείς τους με ένα δικό τους κάθε φορά τρόπο, που τις κάνει να ξεχωρίζουν μεταξύ τους από τον τονισμό διάφορων στοιχείων της αιώνιας αλήθειας. Έτσι η Γιαχβική-Ελωχειμική παράδοση (JE) είναι ένα επικό έργο με αφηγηματικό χαρακτήρα, που αρχίζει από τη δημιουργία και περιγράφει την ισραηλιτική ιστορία με τους όρους υπόσχεση-πλήρωση. Κεντρικό σημείο της ιστορίας είναι η Έξοδος και κέντρο των αφηγήσεων ο Ιούδας (J). Ο συγγραφέας της είναι περιγραφικός και η αφήγηση του με ψυχολογικές παρατηρήσεις και δραματικά στοιχεία. Δεν γράφει ιστορία για να ικανοποιήσει ένα σύγχρονο ιστορικό, αλλά για να εξυπηρετήσει τους σκοπούς της Αποκάλυψης. Είναι δόκιμος αφηγητής και βαθύς θεολόγος. Γι' αυτόν ο Θεός δεν είναι αφηρημένη έννοια, αλλά πρόσωπο που κοινωνεί με τον άνθρωπο χωρίς ενδιάμεσα. Δεν τονίζει την υπερβατικότητα, αλλά την αμεσότητα του Θεού, που πολλές φορές την περιγράφει με ανθρωπομορφικές εκφράσεις. Άμεση η κοινωνία στον παράδεισο, άμεση η Διαθήκη και άμεσες οι συνέπειες της υποταγής ή της παράβασης της αρχής της Διαθήκης.

 

Η δευτερονομιστική παράδοση (Dt) τονίζει μια άλλη πλευρά της Αποκάλυψης. Καλλιεργήθηκε σε ορισμένους προφητικούς κύκλους, διασώθηκε στο Δευτερονόμιο (D, Dt) και η επίδραση της μαρτυρείται και σ' άλλα ιστορικά βιβλία (Ιησούς Ναυή, Κριταί, Βασιλειών). Είναι έργο πνευματικού ανθρώπου που διατυπώνει τις ιδέες του σε ύφος ρητορικό-κηρυκτικό, με ειδικό λεξιλόγιο και έντονα ανθρωπιστικά ενδιαφέροντα. Όταν χρησιμοποιεί την ιστορία δεν το κάνει χάριν της πίστης (JE), αλλά της ηθικής. Τονίζει την αρχή της Εκλογής-Διαθήκης και τη συνδέει άμεσα με την αγάπη του Θεού. Για το «συγγραφέα» του Δευτερονομίου ο Θεός είναι αδιαίρετος και μοναδικός. Από την ιδέα της μοναδικότητας του Θεού απορρέει και η διδασκαλία για μία Διαθήκη, ένα περιούσιο λαό, μία λατρεία και ένα κεντρικό ιερό. Το ενδιαφέρον του συγγραφέα του Dt στρέφεται στην καθαρότητα του Γιαχβισμού, στην ενότητα της πίστης, της λατρείας και της ηθικής, καθώς και στην πιστότητα στις διατάξεις του Νόμου. Στον Ισραήλ τέθηκε μια εκλογή. Nα ζήσει με τις εντολές του Θεού ή να υποστεί τις συνέπειες της απόρριψης τους. Την ευδαιμονία, που είναι ο στόχος της Διαθήκης, εγγυάται ο συγγραφέας με το προφητικό Dt σχήμα, υπακοή-ευλογία (ανυπακοή-κατάρα).

 

Για την ααρωνική ιεροσολυμιτική ιερατική παράδοση (Ρ) ο Ισραήλ είναι μια λατρεύουσα κοινότητα. Η σκέψη του συγγραφέα της είναι θεοκεντρική και η θεολογία του υπερβατική, με συνέπεια η κοινωνία με το Θεό να μην είναι άμεση, αλλά να γίνεται με ενδιάμεσα (θυσιαστήριο, θυσία, ιερατείο κλπ.). Η παράδοση αυτή υπογραμμίζει την προοδευτικότητα της Αποκάλυψης και τονίζει τη σημασία της Διαθήκης του Σινά. Ξεχωρίζει από το ιδιαίτερο ενδιαφέρον το οποίο δείχνει για το τυπικό, το Ναό, τη λατρεία, τις γιορτές κλπ. και που πολλές φορές επισκιάζει το πνευματικό περιεχόμενο της Διαθήκης.

Ας μη λησμονούμε όμως, ότι ο Μωυσής ή όποιος άλλος ιερός συγγραφέας υπήρξε μόνο όργανο και κατά συνέπεια «συγγραφέας» της Πεντατεύχου είναι αυτός ο Θεός. Αυτός αποκάλυψε και θεόπνευστοι άνδρες έγραψαν. Την αρχή έκανε ο Μωυσής και μ' αυτόν γεννήθηκε η Πεντάτευχος, την εποχή που γεννιόταν το έθνος. Κάθε «στρώμα» ή βιβλίο της, θεόπνευστο όσο και τ' άλλα βιβλικά έργα, αποτελεί βαθμίδα της προοδευτικής Αποκάλυψης για την πλήρωση των σκοπών του Θεού για τον κόσμο. Δεν είναι οι θεολόγοι συγγραφείς της Πεντατεύχου αυτοί, οι οποίοι μιλούν στις σελίδες της, αλλά η ίδια η θεία αποκάλυψη. Αυτή αποκαλύπτει και ο άνθρωπος δέχεται το μήνυμα της, για να ανακαλύψει στα γεγονότα της ιερής ιστορίας τη θεία βουλή που κινεί τα πάντα.

 

Στην Πεντάτευχο βρίσκεται κρυμμένος όλος ο θησαυρός της διδασκαλίας της Παλαιάς Διαθήκης. Σ' αυτήν αποκαλύπτονται για πρώτη φορά αλήθειες, που αποτελούν και σήμερα ακόμα τα θεμέλια της πίστης, όπως η αυστηρή μονοθεΐα, η γέννηση του κακού, η φύση της αμαρτίας, η από το Θεό θεμελίωση της ηθικής τάξης και η σχέση της πίστης με τη λατρεία και την ηθική. Ειδικότερα η Πεντάτευχος ευαγγελίζεται την εκλογή του Ισραήλ και τη Διαθήκη. Διδάσκει ακόμα ότι τα εκεί περιγραφόμενα γεγονότα όσο ασήμαντα και αν φαίνονται, αποτελούν ουσιαστικά στοιχεία της ιερής ιστορίας, που εικονίζεται ως αλυσίδα σωτηριολογικών υποσχέσεων και πλήρωσής τους. Ο κόσμος ζει για το Θεό και ο Ισραήλ για να πληρώσει τους σκοπούς του Θεού για τον κόσμο. Ο Θεός καλεί τον Ισραήλ και ο λαός της Εκλογής-Διαθήκης έρχεται σε κοινωνία με το Θεό όχι με μεταφυσικές ενασχολήσεις και πνευματικούς μετεωρισμούς, αλλά με τη λατρεία και τη «γνώση», που αποτελούν τη βάση της θρησκείας του Ισραήλ και την ουσία της πίστης του.

 

 

 

Η ΓΕΝΕΣΙΣ 

 

Η «Γένεσις» ή «Γένεση» είναι το πρώτο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης. Είναι ένα από τα βιβλία του κανόνα της Παλαιάς Διαθήκης και είναι επικεφαλής των βιβλίων τόσο του Ιουδαϊκού όσο και του Ελληνικού Κανόνα. Στον Παλαιστινό (Ιουδαϊκό) Κανόνα συναριθμείται μεταξύ των πέντε πρώτων βιβλίων, που απαρτίζουν την συλλογή του Νόμου. Στον αντίστοιχο Αλεξανδρινό (Ελληνικό) Κανόνα είναι το πρώτο από τα πέντε βιβλία που αποτελούν την Πεντάτευχο και εντάσσεται στη συλλογή των Ιστορικών Βιβλίων.

Το βιβλίο στα εβραϊκά ονομάζεται «Μπερεσίθ», από την πρώτη λέξη του κειμένου  που σημαίνει «Eν αρχή». Η ονομασία «Γένεσις» οφείλεται στους Εβδομήκοντα (Ο’) και σημαίνει "απαρχή, δημιουργία". Τ' όνομα οφείλεται στον 4ο στίχο του Β' Κεφαλαίου του βιβλίου, στον οποίο και αναγράφεται η φράση: «αύτη η βίβλος γενέσεως ουρανού και γης ότε εγένετο», και ονομάστηκε έτσι, γιατί περιέχει την γένεση, δηλαδή, την αρχή του κόσμου,  τη δημιουργία του ουρανού, της γης, της θάλασσας, των φυτών, των ζώων και του ανθρώπου, καθώς και τις γενεαλογίες των πρώτων ανθρώπων και την αρχή του ισραηλιτικού λαού.

Συγγραφέας του βιβλίου της Γένεσης και όλης της Πεντατεύχου φέρεται να είναι ο Μωυσής που την συνέγραψε κατά τη διάρκεια της μακράς πορείας των Ισραηλιτών στην έρημο. Το βιβλίο της Γένεσης κατέχει σημαντική θέση στα Λειτουργικά Αναγνώσματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας και αναγινώσκεται σχεδόν ολόκληρο κατά τη διάρκεια του λειτουργικού έτους, ιδιαίτερα στην περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

 

 

ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΓΕΝΕΣΕΩΣ

 

Το βιβλίο διαιρείται σε δύο κύρια μέρη με πολύ διαφορετικό περιεχόμενο και χαρακτήρα το καθένα: α) στα πρώτα 11 κεφάλαια περιγράφει τη δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου, καθώς και την ιστορία πριν από τους πατριάρχες (Αδάμ, Νώε και οι απόγονοί τους), και β) στα υπόλοιπα 39 κεφάλαια, την ιστορία των πατριαρχών Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ, καθώς και εκείνη του Ιωσήφ.

 

Αδάμ και Εύα

Πρώτο μέρος (κεφ.1-11): Το πρώτο μέρος του βιβλίου αναφέρεται στην περίοδο της προϊστορίας της ανθρωπότητας, όχι για να προσφέρει ιστορικές πληροφορίες σχετικά με την περίοδο αυτή, αλλά για να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους ο Θεός, μετά τη δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου, επεμβαίνει για δεύτερη φορά στην ιστορία δημιουργώντας ένα λαό. Ο κόσμος προήλθε από τα χέρια του Δημιουργού τέλειος και η διαχείριση του παραχωρήθηκε στον άνθρωπο. Οι πρώτες όμως επιλογές που κάνει ο άνθρωπος ως ελεύθερο ον τον οδηγούν σε διάσπαση της σχέσης του με το Θεό, με αποτέλεσμα να αρχίσει μια πτωτική πορεία από την αρχική του κατάσταση, που χαρακτηρίζεται από την αλυσιδωτή διάσπαση των σχέσεων σε όλα τα επίπεδα.

Έτσι στο βιβλίο της Γενέσεως περιγράφεται σταδιακά η δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου από το Θεό, ακολουθούν η δοκιμασία στον παράδεισο, η πτώση και η πρώτη υπόσχεση (Πρωτευαγγέλιο), η εκδίωξη των πρωτοπλάστων, η ιστορία του αδελφοκτόνου Κάιν, η παράλληλη αύξηση του ανθρώπινου γένους και της αμαρτωλότητάς του, ο κατακλυσμός και η υπόσχεση προς το Νώε ότι ο κόσμος παρά την κακία του δεν θα καταστραφεί άλλη φορά. Η βιβλική προϊστορία συνεχίζεται με αναφορά στους τρεις γιους του Νώε (Σημ, Χαμ, Ιάφεθ) και τους απογόνους τους, καθώς και με την παράθεση του μοναδικού στην ιστορία καταλόγου των εθνών που βλέπει τους λαούς σαν μια μεγάλη οικογένεια με τα μέλη της ίσα μεταξύ τους. Η βιβλική προϊστορία τελειώνει με την αφήγηση για το χτίσιμο του πύργου της Βαβέλ και τη διασπορά του ανθρώπινου γένους.

 

Εξαιρετικής σημασίας είναι η πρώτη μεσσιανική προφητεία, το λεγόμενο πρωτευαγγέλιο (Γεν. 3,15): "αυτός (Χριστός) σου τηρήσει κεφαλήν και συ τηρήσεις αυτού πτέρναν". Αυτό σημαίνει ότι παρά το χάσμα που δημιουργεί ανάμεσα στο Θεό και τον άνθρωπο η πτώση των πρωτοπλάστων, ο Κύριος τους δίνει την υπόσχεση ότι ο απόγονος της Εύας (ο Χριστός) θα γεφυρώσει το χάσμα αυτό με τη συντριβή του κακού και τη νίκη του πάνω στο θάνατο. Το Πρωτευαγγέλιο είναι η έκφραση της θείας αγάπης προς το ανθρώπινο γένος, μια παρηγορητική προφητεία χωρίς την οποία θα επικρατούσε η απελπισία.

 

Δεύτερο μέρος (κεφ. 12-50): Τα γεγονότα που περιγράφονται στο μέρος αυτό του βιβλίου της Γενέσεως, αποτελούν τον ιστορικό πρόλογο της ιστορίας του Ισραήλ και δείχνουν πώς προετοιμάστηκε η σωτήρια Έξοδος, που αποτέλεσε την πρώτη φάση της πλήρωσης της θείας υπόσχεσης και την πηγή της ισραηλιτικής πίστης.

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου αναφέρεται στην ιστορία των πατριαρχών του Ισραήλ. Εισαγωγικά ο ιερός συγγραφέας αναφέρεται στη μετακίνηση της οικογένειας του Θάρα από την Ουρ των Χαλδαίων, που βρισκόταν στη νοτιοδυτική Μεσοποταμία και κοντά στον Περσικό κόλπο, στη Χαρράν. Εκεί δίνεται στον Αβραάμ μια εντολή και μια υπόσχεση. Μετά τη Χαρράν ο Αβραάμ μεταναστεύει στη Χαναάν και εγκαθίσταται προσωρινά στη Συχέμ, όπου η παλαιά υπόσχεση του δίνεται τώρα σε νέα μορφή. Ακολουθούν αφηγήσεις σχετικά με τη μετάβαση του Αβραάμ και της Σάρρας στην Αίγυπτο, την επιστροφή τους στην Παλαιστίνη και την εγκατάσταση τους στη Χεβρών, καθώς και πληροφορίες για το Λωτ, το Μελχισεδέκ και τη συνομολόγηση «Διαθήκης» (περιτομής) μεταξύ Θεού και Αβραάμ.

Με την εκλογή του Αβραάμ, ο οποίος επιδεικνύει απόλυτη πίστη και υπακοή στο θείο θέλημα, ο Θεός κάνει μια νέα αρχή. Από τον άνθρωπο αυτόν θα προέλθει ένας λαός, ο οποίος θα καταστεί φορέας της θείας ευλογίας προς όλους τους λαούς της γης, με σκοπό την τελική πλήρη αποκατάσταση των σχέσεων Θεού και ανθρώπου. Σημείο της επέμβασης του Θεού για τη δημιουργία του λαού αυτού αποτελεί το γεγονός ότι ο Αβραάμ και η γυναίκα του Σάρρα αποκτούν, σε βαθιά γεράματα και αντίθετα προς κάθε φυσικό κανόνα, το μοναχογιό τους Ισαάκ.

Η φιλοξενία του Αβραάμ

Της γέννησης του Ισαάκ προηγείται η καταστροφή των Σοδόμων και των Γομόρρων και ακολουθεί η εκδίωξη της Άγαρ και του Ισμαήλ, η θυσία του Ισαάκ, ο γάμος του με τη Ρεβέκκα και ο θάνατος του Αβραάμ. Συνεχίζοντας ο ιερός συγγραφέας την ιστορία του Ισαάκ αφηγείται τη γέννηση των γιων του, Ησαύ και Ιακώβ, την πώληση των πρωτοτοκίων από τον πρώτο στο δεύτερο, τη συνθήκη του Ισαάκ με τον Αβιμέλεχ, την εξασφάλιση των πρωτοτοκίων από τον Ιακώβ με τη βοήθεια της μητέρας του, τη φυγή του στη Χαρράν, το όνειρό του στη Βαιθήλ, την ανανέωση της Διαθήκης, τους γάμους του με τις δύο θυγατέρες του Λαβαν, τη Λεία και τη Ραχήλ, καθώς και τη γέννηση των ένδεκα γιων του και της κόρης του Δείνας. Περιγράφονται ακόμα οι ιστορίες του Ιακώβ και του Λάβαν, η μετονομασία του Ιακώβ σε «Ισραήλ», ο επαναπατρισμός του και η συμφιλίωσή του με τον αδελφό του Ησαύ, η γέννηση του τελευταίου τέκνου του, του Βενιαμίν, καθώς και ο θάνατος της Ραχήλ, της Λείας και του Ισαάκ. Ακολουθεί η ιστορία του Ιωσήφ, η πώλησή του από τους αδελφούς του στους Ισμαηλίτες εμπόρους, η μεταφορά του και οι δοκιμασίες του στην Αίγυπτο, η φυλάκισή του, η ερμηνεία των ονείρων των δύο συνδεσμίων του και του φαραώ, η ανάδειξή του σε κυβερνήτη στην Αίγυπτο, τα συμβάντα μεταξύ αυτού και των αδελφών του.

Σε όλα αυτά τα γεγονότα υπάρχει πάντα η συνεχής επέμβαση και η φροντίδα του Θεού προς υπέρβαση των αρνητικών για την πραγματοποίηση των σχεδίων του καταστάσεων, δηλαδή ο Ισαάκ οδηγείται στο θυσιαστήριο αλλά σώζεται, ο Ιακώβ αυτοεξορίζεται στη Χαρράν αλλά επιστρέφει, ο Ιωσήφ πωλείται δούλος στην Αίγυπτο αλλά ανέρχεται σε ανώτατο αξίωμα και σώζει τα αδέρφια και τον πατέρα του.

Το βιβλίο της Γενέσεως τελειώνει με τη μετανάστευση της οικογένειας του Ιακώβ στην Αίγυπτο και την εγκατάστασή της στο Δέλτα του Νείλου, την ευλογία του Ιακώβ στους γιους του, το θάνατό του, καθώς και το θάνατο του Ιωσήφ.

 

 

 

Η ΕΞΟΔΟΣ

 

Ο Μωυσής

Η «Έξοδος» είναι το δεύτερο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης. Είναι ένα από τα βιβλία του κανόνα της Παλαιάς Διαθήκης. Στον Παλαιστινό (Ιουδαϊκό) Κανόνα συναριθμείται μεταξύ των πέντε πρώτων βιβλίων, που απαρτίζουν την συλλογή του Νόμου. Στον αντίστοιχο Αλεξανδρινό (Ελληνικό) Κανόνα είναι το δεύτερο από τα πέντε βιβλία που αποτελούν την Πεντάτευχο και εντάσσεται στη συλλογή των Ιστορικών Βιβλίων.

Το βιβλίο στα εβραϊκά ονομάζεται «Βεέλ σιμόθ», από τις δύο αρχικές λέξεις του κειμένου που σημαίνουν "αυτά τα ονόματα". Οι Εβδομήκοντα που προέβησαν στη μετάφρασή του, το ονόμασαν «Έξοδος», από το κύριο γεγονός της εξιστόρησής του, δηλαδή της φυγής των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο στην οποία οι ίδιοι είχαν μετοικήσει.

Συγγραφέας του βιβλίου της Εξόδου και όλης της Πεντατεύχου φέρεται να είναι ο Μωυσής που την συνέγραψε κατά τη διάρκεια της μακράς πορείας των Ισραηλιτών στην έρημο.

 

 

ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΞΟΔΟΥ

 

Το βιβλίο της Εξόδου περιέχει την ιστορία του Ισραηλιτικού λαού από τη γέννηση του Μωυσή έως την κατασκευή της Κιβωτού της Διαθήκης και της Σκηνής του Μαρτυρίου κατά το δεύτερο έτος από την έξοδο. Η ιστορική και χρονολογική τοποθέτηση των γεγονότων που περιγράφει η Έξοδος δεν μπορεί να γίνει με μεγάλη ακρίβεια.

Το βιβλίο περιλαμβάνει τρία μέρη, που αναφέρονται στην παραμονή των Ισραηλιτών στην Αίγυπτο και τις προσπάθειες του Μωυσή και του Ααρών να πείσουν το φαραώ ν' απελευθερώσει τους Ισραηλίτες (1,1-12,36), στην έξοδό τους από τη δουλεία της Αιγύπτου και την πορεία τους προς το όρος Σινά (12,37-18,27), τη συνθήκη (διαθήκη) που συνήψε στο όρος Σινά ο Θεός μαζί τους και την οργάνωση της λατρείας τους (19,1-40,38).

 

Η διάβαση της Ερυθράς θάλασσας

Πρώτο μέρος  (1,1-12,36): Η αλλαγή της πολιτικής κατάστασης με την άνοδο του Ραμσή Β' (1290-1224 Π.Χ.) στο θρόνο της Αιγύπτου, όπου ήταν εγκαταστημένοι οι απόγονοι του Ιακώβ, είχε οδυνηρές γι' αυτούς συνέπειες, καθώς μετατράπηκαν σε δούλους των Αιγυπτίων. Από τη δεινή θέση τους τους απάλλαξε ο Μωυσής, ο οποίος τους οδήγησε έξω από την Αίγυπτο, στην έρημο του Σινά.

Στο μέρος του βιβλίου που αναφέρεται στη ζωή του Ισραήλ στην Αίγυπτο, παρέχονται πληροφορίες για την αύξηση των Ισραηλιτών και τα περιοριστικά μέτρα των Αιγυπτίων. Ακολούθως ο συγγραφέας της Εξόδου, κινούμενος μεταξύ ιστορικών γεγονότων και βιογραφικών πληροφοριών με λαογραφικό χαρακτήρα, περιγράφει όσα προηγήθηκαν της Εξόδου. Η αφήγηση αρχίζει με βιογραφικά στοιχεία για τη γέννηση, τη σωτηρία, την ονομασία και την ανατροφή του Μωυσή, το φόνο του Αιγυπτίου, τη φυγή του Μωυσή στη Μαδιάμ και το γάμο του με την κόρη του Μαδιανίτη ιερέα Ιοθόρ.

Η βιβλική ιστορία συνεχίζεται με το όραμα της φλεγόμενης και μη καιόμενης βάτου στο όρος Σινά, τη θεοφάνεια και το διάλογο μεταξύ Θεού και Μωυσή, στον οποίο φαίνονται καθαρά η απόφαση, η εντολή και η υπόσχεση του Θεού. Από τη φλεγόμενη βάτο, σημείο της παρουσίας του Θεού, θα πληροφορηθεί ο Μωυσής για το λόγο που παρακίνησε το Θεό να συμπαρασταθεί στο λαό του. Έτσι ο Μωυσής γίνεται το όργανο της σωτηρίας του λαού του. Στο όραμα της βάτου ο Μωυσής παίρνει τη διαβεβαίωση ότι ο αποκαλυπτόμενος Θεός είναι ο Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ. Και στο ερώτημά του "ποιο είναι τ' όνομά του" παίρνει την απάντηση «Εγώ ειμί ο Ων». Είναι ο αναλλοίωτος, ο αιώνιος και ο υπάρχων Θεός με κάπως παθητική παρουσία, αλλά και με δυναμική μετοχή στην ιστορία του λαού του και του κόσμου όλου. Ο «Κύριος» του Σινά είναι ο Θεός της δημιουργίας και όλης της ανθρώπινης ιστορίας, ο πάντοτε γνωστός στον Ισραήλ Θεός των Πατριαρχών, του οποίου το όνομα «Γιαχβέ» τώρα μόνο γίνεται γνωστό στον περιούσιο λαό.

Αφηγούμενος ακολούθως ο συγγραφέας της Εξόδου τη δραματική ιστορία του λαού του σε ώρες κρίσιμες για την εθνική του υπόσταση, περιγράφει πως ο Μωυσής επιστρέφει στην Αίγυπτο και με τον αδελφό του τον Ααρών προσπαθούν με σημεία θαυμαστά να πείσουν το φαραώ να επιτρέψει την αναχώρηση των Ισραηλιτών, χωρίς όμως να το πετύχουν. Ακολουθούν οι δέκα «πληγές» (τιμωρίες), που το νόημά τους ως σημείων της δυναμικής παρουσίας και της απόφασης του Θεού για το λαό του δεν μπόρεσε να συλλάβει ο φαραώ. Με την τελευταία πληγή, το θάνατο των πρωτοτόκων των Αιγυπτίων, θεσμοθετείται η θυσία του Πάσχα, για να φέρνει στην εθνική μνήμη τα γεγονότα που οδήγησαν στη σωτηρία του Ισραήλ από τη δουλεία της Αιγύπτου.

 

Δεύτερο μέρος (12,37-18,27): Η ιστορική αφήγηση συνεχίζεται με την έξοδο των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο. Οδηγώντας ο Μωυσής τους Ισραηλίτες από την Αίγυπτο με κατεύθυνση τη Χαναάν είχε να ακολουθήσει τη μεγάλη παραλιακή οδική αρτηρία, που άρχιζε από τη Μέμφιδα, περνούσε από την περιοχή Γκωσέν, διέσχιζε τη χώρα των Φιλισταίων και έφτανε μέχρι τη Δαμασκό. Η λεωφόρος αυτή ήταν βέβαια σύντομη και ασφαλής, αλλά αν την ακολουθούσε ο Μωυσής υπήρχε φόβος να συμβεί ένα από τα δύο· να εμποδιστούν οι Ισραηλίτες στην πορεία τους προς τη Χαναάν από τις αιγυπτιακές φρουρές που φύλαγαν τη λεωφόρο, σε περίπτωση που ο φαραώ θα άλλαζε γνώμη, ή με τις πρώτες δυσκολίες να μετανοήσουν οι Ισραηλίτες και να θελήσουν να γυρίσουν πίσω στην Αίγυπτο. Για να αποφευχθούν λοιπόν τα δύο αυτά ενδεχόμενα, ο Ισραήλ οδηγείται προς την Ερυθρά Θάλασσα. Καθοδηγούμενος και προστατευόμενος απ' τον προπορευόμενο Θεό του με τη μορφή «στήλης νεφέλης» τη μέρα και «στήλης πυρός» τη νύχτα, σημείων της θείας παρουσίας, περνά θαυματουργικά την Ερυθρά Θάλασσα και υμνεί το Θεό για τη σωτηρία του.

Η πορεία προς το Σινά δεν ήταν καθόλου εύκολη. Η έλλειψη τροφής και νερού έκανε τους Ισραηλίτες όχι μόνο να γογγύζουν, αλλά και να αμφιβάλλουν για τον Κύριο και Θεό τους. Θαυματουργικά και πάλι ο Θεός μεριμνά για τη διατροφή τους, προμηθεύοντας τους με μάννα και ορτύκια, καθώς επίσης φρόντισε και την παροχή νερού στο λαό του. Παρά ταύτα όμως οι διαμαρτυρίες του αγνώμονα λαού συνεχίζονται, ενώ ο κίνδυνος από την επίθεση των Αμαληκιτών παρέρχεται με τη νικηφόρα μάχη του Ιησού του Ναυή.

 

Ο Μωυσής παίρνει τις 10 εντολές

Τρίτο μέρος (19,1-40,38): Στο τρίτο μέρος του βιβλίου της Εξόδου ο ιερός συγγραφέας περιγράφει την αποκάλυψη στο Σινά, παραθέτει τη νομοθεσία με το Δεκάλογο και τις θρησκευτικές, νομικές και ηθικές διατάξεις και αφηγείται τα της συνομολόγησης της Διαθήκης. Ακολουθούν διατάξεις αναφορικά με τα αντικείμενα της λατρείας (Σκηνή του Μαρτυρίου, Κιβωτός της Διαθήκης, Τράπεζα της Προθέσεως, Επτάφωτη Λυχνία, Θυσιαστήριο Ολοκαυτωμάτων κλπ.), καθώς και η αφήγηση για τη λατρεία του χρυσού μόσχου. Το βιβλίο της Εξόδου τελειώνει με πληροφορίες για την κατασκευή των λατρευτικών αντικειμένων.

Πιο αναλυτικά, μέσα από μια μεγαλειώδη Θεοφάνεια, ο Κύριος συνήψε συνθήκη (διαθήκη) με το λαό του και του έδωσε τους νόμους του, που θα ρυθμίζουν την ηθική, κοινωνική και θρησκευτική ζωή του.

Τόσο η έξοδος από την Αίγυπτο όσο και τα γεγονότα που ακολούθησαν κατανοήθηκαν από τους Ισραηλίτες ως συνέπεια της σωτηριώδους επεμβάσεως του Θεού. Με τη διαθήκη που συνομολογείται στο Σινά καθορίζεται η ειδική σχέση με την οποία συνδέεται ο Θεός με το λαό του. Ο Θεός εξέλεξε τον Ισραήλ ως λαό του, τον απελευθέρωσε από την αιγυπτιακή σκλαβιά, τον προστάτευσε κατά την πορεία του στην έρημο και θα του χαρίσει μια γη για να εγκατασταθεί.. Ο Ισραήλ από την πλευρά του οφείλει να ανταποκριθεί στα όσα έκανε ο Θεός γι' αυτόν με μια ανάλογη συμπεριφορά, η οποία καθορίζεται από το νόμο της διαθήκης, όπου το κυριότερο τμήμα του αποτελεί ο Δεκάλογος (10 εντολές) και ανάλογη προσφορά λατρείας στο Θεό. Η σχέση αυτή δεν είναι βέβαια αδιατάρακτη. Οι Ισραηλίτες αθετούν από την πρώτη στιγμή τους όρους της διαθήκης, όπως έκανε με τη λατρεία του χρυσού μόσχου. Παρόλα αυτά όμως ο Θεός παραμένει πιστός σ' αυτήν, τους συγχωρεί και την ανανεώνει.

Το βιβλίο της Εξόδου τελειώνει με την ολοκλήρωση της Κιβωτού της Διαθήκης και της Σκηνής του Μαρτυρίου, δηλαδή του φορητού ναού των Εβραίων, που κατασκευάστηκε στην έρημο από το Μωυσή για τη λατρεία του Θεού.

 

 

 

ΛΕΥΪΤΙΚΟΝ

 

Το «Λευϊτικόν» είναι το τρίτο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης. Είναι ένα από τα βιβλία του κανόνα της Παλαιάς Διαθήκης. Στον Παλαιστινό (Ιουδαϊκό) Κανόνα συναριθμείται μεταξύ των πέντε πρώτων βιβλίων, που απαρτίζουν την συλλογή του Νόμου. Στον αντίστοιχο Αλεξανδρινό (Ελληνικό) Κανόνα είναι το τρίτο από τα πέντε βιβλία που αποτελούν την Πεντάτευχο και εντάσσεται στη συλλογή των Ιστορικών Βιβλίων.

Οι Εβραίοι ονομάζουν το βιβλίο αυτό "Βαγικρά", από τις δύο αρκτικές λέξεις του κειμένου που σημαίνουν "Και ανεκάλεσε". Το βιβλίο, σύμφωνα με την ελληνική μετάφραση των Εβδομήκοντα (Ο'), φέρει τον τίτλο «Λευϊτικόν», επειδή στο μεγαλύτερο μέρος του περιέχει τελετουργικές διατάξεις, την ευθύνη της τήρησης των οποίων είχε το προερχόμενο από τη φυλή Λευΐ ιερατείο. Η νομοθεσία που αναφέρεται στο βιβλίο πήρε την τελική της μορφή μεταγενέστερα, έχει όμως τις ρίζες της στην παλαιά τελετουργική παράδοση.

Συγγραφέας του βιβλίου του Λευιτικού και όλης της Πεντατεύχου φέρεται να είναι ο Μωυσής που την συνέγραψε κατά τη διάρκεια της μακράς πορείας των Ισραηλιτών στην έρημο.

 

 

ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΛΕΥΪΤΙΚΟΥ

 

Το βιβλίο συνιστά μια συλλογή λεπτομερών θυσιαστικών τυπικών και διατάξεων για τα καθήκοντα του ιερατείου. Αν και για το σύγχρονο άνθρωπο τα περίπλοκα τελετουργικά φαίνονται ξένα ή και, ως ένα βαθμό, βάρβαρα, για τους ανθρώπους της εποχής είχαν μεγάλη σημασία, γιατί προσέφεραν τη δυνατότητα αποκατάστασης των σχέσεων που διαταράσσονταν με την αμαρτία. Η σφαγή του ζώου από τη μια μεριά εκφράζει το μη αναστρέψιμο χαρακτήρα της βλάβης που προκλήθηκε με την αμαρτία, καθώς πάντα παραμένει ένας πόνος και η αποκατάσταση δεν μπορεί να είναι πλήρης. Από την άλλη δηλώνει την ετοιμότητα του ανθρώπου να κάνει μια νέα αρχή, προσφέροντας κάτι από την περιουσία του, χάνοντας δηλαδή ένα μέρος από τη δύναμη του, η κατάχρηση της οποίας συνιστά την αμαρτία.

Εκτός από τις διατάξεις που αφορούν κυρίως το ιερατείο, στο βιβλίο περιέχονται και διατάξεις για το λαό, προκειμένου αυτός να αποκτήσει την απαιτούμενη για τη συμμετοχή στη λατρεία του Θεού καθαρότητα. Στις διατάξεις αυτές περιλαμβάνονται απλοί κανόνες υγιεινής και διατροφής αλλά και νόμοι που ρυθμίζουν τη συμπεριφορά των ανθρώπων απέναντι στους συνανθρώπους τους. Παρά τον πρακτικό χαρακτήρα των παραπάνω διατάξεων, στόχος τους είναι να βοηθήσουν το λαό του Θεού να αποφύγει την πτώση του στην ειδωλολατρία.

 

Το περιεχόμενο του βιβλίου είναι δυνατό να επισκοπηθεί σε τρεις ενότητες:

Πρώτο μέρος (κεφ.1-16). Στο πρώτο μέρος του βιβλίου εξιστορείται η καθιέρωση του αρχιερέα Ααρών και των απογόνων του και παρατίθενται διατάξεις, που αφορούν στις αιματηρές θυσίες και τις αναίμακτες προσφορές. Ακολουθούν διατάξεις αναφορικά με τα καθαρά και ακάθαρτα ζώα, τη διάγνωση και την κάθαρση της λέπρας, καθώς και τον καθαρισμό ανδρών και γυναικών. Το πρώτο μέρος τελειώνει με την περιγραφή του τυπικού της θυσίας της Ημέρας του Εξιλασμού.

Δεύτερο μέρος (κεφ.17-26). Στο μέρος αυτό παρατίθενται μεταξύ άλλων ο νόμος περί αγιότητας, που περιλαμβάνει διατάξεις για τη σφαγή των κατάλληλων για τροφή και θυσία ζώων, την τιμωρία της βλασφημίας, τις απαγορευμένες συνευρέσεις, τους ιερείς και τα καθήκοντα τους, τις τρεις μεγάλες ετήσιες γιορτές (Πάσχα-Άζυμα, Πεντηκοστή, Σκηνοπηγία), καθώς και για την Ημέρα του Εξιλασμού. Ακολουθεί η θέσπιση δύο μεγάλης σημασίας κοινωνικών θεσμών, του Σαββατικού και του Ιωβηλαίου έτους και ορίζονται οι νομικές υποχρεώσεις των Ισραηλιτών σχετικά με την τήρηση τους.

Τρίτο μέρος (κεφ.27). Εδώ περιέχονται διατάξεις σχετικές με την εξαγορά της προς το Θεό ευχής και δεκάτης.

 

Η ένταξη των τελετουργικών διατάξεων στο ιστορικό πλαίσιο των γεγονότων της εξόδου και της ερήμου έχει ιδιαίτερη θεολογική σημασία, Ο Ισραήλ δεν γνωρίζει το Θεό μέσα από μυθικές αφηγήσεις ή φιλοσοφικές αναζητήσεις, αλλά μέσα από την εμπειρία των θείων ενεργειών στην ιστορία του. Οι Ισραηλίτες καλούνται να λατρέψουν το Θεό για συγκεκριμένες επεμβάσεις του μέσα στην πρόσφατη ιστορία τους. Έτσι, με τη στερεότυπη επανάληψη της φράσης «Εγώ είμαι ο Κύριος» μετά από κάθε εντολή, ο Θεός δεν εμφανίζεται σαν τυραννικός δυνάστης, το άκουσμα του ονόματος του οποίου προκαλεί τρόμο στους υπηκόους του και υπαγορεύει υποταγή, αλλά ως στοργικός πατέρας που ζητάει από τους ανθρώπους μια ανάλογη με τη δική του συμπεριφορά. Η βασική αρχή του βιβλίου «να είστε άγιοι, γιατί εγώ, ο Κύριος ο Θεός σας, είμαι άγιος» διατηρεί την αιώνια ισχύ της.

 

 

 

ΟΙ ΑΡΙΘΜΟΙ

 

Το βιβλίο των «Αριθμών» είναι το τέταρτο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης. Είναι ένα από τα βιβλία του κανόνα της Παλαιάς Διαθήκης. Στον Παλαιστινό (Ιουδαϊκό) Κανόνα συναριθμείται μεταξύ των πέντε πρώτων βιβλίων, που απαρτίζουν την συλλογή του Νόμου. Στον αντίστοιχο Αλεξανδρινό (Ελληνικό) Κανόνα είναι το τέταρτο από τα πέντε βιβλία που αποτελούν την Πεντάτευχο και εντάσσεται στη συλλογή των Ιστορικών Βιβλίων.

Οι Εβραίοι ονομάζουν το βιβλίο αυτό "Μπαμιντμπάρ", ή "Μπεμιντμπάρ'" από την αρχική λέξη του κειμένου που σημαίνει "Και ελάλησε". Οι Εβδομήκοντα που προέβησαν στη μετάφρασή του, το ονόμασαν «Αριθμοί», από το γεγονός ότι σ' αυτό αναφέρονται οι δύο βασικές αριθμήσεις των μαχόμενων Ισραηλιτών, όπου η μεν πρώτη αρχίζει από τον 2ο μήνα του 2ου έτους της εξόδου από την Αίγυπτο και η δεύτερη περίπου 39 χρόνια μετά, λίγο πριν την είσοδο των Ισραηλιτών στη Γη της επαγγελίας.

Συγγραφέας του βιβλίου των Αριθμών και όλης της Πεντατεύχου φέρεται να είναι ο Μωυσής που την συνέγραψε κατά τη διάρκεια της μακράς πορείας των Ισραηλιτών στην έρημο. Ο βασικός στόχος του βιβλίου είναι ότι, όπως η έξοδος από την Αίγυπτο, έτσι και η είσοδος στη Χαναάν δεν θα είναι επίτευγμα της δύναμης και της γενναιότητας των Ισραηλιτών, αλλά συνέπεια της πίστης τους στο Θεό, ο οποίος ευεργετεί το λαό του.

 

 

ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΩΝ ΑΡΙΘΜΩΝ

 

Ο Μωυσής βγάζει νερό από το βράχο

Στο βιβλίο των Αριθμών συνεχίζεται η ιστορία από το τέλος του βιβλίου της Εξόδου, δηλαδή από το δεύτερο μήνα του δεύτερου έτους της εξόδου των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο. Η εξιστόρηση συνολικά καλύπτει περίοδο σαράντα ετών και περιλαμβάνει αφηγήσεις των περιπλανήσεων των Ισραηλιτών στην έρημο μετά την αναχώρησή τους από το Σινά και διατάξεις τελετουργικού και ηθικού χαρακτήρα, που συμπληρώνουν τη νομοθεσία του Σινά.

 

Αναλυτικότερα, το βιβλίο περιλαμβάνει αφήγηση για την απογραφή των δώδεκα φυλών και τη διάταξή τους στο ισραηλιτικό στρατόπεδο (κεφ. 1-2), αναφέρεται στους Λευίτες και τα καθήκοντά τους (κεφ. 3-4), παραθέτει τελετουργικές διατάξεις και το νόμο περί Ναζηραίων (κεφ. 5-6) και μνημονεύει τις προσφορές των αρχηγών των φυλών (κεφ. 7). Τέλος ακολουθούν ειδικές οδηγίες προς το ιερατείο (κεφ. 8) και γενικές προς τους Ισραηλίτες (κεφ. 9). Μετά από το νομικό αυτό υλικό συνεχίζεται στο Αρ. 10,11 η ιστορική αφήγηση της πορείας των Ισραηλιτών, η οποία είχε διακοπεί στο Εξ. 24,18.

Σύμφωνα λοιπόν με τη βιβλική παράδοση, οι Ισραηλίτες αναχωρούν από το Σινά με κατεύθυνση τη Χαναάν και παραμένουν για πολύ χρόνο στην έρημο νότια της Βηρσαβεέ, στην περιοχή της Κάδης, διαμαρτυρόμενοι προς το Μωυσή για το φαγητό και τις ταλαιπωρίες τους. Ο Κύριος έστειλε ορτύκια στο στρατόπεδο για να φάνε οι Ισραηλίτες. Αμέσως μετά διατυπώθηκαν αμφισβητήσεις για την αυθεντία του Μωυσή ακόμα και από τη Μαριάμ και τον Ααρών, η οποία κατέληξε στη συμβολική τιμωρία της Μαριάμ από τον Κύριο με λέπρα (Αρ. κεφ. 12). Ύστερα ο Μωυσής έστειλε 12 κατασκόπους στη Χαναάν για να εξερευνήσουν τη χώρα. Αυτοί όταν επέστρεψαν είπαν βέβαια ότι στη χώρα ρέει «γάλα και μέλι», αλλά είπαν όμως ότι η χώρα κατοικείται από έθνη ισχυρά με πόλεις καλά οχυρωμένες και μεταξύ αυτών υπήρχαν και ένας λαός γιγάντων, όπου μπροστά τους αυτοί ήταν πολύ μικροί. Στο άκουσμα αυτών των ειδήσεων έκαναν τους Ισραηλίτες να εξεγερθούν κατά του Μωυσή και των συνεργατών του με αίτημα την επιστροφή τους στην Αίγυπτο. Ακολουθεί η παρέμβαση του Κυρίου, ο οποίος σώζει το Μωυσή και τους συνεργάτες του από βέβαιο θάνατο και τιμωρεί παραδειγματικά τους Ισραηλίτες με σαραντάχρονη πορεία στην έρημο, έως ότου φύγει όλη αυτή η γενιά η άπιστη (Αρ. κεφ. 13-14).

Της εξέγερσης των Ισραηλιτών ακολουθούν διατάξεις αναφορικά με τις ποσότητες των προσφορών, τις διατάξεις για την εξιλέωση των εξ αμελείας παραβάσεων και το Σάββατο. Ακολουθεί η αφήγηση για τη θαυμαστή άνθηση της ράβδου του Ααρών, καθώς και νέες διατάξεις για τα καθήκοντα και τα δικαιώματα των Λευιτών και το βιβλίο επανέρχεται στην ιστορική αφήγηση περιγράφοντας τα τελευταία γεγονότα των περιπλανήσεων στην έρημο (Αρ. κεφ. 15).

Ακολουθεί η ανταρσία των Κορέ, Δαθάν και Αβειρών και η παραδειγματική τιμωρία τους από τον Κύριο. Αμέσως μετά μια ομάδα Ισραηλιτών θα προσπαθήσει να μπει στη Χαναάν από το νότο βασιζόμενοι στις δικές τους δυνάμεις, αλλά κατανικήθηκαν από τους Αμαληκίτες και τους Χαναναίους, με οδυνηρές γι' αυτούς συνέπειες (Αρ. κεφ. 16-17). Το βιβλίο συνεχίζει με διατάξεις για τους ιερείς και τους Λευίτες, καθώς και με διατάξεις εξαγνισμού (Αρ. κεφ. 18-19).

Τα θανατηφόρα φίδια

Ύστερα από τη σαραντάχρονη περιπλάνηση των Ισραηλιτών στην έρημο, οι Ισραηλίτες έφτασαν νότια της Χαναάν στην Κάδης. Εκεί πέθανε η Μαριάμ και ακολούθησε νέος γογγυσμός του λαού κατά του Μωυσή, ο οποίος με τη βοήθεια του Κυρίου, έβγαλε θαυματουργικά νερό μέσα από ένα βράχο για να πιει ο λαός. Από την Κάδης ο Μωυσής έστειλε αγγελιοφόρους στο βασιλιά της Εδώμ ζητώντας την άδεια να περάσουν οι Ισραηλίτες μέσα από τη χώρα του ειρηνικά. Όμως παρά την υπόσχεση του Μωυσή για ειρηνική διέλευση, ο Εδωμίτης βασιλιάς αρνήθηκε στους Ισραηλίτες να περάσουν από τη χώρα του. Έτσι οι Ισραηλίτες αναγκάστηκαν να παρακάμψουν την Εδώμ για λόγους ασφαλείας και να βαδίσουν κατά μήκος των δυτικών συνόρων της. Εκεί στα σύνορα με την Εδώμ, κοντά στο όρος Ωρ, πέθανε και ο Ααρών. Αμέσως μετά οι Ισραηλίτες λιγοψύχησαν και πάλι και έχασαν την εμπιστοσύνη τους στον Κύριο, ο οποίος τους τιμώρησε με φαρμακερά φίδια (Αρ. κεφ. 20-21,9).

Μετά το επεισόδιο αυτό οι Ισραηλίτες βάδισαν προς τα ανατολικά, άφησαν στα αριστερά τους τη Μωάβ και απ' εκεί πλησίασαν το βασίλειο του Σηών, αλλά και αυτός αρνήθηκε να επιτρέψει τη διέλευσή τους μέσα από τη χώρα του. Στη σύγκρουση που ακολούθησε οι Ισραηλίτες νίκησαν του στρατό του Αμορραίου βασιλιά Σηών και κατέλαβαν τη χώρα. Την ίδια τύχη είχε και ο βασιλιάς της Βασάν Ωγ (Αρ. 21,10-35). Έτσι οι Ισραηλίτες, αφού κατέλαβαν όλη την ανατολική πλευρά του Ιορδάνη, στρατοπέδευσαν απέναντι από την Ιεριχώ και ήταν έτοιμοι να εισβάλουν στη Χαναάν.

Σ' αυτό το σημείο το βιβλίο αφηγείται την ιστορία του Βαβυλώνιου μάντη Βαλαάμ, ο οποίος ενώ προσκλήθηκε από το βασιλιά της Μωάβ Βαλάκ να καταραστεί τους Ισραηλίτες, προφήτεψε, ως όργανο του Θεού, τη νικηφόρα έκβαση του αγώνα τους (Αρ. κεφ. 22-24).

Ακολουθεί η λατρεία μιας μερίδας Ισραηλιτών του Βάαλ, η δεύτερη απογραφή των Ισραηλιτών λίγο πριν την είσοδό τους στη Γη της επαγγελίας και η εκλογή του Ιησού του Ναυή ως χαρισματικού διαδόχου του Μωυσή (Αρ. κεφ. 25-27). Ακολουθούν διατάξεις για τις προσφορές και τα τάματα και η τιμωρία των Μαδιανιτών, οι οποίοι παρέσυραν μια μερίδα Ισραηλιτών στη λατρεία του Βάαλ (Αρ. κεφ. 28-31). Το βιβλίο τελειώνει με πληροφορίες για την εγκατάσταση των φυλών Ρουβήν, Γαδ, καθώς και της μισής φυλής Μανασσή ανατολικά του Ιορδάνη, με την ανασκόπηση της ιστορίας στην έρημο κατά τα σαράντα χρόνια των περιπλανήσεων, με τις πόλεις των Λευιτών και τις πόλεις-άσυλα, και τέλος με την παράθεση οδηγιών και διατάξεων (Αρ. κεφ. 32-36).

 

 

 

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ

 

Το «Δευτερονόμιον» είναι το πέμπτο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης. Είναι ένα από τα βιβλία του κανόνα της Παλαιάς Διαθήκης. Στον Παλαιστινό (Ιουδαϊκό) Κανόνα συναριθμείται μεταξύ των πέντε πρώτων βιβλίων, που απαρτίζουν την συλλογή του Νόμου. Στον αντίστοιχο Αλεξανδρινό (Ελληνικό) Κανόνα είναι το τρίτο από τα πέντε βιβλία που αποτελούν την Πεντάτευχο και εντάσσεται στη συλλογή των Ιστορικών Βιβλίων.

Οι Εβραίοι ονομάζουν το βιβλίο αυτό "Ελ χαντεμπαρίμ", από τις αρχικές λέξεις του κειμένου που σημαίνουν "Αυτοί οι λόγοι" (Ούτοι οι λόγοι). Οι Εβδομήκοντα που προέβησαν στη μετάφρασή του, το ονόμασαν, Δευτερονόμιο, αφενός από το γεγονός ότι έτσι αναφέρεται στο Κεφ. 17,18 και αφετέρου γιατί με τη προσωνυμία αυτή εκφράζεται ακριβέστερα το όλο περιεχόμενο του κειμένου, που αποτελεί στο μεγαλύτερο μέρος του επανάληψη της νομοθεσίας που παρατίθεται στο βιβλίο της Εξόδου με ορισμένες συμπληρώσεις και προσαρμογές στις νέες συνθήκες ζωής μετά την εγκατάσταση των Ισραηλιτών στη Χαναάν.

Συγγραφέας του βιβλίου του Λευιτικού και όλης της Πεντατεύχου φέρεται να είναι ο Μωυσής που την συνέγραψε κατά τη διάρκεια της μακράς πορείας των Ισραηλιτών στην έρημο.

 

 

ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΥ

 

Το Δευτερονόμιο περιέχει τρεις λόγους του Μωυσή, τους οποίους απηύθυνε όταν οι Ισραηλίτες ήταν στρατοπεδευμένοι στις πεδιάδες της Μωάβ, πέρα από τον Ιορδάνη. Το Δευτερονόμιο δεν έχει το απέριττο ύφος της αφήγησης ούτε τη σχολαστικότητα της νομοθεσίας στη διατύπωση τελετουργικών διατάξεων. Έχει ομιλητικό ύφος, δραματικότητα στο λόγο και παραινετικό χαρακτήρα. Το βιβλίο κάνει έναν απολογισμό στην ιστορία και στα γεγονότα που συνέβησαν μετά την αναχώρηση των Ισραηλιτών από το Σινά και μια διασάφηση των βασικών αρχών του Δεκαλόγου και της νομοθεσίας του Σινά, που γίνεται με τη μορφή τριών λόγων τους οποίους εκφωνεί ο Μωυσής λίγο πριν από το θάνατό του. Στις ομιλίες αυτές ο Μωυσής υπενθυμίζει στο λαό του τις διάφορες ευεργεσίες του Θεού στο διάστημα των 40 ετών που παρήλθαν από την έξοδο.

Κεντρικό θέμα του Δευτερονομίου αποτελεί ο τονισμός της μοναδικότητας του Θεού, από την οποία απορρέει η διδασκαλία για την ενότητα πίστης, λατρείας και ηθικής, καθώς και η υποχρέωση των Ισραηλιτών για πιστή τήρηση των διατάξεων του Νόμου. Ο Θεός εξέλεξε από αγάπη και μόνο τον Ισραήλ ως λαό του και συνήψε μαζί του διαθήκη. Προϋπόθεση για την πιστότητα του Θεού στους όρους της διαθήκης είναι η πιστότητα του λαού στην τήρηση του νόμου του ενός και μοναδικού Θεού, ο οποίος λατρεύεται σε ένα και μοναδικό ιερό.

 

Το περιεχόμενο του κάθε λόγου συνοπτικά έχει ως εξής

Πρώτος λόγος (κεφ. 1-4). Στον πρώτο λόγο του ο Μωυσής κάνει μια ανασκόπηση της πρόσφατης ιστορίας από τη νομοθεσία του Σινά και εξής. Αναφέρεται στη ζωή της ερήμου, στους δώδεκα κατασκόπους, στους γογγυσμούς του λαού και στην προειδοποίηση του Θεού ότι κανένας από τη γενιά που βγήκε από την Αίγυπτο, δεν θα αξιωθεί να μπει στη Χαναάν. Η επισκόπηση της ιστορίας της ερήμου τελειώνει με αναφορά σε γεγονότα της τελευταίας περιόδου, όπως στην κατατρόπωση του Σηών και του Ωγ και στη διανομή της ανατολικής πλευράς του Ιορδάνη στις φυλές Ρουβήν, Γαδ και στη μισή φυλή Μανασσή. Η επισκόπηση γίνεται για να τονιστεί η συμπαράσταση του Θεού στον αγώνα των Ισραηλιτών για επιβίωση. Ακολουθεί μια σειρά παραινέσεων με τις οποίες παροτρύνεται ο Ισραήλ να φυλάξει και να τηρήσει όσα ο Νόμος προστάζει, όχι μόνο γιατί σ' αυτόν οφείλει τη ζωή του, αλλά και γιατί είναι το μόνο έθνος στον κόσμο που αξιώθηκε να έχει ένα τέτοιο (αιώνιο) Νόμο. Ο συγγραφέας του Δευτερονομίου τονίζει ακόμη την ανάγκη της πιστότητας του λαού στη Διαθήκη Κυρίου και προτρέπει την αποφυγή της ειδωλολατρίας, απαγορεύει την αναπαράσταση του Θεού με μορφές ανθρώπων, ζώων, πτηνών, ερπετών κλπ..

 

Δεύτερος λόγος (κεφ. 5-28). Με συχνές αναφορές στα περιστατικά της Εξόδου και την ιστορία της ερήμου, από τις οποίες αντλεί πολύτιμα θεολογικά διδάγματα, ο Μωυσής επισημαίνει στο δεύτερο λόγο του βασικές διδασκαλίες, τις οποίες μάλιστα επεξεργάζεται σε βάθος. Η αναφορά στην Εκλογή - Διαθήκη, αγάπη, πιστότητα και αμέριστη συμπαράσταση του Θεού προς τον περιούσιο λαό του κλπ. αποσκοπεί στο να θεμελιώσει το κήρυγμά του σε θεολογικές βάσεις.

Στην αρχή παραθέτει τον Δεκάλογο σε μορφή που λίγο διαφέρει απ' εκείνη της Εξόδου. Στη συνέχεια ο Μωυσής, προτρέπει τους Ισραηλίτες όχι μόνο να μη συνάψουν συνθήκη με τους Χαναναίους και να 'ρθουν σε επιγαμία μαζί τους, αλλά να καταστρέψουν τα είδωλά τους και να τους εξολοθρέψουν. Ο Μωυσής παροτρύνει τους ισραηλίτες να αποφεύγουν την ειδωλολατρία, ν' αγαπούν και να λατρεύουν τον Κύριο.

Ακολουθεί μια σειρά απαγορεύσεων που αναφέρονται στην αλλοίωση του Νόμου, στην αποστασία και στην υιοθέτηση ξένων συνηθειών, καθώς και προτροπών για την προσφορά στο Ναό δεκάτης ή την απόδοσή της σε χρήμα για την ενίσχυση των άκληρων Λευιτών, των προσηλύτων, ορφανών και χηρών, για την άφεση των χρεών και τη δανειοδότηση των Ισραηλιτών κατά το Σαββατικό Έτος. Άλλες διατάξεις αφορούν στην απελευθέρωση των δούλων, την αφιέρωση των πρωτοτόκων των ζώων, την τήρηση των τριών μεγάλων ετήσιων γιορτών, τα καθήκοντα των δικαστών, τα δικαιώματα των Λευιτών, τους ψευδοπροφήτες και τους προφήτες, τις πόλεις-άσυλα όπου μπορούσαν να καταφεύγουν οι ακούσιοι φονιάδες και την ανάγκη θεμελίωσης κατηγορίας στη μαρτυρία δύο τουλάχιστον μαρτύρων. Σε μια νέα σειρά διατάξεων αντιμετωπίζονται θέματα σχετικά με το δίκαιο του πολέμου, όπως και του γάμου, του διαζυγίου, της ξένης ιδιοκτησίας, της μοιχείας κλπ.

Ο δεύτερος λόγος του Μωυσή τελειώνει με τη διαβεβαίωση ότι, αν ο λαός φυλάξει αναλλοίωτο το Νόμο και τον εφαρμόσει στη ζωή του, θα τον αναδείξει σε άγιο και ευλογημένο λαό, αν όμως παραβεί τις εντολές θα είναι επικατάρατος και θα υποστεί τις συνέπειες της παρακοής.

 

Τρίτος λόγος (κεφ. 29-30). Και στο λόγο αυτό προτρέπεται ο Ισραήλ να παραμείνει πιστός στη Διαθήκη και να τηρεί το Νόμο, όπως τον παρέλαβε. Στην επιτακτική αυτή ανάγκη αναφέρεται με πάθος ο συγγραφέας του Δευτερονομίου, προσπαθώντας να δείξει ότι τήρηση του Νόμου δεν σημαίνει δουλική υποταγή σε διατάξεις, αλλά ελεύθερη εκλογή ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο, στο καλό και στο κακό, στην ευλογία και στην κατάρα. Για την πλήρωση των σκοπών της Εκλογής και της Διαθήκης αλλά και για το δικό του καλό προτρέπεται ο Ισραήλ να επιλέξει τη ζωή, το καλό και την ευλογία.

 

Μετά τους τρεις λόγους, στο τελευταίο μέρος του βιβλίου (κεφ. 31-34), ακολουθεί μια ιστορική αφήγηση που αναφέρεται στις τελευταίες μέρες του Μωυσή. Σ' αυτήν ενθαρρύνεται ο διάδοχός του Ιησούς του Ναυή στο δύσκολο ηγετικό ρόλο που πρόκειται να αναλάβει και δίνεται η διαβεβαίωση στη νέα γενιά ότι παρά τις πονηρίες της θα αξιωθεί να εισέλθει στη Χαναάν. Ακολούθως παρέχεται η πληροφορία ότι ο Μωυσής έγραψε όλους τους λόγους του νόμου αυτού σε βιβλίο και τους παρέδωσε στους Λευίτες για να τους τοποθετήσουν στην Κιβωτό της Διαθήκης του Κυρίου.

Ακολουθεί ωδή του Μωυσή, στην οποία ύστερα από επισκόπηση της ιστορίας ελέγχεται ο λαός για την αποστασία του και προτρέπεται να επιστρέψει στο Θεό του. Το βιβλίο του Δευτερονομίου τελειώνει με την ευλογία του Μωυσή και με την περιγραφή του θανάτου και της ταφής του.

 

 

 

ΠΗΓΕΣ

Α) "Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη"

Δαμιανού Αθ. Δόϊκου, Καθηγητή Α.Π.Θ.

Β) "Η Αγία Γραφή",

Ελληνική Βιβλική Εταιρία.

 

 

ΑΡΧΙΚΗ

ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΙΣΤΟΡΙΑ Π.Δ.

ΠΡΟΣΩΠΑ Π.Δ.

ΔΙΚΑΙΟΙ Π.Δ.

ΜΩΥΣΗΣ

ΓΕΝΕΣΙΣ

ΕΞΟΔΟΣ

ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ

ΑΡΙΘΜΟΙ

ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ

ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΕΝΟΤΗΤΕΣ Π.Δ.

ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ & ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ Π.Δ.

ΛΑΟΙ & ΦΥΛΕΣ

ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΩΝ ΟΡΩΝ

ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ