ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

         

ΗΣΑΪΑΣ

ΚΕΦ. 36-37

  

ΑΡΧΙΚΗ

ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΗΣΑΪΑΣ

   

 Η ΕΠΙΔΡΟΜΗ ΤΩΝ ΑΣΣΥΡΙΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ

ΚΑΙ Η ΠΑΝΩΛΕΘΡΙΑ ΤΟΥΣ

Ησαΐας

Ο προφήτης Ησαΐας

Στη χριστιανική Βίβλο το έργο κατατάσσεται στα Προφητικά Βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, επικεφαλής της υποομάδας «Μεγάλοι Προφήτες», ενώ στην ιουδαϊκή Βίβλο στην ομάδα «Προφήτες» και βρίσκεται επικεφαλής της υποομάδας «Μεταγενέστεροι Προφήτες».

                                                                                                   

 Ο προφήτης Ησαΐας, με το όνομα του οποίου τιτλοφορείται το ομώνυμο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης, κλήθηκε στο προφητικό αξίωμα με μεγαλειώδες όραμα το 736 π.Χ., έτος του θανάτου του βασιλιά Ουζία, και έδρασε στην Ιερουσαλήμ κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 8ου π.Χ. αιώνα, στα χρόνια των βασιλιάδων Ιωθάμ, Άχαζ και Εζεκία.

Η δράση του συμπίπτει με μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο της ιστορίας του βασιλείου του Ιούδα. Προκειμένου να αντιμετωπιστεί η ασσυριακή επεκτατικότητα προς τα δυτικά, οι βασιλιάδες Φεκάχ του Ισραήλ και Ρεσίν των Αραμαίων συμμάχησαν και στη συμμαχία τους προσκάλεσαν και τους ηγεμόνες των γειτονικών χωρών. Η άρνηση τελικά του βασιλιά Άχαζ του Ιούδα να συμμετάσχει στη συμμαχία είχε ως συνέπεια το να βαδίσει ο συνασπισμένος στρατός Ισραηλιτών και Αραμαίων κατά της Ιερουσαλήμ. Για να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο ο Άχαζ κάλεσε σε βοήθεια τους Ασσυρίους, οι οποίοι κατέλυσαν το αραμαϊκό βασίλειο, κατέλαβαν μεγάλα τμήματα του βόρειου βασιλείου του Ισραήλ και οδήγησαν μέρος του πληθυσμού στην αιχμαλωσία. Αλλά και ο σύμμαχος των Ασσυρίων, ο Άχαζ, κατέληξε υποτελής τους. Άμεση συνέπεια της πολιτικής υποτέλειας υπήρξε η είσοδος ειδωλολατρικών στοιχείων στην ιουδαϊκή λατρεία, τα οποία προσπάθησε να απομακρύνει ο διάδοχος του Άχαζ, Εζεκίας, επαναστατώντας κατά των Ασσυρίων και επιχειρώντας θρησκευτική μεταρρύθμιση. Οι Ασσύριοι εισέβαλαν στον Ιούδα, αλλά απέτυχαν τελικά να καταλάβουν την Ιερουσαλήμ.

 

Το περιεχόμενο του βιβλίου συνιστά μια συλλογή προφητειών που διαιρούνται σε τρεις ενότητες.

Στην πρώτη ενότητα (κεφ. 1-39) περιέχονται κυρίως απειλητικοί λόγοι κατά του βασιλείου του Ιούδα και της Ιερουσαλήμ, καθώς και κατά των γειτονικών λαών, αλλά και μεσσιανικές εξαγγελίες και εσχατολογικές προφητείες. Με το ελεγκτικό του κήρυγμα ο προφήτης καλεί το λαό του Θεού σε μετάνοια, ώστε να αποφευχθεί η επερχόμενη καταστροφή.

Στη δεύτερη ενότητα (κεφ. 40-55) υπάρχουν προρρήσεις, προτροπές και παρηγορητικοί λόγοι προς τους αιχμαλώτους στη Βαβυλώνα Ιουδαίους. Σημαντική θέση κατέχουν στην ενότητα αυτή τα τέσσερα μεσσιανικού περιεχομένου άσματα. Η καταστροφή που προαναγγέλθηκε στις προφητείες της πρώτης ενότητας επήλθε, και το κήρυγμα του προφήτη γίνεται τώρα παρηγορητικό και ελπιδοφόρο.

Η τρίτη ενότητα (κεφ. 56-66) περιέχει ενθαρρυντικούς λόγους για τους Ιουδαίους που επιστρέφουν μετά την αιχμαλωσία στη χώρα τους, ώστε να αντιμετωπίσουν τις δύσκολες καταστάσεις, καθώς και προρρήσεις για την τελική νίκη του Μεσσία και το ένδοξο μέλλον του Ισραήλ και της Ιερουσαλήμ.

 

Κεντρικό στοιχείο του κηρύγματος του προφήτη Ησαΐα είναι η αγιότητα του Θεού, η οποία αντιδιαστέλλεται προς την αμαρτωλότητα των ανθρώπων. Τονίζεται ακόμη η μοναδικότητα του Θεού, ο οποίος είναι κύριος του κόσμου και της ιστορίας, Κατά συνέπεια, η σωτηρία του Ισραήλ δεν εξασφαλίζεται από τις στρατιωτικές συμμαχίες, αλλά από την επιστροφή στο Θεό. Η αποστασία του λαού από το Θεό θα έχει αναπόφευκτη συνέπεια την κρίση του Θεού που θα εκδηλωθεί με καταστροφή. Μόνο ένα υπόλοιπο θα διασωθεί, από το οποίο θα ξαναγεννηθεί ο νέος λαός του Θεού. Τονίζεται ακόμη η ιδέα της μοναδικότητας και της παγκοσμιότητας του Θεού και προβάλλει καθαρότερα η μορφή του Μεσσία.

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 36- Η επιδρομή των Ασσυρίων, που ζητούν την παράδοση της Ιερουσαλήμ.

Ησ. 36,1            Καὶ ἐγένετο τοῦ τεσσαρεσκαιδεκάτου ἔτους, βασιλεύοντος Ἐζεκίου, ἀνέβη Σενναχηρεὶμ βασιλεὺς Ἀσσυρίων ἐπὶ τὰς πόλεις τῆς Ἰουδαίας τὰς ὀχυρὰς καὶ ἔλαβεν αὐτάς.

Ησ. 36,1                    Κατά το δέκατον τέταρτον έτος της βασιλείας του Εζεκίου ο βασιλεύς των Ασσυρίων Σενναχηρείμ επήλθεν εναντίον των οχυρών πόλεων της Ιουδαίας, τας οποίας και κατέλαβε.

Ησ. 36,2            καὶ ἀπέστειλε βασιλεὺς Ἀσσυρίων τὸν Ῥαψάκην ἐκ Λαχεὶς εἰς Ἱερουσαλὴμ πρὸς τὸν βασιλέα Ἐζεκίαν μετὰ δυνάμεως πολλῆς, καὶ ἔστη ἐν τῷ ὑδραγωγῷ τῆς κολυμβήθρας τῆς ἄνω ἐν τῇ ὁδῷ τοῦ ἀγροῦ τοῦ γναφέως.

Ησ. 36,2                    Αυτός ο βασιλεύς των Ασσυρίων απέστειλεν εκπροσωπόν του από την Λαχείς εις την Ιερουσαλήμ προς τον βασιλέα Εζεκίαν, τον Ραψάκην, με πολλήν στρατιωτικήν δύναμιν. Ο Ραψάκης ήλθε και εστάθη εις την επάνω δεξαμένην του υδραγωγείου της πόλεως Ιερουσαλήμ, στον δρόμον που ωδηγούσε στον αγρόν του λευκαντού ενδυμάτων.

Ησ. 36,3            καὶ ἐξῆλθε πρὸς αὐτὸν Ἑλιακεὶμ ὁ τοῦ Χελκίου ὁ οἰκονόμος καὶ Σομνᾶς ὁ γραμματεὺς καὶ Ἰωὰχ ὁ τοῦ Ἀσὰφ ὁ ὑπομνηματογράφος.

Ησ. 36,3                    Εκ μέρους του βασιλέως Εζεκίου ήλθον προς τον Ραψάκην πρέσβεις ο Ελιακείμ υιός του Χελκίου ο οικονόμος, Σομνάς ο γραμματεύς, και ο Ιωάχ υιός του Ασάφ, ο χρονικογράφος.

Ησ. 36,4            καὶ εἶπεν αὐτοῖς Ῥαψάκης· εἴπατε Ἐζεκίᾳ· τάδε λέγει ὁ βασιλεὺς ὁ μέγας, βασιλεὺς Ἀσσυρίων· τί πεποιθὼς εἶ;

Ησ. 36,4                    Ο Ραψάκης είπε προς αυτούς· “είπατε στον Εζεκίαν· αυτά λέγει ο μέγας βασιλεύς των Ασσυρίων· τι έχεις και εις τι στηρίζεις την πεποίθησίν σου, ώστε να ανθίστασαι;

Ησ. 36,5            μὴ ἐν βουλῇ ἢ λόγοις χειλέων παράταξις γίνεται; καὶ νῦν ἐπὶ τίνα πέποιθας, ὅτι ἀπειθεῖς μοι;

Ησ. 36,5                    Μηπως η μάχη διεξάγεται με αποφάσεις μόνον και με λόγια; Τωρα, λοιπόν, εις ποίον συ έχεις την πεποίθησίν σου και ανθιστάσαι εις εμέ;

Ησ. 36,6            ἰδοὺ πεποιθὼς εἶ ἐπὶ τὴν ῥάβδον τὴν καλαμίνην τὴν τεθλασμένην ταύτην, ἐπ᾿ Αἴγυπτον· ὡς ἂν ἐπιστηριχθῇ ἀνὴρ ἐπ᾿ αὐτήν, εἰσελεύσεται εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ, καὶ τρήσει αὐτήν· οὕτως ἐστὶ Φαραὼ βασιλεὺς Αἰγύπτου καὶ πάντες οἱ πεποιθότες ἐπ᾿ αὐτῷ.

Ησ. 36,6                    Αλλά έχεις την πεποίθησίν σου εις την Αίγυπτον, εις την καλαμένιαν και σπασμένην αυτήν ράβδον. Εάν κανείς θελήση να στηριχθή επάνω εις αυτήν, εκείνη θα μπη στο χέρι του και θα το τρυπήση. Τέτοιος είναι ο βασιλεύς της Αιγύπτου, ο Φαραώ, και όλοι όσοι έχουν στηρίζει την πεποίθησίν των εις αυτόν.

Ησ. 36,7            εἰ δὲ λέγετε· ἐπὶ Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν πεποίθαμεν,

Ησ. 36,7                    Εάν δε εξ άλλου λέγετε· ημείς έχομεν στηρίξει την πεποίθησιν μας εις Κυριον τον Θεόν μας·

Ησ. 36,8            νῦν μείχθητε τῷ κυρίῳ μου τῷ βασιλεῖ Ἀσσυρίων, καὶ δώσω ὑμῖν δισχιλίαν ἵππον, εἰ δυνήσεσθε δοῦναι ἀναβάτας ἐπ᾿ αὐτούς.

Ησ. 36,8                    εάν έχετε πεποίθησιν στον Θεόν σας, συγκρουσθήτε, λοιπόν, προς τον κύριόν μου τον βασιλέα των Ασσυρίων και εγώ υπόσχομαι να δώσω εις σας δύο χιλιάδας ίππους, αν θα ημπορέσετε να βρήτε αναλόγους δι' αυτούς ιππείς.

Ησ. 36,9            καὶ πῶς δύνασθε ἀποστρέψαι εἰς πρόσωπον τῶν τοπαρχῶν; οἰκέται εἰσὶν οἱ πεποιθότες ἐπ᾿ Αἰγυπτίοις εἰς ἵππον καὶ ἀναβάτην.

Ησ. 36,9                    Πως δε τολμάτε να ατενίζετε το πρόσωπον, έστω και ενός από τους τοπάρχας του βασιλέως μου; Δούλοι είναι εκείνοι, που έχουν στηρίξει την πεποίθησιν των στους Αιγυπτίους και ελπίζουν να πάρουν από αυτούς ίππους και ιππείς.

Ησ. 36,10          καὶ νῦν μὴ ἄνευ Κυρίου ἀνέβημεν ἐπὶ τὴν χώραν ταύτην πολεμῆσαι αὐτήν; Κύριος εἶπε πρός με· ἀνάβηθι ἐπὶ τὴν γῆν ταύτην, καὶ διάφθειρον αὐτήν.

Ησ. 36,10                  Αλλως τε, μήπως ημείς έχαμεν επέλθει εναντίον της χώρας, δια να την πολεμήσωμεν, χωρίς την γνώμην και συγκατάβασιν του Κυρίου; Ο Κυριος είπε προς εμέ· Ανέβα εις την χώραν αυτήν και κατάστρεψέ την”.

Ησ. 36,11          καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν Ἑλιακεὶμ καὶ Σομνᾶς καὶ Ἰωάχ· λάλησον πρὸς τοὺς παῖδάς σου Συριστί, ἀκούομεν γὰρ ἡμεῖς, καὶ μὴ λάλει πρὸς ἡμᾶς Ἰουδαϊστί· καὶ ἱνατί λαλεῖς εἰς τὰ ὦτα τῶν ἀνθρώπων τῶν ἐπὶ τῷ τείχει;

Ησ. 36,11                   Ο Ελιακείμ, ο Σομνάς και ο Ιωάχ είπαν προς αυτόν· “μίλησε προς ημάς τους δούλους σου εις την συριακήν γλώσσαν την αραμαϊκην.Διότι ημείς εννοούμεν αυτήν την γλώσσαν. Διατί ομιλείς εβραϊστί και ακούουν οι άνθρωποι μας, που ευρίσκονται στο τείχος της πόλεως;”

Ησ. 36,12          καὶ εἶπε πρὸς αὐτοὺς Ῥαψάκης· μὴ πρὸς τὸν Κύριον ὑμῶν ἢ πρὸς ὑμᾶς ἀπέσταλκέ με ὁ κύριός μου λαλῆσαι τοὺς λόγους τούτους; οὐχὶ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους τοὺς καθημένους ἐπὶ τῷ τείχει, ἵνα φάγωσι κόπρον καὶ πίωσιν οὖρον μεθ᾿ ὑμῶν ἅμα;

Ησ. 36,12                  Απήντησε με αγερωχίαν προς αυτούς ο Ραψάκης· “μήπως ο κύριός μου με έστειλε να πω τους λόγους αυτούς μόνον προς τον κύριον σας, τον βασιλέα η προς σας τους απεσταλμένους του; Δεν με απέστειλε κυρίως προς τους ανθρώπους, οι οποίοι ευρίσκονται τώρα επάνω εις τα τείχη της πόλεως, δια να τους είπω ότι εάν δεν παραδοθούν, είναι καταδικασμένοι να φάγουν την κόπρον και να πίουν τα ούρα των μαζή με σας;”

Ησ. 36,13          καὶ ἔστη Ῥαψάκης καὶ ἀνεβόησε φωνῇ μεγάλῃ Ἰουδαϊστὶ καὶ εἶπεν· ἀκούσατε τοὺς λόγους τοῦ βασιλέως τοῦ μεγάλου, βασιλέως Ἀσσυρίων.

Ησ. 36,13                  Εσηκώθη όρθιος ο Ραψάκης και εκραύγασε με φωνήν μεγάλην εις την εβραϊκήν γλώσσαν και είπεν· “ακούστε, σεις, που ευρίσκεσθε επάνω στο τείχος, τους λόγους του βασιλέως του μεγάλου, του βασιλέως των Ασσυρίων.

Ησ. 36,14          τάδε λέγει ὁ βασιλεύς· μὴ ἀπατάτω ὑμᾶς Ἐζεκίας λόγοις, οἳ οὐ δυνήσονται ῥύσασθαι ὑμᾶς·

Ησ. 36,14                  Αυτά λέγει ο βασιλεύς· ας μη σας εξαπατά ο Εζεκίας με λόγια, που δεν είναι δυνατόν να σας γλυτώσουν από τον όλεθρον.

Ησ. 36,15          καὶ μὴ λεγέτω ὑμῖν Ἐζεκίας, ὅτι ῥύσεται ὑμᾶς ὁ Θεός, καὶ οὐ μὴ παραδοθῇ ἡ πόλις αὕτη ἐν χειρὶ βασιλέως Ἀσσυρίων·

Ησ. 36,15                  Ας μη σας λέγη ο Εζεκίας, ότι ο Θεός θα σας γλυτώση και δεν θα παραδοθή η πόλις αυτή εις τα χέρια του βασιλέως των Ασσυρίων.

Ησ. 36,16          μὴ ἀκούετε Ἐζεκίου. τάδε λέγει ὁ βασιλεὺς Ἀσσυρίων· εἰ βούλεσθε εὐλογηθῆναι, ἐκπορεύεσθε πρός με καὶ φάγεσθε ἕκαστος τὴν ἄμπελον αὐτοῦ καὶ τὰς συκᾶς καὶ πίεσθε ὕδωρ ἐκ τοῦ λάκκου ὑμῶν,

Ησ. 36,16                  Μη ακούετε τον Εζεκίαν. Αυτά λέγει ο βασιλεύς των Ασσυρίων πρέπει και να τον ακούσετε· Εάν θέλετε να ευτυχήσετε, ελάτε προς εμέ και ο καθένας σας θα φάγη τους καρπούς από το αμπέλι του και από τις συκιές του, και θα πιήτε το νερό από τη στέρνα σας.

Ησ. 36,17          ἕως ἂν ἔλθω καὶ λάβω ὑμᾶς εἰς γῆν, ὡς ἡ γῆ ὑμῶν, γῆ σίτου καὶ οἴνου καὶ ἄρτων καὶ ἀμπελώνων.

Ησ. 36,17                  Μέχρις ότου έλθω και σας παραλάβω, δια να σας μεταφέρω εις χώραν, που είναι ομοία με την χώραν σας, χώρα δηλαδή εύφορος εις σίτον και οίνον και τρόφιμα και αμπέλια.

Ησ. 36,18          μὴ ἀπατάτω ὑμᾶς Ἐζεκίας λέγων· ὁ Θεὸς ὑμῶν ῥύσεται ὑμᾶς. μὴ ἐῤῥύσαντο οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ χώραν ἐκ χειρὸς βασιλέως Ἀσσυρίων;

Ησ. 36,18                  Ας μη σας εξαπατά ο Εζεκίας λέγων· Ο Θεός σας θα σας γλυτώση. Μηπως οι θεοί των άλλων εθνών εγλύτωσεν ο καθένας την χώραν του από τα χέρια του βασιλέως των Ασσυρίων;

Ησ. 36,19          ποῦ ἐστιν ὁ θεὸς Αἰμὰθ καὶ Ἀρφάθ; καὶ ποῦ ὁ θεὸς τῆς πόλεως Σεπφαρείμ; μὴ ἐδύναντο ῥύσασθαι Σαμάρειαν ἐκ χειρός μου;

Ησ. 36,19                  Που είναι ο θεός της Αιμάθ και Αρφάθ; Που είναι ο θεός της πόλεως Σεπφαρείμ; Μηπως ημπόρεσαν οι θεοί της Σαμαρείας, να σώσουν την Σαμάρειαν από τα χέρια μου;

Ησ. 36,20          τίς τῶν θεῶν πάντων τῶν ἐθνῶν τούτων, ὅστις ἐῤῥύσατο τὴν γῆν αὐτοῦ ἐκ χειρός μου, ὅτι ῥύσεται ὁ Θεὸς Ἱερουσαλὴμ ἐκ χειρός μου;

Ησ. 36,20                 Ποιός θεός από τους θεούς όλων αυτών των εθνών ήτο εκείνος, που έσωσε την χώραν του από τα χέρια μου; Τι λοιπόν σας κάνει να πιστεύετε ότι ο Θεός σας θα γλυτώση την Ιερουσαλήμ από τα χέρια μου;”

Ησ. 36,21          καὶ ἐσιώπησαν, καὶ οὐδεὶς ἀπεκρίθη αὐτῷ λόγον, διὰ τὸ προστάξαι τὸν βασιλέα μηδένα ἀποκριθῆναι.

Ησ. 36,21                  Οι απεσταλμένοι του βασιλέως Εζεκίου εσιώπησαν. Κανείς δεν απήντησε λόγον τινά προς αυτόν, διότι ο βασιλεύς είχε διατάξει, κανείς να μη δώση απάντησιν.

Ησ. 36,22          Καὶ εἰσῆλθεν Ἑλιακεὶμ ὁ τοῦ Χελκίου οἰκονόμος καὶ Σομνᾶς ὁ γραμματεὺς τῆς δυνάμεως καὶ Ἰωὰχ ὁ τοῦ Ἀσὰφ ὁ ὑπομνηματογράφος πρὸς Ἐζεκίαν ἐσχισμένοι τοὺς χιτῶνας καὶ ἀνήγγειλαν αὐτῷ τοὺς λόγους Ῥαψάκου.

Ησ. 36,22                 Ο Ελιακείμ, ο υιός του Χελκίου ο οικονόμος, ο Σομνάς ο γραμματεύς του στρατού και ο Ιωάχ ο υιός του Ασάφ, ο χρονικογράφος επέστρεψαν προς τον Εζεκίαν με σχισμένα τα ενδύματα των και κατέστησαν γνωστούς εις αυτόν τους λόγους του Ραψάκου.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 37- Ο Εζεκίας ζητάει από τον Ησαΐα να προσευχηθεί στον Κύριο.
                                Η καυχησιολογία του Σενναχηρίμ και η προσευχή του Εζεκία.
                                Η πανωλεθρία των Ασσυρίων και ο φόνος του Σενναχηρίμ.

                        Ο Εζεκίας ζητάει από τον Ησαΐα να προσευχηθεί στον Κύριο

Ησ. 37,1            Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἀκοῦσαι τὸν βασιλέα Ἐζεκίαν ἔσχισε τὰ ἱμάτια καὶ περιεβάλετο σάκκον καὶ ἀνέβη εἰς τὸν οἶκον Κυρίου.

Ησ. 37,1                     Οταν ο βασιλεύς Εζεκίας ηκουσε τα φοβερά αυτά λόγια, έσχισε τα ενδύματα του, περιεβλήθη σάκκινον ένδυμα και ανέβη στον ναόν του Κυρίου.

Ησ. 37,2            καὶ ἀπέστειλεν Ἑλιακεὶμ τὸν οἰκονόμον καὶ Σομνᾶν τὸν γραμματέα καὶ τοὺς πρεσβυτέρους τῶν ἱερέων περιβεβλημένους σάκκους πρὸς Ἡσαΐαν υἱὸν Ἀμὼς τὸν προφήτην,

Ησ. 37,2                    Εστειλε δε τον Ελιακείμ, τον οικονόμον, τον Σομνάν τον γραμματέα, και τους πρεσβυτέρους από τους ιερείς, ενδεδυμένους όλους σάκκινα ενδύματα, προς τον Ησαΐαν, τον υιόν του Αμώς τον προφήτην,

Ησ. 37,3            καὶ εἶπαν αὐτῷ· τάδε λέγει Ἐζεκίας· ἡμέρα θλίψεως καὶ ὀνειδισμοῦ καὶ ἐλεγμοῦ καὶ ὀργῆς ἡ σήμερον ἡμέρα, ὅτι ἥκει ἡ ὠδὶν τῇ τικτούσῃ, ἰσχὺν δὲ οὐκ ἔχει τοῦ τεκεῖν.

Ησ. 37,3                    και αυτοί είπαν προς εκείνον· “αυτά λέγει ο Εζεκίας προς σέ· Η σημερινή ημέρα είναι ημέρα γεμάτη θλίψιν, γεμάτη από ονειδισμούς και φρικτούς ελέγχους εκ μέρους των εχθρών. Αλλά και από οργήν εκ μέρους του Κυρίου. Η οδύνη της ημέρας αυτής είναι σαν τας ωδίνας που καταλαμβάνουν την επίτοκον, η οποία όμώς δεν έχει την δύναμιν να γεννήση και εξακολουθεί να πονή.

Ησ. 37,4            εἰσακούσαι Κύριος ὁ Θεός σου τοὺς λόγους Ῥαψάκου, οὓς ἀπέστειλε βασιλεὺς Ἀσσυρίων ὀνειδίζειν Θεὸν ζῶντα καὶ ὀνειδίζειν λόγους, οὓς ἤκουσε Κύριος ὁ Θεός σου· καὶ δεηθήσῃ πρὸς Κύριον τὸν Θεόν σου περὶ τῶν καταλελειμμένων τούτων.

Ησ. 37,4                    Είθε να ακούση Κυριος ο Θεός σου τους αλαζονικούς και υβριστικούς λόγους του Ραψάκου, τους οποίους δι' αυτού ο βασιλεύς των Ασσυρίων απέστειλε να ονειδίση τον αληθινόν Θεόν μας και να τον περιπαίξη με τους λόγους αυτούς, τους οποίους ασφαλώς και ήκουσε Κυριος ο Θεός σου. Και συ, λοιπόν, ας παρακαλέσης Κυριον τον θεόν σου, να σωθούν από τον όλεθρον οι απομείναντες έδω αυτοί Ιουδαίοι”.

Ησ. 37,5            καὶ ἦλθον οἱ παῖδες τοῦ βασιλέως Ἐζεκίου πρὸς Ἡσαΐαν,

Ησ. 37,5                    Οι αξιωματούχοι του βασιλέως 'Εζεκιου ήλθαν προς τον Ησαΐαν, στον οποίον και ανέφεραν αυτά.

Ησ. 37,6            καὶ εἶπεν αὐτοῖς Ἡσαΐας· οὕτως ἐρεῖτε πρὸς τὸν κύριον ὑμῶν· τάδε λέγει Κύριος· μὴ φοβηθῇς ἀπὸ τῶν λόγων, ὧν ἤκουσας, οὓς ὠνείδισάν με οἱ πρέσβεις βασιλέως Ἀσσυρίων.

Ησ. 37,6                    Ο Ησαΐας τους είπε· “έτσι θα απαντήσετε προς τον κύριον σας, τον Εζεκίαν· αυτά λέγει ο Κυριος ο Θεός· Μη φοβηθής από τα λόγια, τα οποία ήκουσες και με τα οποία ο απεσταλμένοι του βασιλέως των Ασσυρίων ύβρισαν εμέ.

Ησ. 37,7            ἰδοὺ ἐγὼ ἐμβάλλω εἰς αὐτὸν πνεῦμα, καὶ ἀκούσας ἀγγελίαν ἀποστραφήσεται εἰς τὴν χώραν αὐτοῦ καὶ πεσεῖται μαχαίρᾳ ἐν τῇ γῇ αὐτοῦ.

Ησ. 37,7                    Ιδού, εγώ, θα βάλω μέσα εις αυτόν πνεύμα δειλίας και όταν αυτός ακούση κάποιαν κακήν είδησιν, θα γυρίση οπίσω εις την πατρίδα του και εκεί, εις την χώραν του, θα πέση νεκρός φονευόμενος δια μαχαίρας”.

 

                        Η καυχησιολογία του Σενναχηρίμ και η προσευχή του Εζεκία

Ησ. 37,8            Καὶ ἀπέστρεψε Ῥαψάκης καὶ κατέλαβε τὸν βασιλέα Ἀσσυρίων πολιορκοῦντα Λομνάν. καὶ ἤκουσε βασιλεὺς Ἀσσυρίων ὅτι

Ησ. 37,8                    Ο Ραψάκης επανήλθε και ευρήκε τον βασιλέα των Ασσυρίων να πολιορκή την Λομνάν, πόλιν της Ιουδαίας. Εν τω μεταξύ ο βασιλεύς των Ασσυρίων είχε πληροφορηθή,

Ησ. 37,9            ἐξῆλθε Θαρακὰ βασιλεὺς Αἰθιόπων πολιορκῆσαι αὐτόν· καὶ ἀκούσας ἀπέστρεψε καὶ ἀπέστειλεν ἀγγέλους πρὸς Ἐζεκίαν λέγων·

Ησ. 37,9                    ότι εβγήκεν από την χώραν του ο Θαρακά, ο βασιλεύς των Αιθιόπων, δια να πολεμήση εναντίον αυτού. Οταν επληροφορήθη τούτο, εστράφη εναντίον του βασιλέως των Αιθιόπων και συγχρόνως απέστειλεν αγγελιαφόρον προς τυν Εζεκίαν λέγων·

Ησ. 37,10          οὕτως ἐρεῖτε Ἐζεκίᾳ βασιλεῖ τῆς Ἰουδαίας· μή σε ἀπατάτω ὁ Θεός σου, ἐφ᾿ ᾧ πέποιθας ἐπ᾿ αὐτῷ λέγων· οὐ μὴ παραδοθῇ Ἱερουσαλὴμ εἰς χεῖρας βασιλέως Ἀσσυρίων.

Ησ. 37,10                  “αυτά θα πήτε προς τον Εζεκίαν, τον βασιλέα της Ιουδαίας· Ας μη σε εξαπατά ο Θεός σου, στον οποίον συ έχεις στηρίξει την πεποίθησίν σου λέγων· δεν θα παραδοθή η Ιερουσαλήμ εις τα χέρια του βασιλέως των Ασσυρίων.

Ησ. 37,11          ἢ οὐκ ἤκουσας ἃ ἐποίησαν βασιλεῖς Ἀσσυρίων πᾶσαν τὴν γῆν ὡς ἀπώλεσαν;

Ησ. 37,11                   Η δεν έχεις πληροφορηθή εκείνα, τα οποία έκαμαν οι βασιλείς των Ασσυρίων, ότι δηλαδή παρέδωσαν εις καταστροφήν όλην την γην;

Ησ. 37,12          μὴ ἐῤῥύσαντο αὐτοὺς οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν, οὓς ἀπώλεσαν οἱ πατέρες μου, τήν τε Γωζᾶν καὶ Χαρὰν καὶ Ῥαφές, αἵ εἰσιν ἐν χώρᾳ Θεεμάθ;

Ησ. 37,12                  Μηπως οι θεοί των εθνών εγλύτωσαν αυτούς, τους οποίους κατέστρεψαν οι πατέρες μου; Την Γωζάν, την Χαρράν, την Ραφές, πόλεις, αι οποίαι ευρίσκοντο εις την χώραν Θεεμάθ;

Ησ. 37,13          ποῦ εἰσιν οἱ βασιλεῖς Αἰμὰθ καὶ Ἀρφὰθ καὶ πόλεως Σεπφαρείμ, Ἀνὰγ Οὐγαυά;

Ησ. 37,13                  Που είναι οι βασιλείς της χώρας Αιμάθ και Αρφάθ και της πόλεως Σεπφαρείμ, Ανάγ και Ουργαυά;”

Ησ. 37,14          καὶ ἔλαβεν Ἐζεκίας τὸ βιβλίον παρὰ τῶν ἀγγέλων, καὶ ἤνοιξεν αὐτὸ ἐναντίον Κυρίου,

Ησ. 37,14                  Ο Εζεκίας επήρε την επιστολήν αυτήν από τους αγγελιαφόρους του βασιλέως της Ασσυριας και την ήνοιξεν ενώπιον του Κυρίου.

Ησ. 37,15          καὶ προσηύξατο Ἐζεκίας πρὸς Κύριον λέγων·

Ησ. 37,15                  Και προσηυχήθη προς τον Κυριον και είπε·

Ησ. 37,16          Κύριε σαβαὼθ ὁ Θεὸς Ἰσραὴλ ὁ καθήμενος ἐπὶ τῶν Χερουβίμ, σὺ Θεὸς μόνος εἶ πάσης βασιλείας τῆς οἰκουμένης, σὺ ἐποίησας τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.

Ησ. 37,16                  “Κυριε παντοκράτορ, ο Θεός του Ισραήλ, συ ο οποίος κάθεσαι επάνω εις τα Χερουβίμ, συ είσαι Θεός μόνος επί πάσαν βασιλείαν του κόσμου τούτου, συ εδημιούργησες τον ουρανόν και την γην.

Ησ. 37,17          κλῖνον, Κύριε, τὸ οὖς σου, εἰσάκουσον, Κύριε, ἄνοιξον, Κύριε, τοὺς ὀφθαλμούς σου, εἴσβλεψον, Κύριε, καὶ ἰδὲ τοὺς λόγους Σενναχηρείμ, οὓς ἀπέστειλεν ὀνειδίζειν Θεὸν ζῶντα.

Ησ. 37,17                  Κλίνε, Κυριε, το ους σου· κάμε δεκτήν την δέησίν μας, Κυριε, άνοιξε τους οφθαλμούς σου και ρίξε, Κυριε, το βλέμμα σου προς ημάς, ιδέ τους λόγους του Σενναχηρείμ, τους οποίους αυτός απέστειλε, δια να υβρίση σε τον αληθινόν θεόν.

Ησ. 37,18          ἐπ᾿ ἀληθείας γάρ, Κύριε, ἠρήμωσαν βασιλεῖς Ἀσσυρίων τὴν οἰκουμένην ὅλην καὶ τὴν χώραν αὐτῶν

Ησ. 37,18                  Διότι πράγματι, Κυριε, οι βασιλείς των Ασσυρίων ηρήμωσαν όλην την κατοικουμένην γην και την καλλιεργουμένην χώραν των κατοικούντων εις αυτήν.

Ησ. 37,19          καὶ ἐνέβαλον τὰ εἴδωλα αὐτῶν εἰς τὸ πῦρ· οὐ γὰρ θεοὶ ἦσαν, ἀλλὰ ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων, ξύλα καὶ λίθοι, καὶ ἀπώλεσεν αὐτούς.

Ησ. 37,19                  Ερριψαν τα είδωλα εκείνων εις την φωτιάν, διότι αυτά δεν ήσαν θεοί αληθινοί, αλλά έργα χειρών ανθρώπων, ξύλα και λίθοι. Και δια τούτο αυτούς τους θεούς τους κατέστρεψεν η φωτιά.

Ησ. 37,20          σὺ δέ, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, σῶσον ἡμᾶς ἐκ χειρὸς αὐτῶν, ἵνα γνῷ πᾶσα βασιλεία τῆς γῆς ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεὸς μόνος.

Ησ. 37,20                 Συ όμως, Κυριε, που είσαι ιδικός μας Θεός αληθινός, σώσε μας από τα χέρια αυτών των Ασσυρίων, δια να μάθη κάθε βασίλειον επί της γης, ότι συ είσαι ο μόνος αληθινός Θεός”.

 

                        Η πανωλεθρία των Ασσυρίων και ο φόνος του Σενναχηρίμ

Ησ. 37,21          Καὶ ἀπεστάλη Ἡσαΐας υἱὸς Ἀμὼς πρὸς Ἐζεκίαν καὶ εἶπεν αὐτῷ· τάδε λέγει Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραήλ· ἤκουσα ἃ προσηύξω πρός με περὶ Σενναχηρεὶμ βασιλέως Ἀσσυρίων.

Ησ. 37,21                  Απεστάλη τότε από τον θεόν ο Ησαΐας, ο υιός του Αμώς, προς τον Εζεκίαν και είπε προς αυτόν· “αυτά λέγει Κυριος ο Θεός του Ισραήλ· Ηκουσα αυτά, τα οποία δια της προσευχής σου είπες προς εμέ, σχετικώς με τον Σενναχηρείμ, τον βασιλέα των Ασσυρίων.

Ησ. 37,22          οὗτος ὁ λόγος, ὃν ἐλάλησε περὶ αὐτοῦ ὁ Θεός· ἐφαύλισέ σε καὶ ἐμυκτήρισέ σε παρθένος θυγάτηρ Σιών, ἐπὶ σοὶ κεφαλὴν ἐκίνησε θυγάτηρ Ἱερουσαλήμ.

Ησ. 37,22                 Ιδού και ο λόγος, τον οποίον ο Κυριος είπε δι αυτόν· Σε εξηυτέλισε, σε ενέπαιξε και σε περιεφρόνησεν, ω Σενναχηρείμ, η αγνή παρθένος, η θυγάτηρ μου Σιών. Εκίνησε περιφρονητικώς εναντίον σου την κεφαλήν της, η θυγάτηρ μου Ιερουσαλήμ.

Ησ. 37,23          τίνα ὠνείδισας καὶ παρώξυνας; ἢ πρὸς τίνα ὕψωσας τὴν φωνήν σου; καὶ οὐκ ᾖρας εἰς ὕψος τοὺς ὀφθαλμούς σου πρὸς τὸν ἅγιον τοῦ Ἰσραήλ;

Ησ. 37,23                  Ποίον ύβρισες, βασιλεύ Σενναχηρείμ, και τίνος την οργήν εξηρέθισας; Η εναντίον τίνος ύψωσες με εναίδειαν την φωνήν σου; Και δεν εσήκωσες συ, αλαζονικά τα μάτια σου υψηλά εναντίον του αγίου Θεού του Ισραήλ;

Ησ. 37,24          ὅτι δι᾿ ἀγγέλων ὠνείδισας Κύριον· σὺ γὰρ εἶπας· τῷ πλήθει τῶν ἁρμάτων ἐγὼ ἀνέβην εἰς ὕψος ὀρέων καὶ εἰς τὰ ἔσχατα τοῦ Λιβάνου καὶ ἔκοψα τὸ ὕψος τῆς κέδρου αὐτοῦ καὶ τὸ κάλλος τῆς κυπαρίσσου καὶ εἰσῆλθον εἰς ὕψος μέρος τοῦ δρυμοῦ

Ησ. 37,24                 Διότι με τους αγγελιαφόρους σου ύβρισες τον Κυριον, επειδή συ αλαζονικώς σκεπτόμενος είπες· Εγώ με το πλήθος των αρμάτων μου ανέβηκα εις υψηλά όρη και εις τα πλέον μακρυσμένα μέρη του όρους Λιβάνου, έκοψα τας υψηλάς του κέδρους και τας ωραίας κυπαρίσσους του και εισήλθα εις υψηλόν μέρος του πυκνού και αδιαβάτου δάσους του.

Ησ. 37,25          καὶ ἔθηκα γέφυραν καὶ ἠρήμωσα ὕδατα καὶ πᾶσαν συναγωγὴν ὕδατος.

Ησ. 37,25                  Εστήριξα γέφυραν, δια να διέρχωνται τα στρατεύματά μου, απεξήρανα νερά και κάθε δεξαμένην ύδατος.

Ησ. 37,26          οὐ ταῦτα ἤκουσας πάλαι, ἃ ἐγὼ ἐποίησα; ἐξ ἡμερῶν ἀρχαίων συνέταξα, νῦν δὲ ἐπέδειξα ἐξερημῶσαι ἔθνη ἐν ὀχυροῖς καὶ οἰκοῦντας ἐν πόλεσιν ὀχυραῖς.

Ησ. 37,26                 Αλλα από παλαιοτέρους χρόνους και ανθρώπους δεν επληροφορήθης αυτά, τα οποία εγώ έχω κάμει; Από παλαιότερα χρόνια ώρισα, αλλά και τώρα επραγματοποίησα την ερήμωσιν των εχθρών εις τα οχυρώματά των και την καταστροφήν αυτών, που κατοικούσαν εις οχυράς πόλεις.

Ησ. 37,27          ἀνῆκα τὰς χεῖρας, καὶ ἐξηράνθησαν καὶ ἐγένοντο ὡς χόρτος ξηρὸς ἐπὶ δωμάτων καὶ ὡς ἄγρωστις.

Ησ. 37,27                  Εσήκωσα τα προστατευτικά μου χέρια από αυτούς και οι άνθρωποι εξηράνθησαν. Εγιναν ωσάν το ξηρό χορτάρι επάνω εις τα ηλιακωτά και ωσάν ξηρή αγριάδα.

Ησ. 37,28          νῦν δὲ τὴν ἀνάπαυσίν σου καὶ τὴν ἔξοδόν σου καὶ τὴν εἴσοδόν σου ἐγὼ ἐπίσταμαι.

Ησ. 37,28                 Τωρα δε εγώ γνωρίζω, που κάθεσαι, που αναπαύεσαι, από που εξέρχεσαι και που πηγαίνεις.

Ησ. 37,29          ὁ δὲ θυμός σου, ὃν ἐθυμώθης, καὶ ἡ πικρία σου ἀνέβη πρός με, καὶ ἐμβαλῶ φιμὸν εἰς τὴν ῥῖνά σου, καὶ χαλινὸν εἰς τὰ χείλη σου καὶ ἀποστρέψω σε τῇ ὁδῷ ᾗ ἦλθες ἐν αὐτῇ.

Ησ. 37,29                 Ο θυμός, από τον οποίον κατελήφθης εναντίον μου, και η πικρία της ψυχής σου άνεβη προς εμέ. Και, λοιπόν, θα βάλω φίμωτρον εις την ρίνα σου και χαλινάρι εις τα χείλη σου και θα σε επιστρέψω άπρακτον και πανικόβλητον στον δρόμον, από τον οποίον ήλθες.

Ησ. 37,30          τοῦτο δέ σοι τὸ σημεῖον· φάγε τοῦτον τὸν ἐνιαυτὸν ἃ ἔσπαρκας, τῷ δὲ ἐνιαυτῷ τῷ δευτέρῳ τὸ κατάλειμμα, τῷ δὲ τρίτῳ σπείραντες ἀμήσατε καὶ φυτεύσατε ἀμπελῶνας καὶ φάγεσθε τὸν καρπὸν αὐτῶν.

Ησ. 37,30                  Δια σε δέ, ω Εζεκία, τούτο θα είναι το σημείον της αληθείας των λόγων μου αυτών· φάγε κατά το έτος τούτο τα προϊόντα των καρπών, που έσπειρες· κατά το επόμενον έτος φάγε τα απολειφθέντα εκ των προϊόντων αυτών. Κατά δε το τρίτον έτος θα σπείρετε, θα θερίσετε, θα φυτεύσετε αμπελώνας και θα φάγετε τα προϊόντα αυτών.

Ησ. 37,31          καὶ ἔσονται οἱ καταλελειμμένοι ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ φυήσουσι ῥίζαν κάτω καὶ ποιήσουσι σπέρμα ἄνω.

Ησ. 37,31                  Οι απομείναντες εις την Ιουδαίαν Ιουδαίοι θα ρίψουν βαθεία τας ρίζας των ωσάν δένδρα, θα κάμουν καρπούς, θα αποκτήσουν απογόνους.

Ησ. 37,32          ὅτι ἐξ Ἱερουσαλὴμ ἔσονται οἱ καταλελειμμένοι καὶ οἱ σῳζόμενοι ἐξ ὄρους Σιών· ὁ ζῆλος Κυρίου σαβαὼθ ποιήσει ταῦτα.

Ησ. 37,32                  Από την Ιερουσαλήμ θα είναι και θα βλαστήσουν οι απομείναντες Ιουδαίοι, αυτοί ποι θα διασωθούν από το όρός Σιών. Η θερμή αγάπη του Κυρίου παντοκράτορας προς τους Ιουδαίους θα κάμη αυτά.

Ησ. 37,33          διὰ τοῦτο οὕτω λέγει Κύριος ἐπὶ βασιλέα Ἀσσυρίων· οὐ μὴ εἰσέλθῃ εἰς τὴν πόλιν ταύτην οὐδὲ μὴ βάλῃ ἐπὶ αὐτὴν βέλος οὐδὲ μὴ ἐπιβάλῃ ἐπ᾿ αὐτὴν θυρεόν, οὐδὲ μὴ κυκλώσῃ ἐπ᾿ αὐτὴν χάρακα,

Ησ. 37,33                  Δια τούτο αυτά λέγει ο Κυριος εναντίον του βασιλέως των Ασσυρίων· Δεν πρόκειται να εισέλθη εις την πόλιν αυτήν, την Ιερουσαλήμ, ούτε και θα ρίψη βέλος εναντίον της. Δεν θα προβάλη ασπίδα εναντίον αυτής, ούτε και θα περιβάλη αυτήν με χαράκωμα,

Ησ. 37,34          ἀλλὰ τῇ ὁδῷ ᾗ ἦλθεν, ἐν αὐτῇ ἀποστραφήσεται καὶ εἰς τὴν πόλιν ταύτην οὐ μὴ εἰσέλθῃ. τάδε λέγει Κύριος·

Ησ. 37,34                  αλλά, από την οδόν, από την οποίαν ήλθεν, από την ιδίαν οδόν θα επιστρέψη προς την πατρίδα του. Και εις την πόλιν αυτήν δεν θα εισελθη”. Αυτά λέγει ακόμη ο Κυριος·

Ησ. 37,35          ὑπερασπιῶ ὑπὲρ τῆς πόλεως ταύτης τοῦ σῶσαι αὐτὴν δι᾿ ἐμὲ καὶ διὰ Δαυὶδ τὸν παῖδά μου.

Ησ. 37,35                  “θα υπερασπίσω και θα σώσω την πόλιν αυτήν, δια να φανή η δικαιοσύνη και η δύναμίς μου, αλλά και προς χάριν του δούλου μου Δαυίδ».

Ησ. 37,36          Καὶ ἐξῆλθεν ἄγγελος Κυρίου καὶ ἀνεῖλεν ἐκ τῆς παρεμβολῆς τῶν Ἀσσυρίων ἑκατὸν ὀγδοηκονταπέντε χιλιάδας, καὶ ἀναστάντες τὸ πρωΐ εὗρον πάντα τὰ σώματα νεκρά.

Ησ. 37,36                  Εστάλη πράγματι άγγελος Κυρίου από τον Θεόν και εφόνευσεν από το στρατόπεδον των Ασσυρίων εκατόν ογδοήκοντα πέντε χιλιάδας. Οι απομείναντες από τους Ασσυρίους εσηκώθησαν το πρωϊ και ευρήκαν τα σώματα εκείνων νεκρά.

Ησ. 37,37          καὶ ἀπῆλθεν ἀποστραφεὶς Σενναχηρεὶμ βασιλεὺς Ἀσσυρίων, καὶ ᾤκησεν ἐν Νινευῇ.

Ησ. 37,37                  Ο Σενναχηρείμ, ο βασιλεύς των Ασσυρίων ανεχώρησεν εις την χώραν του και κατώκησεν εις την πόλιν Νινευή.

Ησ. 37,38          καὶ ἐν τῷ αὐτὸν προσκυνεῖν ἐν τῷ οἴκῳ Νασαρὰχ τὸν πάτραρχον αὐτοῦ, Ἀδραμέλεχ καὶ Σαρασὰρ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ ἐπάταξαν αὐτὸν μαχαίραις, αὐτοὶ δὲ διεσώθησαν εἰς Ἀρμενίαν· καὶ ἐβασίλευσεν Ἀσορδὰν ὁ υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.

Ησ. 37,38                  Καποιαν ημέραν, που αυτός προσκυνούσεν στον ναόν του Νασαράχ, Θεού προστάτου του πατρικού του οίκου, οι Αδραμέλεχ και Σαρασάρ, υιοί του, τον εφόνευσαν με μαχαίρας, αυτοί δε έφυγαν και εσώθησαν εις την Αρμενίαν. Αντί δε του Σενναχηρείμ εδασιλευσεν άλλος υιός του, ο Ασορδάν.

 

 

ΑΡΧΙΚΗ

ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΗΣΑΪΑΣ