ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΜΑΡΙΑ

 

 ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓΡΟΥ

(ΑΓΡΙΩΤΙΣΣΑ)

  

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ
ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΟΥ ΑΓΡΟΥ

 

Παναγία του Αγρού

Η μεγάλη και ακμαία μονή του Μεγάλου Αγρού βρισκόταν στο κεφαλοχώρι Αγρός, στην ορεινή επαρχία της Λεμεσού.

 

Στο Βυζάντιο υπήρχαν τρία μοναστήρια με το όνομα του Μεγάλου Αγρού (Κωνσταντινούπολη, Βόσπορος, Κύζικος).

Ο ηγούμενος, της τότε μονής Παναγίας Ελεούσας, αποκαλούμενος «Άγιος Θεοφάνης εν τω μεγάλο Αγρό» καταγόμενος από τη Μικρά Ασία, είχε καταδικαστεί και εκδιωχθεί. Εξορίστηκε στη Σαμοθράκη, όπου και εκεί το 817 απέθανε. Από το 817– 842 (περίοδος των εικονομαχιών) ο μεγάλος υποστηρικτής εκτελούσε πιστά το καθήκον του. Επειδή, ο ηγούμενος αρνείτο να υπογράψει τα αυτοκρατορικά διατάγματα, που αυτά εστρέφοντο εναντίων των εικόνων, καταδικάστηκε.

Οι μοναχοί που διέμεναν μαζί του στη ίδια μονή (η οποία και διατηρούσε το ίδιο όνομα αφιερωμένο στη Παναγία Ελεούσα) στην Μικρά Ασία, μετά το θάνατο του, αποφάσισαν και αυτοί να έρθουν στη Κύπρο. Ερχόμενοι στην Κύπρο και για κάποιο χρονικό διάστημα κατοίκησαν σε μια σπηλιά, εκεί στη περιοχή του χωριού Αγρός, φέρνοντας μαζί τους και την εικόνα της Παναγίας της Ελεούσας. Άγνωστο για το πόσο καιρό κατοίκησαν στην σπηλιά και στη συνέχεια έκτισαν καινούργιο Μοναστήρι και το ονόμασαν και αυτό όπως το αρχικό τους Μοναστήρι "Μονή του Μεγάλου Αγρού", η οποία τους επόμενους αιώνες γνώρισε μεγάλη ακμή.  


Το 1190 μνημονεύεται το όνομα του Φιλοθέου μοναχού των μονών Αγρού και Στύλου. Η μονή, στα χρόνια της φραγκοκρατίας, πέρασε στα χέρια των Λατίνων. Μεταξύ των ετών 1215-1216 και 1245 χρονολογείται σειρά παπικών επιστολών που σχετίζονται με τη φορολογία των μονών του Αγρού και του Στύλου, μετοχίου της πρώτης. Άλλη παπική επιστολή, του 1447, αναφέρεται στο νομοκανονικό καθεστώς των ως άνω μονών μετά τη Σύνοδο της Φλωρεντίας.
 

Το 1692 μ.χ. έπεσε μια μεγάλη επιδημία σε όλη τη Κύπρο από την θανατηφόρα ασθένεια της χολέρας  που έστειλε στον τάφο τα 2/3 των κατοίκων του νησιού. Οι κάτοικοι, για να προστατευτούν από την επιδημία, πήγαν όλοι και έκτισαν τα σπίτια τους έξω ακριβώς από το μοναστήρι, κάτω από την σκεπή της Παναγίας. Έτσι δημιουργήθηκε το χωριό Αγρός.

Η μονή άρχισε να παρακμάζει τον 16ο ή 17ο αιώνα. Σε αυτό συντέλεσε η δημιουργία του οικισμού πέριξ της μονής. Το έτος 1735, ο μοναχός Βασίλειος Μπάρσκι καθ΄οδόν προς τον Άρακα παρέκαμψε «μονήν περίφημον», την Παναγία του Αγρού, γιατί το έτος εκείνο είχε εκκενωθεί. Ο ναός τής μονής ήταν τρίκλιτος, πλινθόκτιστος, ξυλόστεγος και κατάγραφος με τοιχογραφίες του 14ου αιώνα.

 

Αργότερα αφού το μοναστήρι δεν φιλοξενούσε πλέον μοναχούς, η μητρόπολη άρχισε να διαθέτει τα δωμάτια της μονής, προς ενοικίαση. Άρχισαν να εκμεταλλεύονται κατά κάποιο τρόπο τη μονή. Αυτή η τακτική κράτησε μέχρι το 1880. Θα πρέπει να αναφέρουμε ότι, επί καιρό τουρκοκρατίας τα κτήματα τα έδιναν στο μοναστήρι, έτσι για να αποφεύγουν να πληρώνουν τους φόρους που τους επέβαλαν. Οι κάτοικοι όμως, ξεσηκώθηκαν και άρχισαν και αυτοί να ζητούν διεκδίκηση. Κάποιος από τους κατοίκους είχε εισηγηθεί, πως αν κατεδαφισθεί η μονή θα πάψει η μητρόπολη να διατηρεί δικαιώματα. Έτσι και έγινε. Το 1894 κατεδάφισαν την μονή. Όταν ο μητροπολίτης πήγε για να λειτουργήσει τη μονή, βρέθηκε αντιμέτωπος και έκπληκτος από την κατεδάφιση. Αυτό δεν έγινε αποδεκτό από τη μητρόπολη, με αποτέλεσμα να επιβάλουν πρόστιμο στους κατοίκους.

 

 

Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΝΑΟΣ

 

Ακριβώς στον ίδιο χώρο, την ίδια χρονιά οι κάτοικοι με δική τους πρωτοβουλία, ξεκίνησαν το κτίσιμο του σημερινού ναού που υπάρχει σήμερα στο κέντρο του χωριού Αγρός. Οι εργασίες τέλειωσαν το 1909. Είναι κτίσμα σταυροειδές μετά τρούλου. Αρκετά μεγάλη εκκλησία που έχει την άνεση να φιλοξενήσει μέχρι και 1500 πιστούς. Εξωτερικά είναι πετρόκτιστη από πέτρα της περιοχής. Ο Ναός έχει μήκος 97 πόδια και πλάτος 48 πόδια. Το ύψος του τρούλου είναι 49 πόδια και ο τοίχος τριγύρω φέρει πάχος 4 ½ ποδών.

Το καμπαναριό πραγματικό θέαμα, ψηλό και εφαπτόμενο στη βορειοανατολική γωνιά της εκκλησίας, διαθέτει τρεις μεγάλες καμπάνες. Εσωτερικά είναι ασπρισμένη μα όχι αγιογραφημένη. Η Αγία Τράπεζα παραμένει ή ίδια, αφού σώθηκε κατά την κατεδάφιση του μοναστηριού. Το τέμπλο ξεχωριστός πλούτος στο ναό. Είναι ξύλινο και σκαλιστό. Πλαισιώνεται από προσεγμένες όμορφες εικόνες των αγίων αγιογραφημένες από τον γνωστό αγιογράφο Σόλωνα Φραγκούλη, οι οποίες ζωγραφίστηκαν από το 1930 μέχρι το 1934. Εσωτερικά είναι επίπεδη και αρκετά ευρύχωρη με την παρουσία του πρόσθετου γυναικωνίτη, ο οποίος κατασκευάστηκε αργότερα το 1955.

 

Η αφιερωμένη εικόνα της Παναγίας, υπάρχει και είναι πολύ παλιά από το 1856. Η εικόνα ήταν καλυμμένη από ασημένιο ζωγραφιστό κάλυμμα. Αυτό διατηρείτο μέχρι το 1987, που έγινε η αποκάλυψη της άγιας εικόνας. Η εικόνα αυτή διατηρήθηκε και βρίσκεται σήμερα στο διπλανό εκκλησάκι που κτίστηκε το 1990 για να θυμίζει την ύπαρξη στο χώρο αυτό, της Μονής του Μεγάλου Αγρού. Μαζί με την παλιά αυτή εικόνα, υπάρχουν και άλλα διασωθέντα αντικείμενα από το μοναστήρι, όπως ένα κομμάτι από το τέμπλο και η εικόνα του Χριστού. Γιορτάζεται στις 21 Νοεμβρίου που είναι τα εισόδια της Παναγίας στο ναό. Γίνεται μεγάλη πανήγυρις και πολλοί είναι οι πιστοί που έρχονται για να προσκυνήσουν την άγια εικόνα της.