ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΜΑΡΙΑ

 

 ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΑΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΟΣ

  

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ

ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΑΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΟΥ

 

Παναγία η Αχειροποίητος

Ο ναός της Παναγίας της Αχειροποιήτου στη Θεσσαλονίκη είναι ο μόνος σωζόμενος σήμερα παλαιοχριστιανικός στην μορφή που κατασκευάστηκε. Τρίκλιτη Βασιλική, ξύλινη στέγη, με υπερώα της πρωτοβυζαντινής περιόδου, χτίστηκε στα ερείπια ενός προγενέστερου ρωμαϊκού λουτρού (βαλανείο), ενώ παλαιότεροι συγγραφείς και περιηγητές πίστευαν ότι στη θέση του βρισκόταν στην αρχαιότητα ναός της Θερμαίας Αφροδίτης.

Ο αρχαίος ναός χτίστηκε μετά τη Σύνοδο της Εφέσου το 431 και ανακηρύχθηκε Μαρία, η Μητέρα των Θεών. Αυτό τον καθιστά ως ένα από τους παλαιότερους ναούς του Ανατολικού Χριστιανισμού με συνεχή λειτουργία και αποτελεί, μαζί με τους ναούς της Θεσσαλονίκης Άγιο Δημήτριο και Αγία Σοφία χαρακτηριστικό δείγμα της παλαιοχριστιανικής ναοδομίας και το 1988 εντάχθηκε στον κατάλογο μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.

 

Μέχρι το 14ο αιώνα το μνημείο αναφέρεται ως «ναός της Παναγίας Θεοτόκου» και μάλιστα ως ο «μεγάλος ναός της Θεοτόκου», ενώ η επωνυμία Αχειροποίητος εμφανίζεται για πρώτη φορά σε χρυσόβουλο έγγραφο του αυτοκράτορα Μιχαήλ Θ’, με το οποίο δωρίζονταν σπίτια της περιοχής στη Μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους. Το 1345, σφαγιάστηκαν στο εσωτερικό του ναού Ζηλωτές της Θεσσαλονίκης.

Μέχρι τον 14ο και 15ο αιώνα η λιτανευτική πομπή την παραμονή της εορτής του Αγίου Δημητρίου περνούσε από το ναό της Αχειροποιήτου, καθώς η λατρεία του πολιούχου της πόλης ήταν συνδεδεμένη με τη λατρεία της Παναγίας.

 

Μετά την κατάκτηση της πόλης από τους Οθωμανούς το 1430, η Αχειροποίητος ήταν ο πρώτος ναός της πόλης που μετατράπηκε σε τζαμί, από τον ίδιο το σουλτάνο, Μουράτ Β’, o οποίος τέλεσε ευχαριστία στο εσωτερικό του ναού για τη νίκη του. Στον όγδοο από ανατολικά κίονα της βόρειας κιονοστοιχίας υπάρχει επιγραφή του σουλτάνου που γράφτηκε στα τούρκικα. Καθ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας αποτέλεσε το κυριότερο τζαμί της πόλης, υπό την ονομασία Εσκί Τζουμά τζαμί (δηλαδή τζαμί της παλιάς προσευχής της Παρασκευής), με συνέπεια οι Έλληνες να αποκαλούν για αιώνες το ναό με το όνομα της Αγίας Παρασκευής.

Κατά τη διάρκεια του Α’ παγκοσμίου Πολέμου η Αχειροποίητος στέγασε οικογένειες προσφύγων και μάλιστα το 1919 το εσωτερικό της φωτογραφήθηκε από τον Ελβετό φιλέλληνα Φρεντερίκ Μπουασονά ως καταυλισμός προσφύγων. Τελικά, ο ναός αποδόθηκε στη χριστιανική λατρεία το 1930, μετά από πολλές επισκευές και συντηρήσεις.

 

 

Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΟΥ ΝΑΟΥ

 

Παναγία η Αχειροποίητος

Βρίσκεται επί της οδού Αγίας Σοφίας, στην πλατεία Μακεδονομάχων και η ονομασία του οφείλεται στην «αχειροποίητη» λατρευτική εικόνα της Παναγιάς Δεομένης που βρισκόταν στο ναό, που πιστεύεται ότι την ζωγράφισαν άγγελοι.

Έχει μήκος 52 μ. και πλάτος 31 μ. και είναι κτισμένος με την κλασσική παλαιοχριστιανική τοιχοποιία, δηλαδή ζώνες λιθοδομής οι οποίες εναλλάσσονται με ζώνες πλινθοδομής.

Τα τρία κλίτη τού κυρίως ναού χωρίζονται με δύο κιονοστοιχίες από 12 κίονες η καθεμία, με κιονόκρανα κορινθιακού ρυθμού. Εκτός από το ισόγειο, κιονοστοιχίες υπάρχουν και στα υπερώα, οι οποίες σε συνδυασμό με το άπλετο φως, που εισχωρεί από τα πλάγια παράθυρα, κάνουν όλο τον χώρο να δείχνει πιο ανάλαφρος. Οι μαρμάρινοι στύλοι είναι διακοσμημένοι με περίτεχνα φύλλα ακάνθου τα οποία κάνουν αντίθεση με το ψηφιδωτό μωσαϊκό, που απεικονίζει μικρούς χρυσούς σταυρούς, περίτεχνα μοτίβα με λουλούδια, την άμπελο και διάσπαρτα πουλιά.
Στα ανατολικά, η βασιλική καταλήγει σε ημικυκλική αψίδα, ενώ στα δυτικά σώζεται νάρθηκας και ίχνη του εξωνάρθηκα.

Το βόρειο κλίτος επικοινωνεί ανατολικά με κτίσμα που έγινε παρεκκλήσι στα μεσοβυζαντινά χρόνια και σήμερα τιμάται στο όνομα της Αγίας Ειρήνης. Μπροστά από το παρεκκλήσι σώζεται τμήμα ψηφιδωτού δαπέδου.

Στα δυτικά του ναού υπάρχει νάρθηκας και αρχικά ο ναός είχε, προς την ίδια πλευρά, εξωνάρθηκα από τον οποίο μόνο ίχνη σώζονται σήμερα. Ακόμα θεωρείται βέβαιο πως μπροστά από τον εξωνάρθηκα, στο χώρο του σημερινού πάρκου των Μακεδονομάχων, υπήρχε μία τετράγωνη αυλή με «περιστύλιο» (αίθριο), όπως στο ναό του Αγίου Δημητρίου.

Στον νότιο εξωτερικό τοίχο, η κεντρική θύρα εισόδου φέρει μνημειώδες πρόπυλο, που δείχνει την επικοινωνία του ναού με την πιο σημαντική οδική αρτηρία της αρχαίας πόλης, τη Λεωφόρο. Προσκολλημένο στη νότια πλευρά του ναού σώζεται ένα πρόκτισμα που θεωρείται το βαπτιστήριο της βασιλικής κατά μία άποψη και κατά μία άλλη το αρχικό διακονικό του ναού. Σε όλο το πλάτος του ναού στα δυτικά υπάρχει νάρθηκας από όπου εισέρχεται κανείς στον κυρίως ναό μέσα από ένα πολυτελές τρίβηλο με κίονες από πράσινο θεσσαλικό μάρμαρο.

 

Διακοσμητικά ψηφιδωτά σώζονται στα εσωρράχια των τοξοστοιχιών του ισογείου και του νοτίου υπερώου, στα δύο μεγάλα εγκάρσια τόξα του νάρθηκα, στο τρίβηλο και στο παράθυρο του δυτικού τοίχου. Η θεματολογία τους είναι σχετική με τις συμβολικές αλληγορίες του χριστιανικού παραδείσου και της επικράτησης του χριστιανισμού. Τα ψηφιδωτά χρονολογούνται από τον 5ο αιώνα και πιστοποιούν την ύπαρξη σημαντικών καλλιτεχνικών εργαστηρίων στη Θεσσαλονίκη εκείνη την εποχή.

Ένα μέρος του παλαιού γραπτού διακόσμου του μνημείου σώζεται στην επιφάνεια του τοίχους στο νότιο κλίτος, πάνω από την κιονοστοιχία. Χρονολογείται στις αρχές του 13ου αιώνα και εικονίζει δεκαοκτώ από τους Σαράντα Μάρτυρες της Σεβάστειας, που μαρτύρησαν επί αυτοκράτορος Λικινίου. Ολόσωμες μορφές πάνω από τους κίονες εναλλάσσονται με προτομές μαρτύρων στην επιφάνεια του τοίχου πάνω από την κορυφή κάθε τόξου. Όλοι εικονίζονται με στρατιωτική ενδυμασία και κρατούν το σταυρό στο δεξί τους χέρι, σύμβολα του μαρτυρικού τους θανάτου. Οι τοιχογραφίες κτυπήθηκαν με σφυρί από τους Τούρκους για να καλυφθούν με σοβά όταν η ναός μετατράπηκε σε τζαμί και παρά την ζημία που υπέστησαν είναι καλά διατηρημένες .

 

 

 ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΑΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΟΣ 
(ΛΑΠΗΘΟΥ ΚΥΠΡΟΣ)

 

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ

ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΑΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΟΥ ΤΗΣ ΛΑΠΗΘΟΥ

 

Παναγία η Αχειροποίητος Λαπήθου

Κοντά στην παραλία της όμορφης κωμόπολης Λαπήθου στη Κερύνεια, στην Βυζαντινή πολιτεία της Λάμπουσας, βρίσκεται το ξακουστό μοναστήρι της Παναγίας της Αχειροποιήτου.

Το μοναστήρι ιδρύθηκε περίπου στα τέλη του 11ου και αρχές του 12ου αιώνα και είναι ένα από τα καλύτερα βυζαντινά κτίσματα της Κύπρου. Η Αχειροποίητος είναι κτισμένη στον τύπο των Βυζαντινών μοναστηριών, στην μέση το καθολικό και γύρω - γύρω τα κελιά των μοναχών. Είναι σταυροειδής με δύο τρούλους. Ο κύριος Ναός και ο νάρθηκας είναι βυζαντινό κτίσμα, ενώ ο εξωνάρθηκας είναι γοτθικού ρυθμού της εποχής της Φραγκοκρατίας.

 

Η ιστορία του Μοναστηριού δεν είναι γνωστή. Ο Κύπριος χρονογράφος Γεώργιος Βουστρώνιος το αναφέρει περιστασιακά το 1473, σε μια περίπτωση συνωμοσίας για παράδοση του κάστρου της Κερύνειας στην βασίλισσα Καρλόττα. Ο Βουστρώνιος αναφέρει ότι το Μοναστήρι της Αχειροποιήτου γιόρταζε στις 15 Αυγούστου κι ότι όλη η Κερύνεια πήγαινε στη γιορτή. Απ' αυτό φαίνεται ότι το Μοναστήρι ήταν αφιερωμένο στη Θεοτόκο.

 

To μοναστήρι πήρε το όνομα του από μια Αχειροποίητη Μορφή του Χριστού που είναι τυπωμένη πάνω σε μαντίλι. Σύμφωνα με την κυπριακή παράδοση η Αχειροποίητη Μορφή του Χριστού αποτυπώθηκε στο Άγιο αυτό Μανδήλιον όταν η Αγία Βερενίκη (Ρωμαία κόρη) σκούπισε με το μαντήλι της το καταϊδρωμένο πρόσωπο του Χριστού όταν οδηγείτο στο Γολγοθά! Το ΄Αγιο Μανδήλιον το έφερε στη Μονή ο Άγιος Ευλάλιος ή Ευλάμπιος και γιορταζόταν στη Μονή η γιορτή της Παναγίας στις 15 Αυγούστου και του Αγίου Μανδηλίου στις 16 Αυγούστου.

 

Η Αχειροποίητος της Λαπήθου όπως αναφέρει ένας θρύλος ήταν κτισμένη στην Μ. Ασία αλλά η Παναγία μερίμνησε για την μεταφορά της θαυματουργικώς στην Λάπηθο για να την σώσει από την βεβήλωση. Προφανώς κινδύνευε από κάποιους αλλόπιστους εχθρούς.

Αυτή η παράδοση εξηγεί και το όνομα του μοναστηριού, αχειροποίητος δηλ. δεν την έκτισε ανθρώπινο χέρι. Η Ίδια η Παναγία δια της δύναμης Του Υιού Της σήκωσε ολόκληρο το μοναστήρι και το απίθωσε στην Λάπηθο.


Ο Ρώσος μοναχός Βασίλι Μπάρσκι επισκέφθηκε το μοναστήρι το 1735 και αναφέρει ότι τότε είχε 9-10 μοναχούς. Λίγο αργότερα το Μοναστήρι λεηλατήθηκε και η Αχειροποίητος Μορφή του Χριστού κατασπάσθηκε, όπως μας πληροφορούσε επιγραφή στην ποδιά κάτω από την εικόνα της Παναγίας στο εικονοστάσιο του 1765. Την καταλήστευση και την πυρπόληση του μοναστηριού από Τούρκους που είχαν έρθει από την Καραμανιά αναφέρει και ο Γερμανός περιηγητής Πέτερμαν, που το επισκέφθηκε το 1851. Ο Πέτερμαν γράφει ότι ενενήντα χρόνια πριν από την εποχή του, Τούρκοι κλέφτες από την Καραμανιά λήστεψαν το Μοναστήρι και το έκαψαν μαζί με τη βιβλιοθήκη του.
Το 1821 οι Τούρκοι καρατόμησαν τον ηγούμενο του Μοναστηριού Μελέτιο και το διάδοχό του, γνωστός με το επώνυμο Φασούλας, για την εθνική δράση τόσο των ιδίων, όσο και του μοναστηριού. Από τότε το Μοναστήρι πέρασε στην διαχείριση της Μητρόπολης Κερύνειας σύμφωνα με το εκκλησιαστικό δίκαιο αφού είχε μείνει χωρίς μοναχούς. Κατά το 1860 λειτουργούσε στο συνοδικό του Μοναστηριού ελληνικό σχολείο. Η Μονή έπαψε να είναι Μοναστήρι διατηρήθηκε όμως σαν Ναός της Παναγίας και του Αγίου Μανδηλίου.
Μετά την Τουρκική εισβολή στη Κύπρο το Μοναστήρι λεηλατήθηκε και μετατράπηκε σε στρατώνα του Τουρκικού Στρατού και παραμείνει έτσι μέχρι σήμερα.