ΓΙΟΡΤΗ  ΜΝΗΜΗΣ

Γιορτή μνήμης,  160 χρόνια από το χτίσιμο του Παλιού Χωριού (1844) και 60 χρόνια από το ολοκαύτωμά του από τους Γερμανούς(1944)

Ομιλία του Νικολάκη (Τσούλης Νικόλαος) στις 10-7-2004

         Βρισκόμαστε σήμερα εδώ, στην εκκλησία της Αγίας Τριάδας, στη Μπελκαμένη, στο παλιό χωρίο της Δροσοπηγής, στα πλαίσια των εκδηλώσεων, που πολύ ορθά σκεπτόμενος, διοργάνωσε ο πολιτιστικός σύλλογος του χωριού. Αφ’ ενός για να λειτουργηθούμε, να ζητήσουμε τη χάρη και την ευλογία της Αγίας Τριάδος, αφ’ ετέρου για να τιμήσουμε όλους αυτούς που κοπίασαν και μόχθησαν για να δημιουργήσουν το χωριό αυτό και που δεν υπάρχουν σήμερα, στην ουσία όμως για να θυμηθούν οι παλαιότεροι και να νοσταλγήσουν, αλλά και να γνωρίσουν οι νεότεροι και να εκτιμήσουν την δική μας συνέχεια και ιστορία, πράγμα πολύ σημαντικό στη σημερινή εποχή.

         Οι προπάτορες μας αγόρασαν τη δασική αυτή έκταση τον Οκτώβριο του 1842, από τον Οσμάν Ισμαήλ Πάσιο, κάτοικο της Υποδιοίκησης Φλώρινας, με σκοπό τη μόνιμη εγκατάστασή τους στην περιοχή. Την Άνοιξη του 1843 ξεκίνησαν από το Πληκάτι της Κόνιτσας των Ιωαννίνων της Ηπείρου, όπου διέμεναν μέχρι τότε, και ήρθαν και πρωτοεγκαταστάθηκαν με τα ποίμνιά τους στα «τέντα», στήνοντας τις σκηνές τους. Το 1844 άρχιζαν να χτίζουν το νέο τους χωριό, με χωροταξικές προδιαγραφές, αφού πρώτα χάραξαν οριζόντιους και κάθετους δρόμους. Οι προσπάθειες τους κατευθύνθηκαν στο να χτίζουν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, καθώς ο χειμώνας, δριμύς, ερχόταν γρήγορα. Όλοι οι δρόμοι κατασκευάστηκαν καλυμμένοι με πέτρα (καλντερίμι), τα δε σπίτια κτίστηκαν επίσης με πέτρα και οι σκεπές σκεπάστηκαν με πλάκες. Και φυσικά, καθώς οι Μπελκαμενιώτες είχαν πάντα ανεπτυγμένο σε μεγάλο βαθμό το θρησκευτικό συναίσθημα και αισθάνονταν έντονη την πίστη στο θεό, προέβησαν αμέσως στο κτίσιμο εκκλησίας. Έτσι το 1853 αποπερατώνεται ο ναός της Αγίας Τριάδος, όπου βρισκόμαστε εμείς τώρα. Σύμφωνα με την παράδοση η μεταφορά, στο σημερινό ναό, της εικόνας της Αγίας Τριάδος είναι πιθανό να έγινε με δύο τρόπους. Κατ’ άλλους μεταφέρθηκε από το Πληκάτι, τον τόπο καταγωγής, ενώ σύμφωνα με τους υπόλοιπους ήρθε από το Άγιο Όρος. Από τότε καθιερώθηκε το έθιμο του τριήμερου εορτασμού του χωριού, στην επίσημη γιορτή του Αγίου Πνεύματος. Αποκορύφωμα δε των εορταστικών εκδηλώσεων, ήταν και είναι, η περιφορά της εικόνας σ’ όλο το χωριό, την τρίτη και τελευταία μέρα.

         Ας αφήσουμε όμως τη μνήμη μας, ελεύθερη, να γυρίσει πίσω, για να θυμηθούμε εμείς οι μεγαλύτεροι και για να μάθουν οι νεότεροι.

         Για να βρεθεί το μέρος που θα χτίζονταν το χωριό, οι κάτοικοι του Πληκατίου όρισαν μια επιτροπή, η οποία ήρθε σ’ επαφή με τον Μπέη και στη συνέχεια, ύστερα από τις τυπικές διαδικασίες, αγοράστηκε η τοποθεσία. Η επιτροπή γύρισε στο Πληκάτι και ανέφερε σ’ όλους τα συμφωνηθέντα και πως το μέρος λεγόταν Μπάλκμεν. Το Μπάλκμεν στη συνέχεια έγινε Μπαλκαμένη, μέχρι το 1926, οπότε μετονομάστηκε σε Δροσοπηγή, τη σημερινή ονομασία του χωριού.

         Όλα σ’ αυτό το χωριό σχεδιάστηκαν και δημιουργήθηκαν με το μεράκι και τη δουλειά των κατοίκων του. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να είναι και διαφορετικά. Οι δρόμοι χαράχτηκαν και φτιάχτηκαν από τους ίδιους. Τα σπίτια, η εκκλησία επίσης. Η πλατεία στρώθηκε λιθαράκι-λιθαράκι, αν και σήμερα δεν δείχνει την ομορφιά και το μεγαλείο της, που ζήσαμε όμως και θυμόμαστε οι μεγαλύτεροι. Ζωντανεύει στα μάτια μας η βρύση στη μέση της πλατείας με το κρυστάλλινο νερό, η θεόρατη ακακία που τους φιλοξενούσε όλους κάτω από τον ίσκιο της, Δροσοπηγιώτες και ξένους, το καφενείο του Μάκια, άλλοτε Δημοτικό Σχολείο, όπου μαζεύονταν οι κάτοικοι είτε για να ξεκουραστούν από το φόρτο της δουλειάς, είτε για να γιορτάσουν, είτε για να πενθήσουν, είτε για να συζητήσουν πολλά και διαφέροντα, το σιντριβάνι, η βρύση του Μπαλιάση, του Ζάχου, του παππού, του Χάλη και τόσα άλλα μέρη, που έχουν χαράξει ανεξίτηλα τη μνήμη μας.

         Η πλατεία δέσποζε πάντα καταλυτικά στη ζωή των Δροσοπηγιωτών. Ήταν το μέρος, όπου συγκεντρωνόταν όλο το χωριό καθημερινές, γιορτές και πανηγύρια. Στις γιορτές και στα πανηγύρια ο κόσμος μαζεύονταν για να εκφραστεί με το τραγούδι και το χορό, να χαρεί και να διασκεδάσει. Τις καθημερινές, κυρίως τα καλοκαιρινά απογεύματα και βράδια, απολάμβαναν οι πάντες τα τραγούδια και τις καντάδες που ερχόταν απέναντι από την εικόνα.

          Τα μαγαζιά του Πητουράγκα, του Μπόμπα, του Μπόκε και του Παντελή τροφοδοτούσαν όλο το χωριό. Μια μικρή κοινότητα αυτοδυναμίας. Διέθετε ραφτάδες, μπακάληδες, μόδιστρους, σαμαράδες. Και πιο κάτω από την πλατεία, το καμπαναριό και η εκκλησία, με την καταλυτική επιρροή τους στη σκέψη και το μυαλό του χωριού.

           Μια εκκλησία αποφασιστικής σημασίας, που την υπηρέτησαν οι ιερές ασκητικές μορφές των τριών πολύτιμων Λειτουργών, του Παπα-Δημήτρη, του Παπα-Νικόλα και του Παπα-Πέτρου. Δίπλα σ’ αυτές τις μορφές στέκονταν αντάξιοι οι ψαλτάδες και οι εκκλησιαστικοί επίτροποι. οΤάσος ο Βαγγελμίσιας, ο Κώστας ο Τζάτζος, ο Ταμουτσέλης ο Νικόλας, ο Νικόλας ο Τάτες, ο Αργύρης ο Φερφέλης. Από τους επιτρόπους ο Σπύρος του Τάτε, ο Τέγας ο Μιχάλης και ο Παναγιώτης του Παππού.

          Το σχολείο έγινε κατά τα έτη 1864 με 1868. Επειδή στο ίδιο σημείο ήταν ο κεντρικός δρόμος, είχε κτισθεί επάνω σε δύο θόλους και από κάτω περνούσε ο δρόμος. Το νέο σχολείο κτίζεται το 1924.

           Κάποια στιγμή άρχισαν και τα μέλανα σημεία στη νεότερη ιστορία του χωριού. 4 Απριλίου 1944, οι Γερμανοί μπαίνουν στο χωριό και δεν καίνε μόνο τα σπίτια, αλλά και την εκκλησία και το σχολείο. Τα περισσότερα σπίτια ξαναχτίστηκαν και η ζωή ξανάρχισε στο χωριό. Και εκεί που πίστευαν ότι όλα είχαν τελειώσει, πάλι μέρα του Απρίλη του 1947, μέσα στη λαίλαπα του εμφυλίου, δεύτερος ξεριζωμός. Πήραμε το δρόμο για τη Σκοπιά και στη συνέχεια για την Κάτω Υδρούσα.

           Ευτυχώς ο εμφύλιος τελείωσε και επιτέλους έφτασε ο καιρός της πολυπόθητης επιστροφής στο χωριό. Τότε έγινε και η εγκατάσταση στη σημερινή τοποθεσία του χωριού, αρκετά πιο κάτω – από άποψη τοποθεσίας – από το πρώτο, «παλιό», χωριό. Έτσι οι ακούραστοι κάτοικοι, κατά το 1950 με 1953, ξεκινούν αγόγγυστα και πάλι και κτίζουν το καινούριο χωριό, τη Δροσοπηγή, στη θέση που βρίσκεται σήμερα.

           Τη ζωή του χωριού , γενικά τη χωρίζουμε σε τέσσερις περιόδους. Η πρώτη αναφέρεται στα χρόνια από τη μέρα που μπήκαν τα θεμέλια του πρώτου χωριού, ως το τέλος του 19ου αιώνα. Η δεύτερη ως το διώξιμο των Τούρκων και τη Μικρασιατική Καταστροφή. Η τρίτη μέχρι τον Ελληνο-ιταλικό πόλεμο και η τέταρτη ως την καταστροφή του χωριού το 1947.

           Ας θυμηθούμε όμως, πέραν της ιστορίας, την καθημερινή ζωή των προπατόρων μας. Η μόρφωση διακατείχε ένα σημαντικό κομμάτι. Οι παππούδες δεν ήταν αγράμματοι. Ήξεραν να διαβάζουν και να γράφουν. Ειδικά στους οικοδόμους και στους Αγιογράφους με τα ταξίδια τους σε διάφορες πόλεις και ιδιαίτερα στο Άγιο Όρος, δίνονταν μεγαλύτερη η δυνατότητα της γραφής και της ανάγνωσης.

            Στα νεώτερα χρόνια το χωριό ανέδειξε πολλούς μορφωμένους και ιδιαίτερα δασκάλους και στρατιωτικούς.

           Οι παππούδες κατά κανόνα ήταν οικοδόμοι, ασχολούνταν με τη γεωργία, ήταν ξυλοκόποι, αγωγιάτες, τσαγκάρηδες, ραφτάδες, μαραγκοί, κουρείς, μόδιστροι, πρακτικοί γιατροί.

           Την ψυχική ξεκούραση οι Μπελκαμενιώτες την πετύχαιναν με την πιστή εφαρμογή των ηθών και των εθίμων, κρατώντας ζωντανή την παράδοση που κληρονόμησαν από τους προγόνους. Το θέμα της ψυχαγωγίας, ζωτικής σημασίας για τον άνθρωπο και φυσικά και για τους Μπελκαμενιώτες και τις Μπελκαμενιώτισσες, καλυπτόταν, αρχίζοντας από τις κυριακάτικες απογευματινές και καταλήγοντας στις μεγάλες γιορτές της Χριστιανοσύνης και στην εκπλήρωση των μεγάλων κοινωνικών θεσμών, όπως π.χ. ο γάμος.

Οι άνδρες μαζεύονταν στο μισόρι μετά τον εκκλησιασμό, καθισμένοι στα πέτρινα πεζούλια και συζητούσαν για διάφορα θέματα που τους ενδιέφεραν. Οι γυναίκες έβγαιναν στη γειτονιά και άρχιζαν το κουτσομπολιό. Οι γιορτές και οι γάμοι αποτελούσαν τα μεγάλα κοινωνικά γεγονότα. Όλοι περνούσαν από τα σπίτια για να ευχηθούν. Όλοι μια ψυχή. Τη δε μέρα της Πρωτοχρονιάς ντύνονταν καρναβάλια και γιόρταζαν. Όμως τις Απόκριες γίνονταν οι περισσότερες εκδηλώσεις. Τα παιδιά μάζευαν η έκλεβαν ξύλα και στη μέση της πλατείας άναβε η πιο λαμπερή, η πιο όμορφη φωτιά του κόσμου.

Δροσοπηγή! Ένα χωριό, πυρήνας Εθνικής Αντίστασης, κέντρο αγωνιστών. Χωριό πρωτοπόρο σ’ όλους τους τομείς, πολύπαθο όμως, που πλήρωσε ακριβό τίμημα, με θλιβερότερο τις πυρπολήσεις, που οδήγησαν στην εξαθλίωση των κατοίκων και τον ξεριζωμό.

Χρόνια τώρα ελκύει όλους το Χαριτόβρυτο χωριό μας, με την πλούσια ιστορία του, τις παραδόσεις, τη λαογραφία και τους ευγενείς κι αγωνιστές κατοίκους του.

Έγινε γνωστή παντού η Μπελκαμένη από τις επιστολές του Παύλου Μέλα, τους Μακεδονομάχους, τους ιερείς και τους δασκάλους.

Σήμερα η Δροσοπηγή, με πραγματική δροσιά και χάρη, ποτίστρα και του οροπεδίου Φλώρινας, είναι ένα σύγχρονο, όμορφο χωριό, σωστό αρχοντοχώρι, κτισμένο με σύγχρονες προδιαγραφές, που εξελίσσεται συνεχώς χάρις στους προοδευτικούς κατοίκους της. Νέο χωριό, με νέα Εκκλησία, νέο Σχολείο, πλατεία μεγάλη και όμορφη, τουριστικά κέντρα, Μουσείο, πολιτιστικό σύλλογο, κίνηση, τουριστικός πόλος έλξης, που θέλγει τον επισκέπτη καθώς ακούει τον ψίθυρο των κρυστάλλινων νερών και θρόισμα του ανέμου στο πανέμορφο βουνό.

Θα ‘θελα να κλείσω με τα λόγια του ποιητή Γ. Αθάνα, αποτυπώνοντας στη μνήμη όλων μας και στην ψυχή τη νοσταλγία και τα έντονα συναισθήματα.

 

    «φέρε πάλι στους παλιούς καιρούς, καρδιά νοσταλγική κι  άσε με εκεί μονάχο

      σα ναυαγό που πρόφτασε την ώρα πόλαμψε αστραπή κι αρπάχτηκε στο βράχο

       Δύστυχη ανθρώπινη καρδιά, ποτέ δε θα ευχαριστηθείς! Στα ολάνθιστα σου τωρινά – των περασμένων σου ποθείς τα’ άνανθα ξερονήσια»

 

                                                                      ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΙΟΡΤΗ ΜΝΗΜΗΣ