Λόγος πανηγυρικός επετείου 25ης Μαρτίου

Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου. Ευγένιος Ντελακρουά, 1826

Κάθε χρόνο, την ίδια μέρα, με την κυκλική περιοδικότητα που χαρακτηρίζει το θρησκευτικό και κοσμικό εορτολόγιο, συναντιόμαστε σε οικείους δημόσιους χώρους, σαν και αυτόν, για να συνεορτάσουμε μια εθνική επέτειο: την 25 Μαρτίου 1821. Αυτή η επετειακή αναφορά οριοθετείται στους κόλπους μιας συγκροτημένης εθνικής αφηγηματικής πλοκής. Είτε λαμβάνει τη μορφή του τελετουργικού εορτασμού θριάμβων και περιστατικών, όπως το Μεσολόγγι, η Αλαμάνα ή τα Δερβενάκια, που σφραγίζουν τη συλλογική αυτογνωσία μέσα στον αέναα ανακτούμενο χρόνο, είτε αποτίει φόρο τιμής σε ηρωικές προγονικές μορφές σαν του Κολοκοτρώνη, του Ανδρούτσου και του Μακρυγιάννη, μια τέτοια φετιχοποιημένη ημερομηνία συνιστά ένα μνημονικό τέχνασμα που εντάσσεται στο πλαίσιο του διαρκούς και συνειδητού αγώνα ανάμεσα στη συλλογική μνήμη και στη συλλογική λήθη.

Όπως όλες οι συγκροτημένες κοινωνίες, έτσι και η ελληνική, χρειάζεται να πιστέψει στη συγκεκριμένη καταξιωμένη ιστορία της, επινοώντας τις αθάνατες, συμβολικές καταβολές της ανεπανάληπτης αειφορίας της. Μέσα από επετείους σαν και αυτή, με τη συμβολική αναβίωση συγκροτημένων μνημονικών κατασκευών και την αναπαραγωγή τελετών, εορτών και παρελάσεων, το κοινό μας παρελθόν μεταφράζεται σε κοινό μέλλον, συνιστώντας ένα γεγονός συλλογικής αυτοεπιβεβαίωσης, μια υπόθεση κατ’ αρχήν βαθύτατα εθνική, κάτι ιδιαίτερα σημαντικό στην εποχή της οικουμενικής επικοινωνιακής ομογενοποίησης, που χαρακτηρίζεται από την καταστροφή του παρελθόντος ή μάλλον των κοινωνικών μηχανισμών που συνδέουν τη σύγχρονη εμπειρία του ανθρώπου με εκείνη των προηγούμενων γενεών. Το αποτέλεσμα είναι, κατά τον Hobsbawm, οι περισσότεροι νεαροί άντρες και γυναίκες να αναπτύσσονται  μέσα σε έναν είδους μόνιμο παρόν, απ’ όπου απουσιάζει η οποιαδήποτε οργανική σχέση με το δημόσιο παρελθόν των καιρών τους. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την περίπτωση της Ελλάδας, γιατί ένα μικρό έθνος χρειάζεται μεγάλες αντοχές! Όσο πιο μικρή είναι μια χώρα, όσο πιο μικρός είναι ένας λαός τόσο εντονότερες πρέπει να είναι οι ιστορικές του μνήμες, τόσο ισχυρότερες και συχνότερες οι αναδρομές στις μεγάλες στιγμές της ιστορίας που σφράγισαν την ύπαρξη και την επιβίωσή του.

Ωστόσο η κανονικότητα, η ομοιομορφία και το αυτονόητο των επετειακών εκδηλώσεων μας οδηγεί σε ένα είδος συλλογικής επανάπαυσης και δεν επιτρέπει να στοχασθούμε για την ίδια την επέτειο, τα σύμβολα που τη συνοδεύουν και τους μύθους που την υφαίνουν, τη λειτουργία της τέλος στο δημόσιο συμβολικό λόγο της εθνικής κοινότητας.

Ο ρητορικός δογματισμός και η αυταρέσκεια του πανηγυρικού λόγου ακυρώνουν, εξάλλου, σχεδόν εξ ορισμού την κριτική ιστορική γνώση του παρελθόντος, εκείνη που μόνη μας χειραφετεί ως πολίτες και μας εξασφαλίζει τη συλλογική αυτογνωσία.

Κατά κανόνα, ο λόγος που ακούγεται σε παρόμοιες ευκαιρίες συμπορεύεται με εκείνη την εκδοχή της ιστορίας που χαρακτηρίζεται ως δικανική, μια ιστορία που γίνεται όπλο και αποδεικτικός μηχανισμός, γίνεται χρήσιμη στη διαδικασία επιστροφής της μνήμης, μια στροφή στο παρελθόν, κυρίως λόγω του φόβου απέναντι στο ενδεχόμενο της συλλογικής αμνησίας που θεωρείται πως ελλοχεύει στις σύγχρονες κοινωνικές ανακατατάξεις. Ωστόσο, η θύμηση ενός γεγονότος όπως αυτού, που πέτυχε την ίδρυση του ελληνικού κράτους και την εθνοτική παρουσία των Ελλήνων στον πολιτικό χάρτη του κόσμου, δεν πρέπει να περιορίζεται σε ηθικολογίες και συναισθηματισμούς, αλλά οφείλει να συμβάλει στην κατανόησή του, διαρρηγνύοντας τα όρια του μυθικού από το ιστορικό.

Στα όρια του μυθικού τοποθετείται η εικόνα που έχουμε για την έναρξη του Αγώνα. Η αρχή της εθνεγερσίας, συνδεδεμένη με την ημέρα του Ευαγγελισμού με πρωτοστάτη εκκλησιαστικό άνδρα που όρκιζε τους αγωνιστές στο λάβαρο με την εικόνα της Παναγίας, ήταν φυσικό να συγκινήσει κάθε ελληνική ψυχή. Δεν είναι δύσκολο να κατανοήσουμε τη μετάπτωση του ιστορικού στο μυθικό, στην περίπτωση αυτού του γεγονότος που η ιδεολογικοποίηση και εξιδανίκευσή του προηγήθηκε της νηφάλιας επιστημονικής του διαπραγμάτευσης και γι’ αυτό το μυθολογικό του απείκασμα υπάρχει ισχυρότερο από την ιστορική του αναπαράσταση.

Πέρα όμως από τα όρια του μυθικού βρίσκονται τα γεγονότα της ιστορικής πραγματικότητας. Ο ξεσηκωμός δεν ήταν μια τυχαία και απονενοημένη κίνηση ενάντια στον κατακτητή. Οι αγωνιστές του ’21 δεν έχυσαν το αίμα τους για αφηρημένα ιδανικά και ανησυχίες μεταφυσικού χαρακτήρα, αλλά είχαν σαφείς και συγκεκριμένους στόχους: απαλλαγή από τον τουρκικό ζυγό αλλά και την εξουσία των κοτζαμπάσηδων, δημιουργία ανεξάρτητου κράτους χωρίς ξένους δυνάστες. Η επανάσταση του ΄21 ως ιστορική προοπτική για τη δημιουργία Εθνικού κράτους, εξέφραζε ταυτόχρονα και την τάση ξεπεράσματος των φεουδαρχικών δομών της τουρκοκρατίας. Και η τάση αυτή είναι αντανάκλαση της γενικότερης προοπτικής που διαγράφεται στον Ευρωπαϊκό χώρο την περίοδο εκείνη. Μιας προοπτικής που δεν έβρισκε αντίθετη μονάχα την Πύλη μα και όλες εκείνες τις επιχώριες δυνάμεις που κινδύνευαν να στερηθούν τα προνόμια της εξουσίας τους.

Ήδη απ’ τα πρώτα χρόνια της σκλαβιάς η αντίσταση και οι λαϊκές εξεγέρσεις στρέφονταν ενάντια στην αυθαιρεσία και την αρπακτικότητα της τουρκικής διοίκησης. Με πρωτοπορία την ανερχόμενη προοδευτική εμπορική τάξη, ραχοκοκαλιά τα αγροτικά στρώματα και το λαϊκό κλήρο και οπλισμένο χέρι τους κλέφτες, ο εθνικός ξεσηκωμός είχε απέναντι του το στρατιωτικό μηχανισμό της Τουρκίας, το επιχώριο κατεστημένο αλλά και τις μεγάλες δυνάμεις που ήθελαν να λυθεί το Ανατολικό Ζήτημα σύμφωνα με τα δικά τους συμφέροντα.

Η διαρκώς διογκούμενη αντίδραση, υποβοηθούμενη από τις κοινωνικές διεργασίες και το επαναστατικό κήρυγμα του Ρήγα και την ιδεολογική και οργανωτική προετοιμασία του αγώνα από τη Φιλική Εταιρεία, έθετε ως στόχο την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού και την ίδρυση κράτους βασισμένου μόνο στις δυνάμεις των Ελλήνων.

Το ξέσπασμα του αγώνα στην Πελοπόννησο δεν ήταν εύκολο, αφού πρώτα έπρεπε να εξουδετερωθούν οι δισταγμοί και η άρνηση των προκρίτων, κοτζαμπάσηδων και καπεταναίων, οι οποίοι δε δίστασαν να απειλήσουν τον πρωτεργάτη του αγώνα, Παπαφλέσσα, με φυλάκιση ή και με θάνατο αν δεν εγκατέλειπε την επαναστατική του προπαγάνδα, αφετέρου συνιστούσε μια δύσκολη απόφαση, καθώς οδηγούσε το έθνος σε κρίσιμο αγώνα εναντίον αντιπάλου συντριπτικά υπέρτερου σε πολεμικά μέσα και χωρίς την προσδοκία ξένης βοήθειας, αφού στην κουρασμένη από τους ναπολεόντειους πολέμους Ευρώπη η Ιερή Συμμαχία είχε επιβάλλει μια τυραννική ισορροπία και μια τάξη πραγμάτων που κάθε άλλο παρά φιλική ήταν προς την επαναστατική δράση των Ελλήνων.

Ωστόσο η πρόοδος της Επανάστασης ήταν ραγδαία. Οι άτακτοι σχηματισμοί των κλεφτών και του νησιώτικου στόλου κατόρθωσαν να καταλάβουν πολλά φρούρια και να αποκρούσουν όλες τις τουρκικές εκστρατείες από στεριά και θάλασσα. Υπό την ηγεσία οπλαρχηγών σαν τον Κολοκοτρώνη, το Διάκο και τον Ανδρούτσο, οι αναρίθμητοι ανώνυμοι αγωνιστές του ξεσηκωμού αντιμετώπισαν την τουρκική αγριότητα, καθώς και τον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων.

Παράλληλα το αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη οδήγησε σε εξεγέρσεις και στην ανάδειξη λαϊκών αγωνιστών όπως ο Αντώνης Οικονόμου, ο Λυκούργος Λογοθέτης, ο Μελέτης Βασιλείου και άλλοι, οι περισσότεροι των οποίων καταδιώχθηκαν και δολοφονήθηκαν από τους επιχώριους δυνάστες. Οι δολοφονίες αυτές ήταν ο προάγγελος της εμφύλιας διαμάχης που ακολούθησε με αντικείμενο τις πολιτικές και κοινωνικές αρχές του υπό δημιουργία νέου κράτους. Η Επανάσταση μετατράπηκε από πράξη για τη κοινωνική και εθνική απελευθέρωση του Ελληνικού λαού σε μια διαρκή αντεπανάσταση μέσω του εντεινόμενου εμφυλίου και των ανοιχτών επεμβάσεων των ξένων δυνάμεων, που σταθεροποίησε το φεουδαρχικό καθεστώς και υποδούλωσε τη χώρα στην άμεση και δυναμική εξάρτησή της από τις μητροπόλεις.

Ο παραγκωνισμός των  λαϊκών στοιχείων και των στρατιωτικών από τον αγώνα έπληξε τη δυναμική της επανάστασης.

Μέσα στο κλίμα της διχόνοιας αγωνιστές διώκονται από τους ίδιους τους συναγωνιστές τους. Ο Κολοκοτρώνης φυλακίζεται, ο Μακρυγιάννης εκδιώχνεται, ο Ανδρούτσος δολοφονείται. Λεηλασίες και διωγμοί σημειώνονται, ιδίως στην Πελοπόννησο. Ο Μακρυγιάννης βλέποντας την ελεεινή συμπεριφορά των συμπατριωτών του αναφέρει. “Την επανάστασή μας θα την καταντήσουν ληστεία και η Πατρίς κατάντησε η παλιοψάθα των ατίμων”.

Έπειτα από την κρίσιμη καμπή του εμφυλίου η Επανάσταση απέκτησε νέα ισχύ, που με τη συγκυρία και άλλων ευνοϊκών παραγόντων οδήγησε στην τελική νίκη. Η δημιουργία του ελληνικού κράτους, ύστερα από μια βασανιστική πορεία διπλωματικών ανταγωνισμών, ήταν η επιβράβευση ενός ηρωικού και αιματηρού αγώνα, όμως δεν ικανοποιούσε τους πόθους και τα οράματα ενός λαού που είχε συνειδητοποιήσει το ιστορικό του παρελθόν και την προσφορά του στην ανθρωπότητα. Ακόμα μια φορά η πανουργία της ιστορίας που ενεργεί πάντα μέσα από μυστικούς διαύλους εμφανίστηκε καταλυτική. Χαρακτηριστικά, αλλά ειρωνικά, όλα συνέβησαν ως εάν η τάξη των κατεστημένων νοημάτων όφειλε να ανατραπεί από την τάξη των απρόβλεπτων συμπτώσεων. Αντί για μια κραταιά δύναμη, ισότιμη με τις Ευρωπαϊκές, είδε το φως ένα αδύναμο κρατίδιο, οικονομικά χρεωμένο και πολιτικά υποτελές στις Μεγάλες Δυνάμεις. Στο καθαρά πολιτικό επίπεδο είχε συμβεί το παράδοξο, ύστερα από μια φιλελεύθερη επανάσταση να εγκαθιδρυθεί με τη Βαυαροκρατία στην Ελλάδα ένα απολυταρχικό πολίτευμα που διευθυνόταν από ξένους. Ο στόχος της πολιτικοστρατιωτικής απελευθέρωσης από τους Οθωμανούς εκπληρώθηκε, οι στόχοι όμως για μια νέα, προοδευτική, σύγχρονη κοινωνική και πολιτική δομή του κράτους ματαιώθηκαν.

Αυτή η εξέλιξη της επανάστασης βοήθησε στην επένδυσή της με το μανδύα του μύθου, ένα μανδύα που δεν θα αποβάλει πάντως μέχρι και σήμερα σχεδόν, στις επετειακές της τουλάχιστον εκδοχές. Βεβαίως ο μύθος δεν είναι πάντοτε ο ίδιος. Στην εξέλιξή του πήρε διάφορες μορφές μεταξύ αυτών της ανολοκλήρωτης επανάστασης και του ονείρου της αλυτρωτικής επέκτασης που χαρακτήρισε τη Μεγάλη Ιδέα.

Και ο λαός; Αυτός ο μοχλός της επανάστασης, όπως πάντα γίνεται στην Ιστορία με τους επώνυμους και ανώνυμους ήρωες και μάρτυρες, θα ματώσει, θα αγωνιστεί, θα δυστυχήσει μα ούτε θα κατανοήσει, ούτε θα ελέγξει, ούτε θα καρπωθεί τον αγώνα του. Θα τον συνεχίσει κάτω από νέους όρους κάθε φορά, κάτω από νέες, αντιφατικές συνθήκες.

Κυρίες και κύριοι

Μια επέτειος μπορεί να είναι ένα πολλαπλό, ακόμη και αντιφατικό, σύμβολο. Μπορεί να προβάλλεται για να τονίσει την ενότητα μιας κοινωνίας ή, αντίθετα, για να υπογραμμίσει τις ρωγμές και τις αντιπαλότητές της. Πέρα απ’ όλα αυτά, συμπυκνώνει κάποιες αξίες, εκείνες που θεωρείται πως πραγματώθηκαν κατά τη διάρκεια των εορταζόμενων γεγονότων. Ο εορτασμός της επετείου επιβεβαιώνει την προσήλωση των μελών της κοινωνίας μας στις αξίες αυτές. Έτσι και με την 25 Μαρτίου. Σήμερα, 187 χρόνια μετά το γεγονός αυτό, ίσως αξίζει να στοχαστούμε, πέρα από την τελετουργική επανάληψη γνωστών από τα σχολικά μας χρόνια στερεοτύπων, ως προς την αξιακή φυσιογνωμία αυτής της επετείου, ως προς τη θέση της στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία αλλά και ως προς το πραγματικό ιστορικό της περιεχόμενο.

Υπό αυτή την έννοια, και σε πλήρη αντιδιαστολή με όλες σχεδόν τις κεκανονισμένες επετειακές αναφορές, η επίκληση και η μνήμη της επανάστασης του ΄21 υπόκεινται στην παραμορφωτική και διαβρωτική επιρροή της συγκυρίας μέσα στην οποία λαμβάνουν χώρα. Η σημασία των μεγάλων γεγονότων κρίνεται άλλωστε πάντα εκ των υστέρων και εκ του εικαζόμενου αποτελέσματος. Και όταν πρόκειται ακριβώς για αυτό το αποτέλεσμα που συγκροτήθηκε σε συνάρτηση με τα μείζονα και ακόμη αξεπέραστα πολιτικά και κοινωνικά διακυβεύματα της εποχής μας, η σημασιολόγηση και αξιολόγηση των ιστορικών διαδικασιών που το επέφεραν φορτίζονται πάντα από τις εξελισσόμενες συγκυρίες.

Στις μέρες μας η παραφροσύνη τής διεθνούς τρομοκρατίας και των ασύλληπτων σε ευρηματικότητα τρομοκρατικών πράξεων από τη μια, καθώς και των αποτελεσμάτων των πρωτοφανών αντιποίνων που προκάλεσαν από την άλλη, έχουν βυθίσει τον κόσμο σε ένα πρωτόγνωρο κλίμα ανησυχίας, ανασφάλειας, φόβου και αμηχανίας. Σήμερα το ρόλο της Ιεράς Συμμαχίας, της αντίδρασης και της καταπίεσης λαών και εθνοτήτων στο όνομα της Παγκοσμιοποίησης έχουν αναλάβει οι παγκόσμιοι επικυρίαρχοι και οι σύμμαχοί τους. Δεν είναι μόνο οι βόμβες απεμπλουτισμένου ουρανίου και οι χημικές μέθοδοι βιολογικής εξόντωσης που σκορπούν το θάνατο. Είναι οι βόμβες του εμπλουτισμένου ραγιαδισμού που πυρπολούν τα μυαλά, τις ψυχές και τις συνειδήσεις. Είναι η κλιμακούμενη ανθελληνική προπαγάνδα και η άρνηση αναγνώρισης της ιστορικής παρουσίας του ελληνισμού σε περιοχές όπως η Μακεδονία καθώς και η αμφισβήτηση της ελληνικότητας της Θράκης, της Ηπείρου και των νησιών του ανατολικού Αιγαίου. Είναι όλα αυτά που έχουν οδηγήσει τη χώρα μας, αυτήν ακριβώς τη στιγμή που μιλάμε, σε έναν ακόμα γύρο διπλωματικών διεργασιών, αναγκάζοντάς την να υπερασπιστεί κατακτήσεις και δικαιώματα που εκπορεύονται από το ιστορικό και πολιτιστικό παρελθόν της, δικαιώματα που θεμελιώθηκαν με διεθνείς συνθήκες και συχνά απαίτησαν τον έντιμο και γενναίο θάνατο χιλιάδων Ελλήνων στα πεδία των μαχών.

Αγαπητοί συμπολίτες

Η λειτουργία της μνήμης δεν είναι μόνο να δοξάζει το παρελθόν. Είναι να βοηθά να φανταστούμε το μέλλον. Για αυτό κατανοώ την ιστορία, σημαίνει δεν ξεχνώ. Θυμάμαι, γιατί η μνήμη είναι στοιχείο ταυτότητας. Οι κοινές μας μνήμες σφυρηλατούν τους στενούς μας δεσμούς, την αίσθηση της κοινής μας μοίρας. Η επίκληση της κοινής μνήμης θα γίνεται πιο επιτακτική όσο θα νιώθουμε πως απειλούνται τα χαρακτηριστικά εκείνα που προσδιορίζουν τη συλλογική μας ιδιαιτερότητα. Μέσα στο σχολείο περισσότερο, αλλά και έξω, οι μεγάλοι άνδρες, οι αγωνιστές της ελληνικής επανάστασης, οι ήρωες, συνθέτουν την εθνική ιστορική μνήμη. Με αυτούς τους ήρωες θέλω να ολοκληρώσω τον πανηγυρικό τούτο, δανειζόμενος λίγες γραμμές του Μενέλαου Λουντέμη:

Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα.

Οι καιροί που οι ήρωες κοιμούνταν ήσυχοι κάτω από το χώμα τους πέρασαν.

Τώρα οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχοι. Γιατί τη θυσία τους δεν την πήραν μαζί τους.

Την άφησαν κληρονομιά σ’ αυτούς που θάρθουν- όχι για να επαναλάβουν τη θυσία- αλλά για να την κάνουν δύναμη που προλαβαίνει τις τέτοιες θυσίες.

Δεν είναι ανάγκη ο τροχός της ιστορίας να βουλιάζει μες στο αίμα για να πάει η ιστορία μπροστά. Αρκεί να αγρυπνούμε πάντα πάνω από το γκρεμό, με τ’ αφτί στημένο κατά τη στεριά, μην τύχει και πάψει να ακούγεται η φωνή που χιλιάδες χρόνια ακούγεται μες στην ιστορία:

Φύλακες γρηγορείτε!

Φύλακες γρηγορείτε για να μη σας πιάσουν στον ύπνο εκείνοι που κυνηγούν τον ύπνο σας»

 25 Μαρ. 2008

Αλιβέρι