πλοηγείτε στον  ιστοχώρο της Βούλας Βαβαρούτσου

για καλύτερη πλοήγηση στις ιστοσελίδες

πατήστε ΚΕΝΤΡΙΚΗ  

 

Η ιστοσελίδα αυτή είναι  τμήμα του οικοχώρου "ΗΘΗ & ΕΘΙΜΑ          

 

   ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΜΗΝΩΝ ΧΕΙΜΩΝΑ

Ορισμοί "ήθη & έθιμα-Λαογραφία"

τελευταία ενημέρωση: 12/01/2014

ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ, Η ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΑ ΕΝΟΣ ΛΑΟΥ

Λαογραφία ΧΕΙΜΩΝΑ
Για τον μήνα ΔΕΚΕΜΒΡΙΟ Καλικάντζαροι
Λαογραφία Δεκεμβρίου Θεοφάνεια
Χριστούγεννα στην Ελλάδα 1ο 15νθήμερο Ιανουαρίου
Λαογραφία του Δωδεκαημέρου 2ο 15νθήμερο Ιανουαρίου
1ο 15νθήμερο Δεκεμβρίου    Για τον μήνα ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟ
2ο 15νθήμερο Δεκεμβρίου   Λαογραφία Φεβρουαρίου
Για τον μήνα ΙΑΝΟΥΑΡΙΟ Ανοίγει το τριώδιο αρχίζουν οι αποκριές
Λαογραφία Ιανουαρίου
Πρωτοχρονιά στην Ελλάδα 1ο 15νθήμερο ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ
Λαϊκό παραμύθι: Οι δώδεκα μήνες

Τα γιατροσόφια του χειμώνα

  Ελληνική Λαογραφία

ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

2ο 15νθήμερο ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

Η προέλευση της λέξης «μήνας»

Η προέλευση της λέξης «μήνας», εξέλιξη της αρχαιοελληνικής «μην», με πρώτη καταγραφή στη συλλαβική γραφή των αρχαίων Μηκυναίων (me-no, του μηνός), είναι αρχαιότατη. Η λέξη «μην» σήμαινε αρχικά τη Σελήνη (άλλη αρχαιοελληνική ονομασία: μήνη), αλλά και το διάστημα μιας πλήρους περιφοράς της Σελήνης γύρω από τη Γη. Το διάστημα αυτό αντιστοιχεί σε 29 ή 30 μέρες, τον λεγόμενο σεληνιακό μήνα. Το γεγονός ότι οι άνθρωποι χρησιμοποίησαν από πολύ νωρίς στην ιστορία τους τον κύκλο της Σελήνης για να μετρούν το χρόνο, αντανακλάται στην κοινή ινδοευρωπαϊκή ρίζα της λέξης «μην»: Το αρχικό ινδοευρωπαϊκό θέμα me, από το οποίο παράγονται λέξεις με τη σημασία του «μετρώ, ορίζω» (αυτή είναι και η προέλευση της λέξης «μέτρον»), καθώς και το παραγόμενο ινδοευρωπαϊκό θέμα men-s, που έχει τη διπλή σημασία «σελήνη», «σεληνιακός μήνας». Η κοινή αυτή ινδοευρωπαϊκή προέλευση ανιχνεύεται, τόσο γραμματικά όσο και σημασιολογικά, στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, που ανήκουν στην ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια: mensis στα λατινικά, mois στα γαλλικά, month (μήνας) και moon (σελήνη) στα αγγλικά, mena (σελήνη) και menops (μήνας) στα αρχαία γοτθικά, mano (σελήνη) και monat στα αρχαία γερμανικά κ.λ.π

Λαογραφία ΧΕΙΜΩΝΑ

 

Ποιος καλός χει΅ώνας;

 

Χειμώνας ίσον αγώνας Η πτώση της θερμοκρασίας δίνει το σύνθημα για μια κούρσα επιβίωσης πολλών ζώων που δεν έχουν λύσει τα προβλήματά τους με... καλοριφέρ και πουλόβερ.  Διαβάστε όσα δεν ξέρατε γι΄ αυτό που αφηρημένα αποκαλούμε «χειμερία νάρκη»

 

Δείτε ένα εντυπωσιακό βίντεο της NASA για το «ταξίδι» των εποχών πάνω από διάφορα μέρη του πλανήτη μας

 

ΚΟΡΥΦΗ

ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ ΠΟΣΕΙΔΕΩΝ    Ν. ΒΑΡΔΙΑΜΠΑΣΗΣ

Αττικός μην 12 Δεκεμβρίου - 10 Ιανουαρίου                       

Ετυμολογία Δεκέμβριος από το Δέκα ως Δέκατος μήνας (στο ρωμαϊκό ημερολόγιο), (ο δωδέκατος και τελευταίος μήνας του έτους κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο και έχει 31 ημέρες. )Διατήρησε όμως την ονομασία του αυτή και μετά το Διάταγμα του Καρόλου θ' το 1564 που έλεγε ότι ο χρόνος αρχίζει από τον Ιανουάριο. Επίσης ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Κόμμοδος ονόμασε το Δεκέμβριο "Αμαζών" προς τιμή μιας γυναίκας, που είχε την προσωπογραφία της ως Αμαζόνα πάνω στο δαχτυλίδι του. Δεκέμβριος: Από το λατινικό decem (δέκα), λόγω της θέσης που είχε στο αρχαίο ρωμαϊκό ημερολόγιο.

Μεταξύ της 21ης και 22ης Δεκεμβρίου ο ήλιος μπαίνει στο ζώδιο του Αιγόκερω και αρχίζει ο χειμώνας. Η μέρα αυτή, δηλαδή η 22η Δεκεμβρίου, έχει τη μικρότερη διάρκεια από όλες τις μέρες του χρόνου και η νύχτα της 22ης Δεκεμβρίου έχει τη μεγαλύτερη διάρκεια.

λαϊκά ονόματα: λέγεται και Νικολοβάρβαρα (γιατί στις 4 γιορτάζουμε τη γιορτή της Αγίας Βαρβάρας και στις 6 του Αγίου Νικολάου), Χριστουγεννιάτης (γιατί στις 25 γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα).

ποντιακή ονομασία: Χριστιαναρτς (Δεκέμβρης)

Ο Δεκέμβριος είναι ονομαστός μήνας για τον ελληνικό λαό για δυο κυρίως αιτίες: για τις χριστιανικές γιορτές του και για το βαρύ κρύο του. Γι' αυτό και σε διάφορες περιοχές της χώρας μας του έχουν δώσει ορισμένα χαρακτηριστικά ονόματα, όπως "Χριστουγεννάς", "Χριστουγεννάρης", (Ρόδος και Πόντος), "Χριστουγεννιάτης" (Λέσβος), "Χριστουγεννίτης" (Χαλκιδική), επειδή γιορτάζονται τα Χριστούγεννα,

Αρχαίες και νέες εορτές: 

Της Αγίας Βαρβάρας (4 Δεκεμβρίου). Σε πολλές πόλεις της Μ. Ασίας «φτιάχνουν μια μεγάλη μελόπιτα, που την τοποθετούν στο τρίστρατο της γειτονιάς. Εκεί πηγαίνει ο ιερέας να την ευλογήσει. Κατόπιν, η νοικοκυρά κόβει την πίτα και τη μοιράζει στους περαστικούς». Η έκθεσις στο τρίστρατο και η προσφορά στον κόσμο θυμίζει τα δείπνα της Εκάτης, που τη λάτρευαν ιδιαίτερα στη Μ. Ασία ως «τριοδίτιν» και «ενοδία» θεά. 

Του Αγίου Νικολάου (6 Δεκεμβρίου). Είναι ο προστάτης των ναυτιλλομένων. Σύμφωνα με τις παραδόσεις, «τα ρούχα του είναι πάντοτε βρεγμένα από την άλμη και τα γένια του στάζουν θάλασσα..». Είναι ο κύριος των ανέμων και της τρικυμίας. 

Του Αγίου Σπυρίδωνα (12 Δεκεμβρίου). Τιμάται κατεξοχήν στην Κέρκυρα. 

Λαογραφία: Οι Καλικάντζαροι ή Λυκοκάντζαροι (Αρκαδία, Μεσσηνία) ή διαπλεκόμενοι στη σημερινή τους εκδοχή, είναι κρυμμένοι μέσα στη γη, πελεκώντας τους στύλους που τη στηρίζουν. Βγαίνουν το Δωδεκαήμερο (25 Δεκ.-6 Ιαν.) και πειράζουν τους ανθρώπους της οικουμένης. Είναι μαυριδεροί, τριχωτοί, με κόκκινα μάτια, με τράγινα πόδια. Οι δαίμονες-Καλλικάντζαροι ταυτίζονται με τις δαιμονικές Κήρες των αρχαίων. Είναι «μαύροι, άσχημοι, με κόκκινα μάτια και τριχωτό σώμα». Στην Κύπρο ονομάζονται... Πλανήταροι (!) «Εκεί τους κάνουν ξεροτήγανα για να τους καλοπιάσουν». 

Κάλαντα: «Χριστός γεννιέται, σα γήλιος φέγγει σα νιο φεγγάρι, σαν παλικάρι. Κυρά Θεοτόκο εκοιλοπόνα, εκοιλοπόνα και παρεκάλιε! μαμή να πάτε, μαμή να φέρτε» (Θράκη) Στα κάλαντα τα παιδιά κρατούν καραβάκι. «Το καράβι αυτό -μας πληροφορεί ο Κυριακίδης- ενθυμίζει το πραγματικόν πλοίον, το οποίον κατά την εορτήν των Ανθεστηρίων στας Αθήνας εφέρετο επί τροχών επαναφέρον τον Διόνυσον, τον θεόν της βλαστήσεως» (βλ. Στ. Κυριακίδη, Γλώσσα και λαϊκός πολιτισμός, Αθήναι 1946, σ. 71). Χριστούγεννα. «Χριστός γεννιέται, Σα γήλιος φέγγει» (Κάλαντα Θράκης). 

Αρχαίες εορτές: Το 354 μ.Χ. ορίζεται στη Ρώμη η 25η Δεκεμβρίου - η γενέθλιος ημέρα του Μίθρα, του «αήττητου Ηλίου» -ως ημέρα εορτής των Χριστουγέννων, επειδή ο Χριστός λατρεύεται πλέον ως "ο φέρων το φως" το αληθινό, υποκαθιστώντας τους ηλιακούς θεούς της ειδωλολατρίας. Στην αρχαιότητα γιόρταζαν, την ίδια μέρα, τη γέννηση του Θείου Βρέφους Λικνίτη (λίκνο: κούνια) στους Δελφούς, που ήταν ο Διός Νύσος: Διό-νυσος, ο υιός του Θεού, του Θείου Βρέφους Αιώνα στην Αλεξάνδρεια, του Θείου Βρέφους Πλούτου στην Ελευσίνα ου συμβόλιζε τον πλούτο της χρονιάς, κατά το «Εκανε κι η Ελευσίνα στάρι». κ.ά., με πάνδημες γιορτές, διασκεδάσεις και ξεφαντώματα. 

Προετοιμασίες: Γουρουνοχαρές και χοιροσφάγια, καθόσον οι μοσχαροκεφαλές ανήκουν στο απώτερο παρελθόν. 

Οιωνοί και μαντείες: Γίνονται υδατομαντείες, λεκανομαντείες, αριθμομαντείες και κατοπτρομαντείες. 

 

ΚΟΡΥΦΗ

1ο 15νθήμερο Δεκεμβρίου                2ο 15νθήμερο Δεκεμβρίου

Η ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Έθιμα το μήνα Δεκέμβριο                Ματιά στο Δεκέμβριο  

Από τη Βικιπαίδεια Δεκέμβριος           μήνας Δεκέμβριος

Λαογραφία Δεκεμβρίου

 

ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ-ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ ΒΑΧΤΣΑΒΑΝΗΣ Π

Στο ρωμαϊκό ημερολόγιο του Ρωμύλου ήταν ο 10ος μήνας (ντέτσεμ = δέκα) κι έχει 31 ημέρες. Η 21η του μήνα είναι η μικρότερη ημέρα του χρόνου, το «χειμερινό ηλιοστάσιο». Αντιστοιχεί προς τον Ποσειδώνα των αρχαίων. Θεωρείται ο ψυχρότερος μήνας του χρόνου. Λέγεται Χριστουγεννάς ή Χριστουγεννάρης ή Χριστουγεννιάτης (λόγω της μεγάλης γιορτής της χριστιανοσύνης), Γιορτινός (λόγω των πολλών θρησκευτικών γιορτών), Αϊ-Νικολιάτης ή Παππού-Νικόλας ή Νικολοβάρβαρα (από τη γιορτή του Αγ. Νικολάου & της Αγ. Βαρβάρας), ’σπρος μήνας ή Ασπρομηνάς, και Χιονιάς. Στη Μεσσηνία επιθυμούν πολλά χιόνια την ημέρα των Χριστουγέννων, που τα ονομάζουν Χριστόχιονα. Αρέσει πολύ στα παιδιά ο Δεκέμβρης, για τα χιόνια, τον χιονοπόλεμο, τον χιονάνθρωπο, τις διακοπές των σχολείων, τα κάλαντα και τα δώρα.
                ΕΡΓΑΣΙΕΣ:
                Επιδιόρθωση στάβλων.
                Καθάρισμα χωραφιών από θάμνους.
                Φυτεύουμε κρεμμυδάκια.
                Σκέπασμα κυψελών.
                Αρχίζει η γαλακτοπαραγωγή.
                Τελειώνει το καθάρισμα του κρασιού κι ανοίγουν τα βαρέλια.
                ΕΘΙΜΑ-ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ:
                ΟΙ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ: Τους συναντάμε με πολλά ονόματα: καλιβρούσηδες, καλακάντζουρα, λυκοκάντζαροι, κακανθρωπίσματα, παγανά &  εξαποδώ.
                Όντα δαιμονικά, άσχημοι, μαύροι, με μάτια κόκκινα, τριχωτοί, με πόδια τραγίσια, ήταν τα κυρίαρχα όντα του Δωδεκαημέρου, πειράζοντας τους ανθρώπους από την παραμονή των Χριστουγέννων, όταν αφήνοντας τα έγκατα της γης, έβγαιναν στο απάνω κόσμο, μέχρι την παραμονή των Θεοφανίων, οπότε περίτρομοι έφευγαν στην παρουσία του παπά που άγιαζε. Όλο τον χρόνο πολεμούν με τα τσεκούρια να κόψουν το δέντρο που βαστάει τη γη, όταν όμως πλησιάζει η στιγμή που θα το κόψουν τελείως, μια τσεκουριά μένει, βγαίνουν στη γη να κάνουν σκανδαλιές, περιμένοντας ότι θα πέσει πια μόνο του, όμως γεννάται ο Χριστός και αμέσως το δέντρο ξαναγίνεται.
                Μπαίνουν στα σπίτια απ' τις καμινάδες που η φωτιά τους έχει σβήσει.
                Αρχηγός τους είναι ο Μαντρακούκος, που είναι κουτσός κι άγριος και ο πιο επικίνδυνος απ' όλη την ομάδα. Ακολουθεί ο Μαγάρας, με την τεράστια κοιλιά του, ο οποίος μαγαρίζει όλα τα φαγητά και τα γλυκά. Επίσης έρχεται ο Κωλοβελόνης, που είναι αδύνατος και σουβλερός σα μακαρόνι και περνά από κλειδαρότρυπες και χαραμάδες. ’λλος είναι ο Κοψαχείλης με τεράστια κοφτερά δόντια, που κρέμονται από το στόμα του. Κανένας δεν μοιάζει με τον άλλο και έχει ο καθένας το κουσούρι του.
                Για να εξευμενίσουν οι άνθρωποι τα πειρακτικά αυτά πλάσματα, άφηναν γλυκά σ' ένα σημείο του σπιτιού ή προσπαθούσαν να τα κάνουν ακίνδυνα, με διάφορους τρόπους. Τοποθετούσαν π.χ. ένα κόσκινο μπροστά από την πόρτα του σπιτιού, ώστε μέχρι να μετρήσει ο καλικάντζαρος από περιέργεια τις τρύπες, να λαλήσει ο πετεινός, οπότε αυτοί έτρεχαν να εξαφανιστούν.
                Το αποτελεσματικότερο μέσο για να κρατηθούν μακριά οι καλικάντζαροι και κάθε άλλο δαιμόνιο θεωρήθηκε η φωτιά. Γι' αυτό και όλο το Δωδεκαήμερο έμενε συνεχώς το τζάκι αναμμένο και μάλιστα με ξύλα αγκαθωτά (για να έχει η φωτιά μεγαλύτερη δύναμη). Παλιά οι γιαγιάδες έκαιγαν στα τζάκια παλιοτσάρουχα. Η άσχημη μυρωδιά τους έκανε τους καλικάντζαρους να φεύγουν.
         Την ημέρα των Θεοφανίων πρέπει να φύγουν. Όταν ο παπάς αγιάζει φωνάζουν:

«Φεύγετε, να φεύγουμε, γιατί θα 'ρθει ο παπάς

με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του»

                ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ: Τα κάλαντα, όπως ξέρουμε, είναι τα δημώδη εορταστικά και θρησκευτικά άσματα, που τραγουδούσαν κατά τις γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς.
                Από τη βυζαντινή εποχή ψέλνονταν κατά τον ίδιο τρόπο, όπως και σήμερα, από συντροφιές παιδιών, που γύριζαν από σπίτι σε σπίτι και έπαιρναν φιλοδωρήματα.
                Η λέξη «κάλαντα» προέρχεται από το λατινικό CALENDA, που σημαίνει πρώτη εκάστου μηνός. Το δε γνωστό «εις τας ελληνικάς καλένδας» είναι ίσον με το «ουδέποτε», γιατί οι Έλληνες δεν είχαν καλένδας», αλλά μόνον οι Ρωμαίοι. Από κει προήλθε και η νέα λέξη κάλαντα, που ψέλνονται κάθε παραμονή πρωτοχρονιάς.
                Τα σημερινά κάλαντα, που ψέλνονται, καθώς και τα λοιπά θρησκευτικά άσματα, έχουν στενή συγγένεια με την αρχαία λατρεία ή τα παλαιά έθιμα της ομηρικής εποχής και των μετέπειτα χρόνων. Έχουν το ίδιο θέμα προς τα σημερινά κάλαντα, ως προς την σύνθεση, τον  χαρακτήρα και την ουσία των συναισθημάτων που εκδηλώνονται. Η διαφορά μεταξύ των σημερινών και των αρχαίων σχετικών τραγουδιών είναι, ότι ο τρόπος της εκδηλώσεως των σημερινών είναι πιο ζωηρός. Το αξιοπερίεργο είναι ότι τόσο στα αρχαία όσο και στα σημερινά τραγούδια, οι έπαινοι και τα εγκώμια είναι ίδια και ίδιες οι ευχές για την ευτυχία του σπιτιού, που απευθύνονται από τους μικρούς ψάλτες της πατρίδας μας.
                Τα παιδιά από νωρίς άρχιζαν, συντροφιές - συντροφιές να περιέρχονται τα σπίτια, για τα κάλαντα και να φιλοδωρούνται με πεντάρες, δεκάρες και σπάνια εικοσάλεπτα, τα οποία τότε είχαν αξία. Αργότερα τα φιλοδωρούσαν πενηντάλεπτα ή δραχμές. Τους πρόσφεραν επί πλέον και γλυκίσματα.
                Την ημέρα της Πρωτοχρονιάς, μετά τη λειτουργία και πάλιν θα περιέλθουν όλα τα σπίτια - εκτός από εκείνα που είχαν πένθος. Την βασιλόπιτα την έκοβαν το μεσημέρι, οπότε και μοιράζονταν τα δώρα στα παιδιά. Λίγες οικογένειες, μετά τα μεσάνυκτα, με την ανατολή του νέου έτους και αφού έσβηναν και άναβαν τα φώτα και έψαλλαν τα κάλαντα όλοι οι παρευρισκόμενοι «εν χορώ» και αφού αντάλλαζαν τις αρμόζουσες ευχές, έκοβαν τη βασιλόπιτα, σε τόσα τεμάχια όσα και τα παριστάμενα πρόσωπα. Ενώ η πίττα που θα έκοβαν το μεσημέρι της πρωτοχρονιάς περιοριζόταν στα μέλη της οικογενείας και μόνον. Συντροφιές νέων περιέρχονταν τα σπίτια και έψαλλαν τα κάλαντα του αγίου Βασιλείου με ανάλογα παινέματα, με επωδό: «Εμείς  δεν ήρθαμε εδώ να  φάμε και να πιούμε  Μόνο σας αγαπούσαμε κι ήρθαμε να σας δούμε».
             ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ:

Καλήν ημέρα άρχοντες, κι αν είναι ο ορισμός σας,

Χριστού τη θεία γέννηση, να πω στ' αρχοντικό σας.

Χριστός γεννάται σήμερον, εν Βηθλεέμ τη πόλει.

Οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρετ' η φύσις όλη.

Εν τω σπηλαίω τίκτεται, εν φάτνη των αλόγων,

ο Βασιλεύς των ουρανών, ο ποιητής των όλων.

Πλήθος αγγέλων ψάλλουσι το Δόξα εν Υψίστοις

και τούτο άξιον εστί, η των ποιμένων πίστις.

Εκ της Περσίας έρχονται τρεις μάγοι με τα δώρα,

άστρο λαμπρό τους οδηγεί, χωρίς να λείψει ώρα.

Έφθασαν στην Ιερουσαλήμ με πόθον ερωτούσιν,

Που εγγενήθη ο Χριστός να παν΄ να τον ιδούσιν.

Όταν ο Ηρώδης τάμαθε αμέσως εταράχθη,

γιατί πολύ φοβήθηκε δια  την βασιλείαν,

μη του την πάρει ο Χριστός και χάσει την αξίαν.

Κι αμέσως εδιάτεξε σφαγή να γίνει αγρία

Τα βρέφη όλα να σφαγούν εις πόλιν την αγία.

Αλλ΄ άγγελος εξ ουρανού είπε στην Παναγίαν,

Για ν΄ αποφύγη του κακού Ηρώδη την μανίαν.

Πάρε το βρέφος το ιερόν και φρόντισε να πάτε,

Εις Αίγυπτον εκεί μακρυά κι εκεί να ησυχάστε.

Σ' αυτό το σπίτι το ψηλό, πέτρα να μην ραγίσει

κι ο νοικοκύρης του σπιτιού, χίλια χρόνια να ζήσει.

                ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ:

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά, ψηλή μου δεντρολιβανιά,

κι αρχή καλός μας χρόνος, εκκλησιά με τ' άγιο θρόνος

Αρχή που βγήκε ο Χριστός, άγιος και πνευματικός

στη γη να περπατήσει και να μας καλοκαρδίσει.

’γιος Βασίλης έρχεται και δεν μας καταδέχεται

Από την Καισαρεία, συ σ' αρχόντισσα κυρία.

Βαστά εικόνα και χαρτί, ζαχαροπλάστη ζυμωτή

χαρτί και καλαμάρι, δες και με-δες και με το παλικάρι.

Το καλαμάρι έγραφε, την μοίρα του την έλεγε

Και το χαρτί εμίλιε, άσπρε μου χρυσέ μου κρίνε.

-Βασίλη πόθεν έρχεσαι και πόθεν κατεβαίνεις

Και δεν μας συντυχαίνεις;

-Από της μάνας μου έρχομαι, το λέω και δεν ντρέπομαι

και στο σχολείο μου πάω πέστε μου τι θες να κάμω;

-Αφού πηγαίνεις στο σχολειό, πες μας την ’λφα - Βήτα,

Νάχης τον Θεό βοήθεια…

Και στο ραβδί του ακούμπησε να πει την ’λφα - Βήτα,

Ωσάν ’γιος που ήταν.

Χλωρό ραβδί, ξερό ραβδί, χλωρά βλαστάρια πέτα,

Κι απάνω στα βλαστάρια του, μαύρα είν΄ τα μάτια του,

Πέρδικες κελαδούσαν

Δεν ήσαν μόνον πέρδικες, γαριφαλιές λεβέντικες

Μον΄ και περιστεράκια, μαύρα μου γλυκά ματάκια.

ΠΑΙΝΕΜΑΤΑ

Εσένα αφέντη πρέπει σου καρέγλα βελουδένια

Για ν΄ ακουμπά η μέση σου η μαργαριταρένια.

Πολλά ΄παμε τα΄ αφέντη μας ας πούμε της κυράς

Κυρά λιγνή, κυρά ψηλή κυρά γαϊτανοφρύδα

Πουχεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθος

Και του κοράκου το φτερό έχεις γατανοφρύδι.

Πολλά ΄παμε και της κυράς ας πούμε και στην κόρη.

Έχεις και γιο και μονογυιό, το γιο τον κανακάρη

Αν είναι και γραμματικός πολλά προικιά γυρεύει.

Γυρεύει αμπέλια ατρύγητα κι αμπέλια τρυγημένα

Γυρεύει και τη θάλασσα μ΄ όλα της τα καράβια

Γυρεύει και τον κυρ Βοριά να τα καλαρμενίζει.

Πολλά ΄παμε της κόρης μας ας πούμε και του γιου μας,

Έχεις και γιο και μονογυιό, το γιο τον κανακάρη

Που λούζεται, χτενίζεται και στο σχολειό πηγαίνει

Τον έβγαλε ο δάσκαλος να πει την άλφα - βήτα

Και ξέφυγε το χέρι του  και έχυσε το μελάνι

Και λέρωσε τα ρούχα του τα καλοκεντημένα.

Δεν έχω άλλα να σου πω, μόνο να ζεις και νάσαι

Τον άνδρα σου να χαίρεσαι και καλομοίρα να΄σαι.

                  ΘΕΟΦΑΝΙΩΝ:

Σήμερα είν' τα Φώτα κι ο φωτισμός, η χαρά μεγάλη κι ο αγιασμός (δις).

Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό κάθεται η Παναγία η Δέσποινα.

Με τα θυμιατήρια στα δάχτυλα και τον ’γιο Γιάννη παρακαλεί:

_’γιε μου Γιάννη και Πρόδρομε, δύνασαι βαφτίσεις θεού παιδί,

και να παραδώσεις Χριστού ψυχή;

_Δύναμαι και θέλω και προσκυνώ και τον Κύριό μου παρακαλώ.

Αύριο θ' ανέβω στους ουρανούς, να καταπατήσω τα είδωλα…

         Τα παιδιά τραγουδούσαν σκωπτικούς στίχους, όταν κάποια πόρτα παρέμενε κλειστή και οι νοικοκυραίοι δεν άνοιγαν, για να μη δώσουν το μποναμά τους στα παιδιά:

Τόσο βαρύ 'ναι το πάπλωμα και δεν παίρνεις χαμπάρι

Κι απ' έξω από την πόρτα σου, καράβι βολτετσάρει.

Τόσα τραγούδια είπαμε κι η πόρτα δεν έχει ανοίξει

Αν τα 'λεγα στον ουρανό, χρυσάφι θα 'χε ρίξει.

                «ΣΠΑΡΓΑΝΑ» (Ζαγόρι Ηπείρου). Τηγανίτες, με πολλά καρύδια επάνω, τις οποίες φτιάχνουν τα ξημερώματα των Χριστουγέννων.
                «ΧΟΙΡΟΣΦΑΓΙΑ» Έθιμο πανάρχαιο, με θυσιαστικό χαρακτήρα, προς τιμή του Κρόνου, που αποσκοπούσε στην εξασφάλιση καλής εσοδείας. Αυτός ο χαρακτήρας, τα μαντέματα κι άλλες μαγικές ενέργειες τα καθιστούν από τα πιο ενδιαφέροντα έθιμα του λαϊκού εορτολογίου.
                Η σφαγή του χοίρου στο τέλος του έτους ή σε άλλες σημαντικές για την καλοχρονιά περιστάσεις-απόκριες, ημέρα του Αγ. Φιλίππου-είναι αρχαία συνήθεια του ελληνορωμαϊκού κόσμου, που επέζησε μέσα στους αιώνες.
                Η εκτροφή χοίρου εξασφάλιζε στην οικογένεια κρέας και λίπος για ολόκληρη τη χρονιά. Κάθε αγροτική οικογένεια, εκτός από τις πολύ φτωχές, διατηρούσε έναν ή περισσότερους χοίρους. Ήταν πλήγμα η αδυναμία εκτροφής τουλάχιστον ενός χοίρου.
                Το σφάξιμο γινόταν με ειδικό μαυρομάνικο μαχαίρι και ήταν έργο του αρχηγού της οικογένειας. Ο θύτης πριν από το πλήγμα, χάραζε το σημείο του σταυρού στο λαιμό του ζώου, ενώ κάποιος από τους παριστάμενους έλεγε το «Πιστεύω» ή το «Πάτερ ημών». Από το αίμα του ζώου «έγραφαν» ένα σταυρό στο μέτωπο των μικρών παιδιών ή και των ζώων-για τον πονοκέφαλο ή τη θερμασιά, αντίστοιχα. Επίσης, στον Εγρήγορο της Ρόδου, άλειφαν τα πέλματα των ποδιών για να μην ξεπαγιάζουν, σαν φάρμακο για τις χιονίστρες. Κάρφωναν το ρύγχος του χοίρου στον τοίχο ή επάνω από την πόρτα για να αποδιώχνει τους καλικάντζαρους κι από τη σπλήνα και το συκώτι του, μάντευαν το μέλλον της οικογένειας. Τέλος θυμιάτιζαν το ζώο με λιβάνι και χαμομήλι, και έβαζαν στο στόμα του ένα από τα πόδια του. Όλες αυτές οι δραστηριότητες είχαν καθαρτήριες & αποτρεπτικές ιδιότητες.
                «ΧΡΙΣΤΟΨΩΜΟ». Το σύμβολο της μεγάλης γιορτής των Χριστουγέννων, αποτελεί ιδιαίτερη φροντίδα κάθε νοικοκυράς. Το σχήμα του συνήθως είναι στρογγυλό, υπάρχουν όμως και διαφοροποιήσεις κατά τόπους. Π.χ. στην Ιθάκη είναι μακρόστενο και σχηματίζει τη μορφή μικρού παιδιού που παριστάνει το Χριστό στα σπάργανα όπως λένε, ενώ στην Πετρούσα της Δράμας, πάνω στο ολοστρόγγυλο ψωμί πλάθουν και τοποθετούν στη μέση και ένα μικρότερο. Το μεγάλο κουλούρι συμβολίζει τη σπηλιά που γεννήθηκε ο Χριστός, το δε μικρό τον ίδιο τον Χριστό. Ιδιαίτερα προσεγμένη και η διακόσμησή του: Συνήθως στη μέση της επιφάνειά του κολλούν ένα σταυρό από ζυμάρι, στο κέντρο και στις άκρες του οποίου βάζουν καρύδια και αμύγδαλα, σύμβολο πλούσιας καρποφορίας. Επίσης τα σχέδια του έχουν άμεση σχέση με την ασχολία του νοικοκύρη: βόδια, αλέτρι και αλώνι (αν είναι γεωργός), πρόβατα, κατσίκια και στάνη (αν είναι τσοπάνης), κυρίως οι Σαρακατσάνοι. Το Χριστόψωμο κατέχει ξεχωριστή θέση στο τραπέζι, το οποίο σε αρκετά μέρη στρώνεται από την παραμονή και λέγεται και «τραπέζι της Παναγιάς».
               
ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΕΝΤΡΟ. Σύμφωνα με τους περισσότερους λαογράφους, το έθιμο αυτό ήρθε στην Ελλάδα, μάλλον, την εποχή του Όθωνα (πρώτα στο Ναύπλιο και μετά στην Αθήνα), από τη δύση (Γερμανία ή Αγγλία). Προϋπήρχε όμως στο Βυζάντιο από τον 6ο αιώνα. Παλαιότερα για τη διακόσμηση των σπιτιών χρησιμοποιούσαν κλαριά από δέντρα. Η χρήση τους συμβόλιζε το τέλος του χειμώνα, την αναβλάστηση και την καινούργια ζωή, γι' αυτό και τα κλαριά έπρεπε να είναι καταπράσινα και από φυτά αειθαλή. Τα κλαριά (δάφνης, λεμονιάς, κουμαριάς, σκίνου, μυρτιάς και ελιάς) στολίζονταν με φρούτα, ξηρούς καρπούς και νομίσματα, τυλιγμένα σε χρυσόχαρτο ή βαμμένα με χρυσομπογιά. Αργότερα, οι πραματευτάδες (γυρολόγοι) πούλαγαν στα πανηγύρια και στα παζάρια στολίδια του δέντρου από χαρτί, ζυμάρι και γύψο. Ειδικά για τα γύψινα στολίδια χρησιμοποιούσαν γερμανικές σιδερένιες φόρμες για σοκολάτες και έφτιαχναν τα ζώα της φάτνης, αγιοβασίληδες κ.α., που τα χρωμάτιζαν με όμορφα χρώματα και τα πουλούσαν στους πάγκους τους μαζί με τα παιχνίδια.
               
ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΞΥΛΟ (Μακεδονία). Στα χωριά της Β. Ελλάδας, από τις παραμονές των εορτών, ο νοικοκύρης έψαχνε στα χωράφια και διάλεγε το πιο όμορφο, το πιο γερό, το πιο χοντρό ξύλο, από πεύκο ή ελιά και το πήγαινε στο σπίτι του. Αυτό ονομαζόταν Χριστόξυλο και ήταν το ξύλο που θα έκαιγε για όλο το Δωδεκαήμερο των εορτών (από τα Χριστούγεννα μέχρι και τα φώτα) στο τζάκι του σπιτιού.
                Πριν ο νοικοκύρης φέρει το Χριστόξυλο, κάθε νοικοκυρά φρόντιζε να έχει καθαρίσει το σπίτι και με ιδιαίτερη προσοχή το τζάκι, ώστε να μη μείνει ούτε ίχνος από την παλιά στάχτη. Καθάριζαν ακόμη και την καπνοδόχο, για να μη βρίσκουν πατήματα να κατέβουν οι καλικάντζαροι.
                Έτσι το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, όταν όλη η οικογένεια θα ήταν μαζεμένη γύρω από το τζάκι, ο νοικοκύρης θα άναβε την καινούργια φωτιά και έμπαινε στην πυροστιά το Χριστόξυλο.
                Ο λαός λέει, ότι καθώς καίγεται το Χριστόξυλο, ζεσταίνεται ο Χριστός, εκεί στην κρύα σπηλιά της Βηθλεέμ. Σε κάθε σπιτικό, οι νοικοκυραίοι προσπαθούσαν να καίει το Χριστόξυλο μέχρι τα φώτα.
               
«ΤΑ ΚΑΡΥΔΙΑ» (Ήπειρος). Την ημέρα των Χριστουγέννων, τα παιδιά, κορίτσια και αγόρια, παίζουν το παιχνίδι «ΚΑΡΥΔΙΑ». Το παιχνίδι είναι ομαδικό και παίζεται ως εξής:
                Κάποιο παιδί χαράζει μ' ένα ξυλάκι στο χώμα μια ευθεία γραμμή. Πάνω σ' αυτή, κάθε παίκτης βάζει κι από ένα καρύδι στη σειρά. Μετά, ο κάθε παίκτης με τη σειρά του και από κάθετη απόσταση ενός με δύο μέτρα από τη γραμμή - σειρά των καρυδιών, σκυφτός, με το μεγαλύτερο και το πιο στρογγυλό καρύδι του, σημαδεύει κάποιο από τη σειρά των καρυδιών.
                Όποιο καρύδι πετύχει και το βγάλει έξω από τη γραμμή, το κερδίζει και δοκιμάζει ξανά, σημαδεύοντας κάποιο άλλο καρύδι. Αν αστοχήσει, συνεχίζει ο επόμενος παίκτης. Το παιχνίδι συνεχιζόταν μέχρι να τελειώσουν όλα τα καρύδια της σειράς…
               
ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ (31/12). Τα παιδιά άφηναν μπροστά από το τζάκι τα παπούτσια τους ή αν δεν άναβε, κρεμούσαν εκεί τις κάλτσες τους. Υποτίθεται ότι, εκεί θα άφηνε ο Αγ. Βασίλης τα δώρα τους. Σήμερα πια, τα δώρα των παιδιών, τοποθετούνται κάτω απ' το χριστουγεννιάτικο δέντρο.
               
«ΟΙ ΚΟΛΟΝΙΕΣ» (Κεφαλονιά). Στην Κεφαλονιά, καθώς και στ' άλλα Επτάνησα, οι κάτοικοι, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, το βράδυ, γεμάτοι χαρά για τον ερχομό του νέου χρόνου, κατεβαίνουν στους δρόμους, κρατώντας μπουκάλια με κολόνιες και ραίνουν ο ένας τον άλλον τραγουδώντας:

«Ήρθαμε με ρόδα και με ανθούς, να σας ειπούμε χρόνους πολλούς.»

                Και η τελευταία ευχή του χρόνου που ανταλλάσσουν είναι: «Καλή Αποκοπή», δηλ. με το καλό να αποχωριστούμε τον παλιό χρόνο.
                ΓΙΟΡΤΕΣ:
                ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ (25/12). Η λύτρωση του ανθρώπου από την αμαρτία. Ο Υιός του Θεού έρχεται στη γη, δίνοντας τη μεγαλύτερη ευκαιρία στον άνθρωπο: να μπει στην Βασιλεία των Ουρανών… Πώς; Μα με… αγάπη!  Η γέννηση του Χριστού κανονίστηκε το 354 μ.Χ. να εορτάζεται στις 25 Δεκεμβρίου, την ίδια μέρα που γιορταζόταν η γέννηση του παλαιού Θεού Μίθρα, του «αήττητου Θεού Ήλιου» που ήταν θεός όλων των ηλιακών θεοτήτων της ειδωλολατρίας. Με την αλλαγή και την στροφή των ανθρώπων προς άλλους θεούς, ο «Αήττητος Θεός Ήλιος», έπεσε και τη θέση του την πήρε ο «Ήλιος της Δικαιοσύνης» ο Χριστός.
                ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ:
                «Χιόνι του Δεκεμβριού, χρυσάφι του καλοκαιριού».
                «Το τραγούδι με τον τρύγο, το Δεκέμβρη παραμύθι».
                «Η αγία Βαρβάρα βαρβαρώνει (το κρύο), ο αϊ-Σάββας σαβανώνει κι ο αϊ-Νικόλας παραχώνει».
                «Να 'ναι Χριστούγεννα στεγνά, τα Φώτα χιονισμένα και τα Λαμπρά βρεχούμενα, τα αμπάρια γεμισμένα».

 

Λαογραφικά του μηνός Δεκεμβρίου   http://oiax.blogspot.com/
Ο Δεκέμβριος είναι ο δωδέκατος και τελευταίος μήνας του ηλιακού μας έτους, αλλά ο δέκατος μήνας, όπως το λέει και το όνομά του (εκ του λατινικού decem = δέκα), από την πρωτοχρονιά της 1ης Μαρτίου, όταν το έτος των Ρωμαίων ήταν δεκάμηνο.
Στο Αττικό αρχαιοελληνικό ημερολόγιο ήταν ο έβδομος μήνας και ονομαζόταν «Ποσειδεών» ή «Ποσειδών» (16 Δεκ. – 15 Ιαν.), προς τιμήν του θεού της θάλασσας Ποσειδώνα. Αυτόν τον μήνα σύμφωνα με τις δοξασίες των Αρχαίων Αθηναίων, ο Ποσειδώνας με την Τρίαινά του, το σύμβολο της δυνάμεως και εξουσίας, συντάρασσε τις θάλασσες και προκαλούσε μεγάλες τρικυμίες όταν θύμωνε μαζί τους' γεγονός που φοβούνταν ιδιαίτερα για τα ταξίδια τους οι ναυτικοί.
Ως προς την πλευρά της αυστηρότητας ο Ποσειδών μπορεί να συσχετιστεί ως θαλασσινός θεός –προστάτης της θάλασσας– με τον δικό μας ’γιο Νικόλαο, ο οποίος τον αντικατέστησε στην πίστη του λαού. Οι Χριστιανοί ναυτικοί μας θεωρούν ότι οι δύσκολες ώρες της θάλασσας οφείλονται στον θυμωμένο άγιο Νικόλαο που είναι αγριεμένος μαζί τους. Για να τον εξευμενίσουν ρίχνουν στα τρικυμισμένα νερά λάδι από το καντήλι του Αγίου, κόλλυβα από αυτά που στέλνουν στην εκκλησία την ημέρα της γιορτής του, ψίχουλα, άρτο ή και μια μικρή εικόνα του. Τα σκορπούν στη θάλασσα και λέγουν: «Αϊ Νικόλα μου, και πάψε την οργή σου!»
Μία «σύγχρονη» ναυτική παράδοση για τον Αϊ Νικόλα τον Κυβερνήτη απ’τη θαλασσινή Μάνη:
«Τα καράβια και τα καϊκια, στα παλιά χρόνια, ταξίδευαν χωρίς τιμόνι (μόνο σε γαληνεμένη θάλασσα). Τη συγκοινωνία από το Διακόφτι στα Βάτικα, απέναντι, την έκανε ένας περάτης, άγνωστος, που δεν ήταν ντόπιος. Κάθε φορά όμως που σηκωνόταν τρικυμία (πολύ συχνά), το καράβι, χωρίς τιμόνι, τσακιζόταν στους βράχους και οι άνθρωποι πνίγονταν. Ο περάτης όμως δεν πάθαινε τίποτε και κάθε φορά παρουσιαζόταν με νέο καράβι. Ήταν δαίμονας που χαιρόταν για το κακό των ανθρώπων. Ώσπου κάποτε μπήκε επιβάτης και ένας γεράκος, με άσπρα μαλλιά και γένια. Κρατούσε και στο χέρι του ένα παράξενο ξύλο, που πλάταινε προς τα κάτω. Το καΐκι συνάντησε πάλι τρικυμία, οπότε ο γεράκος τρέχει και στερεώνει το ξύλο του στο πίσω μέρος, το κρατάει γερά (ήταν το πρώτο τιμόνι) και κυβέρνησε το πλοίο, ώστε να μην τσακιστεί στα βράχια. Οι άνθρωποι σώθηκαν, κι ο περάτης, από το κακό του εξαφανίστηκε. Την ίδια ώρα εξαφανίστηκε κι ο γεράκος, που ήταν ο άγιος Νικόλαος και νίκησε το δαίμονα, μαθαίνοντας και στους ναυτικούς το τιμόνι.»
Τα δημώδη ονόματα του Δεκεμβρίου είναι: Δεκέ(μ)βρης ή Δεκέμηρης, Γιορτινός (λόγω των πολλών εορτών), Αϊ-Νικολιάτης, Χριστουγεννιάτης, Χριστουγεννάς, Χιονιάς, Ασπρομηνάς κλπ.
Στη ζωή των Ελλήνων αγροτών τρεις είναι οι εμπειρίες που προεξάρχουν: το κρύο, το τέλος της σποράς, και η μείωση του φωτός.
Το κρύο συνδέεται με τρεις κυρίως γιορτές στην αρχή του Δεκέμβρη: της Αγίας Βαρβάρας (4), του Αγίου Σάββα (5) και του Αγίου Νικολάου (6) –τα λεγόμενα Νικολοβάρβαρα. Οι παροιμίες λένε: «Βαρβάρα βαρβαρώνει (το κρύο), αϊ Σάββας σαβανώνει, αϊ Νικόλας παραχώνει», «Αγία Βαρβάρα γέννησε (το χιόνι), άη Σάββας το δέχτει κι άη Νικόλας έτρεξε να πάει να το δαφτίσει (το βάφτισε χιόνι)». Αλλά και για τη χρονική εγγύτητα των τριών εορτών λέγεται:
«Αγια Βαρβάρα μίλησε και Σάββας αποκρίθει κι Αγιονικόλας έτρεξε να πάει να λειτουργήσει».
Οι γεωργοί θέλουν να ευχαριστήσουν τα ζώα τους (βόδια, άλογα) για τη βοήθεια που τους προσέφεραν στη σπορά και γι’αυτό τα γιορτάζουν στις 18 Δεκεμβρίου, του Αγίου Μοδέστου (στο συναξάρι του αναφέρεται ότι ανέστησε πολλά ζώα). Οι ζευγάδες ράντιζαν με τον αγιασμό τα σπαρμένα χωράφια, έριχναν κόλλυβα στη γη και τάιζαν τα ζώα τους μ’αυτά, αλλά και με άρτο (ύψωμα).
Ο Δεκέμβριος έχει τις μεγαλύτερες νύχτες. «Του Δεκέμβρη η μέρα, καλημέρα – καλησπέρα», λέει μια παροιμία. Ο Ήλιος έχει τώρα τη μεγαλύτερη απόκλιση νότια του ισημερινού, με αποτέλεσμα το βόρειο ημισφαίριο να φωτίζεται πολύ λιγότερο από το νότιο. Από τις 22 Δεκεμβρίου (μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο), η απόκλιση αρχίζει να λιγοστεύει, οπότε στο βόρειο ημισφαίριο η μέρα μεγαλώνει. Με το Ιουλιανό ημερολόγιο, το χειμερινό ηλιοστάσιο έπεφτε το 19ο αιώνα στις 9 Δεκεμβρίου (Αγ. ’ννας). Παρετυμολογώντας, λοιπόν, το όνομα του Αγίου Σπυρίδων (12) έλεγαν: «Απ’του αγίου Σπυρίδωνα μεγαλώνει η μέρα κατά ένα σπυρί». Και στις 19 παραμονή του Αγ. Ιγνατίου, που η αύξηση του φωτός ήταν πια σημαντική, έλεγαν: «αύριο είναι ο άγιος Αγνάντιος' αγναντεύει ο ήλιος προς το καλοκαίρι».
Οι ευχές όλη τη διάρκεια του Δεκεμβρίου κυριαρχούν και καθορίζουν τόσο τις άφθονες εορτές του μήνα, όπως του Αγίου Ελευθερίου (15) και του Αγίου Διονυσίου (17) όσο και τα επικείμενα Χριστούγεννα (25), την πρώτη μέρα του Δωδεκαημέρου*, καθώς και τη διαβατήρια ώρα της μεταβάσεως στον καινούργιο χρόνο.

 

ΚΟΡΥΦΗ

Χριστούγεννα στην Ελλάδα                     Η ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Επιστροφή στις αγαπημένες γεύσεις του παραδοσιακού γιορτινού εδεσματολογίου, που μεταφέρθηκε από γενιά σε γενιά. Πόσο μακριά απέχουν τα Χριστούγεννα του Νεοέλληνα από τις γιορτές των παππούδων του! Ωστόσο, οι στενεμένοι καιροί αλλά και η τάση της επιστροφής στη γαστρονομία της παράδοσης είναι η καλύτερη ευκαιρία για να ανακαλύψουμε ξανά τη νοστιμιά του χοιρινού, της κοτόσουπας, της σπιτικής γιορτινής βασιλόπιτας, του χριστόψωμου και των γλυκών των προγόνων μας.

Το έθιμο των χοιροσφαγίων Το σφάξιμο του χοίρου του σιτευτού, που κάθε οικογένεια ανατρέφει με ιδιαίτερη επιμέλεια, ταΐζοντάς τον αλεσμένο καλαμπόκι, πίτουρο, ζεστό νερό κι αλάτι ήταν σίγουρα το πιο γενικευμένο έθιμο σε όλη την Ελλάδα, με ρίζες που κρατούν από την αρχαιότητα. Γιατί ο χοίρος αυτός δεν ήταν μόνο ευκαιρία για τρικούβερτο γλέντι, αλλά και το κρέας που θα συντηρούσε για έναν ολόκληρο χρόνο την οικογένεια, ενώ από το δέρμα του έφτιαχναν ακόμη και παπούτσια, τα «γουρνοτσάρουχα» όπως τα έλεγαν στη Θεσσαλία. Ενα μέρος από το φρέσκο κρέας γινόταν παστό και με τα εντόσθιά του ετοίμαζαν τις γιορτινές λιχουδιές: Πηχτή, τσιλαδιές (ό,τι μένει από το σιγανό λιώσιμο του λίπους στα καζάνια), σύγλινα και ομαθιές στην Κρήτη, λουκάνικα, σύβραση με πράσα, σούπα αλλά και κοψίδια στη θράκα. Πολύ διαδεδομένη σε όλη την Ελλάδα είναι και η συνταγή του μαγειρευτού χοιρινού με σέλινο. Το χοιρινό μαγειρεύεται επίσης παραδοσιακά ψητό στον φούρνο, κοκκινιστό με πιλάφι, τηγανιά με ρίγανη και κοκκινοπίπερο και με αγριόχορτα. Το έθιμο των χοιροσφαγίων διατηρήθηκε στην Ελλάδα μέχρι το ’40, όταν σταμάτησε τις δύσκολες μέρες του Πολέμου. Το έθιμο της γαλοπούλας ήταν συνηθισμένο μόνο στα ελληνικά αστικά κέντρα Παλιότερα, όμως, από την Κρήτη ώς τη Μακεδονία, το φαγητό που έτρωγε η οικογένεια όταν επέστρεφε από τη βραδινή λειτουργία ήταν η κοτόσουπα.

Το ψωμί του Χριστού «Χριστοκουλούρα», «Κουλούρα», «Σταυροψώμι», «Ψωμί του Χριστού», «Βλάχες», «Σταυροί». Διαφορετικά ονόματα για ένα τελετουργικό ψωμί. Σε κάποιες περιοχές, το χριστόψωμο κόβεται στο δείπνο της παραμονής και συνοδεύεται πάντα από νηστίσιμα ντολμαδάκια (που αναπαριστούν τον Χριστό στα σπάργανα). Στη Σπάρτη το πλάθουν σε σχήμα σταυρού. Στη Στερεά, ο ιερέας περνά από τα σπίτια για να το ευλογήσει, ενώ στην Κορινθία η νοικοκυρά το φουσκώνει μόνο σε άσπρη λεκάνη κάνοντας το σταυρό της και λέγοντας ευχές. Στα Επτάνησα, όλη μαζί η οικογένεια ακουμπά το χριστόψωμο και κατευθύνεται προς το τζάκι όπου ο νοικοκύρης ρίχνει λάδι ή κρασί στη φωτιά.

 

Τα Χριστούγεννα στον ελληνικό παραδοσιακό πολιτισμό Πολυμέρου-Καμηλάκη, Αικατερίνη  διευθύντρια του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών

Το 378 για πρώτη φορά γιορτάστηκαν στην Κωνσταντινούπολη ως αυτοτελής γιορτή

Το Δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων αντικατέστησε πιθανότατα αρχαιοελληνικές ή ρωμαϊκές γιορτές, όπως τα Σατουρνάλια, τα Κρόνια κ.ά., συνδεδεμένες με τις χειμερινές τροπές του ήλιου (το χειμερινό ηλιοστάσιο στις 22 Δεκεμβρίου). Περιλαμβάνει τις ημέρες από την παραμονή των Χριστουγέννων (24 Δεκεμβρίου) έως την παραμονή των Θεοφανείων (5 Ιανουαρίου). Έτσι, είναι φυσικό, οι χριστιανικές γιορτές, όπως είναι η Γέννηση του Χριστού, η εορτή του Αγίου Βασιλείου, η Περιτομή και η Βάπτιση να έχουν συνδεθεί με ειδωλολατρικές συνήθειες που αποσκοπούσαν στον εξευμενισμό των δαιμονικών όντων και στην ευετηρία (καλοχρονιά).

Κύριο χαρακτηριστικό των ημερών αυτών είναι οι αγερμοί (κάλαντα) από μικρούς και μεγάλους, οι μεταμφιέσεις, οι προληπτικές ενέργειες για το καλό της χρονιάς κ.ά.

Τα χοιροσφάγια

Μια χαρακτηριστική εκδήλωση των Χριστουγέννων είναι τα χοιροσφάγια, με θυσιαστικό χαρακτήρα, απήχηση αρχαίων εξιλαστήριων και καθαρτήριων θυσιών που συνοδεύονται από μαγικές και δεισιδαιμονικές πράξεις, όπως τα μαντέματα. Οι Ρωμαίοι στην εορτή των Βρουμαλίων στο τέλος του έτους θυσίαζαν χοίρους στον Κρόνο και τη Δήμητρα. Ο χοίρος είναι πιθανότατα μία ενσάρκωση του βλαστικού και γονιμικού δαίμονα, είτε επειδή καταστρέφει τη βλάστηση είτε και εξαιτίας της πολυτοκίας του. Στον παραδοσιακό πολιτισμό η λατρεία είναι ενσωματωμένη στην αγροτική οικονομία. Η εκτροφή του χοίρου εξασφαλίζει στην οικογένεια κρέας και λίπος για ολόκληρη τη χρονιά. Δεν ήταν δύσκολο να διατηρούν από ένα χοίρο σε κάθε σπίτι καθώς ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία και είχαν να τον ταϊσουν σιτηρά, τυρόγαλο, βελανίδια και αποφάγια αντί να τα πετάνε. Για τη σφαγή ακολουθούνταν ιδιαίτερη εθιμοτυπία καθώς γινόταν με ειδικό μαυρομάνικο μαχαίρι και θύτης ήταν ο αρχηγός της οικογένειας. Από το αίμα του ζώου έγραφαν ένα σταυρό στο μέτωπο των μικρών παιδιών για τον πονοκέφαλο. Κάρφωναν το ρύγχος του χοίρου στον τοίχο ή πάνω από την πόρτα για να διώχνει τους καλικαντζάρους. Από τη σπλήνα και το συκώτι του μάντευαν το μέλλον της οικογένειας. Έπειτα μαζεύονταν στα σπίτια και δοκίμαζαν τους χοιρινούς μεζέδες και παρασκεύαζαν τα λουκάνικα, τα απάκια και τα σύγλινα. Ιδιαίτερα φιλανθρωπικό χαρακτήρα αλληλεγγύης προς τον συνάνθρωπο είχε η συνήθεια να στέλνουν «τα σκουτελικά για ψυχικό» δηλαδή καλάθια με δώρα, κυρίως φαγώσιμα.

Τα Χριστούγεννα και τα έθιμά τους

Η γιορτή των γενεθλίων του Χριστού θεσπίστηκε στις 25 Δεκεμβρίου από τους Χριστιανούς και ο εορτασμός της επεκτάθηκε σταδιακά σε όλο το ρωμαϊκό κράτος, ανατολικό και δυτικό. Στόχος τους ήταν να παραμερίσουν τον περσικό θεό Μίθρα, θεό του ήλιου και του φωτός. Η μέρα των γενεθλίων του «το Γενέθλιον του αήττητου Ήλιου» γιορταζόταν στις 25 του Δεκέμβρη. Η γιορτή αυτή συνδυαζόταν με τα Σατουρνάλια, παλιά αγροτική γιορτή που έγινε μία από τις σπουδαιότερες γιορτές των Ρωμαίων και γιορταζόταν από τις 17 έως τις 23 Δεκεμβρίου. Ο σύνδεσμος του Χριστού με τον ήλιο φανερώνεται και στην υμνογραφία των Χριστουγέννων: «Ανέτειλας, Χριστέ, εκ Παρθένου, νοητέ Ήλιε της Δικαιοσύνης». Η γέννηση του Χριστού γιορταζόταν αρχικά στις 6 Ιανουαρίου, μαζί με τη βάπτιση. Το 378 για πρώτη φορά γιορτάστηκαν στην Κωνσταντινούπολη τα Χριστούγεννα ως αυτοτελής γιορτή. ροάγγελος των Χριστουγέννων είναι οι ομάδες των παιδιών που τραγουδούν τα κάλαντα. αρχίζοντας με την εξιστόρηση της γέννησης του Χριστού, συνεχίζουν με παινέματα για το σπίτι και τους σπιτικούς και τελειώνουν ζητώντας πλούσιο φιλοδώρημα.

Στο Ζαγόρι της Ηπείρου για παράδειγμα, ξημερώνοντας Χριστούγεννα, κάνουν τα «σπάργανα», τηγανίτες με πολλά καρύδια επάνω που συνηθίζουν να προσφέρουν σε όσους επισκέπτονται λεχώνα. Το Δωδεκαημέρου που μεσολαβεί ανάμεσα στη γέννηση και τη βάπτιση του Χριστού είναι μια ιδιαίτερη χρονική περίοδος. Αν για τα μικρά αβάπτιστα παιδιά και τις λεχώνες παίρνονται ιδιαίτερες προφυλάξεις για να τα προστατεύσουν καθώς είναι ευάλωτα στις επιβουλές και συνάμα επικίνδυνα, ο χρόνος που μεσολαβεί ως τη βάπτιση του Χριστού είναι χρόνος αταξίας που αφορά ολόκληρη την παραδοσιακή κοινωνία.

Τα Χριστούγεννα αποτελούν οικογενειακή γιορτή, που συγκεντρώνει τα μέλη της οικογένειας γύρω από το κοινό τραπέζι, όπου θα κόψουν το χριστόψωμο, στολισμένο με καρύδια και σχέδια από ζυμάρι. Στη Μακεδονία και αλλού τα Χριστούγεννα μαγείρευαν ντολμαδάκια (σαρμάδες) με λάχανο και κρέας χοιρινό, συνοδευμένο με σέλινο, πράσο ή σπανάκι, ενώ σε άλλες περιοχές έσφαζαν κότα και έφτιαχναν σούπα. Η γαλοπούλα είναι νεώτερη συνήθεια στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι.

Τα κάλαντα των Χριστουγέννων

Τα κάλαντα είναι τραγούδια που λέγονται από ομάδες παιδιών ή ενηλίκων στους δρόμους ή τα σπίτια με φιλοδώρημα. Πήραν το όνομά τους από τη γιορτή των Καλενδών του ρωμαϊκού ημερολογίου. Την παραμονή των Χριστουγέννων παιδιά ή άντρες γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι κι έλεγαν τα κάλαντα. Στη Χίο το βράδυ της παραμονής ομάδες παιδιών ή άντρες γύριζαν στα σπίτια με τύμπανα και φλογέρες ή με μουσική και έψαλλαν τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα.

Στην περιοχή Κοζάνης κρατούσαν ένα ξύλο μήκους μισού μέτρου και σχήματος Τ (την τζομπανίκα) για να χτυπούν τις πόρτες και ένα τροβά (υφαντό σακούλι για τα δώρα). Οι νοικοκυρές τους «φιλεύουν» μήλα, σύκα, καρύδια, κάστανα, κουλουράκια (κολιαντίνες), αβγά, χρήματα κ.ά.

Στην Ήπειρο τραγουδούσαν:

Κόλιαντα , μπάμπω, κόλιαντα,

Και μένα κολιαντίνα

Κι αν δεν μου δώσεις

Κι αν δεν μου δώσης κόλιαντα,,

Δώσ' μας την θυγατέρα σ'.

-Τι την θέλεις, τη δική μου θυγατέρα

-Να την φιλώ να την τσιμπώ

να με ζεσταίνει το βράδυ

Φέρτε μας τα κόλιαντα,

Τι μας πήρ' η μέρα.

Η μέρα μερουλίζει

Το πουλί τσουρίζει.

Η γάτα νιαουρίζει,

Ο Χριστός γεννιέται,

Γεννιέται και βαφτίζεται

Στους ουρανούς απάνω.

Οι άγγελοι χαίρουνται

Και τα δαιμόνια σκάνουν (=σκάνε)

Σκαίνουν και πλαντάζουν

Τα σίδερα δαγκάνουν

Το χριστουγεννιάτικο δέντρο

Το χριστουγεννιάτικο δέντρο φαίνεται ότι εμφανίστηκε στη νεώτερη Ελλάδα την εποχή του Όθωνα. Βέβαια μόνο ύστερα από τον τελευταίο πόλεμο εκλαϊκεύτηκε και αγαπήθηκε ως χριστουγεννιάτικο στολίδι. Είναι γερμανικό και σκανδιναβικό έθιμο και από εκείνους τους λαούς το έμαθαν και οι άλλοι. Η χρήση πράσινων κλαδιών αειθαλών δένδρων υπήρχε και στις αρχαίες γιορτές των «δεντροφοριών» και στις ρωμαϊκές και βυζαντινές καλένδες. Το δέντρο με τα αναβλαστικά σχήματα και το πράσινο χρώμα ήταν πάντα ένα σύμβολο ζωής. Όσον αφορά το στολισμένο καραβάκι τα παιδιά των νησιών και των παραθαλασσίων περιοχών τραγουδούσαν τα κάλαντα κρατώντας φωτισμένα καράβια σαν φαναράκια. Στην Ηπειρωτική και Ορεινή Ελλάδα κρατούσαν επίσης φανάρι, μια εκκλησία, ένα ομοίωμα της αγιας-Σοφιάς.

Οι καλικάντζαροι

Οι καλικάντζαροι έρχονταν την παραμονή των Χριστουγέννων και έφευγαν τα Θεοφάνεια. Έχουν διάφορες ονομασίες: Λυκοκαντζαραίοι, σκαρικατζέρια, καρκατζέλια, πλανήταροι (Κύπρος), Κάηδες (Σύμη), καλλισπούδηδες, χρυσαφεντάδοι (Πόντος), κωλοβελόνηδες, παρωρίτες ή παραωρίτες (πριν από το λάλημα του πετεινού), παγανά. Με παρεμφερή ονόματα υπάρχουν οι καλικάντζαροι και στους βαλκανικούς λαούς. Και στους άλλους χριστιανικούς λαούς εμφανίζονται δοξασίες για δαιμονικά όντα κατά το Δωδεκαήμερο: Λυκάνθρωποι, Στρίγγλες, Μάγισσες, Νόρνες. Συμβολίζουν το σκοτάδι και ζουν όλο το χρόνο στα έγκατα της γης, προσπαθώντας να κόψουν το δέντρο που βαστάει τη γη. Όταν είναι πολύ κοντά να το πετύχουν, την παραμονή των Χριστουγέννων ανεβαίνουν στη γη δημιουργώντας προβλήματα στους ανθρώπους. Η πίστη για τους καλικαντζάρους ως δαιμονικών όντων που ζουν κάτω από τη γη στηρίζεται στην κοσμοθεωρία περί ακινησίας της γης. Μένουν ανάμεσα στους ανθρώπους δώδεκα ημέρες ως την παραμονή των Φώτων αφήνοντας στην ησυχία του το δέντρο της Ζωής να αναβλαστήσει. Ο λαός τους φαντάζεται μαύρους και άσχημους, κουτσούς, ψηλούς με μάτια κόκκινα, πόδια τραγίσια και σώμα τριχωτό. Οι άνθρωποι προσπαθούσαν να τους εξουδετερώσουν με διάφορους τρόπους και κυριότερα με τη φωτιά, η οποία καίει συνεχώς στο τζάκι όλο το Δωδεκαήμερο. Διάλεγαν ένα κούτσουρο («δωδεκαμερίτης», «χριστόξυλο») και μάλιστα από αγκαθωτό δέντρο. Με τη στάχτη του ράντιζαν το σπίτι ξημερώματα παραμονής Θεοφανείων τρέποντας σε φυγή τα δαιμόνια.

Σύμφωνα με μια παράδοση: «Οι Λυκοκαντζαραίοι έρχονται από τη γης αποκάτου. Ούλο το χρόνο πελεκάν με τα τσεκούρια να κόψουν το δέντρο που βαστάει τη γης. Κόβουν κόβουν όσο που μενέσκει λιγάκι ακόμα ως μια κλωνά άκοπο, και λεν «χάισε να πάμε, και θα πέση μοναχό του». Και στα νησιά φτάνουν οι καλικάντζαροι. Με το καράβι τους. Κάνουν ζημιές: Χύνουν το νερό, τ' αλεύρι, κατουρούν τη στάχτη. Γι αυτό και βάζουν στη φωτιά ρείκια, αλάτι, που κάνουν κρότο, ή ρίχνουν κανένα πετσί να βρωμάει».

Ο λαός πιστεύει ότι Καλικάντζαροι γίνονται όσοι γεννιούνται το Δωδεκαήμερο, γιατί έχουν συλληφθεί την ίδια μέρα με το Χριστό. Θέλουν να κάνουν κακό στους ανθρώπους. Είναι άσκημοι, κουτσοί, εριστικοί, ανόητοι γιατί δεν βοηθά ο ένας τον άλλον και για το λόγο αυτό είναι αναποτελεσματικοί στο να κάνουν κακό. Όσους περπατούσαν τη νύχτα έξω τους ανάγκαζαν να χορέψουν μαζί τους (είναι χαρακτηριστικό το παραμύθι με τη Μάρω που γύριζε από το μύλο τη νύχτα). Οι μυλωνάδες που εργάζονταν στο μύλο, ο οποίος ήταν συνήθως χτισμένος σε μέρος μακριά από τον καθαγιασμένο χώρο του οικισμού δίπλα σε ποτάμι, είχαν πάρε δώσε με καλικαντζάρους. Τα Φώτα όλα τα πονηρά πνεύματα φεύγουν με τον αγιασμό..

Το «Χριστόξυλο»

Κλαδιά δέντρων, ανάλογα με την περίσταση, χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της χρονιάς για στολισμό, επίτευξη γονιμότητας, αποτροπή επιβλαβών ζωυφίων, προστασία από τη βασκανία και γενικά για ευεργετική επίδραση σε ανθρώπους, ζώα και κτήματα. Έτσι η ελιά σύμβολο μακροβιότητας, γονιμότητας και ευτυχίας εξαιτίας του αειθαλλούς της φυλλώματος και του εξαιρετικά θρεπτικού και υγιεινού καρπού της, χρησιμοποιήθηκε και εξακολουθεί να έχει την μεγαλύτερη χρήση στα χαρακτηριστικά περάσματα του ανθρώπινου κύκλου της ζωής (από τη γέννηση ως το θάνατο), αλλά και στον κύκλο του χρόνου (από τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά, την Πρωτομαγιά). Αλλά και το πουρνάρι (δρυς, δέντρο), η καρυδιά, η κρανιά, η μηλιά κ.ά. χρησιμοποιούνται εθιμικά για τον αποχρωματισμένο τελετουργικά στολισμό των σπιτιών κατά τη διάρκεια του χρόνου. Στη Χίο το βράδυ της παραμονής ομάδες παιδιών ή άντρες γύριζαν στα σπίτια με τύμπανα και φλογέρες ή με μουσική και έψαλλαν τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα.

 

Παραδοσιακά έθιμα επιβιώνουν στα ελληνικά χωριά και αντιστέκονται στους... αγγλοσαξονικούς εορτασμούς ΕΛΛΗ ΙΣΜΑΗΛΙΔΟΥ

Στολισμένα βαυαρικά έλατα με λαμπερά φωτάκια. Βρετανικά κάλαντα μεταφρασμένα κακήν κακώς στα ελληνικά. Και ο Αμερικανός Αγιος Βασίλης ντυμένος σαν φιγούρα από διαφημιστικό της Coca-Cola να τραγουδάει «χο, χο, χο».

Στα Ραγκουτσάρια της Καστοριάς ολόκληρη η πόλη μασκαρεύεται και οι καρναβαλιστές κυκλοφορούν στην πόλη χορεύοντας και τραγουδώντας

Οσο και αν απολαμβάνουμε τη σύγχρονη χριστουγεννιάτικη (υπο)κουλτούρα, παραμένει γεγονός ότι οι γιορτές στις ελληνικές πόλεις δεν έχουν σχεδόν τίποτε το... ελληνικό. Τη στιγμή που τα παραδοσιακά έθιμα της χώρας μας έχουν σχεδόν εκλείψει στις πόλεις, υπάρχουν ακόμη ελληνικά χωριά όπου επιβιώνουν χριστουγεννιάτικες και πρωτοχρονιάτικες συνήθειες που διαφυλάσσουν την παράδοση του λαού μας εδώ και αιώνες. Πόσοι από εμάς ωστόσο τις γνωρίζουμε;
«Τα παραδοσιακά έθιμα συνδέονταν περισσότερο με τη φύση, είχαν χαρακτήρα λατρευτικό και στόχους που απέβλεπαν στην αποτροπή των ασθενειών,στη γονιμότητα και στην επιτυχία της σοδειάς. O σύγχρονος τρόπος ζωής στις μεγάλες πόλεις ήταν αναμενόμενο ότι θα οδηγούσε σε εξάλειψη τις περισσότερες από αυτές τις παραδόσεις.Δεν είναι τυχαίοάλλωστεότι τα μόνα έθιμα που επεβίωσαν έχουν χαρακτήρα κοινωνικό:συγκεντρωνόμαστε γύρω από το τραπέζι για να φάμε και να κοινωνικοποιηθούμε. Είναι ένα σημείο συνοχής» σχολιάζει μιλώντας στο «Βήμα» η κυρία Κατερίνα Πολυμέρου-Καμηλάκη, διευθύντρια του Κέντρου Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών. «Υπάρχουν ακόμη περιοχές όπου επιβιώνουν παραδοσιακά έθιμα, αρκεί κανείς να έχει τη διάθεση να συνδεθεί με την τοπική κοινωνία για να τα ανακαλύψει» προσθέτει η κυρία Πολυμέρου-Καμηλάκη.
Αν κι εσείς αγαπάτε την ελληνική παράδοση, επισκεφθείτε τις παρακάτω περιοχές και είναι σίγουρο ότι θα συναντήσετε τοπικά έθιμα που δεν έχουν εξοβελιστεί από το κύμα των εμπορευματοποιημένων Χριστουγέννων. Κάποια από αυτά εκδηλώνονται σε οργανωμένη μορφή από τους κατά τόπους δήμους, όπως για παράδειγμα οι γιορτές μεταμφιέσεων στη Δυτική Ελλάδα που συγκεντρώνουν μεγάλο αριθμό τουριστών απ΄ όλη τη χώρα. Αλλα είναι λιγότερο ορατά και οργανωμένα, κρυμμένα στην καθημερινότητα των φιλόξενων ντόπιων, αλλά γι΄ αυτό ακριβώς και πιο γοητευτικά.
1 Μεταμφιέσεις και χοροί Αν και στις πόλεις μεταμφιεζόμαστε στα Καρναβάλια, σε πολλά χωριά της Ελλάδας οι μεγαλύτερες γιορτές μεταμφιέσεων γίνονται στο δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων! Φουστανελοφόροι και άλλοι μεταμφιεσμένοι με παραδοσιακές φορεσιές εμφανίζονται στα Γρεβενά και στην Ελασσόνα την Πρωτοχρονιά, στη Σιάτιστα τα Θεοφάνια και στην Καστοριά στις 6-8 Ιανουαρίου. Ειδικότερα τα Ραγκουτσάρια της Καστοριάς αποτελούν μια ξέφρενη γιορτή πανελλαδικής φήμης, όπου ολόκληρη η πόλη μασκαρεύεται φορώντας αλλοπρόσαλλα παλιά ρούχα. Οι καρναβαλιστές κυκλοφορούν στην πόλη χορεύοντας και τραγουδώντας, ενώ συχνά συνοδεύονται από ορχήστρες με χάλκινα και τύμπανα.
2 Γουρουνοχαρά και χοιροσφάγια Αν και το σύγχρονο χριστουγεννιάτικο τραπέζι περιέχει γαλοπούλα, το παραδοσιακό μενού βασιζόταν στο... χοιρινό. Ετσι, η σφαγή του χριστουγεννιάτικου χοίρου κατείχε πάντα θέση τελετουργικού για την ελληνική οικογένεια, ενώ ειδικότερα στη Θεσσαλία η λεγόμενη «γουρουνοχαρά» αποτελούσε τη σημαντικότερη γιορτή, η οποία προετοιμαζόταν ήδη από το καλοκαίρι. Στις μέρες μας τα «χοιροσφάγια» διασώζονται σε ορισμένα χωριά της Θεσσαλίας, της Φθιώτιδας, καθώς και στην Κρήτη, όπου ο χοίρος αξιοποιείται μέχρι τελευταίου... γραμμαρίου. Το λίπος λιώνεται και χρησιμοποιείται στη μαγειρική, ενώ παράλληλα παρασκευάζουν κάθε είδους «πειρασμούς»: λουκάνικα, απάκια, ομαθιές και σύγλινα. 3 Ρόδι, ποδαρικό και... κολόνιες
Στα χωριά όλης της Ελλάδας επιβιώνουν έθιμα που σχετίζονται με την υποδοχή του νέου έτους και την «καλοτυχία» που προσπαθούν να προσελκύσουν οι άνθρωποι για τη νέα χρονιά. Η είσοδος στο σπίτι με το δεξί την Πρωτοχρονιά διατηρείται σε πολλές γωνιές της Ελλάδας, ενώ ειδικότερα στα χωριά της Πελοποννήσου το σπάσιμο του ροδιού στην πόρτα ακόμη και σήμερα συνηθίζεται ως ένα μέσο προστασίας του σπιτιού από τα κακά πνεύματα. Στην Κεφαλλονιά, από την άλλη, λίγοι ντόπιοι εξακολουθούν να κυκλοφορούν το βράδυ της Πρωτοχρονιάς κρατώντας μπουκαλάκια κολόνιες και... ραντίζοντας ο ένας τον άλλον, ανταλλάσσοντας ταυτόχρονα ευχές για το νέο έτος.
4 Το χριστόψωμο κερδίζει τη βασιλόπιτα Αν και στις πόλεις το βασικό γλυκό των εορτών είναι η βασιλόπιτα, στα χωριά την πρωταγωνιστική θέση κατέχει το χριστόψωμο. Πρόκειται για ένα στρογγυλό γλυκό ψωμί, που διακοσμείται με έναν σταυρό από ζυμάρι και με εικόνες από την αγροτική και την κτηνοτροφική ζωή. Στην παράδοση των Σαρακατσάνων ανήκει και η «τρανή χριστοκουλούρα», ενώ στη Δυτική Μακεδονία μπορείτε ακόμη και σήμερα να βρείτε τις «κολιαντίνες», μικρά χριστόψωμα για τα παιδιά που λένε τα κάλαντα. Στην Κρήτη μάλιστα οι γυναίκες τραγουδούν καθώς ζυμώνουν το χριστόψωμο: «Ο Χριστός γεννιέται, το φως ανεβαίνει, το προζύμι για να γένει». Παραλλαγή του χριστόψωμου είναι και τα «σπάργανα», τηγανίτες με πολλά καρύδια που παρασκευάζουν στο Ζαγόρι της Ηπείρου και συνηθίζουν να τα προσφέρουν σε όσους επισκέπτονται οποιαδήποτε λεχώνα τα Χριστούγεννα.

 

Παραδοσιακά Χριστουγεννιάτικα έθιμα

Το αναμμένο πουρνάρι, το τάισμα της βρύσης, ο έθιμο της Καμήλας, έθιμα από κάθε γωνιά της χώρας. Μην χάσεις την ευκαιρία να τα παρακολουθήσεις αν βρεθείς τις γιορτές σε κάποιο από τα παρακάτω χωριά. Πόλεις και χωρία σ’ όλη τη χώρα έχουν στολιστεί και περιμένουν να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά. Ιδιαίτερο χρώμα όμως δίνουν οι παραδόσεις και τα έθιμα που αναβιώνουν κάθε χρόνο σε όλες τις γωνιές της χώρας.

Το αναμμένο πουρνάρι Αν βρεθείς σ’ ένα από τα χωριά της ’ρτας ή των Ιωαννίνων τις μέρες των γιορτών θα δεις ν’ αναβιώνει το έθιμο των αναμένων πουρναριών. Όλοι κρατούν στα χέρια τους ένα κλαδί από πουρνάρι όταν πηγαίνουν επισκέψεις στα σπίτι. Στο δρόμο το ανάβουν και το πηγαίνουν αναμμένο στο σπίτι, γεμίζοντας έτσι τους δρόμους από μικρές κινούμενες φωτιές.

Το έθιμο στα Γιάννενα έχει μια μικρή παραλλαγή. Ο κόσμος κρατά στα χέρια του μια χούφτα δαφνόφυλλα που τα πετά στο τζάκι μόλις μπει στο σπίτι και καλημερίσει. Μόλις πάρουν φωτιά κι αρχίζουν να καίγονται τότε λένε την εξής ευχή: «Αρνιά, κατσίκια, νύφες και γαμπρούς!»

Το τάϊσμα της βρύσης Το έθιμο κρατά πολλά χρόνια στα χωριά της Θεσσαλίας και αναβιώνει κάθε Χριστούγεννα. Τα κορίτσια ξυπνούν από τα χαράματα και πηγαίνουν στην κοντινή βρύση για να κλέψουν ” το άκραντο νερό”(το ονομάζουν έτσι γιατί δεν μιλούν στη διάρκεια της διαδρομής). Αλείφουν τις βρύσες του χωριού με μέλι και βούτυρο με την ευχή όπως θα τρέχει το γλυκό νερό, έτσι να τρέχει και η τύχη στο σπιτικό τους. Μόλις φτάσουν ταΐζουν τη βρύση με λιχουδιές, και μάλιστα λέγεται ότι όποια κοπέλα φτάσει πρώτη, θα είναι και η πιο τυχερή. Μετά ρίχνουν στη στάμνα τους ένα βατόμουρο και τρία χαλίκια, κλέβουν το νερό κι επιστρέφουν σπίτι. Εκεί πίνει όλη η οικογένεια και ραντίζουν τις τέσσερις γωνιές του σπιτιού, σκορπώντας στο σπίτι και τα χαλίκια της στάμνας.

Τα Πρωτοχρονιάτικα Μπαμπαλιούρια Την ημέρα της Πρωτοχρονιάς αναβιώνουν κάθε χρόνο στη Λάρισα τα Μπαμπαλιούρια, ένα έθιμο που έχει τις ρίζες του στις Διονυσιακές γιορτές. Οι άντρες φορούν τη στολή του Μπαμπαλούρη, ένα μάλλινο παντελόνι δηλαδή, ένα πουκάμισο λευκό, τσαρούχια και μια ζώνη γεμάτη κουδούνια. Το πρόσωπό τους είναι καλυμμένο από μια μάσκα από προβιά ζώου, τη λεγόμενη φουλίνα. Τα Μπαμπαλούρια λοιπόν ξεχύνονται στις εκκλησίες και περιμένουν να τελειώσει η λειτουργία για να βγει ο κόσμος. Κρατούν ένα κουμπαρά και δεν αφήνουν κανέναν να περάσει αν δεν προσφέρει χρήματα. Μετά την εκκλησία, τα Μπαμπαλούρια ξεχύνονται στους δρόμους μέχρι το βράδυ, κάνοντας θόρυβο με τα κουδούνια τους για να διώξουν τα κακά πνεύματα.

Το έθιμο της Καμήλας Κάθε χρόνο, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς τα μέλη του πολιτιστικού συλλόγου Καβακλή των Κουφαλίων Θεσσαλονίκης ξεχύνονται στους δρόμους της πόλης για το έθιμο της καμήλας. Δεν λένε τα κάλαντα όπως όλοι, αλλά μεταμφιέζονται σε καμήλες και φωνάζουν δυνατά διάφορα συνθήματα. Σκοπός τους είναι να παραπλανήσουν τους στρατιώτες του Ηρώδη που ψάχνουν να βρουν το νεογέννητο Ιησού, ώστε να μην μπορέσουν να τον σκοτώσουν.

Οι κεφαλλονίτικες κολόνιες Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς στην Κεφαλονιά, τα παιδιά βάζουν μια ’γιο-βασιλίτσα στην είσοδο του σπιτιού, για να φυλάει το σπίτι. Το μεσημέρι, οι Κεφαλλονίτισσες μαγειρεύουν τηγανίτες. Το ίδιο βράδυ, οι κάτοικοι στο Αργοστόλι πηγαίνουν στην εκκλησία κρατώντας κολόνιες με τις οποίες ραντίζουν ο ένας τον άλλο ενώ εύχονται καλή χρονιά. Στο γυρισμό, σπάνε στο κατώφλι ένα ρόδι και μετρούν τα σπόρια του. Κάθε σπόρος συμβολίζει και μια ευχή που θα πραγματοποιηθεί τη νέα χρονιά για την οικογένεια.

Τα Αγιοβασιλιάτικα καραβάκια Στην πόλη της Χίου την παραμονή της Πρωτοχρονιάς αναβιώνει το έθιμο των αγιοβασιλιάτικων καραβιών. Έτσι κάθε χρόνο οι ενορίες κατασκευάζουν πλοία σε σμίκρυνση. Μοιάζει μ’ ένα μικρό διαγωνισμό μεταξύ των ενοριών και συναγωνίζονται ως προς την ποιότητα κατασκευής και την ομοιότητά τους με τα’ αληθινά πλοία. Οι ομάδες κατασκευής, το πλήρωμα όπως τους αποκαλούν, γεμίζουν με τις φωνές τους κάθε ενορία, καθώς τραγουδούν τα κάλαντα όσο φτιάχνουν τα καράβια.

Τα δαιμονικά Στα Γρεβενά ανάβουν ένα μεγάλο κούτσουρο σε μια γωνιά από την παραμονή των Χριστουγέννων και η φωτιά καίει συνέχεια μέχρι τα Φώτα για να προστατεύει την οικογένεια από τα δαιμονικά

Οι τηγανίδες Στα χωριά έξω από τη Μάνη, πλάθουν και ψήνουν τις τηγανίδες, τα μανιάτικα λαλάγγια. Στο σοφρά ή σε κάποιο τραπέζι, η μητέρα και τα κορίτσια πλάθουν το έτοιμο ζυμάρι σε χοντρό μακαρόνι και το διπλώνουν στα τέσσερα.

Η ζύμη Σε χωριά της επαρχίας Αμαρίου, τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων βάζουν λίγη κοινή ζύμη σ’ ένα πιάτο και κάποια στιγμή, ενώ βεγγερίζουν (ξενυχτούσαν συζητώντας) περιμένοντας, η ζύμη ανέβαινε και γινόταν προζύμι. Τότε, κατά την πίστη των ανθρώπων, ήταν η ώρα που γεννάται ο Χριστός.

«Πάντρεμα της φωτιάς» Την παραμονή των Χριστουγέννων σε πολλά μέρη της Ελλάδας “παντρεύουν”, τη φωτιά. Παίρνουν δηλαδή ένα ξύλο με θηλυκό όνομα, π.χ. κερασιά και ένα με αρσενικό όνομα, συνήθως από αγκαθωτά δέντρα. Τα αγκαθωτά δέντρα, κατά τη λαϊκή αντίληψη, απομακρύνουν τα δαιμονικά όντα, όπως τους καλλικάντζαρους.

«Η γουρουνοχαρά» Ένα από τα σημαντικότερα χριστουγεννιάτικα έθιμα της Θεσσαλίας είναι το σφάξιμο του γουρουνιού. Η προετοιμασία για το σφάξιμο του γουρουνιού γίνεται με εξαιρετική φροντίδα, ενώ ακολουθεί γλέντι μέχρι τα ξημερώματα, για να επαναληφθεί η ίδια διαδικασία την επόμενη και τη μεθεπόμενη μέρα. Τρεις-τέσσερις συγγενικές οικογένειες καθόριζαν με τη σειρά ποια ημέρα θα έσφαζε το γουρούνι της.

«Οι Μωμόγεροι» Στα χωριά Πλατανιά και Σιταγροί του Νομού Δράμας συναντάμε το έθιμο των Μωμόγερων, το οποίο προέρχεται από του Πόντιους πρόσφυγες. Η ονομασία του εθίμου έχει τις ρίζες της στις λέξεις μίμος ή μώμος και γέρος και συνδέεται με τις μιμητικές κινήσεις των πρωταγωνιστών. Αυτοί, φορώντας τομάρια άγριων ζώων ή ντυμένοι με στολές ανθρώπων οπλισμένων με σπαθιά, έχουν τη μορφή γεροντικών προσώπων. Οι Μωμόγεροι, εμφανίζονται καθ’ όλη τη διάρκεια του δωδεκαημέρου των εορτών, και προσδοκώντας τύχη για τη νέα χρονιά, γυρίζουν σε παρέες στους δρόμους των χωριών και τραγουδούν ευχετικούς στίχους. Όταν δύο παρέες συναντηθούν, κάνουν ψευτοπόλεμο μεταξύ τους, ώσπου η μία ομάδα να νικήσει και η άλλη να δηλώσει υποταγή.Παραλλαγές του ίδιου εθίμου, συναντώνται σε χωριά της Κοζάνης και της Καστοριάς, με την ονομασία Ραγκουτσάρια.

«Οι κολόνιες» Το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς, οι κάτοικοι γεμάτοι χαρά για τον ερχομό του νέου χρόνου, κατεβαίνουν στους δρόμους κρατώντας μπουκάλια με κολόνιες και ραίνουν ο ένας τον άλλον τραγουδώντας: “Ήρθαμε με ρόδα και με ανθούς να σας ειπούμε χρόνους πολλούς”. Η τελευταία ευχή του χρόνου που ανταλλάσσουν είναι: “Καλή Αποκοπή”, δηλαδή με το καλό να αποχωριστούμε τον παλιό χρόνο.

 

ΚΟΡΥΦΗ

Λαογραφία του Δωδεκαημέρου

 

Λαογραφικά του Δωδεκαημέρου  http://oiax.blogspot.com/

Ονομάζουμε Δωδεκαήμερο ή Δωδεκάμερο (έτσι το λένε και οι άλλοι Χριστιανικοί λαοί: les Douze Jours, The Twelve Days, I Dodici Giorni) την περίοδο των 12 (στην πραγματικότητα 13) ημερών και νυχτών, από την παραμονή των Χριστουγέννων έως το πρωί του Αγιασμού (6/1).
Στο διάστημα αυτών των ημερών, τα ειδωλολατρικά και χριστιανικά έθιμα συνυπάρχουν ειρηνικά και τελούνται με παραδοσιακή ένταση. Σύμφωνα με τις δοξασίες, σε αυτές τις 12 μέρες παρατηρείται μια κυριαρχία των κακών πνευμάτων στη γη. Οι Καλλικάντζαροι σε εμάς, οι λυκάνθρωποι, οι δράκοντες και οι μάγισσες στους ξένους λαούς, είναι οι κυρίαρχοι της νύχτας και της υπαίθρου και εχθρεύονται, ή ζηλεύουν, την οικογενειακή ζωή. Πολιορκούν σχεδόν τα σπίτια και χαίρονται να μολύνουν κάθε είδος από την τροφή και την ενδυμασία τους.
Ο φόβος για τους Καλλικάντζαρους έκανε τους ανθρώπους να μεταχειρίζονται διάφορα μέσα για να τους κρατήσουν μακριά από τις κατοικίες, με κυριότερο αυτό της φωτιάς.

 Γι’αυτό η φωτιά στο τζάκι έκαιγε μέρα και νύχτα, όλο το Δωδεκαήμερο.
[Την παραμονή των Χριστουγέννων κάθε νοικοκύρης έφερνε στο σπίτι του ένα χοντρό ξύλο, κομμένο από δέντρο αγκαθωτό (αχλαδιά, αγριοκερασιά). Τα αγκαθωτά δένδρα, κατά τη λαϊκή αντίληψη, απομακρύνουν τα δαιμονικά όντα. Το κούτσουρο αυτό λέγεται Χριστόξυλο ή Δωδεκαμερίτης.]
Επίσης, έκαιγαν λιβάνι ή αλάτι στη φωτιά, ή κρεμούσαν ένα κατωσάγονο χοίρου στην καμινάδα.
’λλοι θέλοντας να τους εξαπατήσουν -μια και οι Καλλικάντζαροι θεωρούνταν κουτοί- έδεναν στο κρικέλι της πόρτας ένα σκουλί λίνάρι (ώσπου να μετρήσει ο δαίμονας τις ίνες του λιναριού, θα λαλούσε ο πετεινός).

Μια όμορφη ιστορία: Ο Γιώργης και το καλικαντζαράκι μας διηγείται το blogaki.
Τα χριστουγεννιάτικα, λοιπόν, έθιμα είναι κατ’εξοχήν «εστιακά». Ο χώρος που τελεσιουργούνται είναι η εστία, τόσο με τη συγκεκριμένη έννοια της φωτιάς και του τζακιού, όσο και με την ευρύτερη σπιτική που σχετίζεται με τη συνοχή των μελών της οικογένειας και τις ευετηρικές τους προσδοκίες για υγεία, ευτυχία, ευτεκνία, καλή παραγωγή κτλ.

Πρωταγωνίστρια με πολυσήμαντο και πολυδιάστατο ρόλο, υπεύθυνο για τις ενδοοικιακές εργασίες, τις συγκεντρώσεις και την προετοιμασία για τις εορτές είναι η γυναίκα (μητέρα – σύζυγος – πεθερά – νύφη – κόρη – αδελφή). Οι εορταστικές ενέργειες αφορούν στην εστία, στα γεύματα και τη φιλοξενία.
Κύριο μέλημα της νοικοκυράς ήταν να διατηρηθεί άσβεστη η εστιακή πυρά, όπου γύρω της μαζεύονταν όλα τα μέλη της οικογένειας, από το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων. Εκεί έκαναν τις σπιτικές τελετές τους, πριν ξημερώσει για την εκκλησία (το πάντρεμα της φωτιάς ή την σπονδή με το κρασί και την κουλούρα της γωνιάς). Περνούσαν έτσι και τις άλλες βραδιές, κουβεντιάζοντας και τρώγοντας «ευκαρπιακές» λιχουδιές. Η νοικοκυρά χαιρόταν να βλέπει τη συγκέντρωση των δικών της και να ακούει το χαρούμενο «μιληταριό» που θα έχανε, όταν θα περνούσαν οι Γιορτές.

Τα γεύματα έπρεπε να είναι πλουσιοπάροχα ακόμη και για την πιο φτωχή οικογένεια. Με τα χοιρομαγειρέματα (από τα τελετουργικά χοιροσφάγια), ή τη βραστή όρνιθα/πετεινό, έως τα Χριστόψωμα, που ήταν ο βασικός άρτος της γιορτής (και που συχνά φιλοτεχνούσαν οι λεγόμενες ψωμοκεντήστρες) και τα διάφορα γλυκούδια.

Για τη Ζακυνθινή Κουλούρα και τους Συμβολισμούς της γράφει η Κική στο Hungry for life.
Η φιλοξενία είναι η πηγή για τα πολλά γλυκίσματα του Δωδεκαημέρου. Η διάθεση για προσφορά και κεράσματα στους ξένους, αλλά και στους σπιτικούς, απορρέει από την αγάπη και τη στοργή και αποβλέπει στην καλοσύνεψη των πνευμάτων και την ευχή για μια γλυκαμένη ζωή.

Η νοικοκυρά φρόντιζε και για το στολισμό του σπιτιού με μια απλή πρασινάδα (μυρτιά, δάφνη, κουμαριά) και πορτοκάλια στα πιάτα και στα παράθυρα. Ήταν ένα σύμβολο της χαράς για τη μετάβαση από τη χειμωνιάτικη περίοδο και το σκοτάδι, στο ανοιξιάτικο φως και τη βλάστηση. Αυτά με τον καιρό αντικαταστάθηκαν από το έλατο.

Το δέντρο των Χριστουγέννων έχει σαν έθιμο βαυαρική προέλευση. Πρώτη φορά στολίστηκε στην Αθήνα στα ανάκτορα του Όθωνα το 1833.
Η ελληνική νησιωτική παράδοση, κυρίως επηρεασμένη από τον πολιτισμό της θάλασσας, στόλιζε καραβάκι. Το καράβι συντρόφευε, σαν φαναρένιο φωτισμένο τεχνούργημα, τα κάλαντα των παιδιών στα Νησιά. Αντίστοιχα, τα παιδιά της στεριάς και των βουνών τεχνουργούσαν φωτισμένη βυζαντινή εκκλησία, που την έλεγαν Αγιά Σοφιά.

Τα Κάλαντα (κάλανδα, κόλιαντρα, καλήμερα των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς, των Θεοφανείων) είναι ευχετικά και επαινετικά τραγούδια για την οικογένεια και το σπιτικό και συγχρόνως η μελοποιημένη αφήγηση του γεγονότος της ημέρας. Κύριοι και θαυμάσιοι συνεχιστές, με την προθυμία της αγνότητας και τη διάθεση της γνωριμίας με τις χαρές της ζωής είναι πάντοτε τα παιδιά που συνήθιζαν να κρατούν και ένα καλαθάκι για τα «φιλέματα». Τα φιλέματα στην ελληνική ύπαιθρο ήταν κυρίως γλυκά: δίπλες στην Πελοπόννησο, ξεροτήγανα στην Κρήτη, δάκτυλα στην Κύπρο, λουκουμάδες στη Σαλαμίνα, αλλά και ξηροί καρποί, κουραμπιέδες ή μελομακάρονα. Από τα πιο συνηθισμένα φιλοδωρήματα ήταν τα «κόλιντρα», μικρές κουλούρες από σιτάρι ή κριθάρι. Η αμοιβή των καλανδιστών δεν είναι ούτε φιλανθρωπία, ούτε ζητιανιά, αλλά πράξη τελεστική. Περισσότερα για τα κάλαντα γράφει η witch of daffodils σε σχετική καταχώρηση: Τα κάλαντα, λίγη ιστορία... Ενώ στο «’κουσον ’κουσον» του Γεράσιμου Μπερεκέτη μπορείτε να κατεβάσετε Κάλαντα Πρωτοχρονιάς της Ρόδου.
Η ημέρα της Πρωτοχρονιάς, εναρκτική, διαβατήρια και ως εκ τούτου κρίσιμη είναι το κλειδί για την είσοδο και την πορεία στην ευτυχία ή στη δυστυχία. Για το λόγο αυτό τα πάντα με τον νέο χρόνο πρέπει να αρχίσουν καλά, ευνοϊκά και ευοίωνα. Η προσοχή στρέφεται κυρίως σε μερικές πράξεις και ενέργειες που είναι δυνατόν να εξασφαλίσουν την ευτυχία, όπως το καλό ποδαρικό, τα διάφορα διατροφικά σύμβολα (καρύδια, ρόδια, αμύγδαλα κ.α.), τα γλυκίσματα, τα καλοπιάσματα, οι ευχές κλπ. Πολλοί, ακόμη και σήμερα, κρεμούν στην πόρτα μποτσίκι (άγρια κρεμμύδα). Σχετικά με τη βασιλόπιτα, η παράδοση αναφέρει ότι όταν ο Μέγας Βασίλειος ήταν επίσκοπος στην Καισάρεια, ο τότε έπαρχος της Καππαδοκίας θέλησε να εισπράξει φόρους. Οι κάτοικοι ζήτησαν την προστασία του ποιμενάρχη τους και εκείνος τους προέτρεψε να συγκεντρώσουν ό,τι πολύτιμα αντικείμενα είχαν, ώστε να δώσουν αυτά στον έπαρχο. Στη συνάντηση που ακολούθησε ήταν τέτοια η εντύπωση που προκάλεσε η παρουσία του μεγάλου Ιεράρχη, που ο έπαρχος δεν απαίτησε τίποτα. Όταν ο Μέγας Βασίλειος θέλησε να αποδώσει πίσω τα αντικείμενα, διέταξε να φτιάξουν «πλακούντια», δηλαδή μικρές πίτες, και μέσα στην κάθε πίτα έβαλε ένα ένα τα αντικείμενα. Όταν τα μοίρασε στους χριστιανούς ο καθένας βρήκε ό,τι είχε προσφέρει.
Το έθιμο όμως του εορταστικού άρτου (ευετηρική προσφορά) και των μειλιγμάτων (εξευμενιστική προσφορά προς τους νεκρούς και τα επίφοβα πνεύματα) το συναντάμε και στα ρωμαϊκά Σατουρνάλια και στα ελληνικά Κρόνια.
Στη βασιλόπιτα με τις μερίδες που ξεχωρίζονται για το Χριστό, τον Αγιο Βασίλειο
(κατά τη λαϊκή πίστη, ο ’γιος είναι ακόμη ζωντανός και επισκέπτεται κάθε σπίτι για να φιλευτεί) η πίτα έχει κιόλας αγιαστεί. Από την αγιασμένη αυτή πίτα έριχναν μπουκιές στα χωράφια και στα δέντρα για να καρπίσουν, τάιζαν τα ζώα για να είναι γερά και οι ανύπανδρες κοπέλες έβαζαν κάτω απ’το μαξιλάρι τους και παρακαλούσαν τον ’γιο να τους δείξει στο όνειρο τον γαμπρό. Το κομμάτι του φτωχού είναι η εξιλέωση και η εξουδετέρωση του φθόνου για τα αγαθά του συμποσίου. Το μοίρασμα της πίτας σε ίσια κομμάτια με το νόμισμα στο ζυμάρι είναι μια συμβολική κατανομή της «μοίρας», δίκαιης όπως το θέλει ο άνθρωπος, για τη συμμετοχή του στο αβέβαιο μέλλον.

Τα Θεοφάνια είναι για τον λαό μεγάλη γιορτή, θεότρομη, επειδή τότε αγιάζονται τα νερά και φεύγουν τα παγανά. Την έννοια του καθαρμού και της απαλλαγής από την επίδραση των δαιμονίων του Δωδεκαημέρου είχαν και μερικές άλλες συνήθειες, όπως το άναμμα μεγάλων φωτιών, το σταύρωμα του σπιτιού με κεριά των Φώτων κτλ. Αγίασμα από τον Μεγάλο Αγιασμό έφερναν και στα σπίτια τους και έπιναν από αυτό όλοι. Ακόμη, ράντιζαν με ένα κλαδί όλους τους χώρους του σπιτιού, καθώς και τα χωράφια και τα αμπέλια, για να τα προφυλάξουν από ασθένειες.
Βασικό, λοιπόν, στοιχείο των εθίμων του Χριστουγεννιάτικου Δωδεκαημέρου, είναι ο εξορκισμός ή η ευλόγηση του χρονικού περάσματος από το παλιό στο νεώτερο στάδιο. Από το λίγο φως του φθινοπωρινού ηλιοστασίου, στο περισσότερο του χειμερινού. Από το πέσιμο των φύλλων και της γήινης στειρότητας στην ελπιδοφόρα αναβλάστηση και από τις διαψευσμένες ελπίδες μας του παλιού χρόνου, στις πιθανότερες επιτυχίες του επόμενου. Όλα είναι αναγεννητικά και αυτήν τη σημασία παίρνει και η ίδια η γιορτή της γέννησης του βρέφους Χριστού, ιδιαίτερα στην Υμνογραφία μας. Αναγεννητικό γίνεται και το τέλος του Δωδεκαημέρου, με τον Αγιασμό και τα Θεοφάνια, τα λουσμένα στο νερό και το φως.

Ακόμη ένα ποστ για το Δωδεκαήμερο και τις Γιορτές του από τον Θοδωρή Γούτα.

 

ΚΟΡΥΦΗ

Χριστούγεννα και εορτές του ήλιου

Λίγα λόγια για τα «αργκουτσάρια»

Στη Β. Ελλάδα, την Ήπειρο, τη Θράκη και κατ' επέκταση και στον Πόντο και τη Μ. Ασία γίνονται την Πρωτοχρονιά, όπως και τα Χριστούγεννα και την ημέρα των Φώτων, αγερμοί ενηλίκων, οι οποίοι μεταμφιέζονται. Συνήθεις ονομασίες των μεταμφιεσμένων του δωδεκαημέρου είναι Ρογκάτσια και Ρουγκατσιάρια με διάφορες κατά τόπους παραλλαγές, όπως Αργκουτσιάρια, Λιουγκατζιάρια, Λογκατσάρια, Λουκατσάρια. Ρογκατσάδες, Ρουγκατσιαραίοι, Ρουγκουτσιάρια κ.ά.

Οι όμιλοι αυτοί των μεταμφιεσμένων δίνουν στην ύπαιθρο και διάφορες παραστάσεις που έχουν κάποτε δραματικό (θεατρικό) χαρακτήρα.

Η εκπληκτική αντοχή του εθίμου των μεταμφιέσεων στον χρόνο και η διάσωση μέσω αυτού πανάρχαιων λατρευτικών στοιχείων και δοξασιών δεν είναι δυσερμήνευτη, αφού από τις ευετηρικές τελετές ο λαός κράτησε κυρίως το εύθυμο στοιχείο, μέσα σε ένα γενικότερο κλίμα χαράς και πανηγυρισμού.

Οι μεταμφιέσεις του δωδεκαημέρου είναι εκδηλώσεις οι οποίες συνάπτονται με τις ρωμαϊκές εορτές που εντοπίζονται στις χειμερινές τροπές του ήλιου και αντιστοιχούν στα χειμερινά Διονύσια, που τελούνταν μεταξύ 15ης Δεκεμβρίου και 15ης Ιανουαρίου.  Όλες αυτές οι τελετές έχουν πανάρχαια καταγωγή και χαρακτήρα ευετηρικό, είναι δηλαδή εορτές με κύριο σκοπό την καλοχρονιά.

Οι μεταμφιέσεις αποτελούσαν το κύριο χαρακτηριστικό των παραπάνω αναφερόμενων ρωμαϊκών εορτών και εισήχθησαν σ' αυτές από την αρχαία ελληνική λατρεία.

Γλωσσολογικά, αν προσπαθήσει κανείς να βρει την ετυμολογία της λέξης αργκουτσιάρια (βλαχ. argutsiarί), ίσως θα πρέπει να αποδεχτεί ως ρίζα την λατινική λέξη rogator-oris ( = ζητιάνος) και το ρήμα rogare (=παρακαλώ, δέομαι), από τα οποία προέκυψε το ελάχιστα χρησιμοποιούμενο σήμερα ρήμα της βλάχικης γλώσσας rogu ή arogu που σημαίνει παρακαλώ, δέομαι. Η λέξη ίσως προέρχεται και απ' την λατινική λέξη ruga-ae (= ρυτίδα προσώπου) και το ρήμα rugoare (= ρυτιδούμαι, ασχημίζω), που στα βλάχικα μεταπλάστηκαν σε ruga tsi are (= αυτός που έχει ρυτιδωμένο πρόσωπο. Πράγματι, παλαιότερα, η ομάδα των μεταμφιεσμένων ανδρών περιφερόταν στους δρόμους του χωριού χορεύοντας και μαζεύοντας φαγητά, γλυκά ή χρήματα που στο τέλος τα κατανάλωναν σε κοινό γλέντι (σήμερα διατηρούνται ελάχιστα κατάλοιπα αυτής της πράξης).

Η Κλεισούρα Καστοριάς διατήρησε τη ρωμαϊκή περίοδο μεταμφίεσης, δηλαδή την περίοδο του Δωδεκαημέρου και ιδιαίτερα για τα αργκουτσιάρια την ημέρα της Πρωτοχρονιάς. Το έθιμο λοιπόν αυτό της πλήρους μεταμφίεσης μεταφυτεύτηκε στους Βλάχους γύρω στο 146 μ.Χ. με την Ρωμαιοκρατία.

Το έθιμο όμως ανδρώθηκε στην Κλεισούρα κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Πήρε το ρόλο του δρώμενου και απέκτησε συμβολικό χαρακτήρα. Τα αργκουτσιάρια απετέλεσαν μια ομάδα με αρχηγό και παλικάρια και πήραν χαρακτήρα εθνικοαπελευθερωτικό. Η ομάδα αυτή φανερώνει την καταστολή της δράσης ενός Τούρκου δυνάστη, του Γκέκα ή Γκέγκανου και της αρπακτικής του όρεξης για μια ντόπια κοπέλα, της γνωστής στο δρώμενο Κοκόνας Τα παλικάρια τον απαγάγουν μαζί με την κοπέλα και τον οδηγούν δέσμιο και δεσμώτη πια, σε κωμικούς και χορευτικούς εξευτελισμούς.

Οι συμμετέχοντες στο δρώμενο και η ενδυμασία τους

Κάθε παρέα αποτελείται από τα εξής "πρόσωπα":

Τον "τσερκέζο" Είναι ο επικεφαλής της ομάδας, αυτός που την διευθύνει. Είναι ντυμένος με μαύρο μάλλινο σαλβάρι, μαύρο πουκάμισο και αμάνικο γιλέκο και φορά τσαρούχια. Στο χέρι κρατά γκλίτσα με την οποία διευθύνει την παρέα προπορευόμενος αυτής.

Το" γκέκα ή γκέγκανο" Είναι ο Τουρκαλβανός που έχει αρπάξει την κοκόνα, Φορά μαύρο κοντό ως το γόνατο παντελόνι με μάλλινο άσπρο καλτσόν από κάτω και τσαρούχια, πουκάμισο και γιλέκο με υπέροχα κεντήματα, μεταξωτό μαντήλι στο κεφάλι και μάσκα στο πρόσωπο.    Την  "κοκόνα" Είναι η βασική και μοναδική γυναικεία μορφή της ομάδας, ντυμένη ευρωπαϊκά, που την παριστάνει πάντα άνδρας, μια και στο έθιμο συμμετέχουν μόνο άνδρες. Είναι η μόνη μορφή του θιάσου που σήμερα δεν φορά μάσκα όπως παλιά. Στο χέρι κρατά μια ομπρέλα ηλίου (παρασόλι)   

Τους "αργκουτσιάρηδες" Είναι ντυμένοι με τους τοπικούς μαύρους ντουλαμάδες, τους μανδύες που εισήχθηκαν στο έθιμο μετά το Μακεδονικό Αγώνα, και άσπρες μακριές κάλτσες και περικνημίδες πλεγμένες με μαλλί ή βαμβάκι, πάνω από τις οποίες θα δέσει τις μαύρες καλτσοδέτες με φούντες με κερί για να μην καταστρέφεται από την υγρασία που δημιουργούν τα χνώτα.

Τα όργανα και οι χοροί Για το γιορτάσι αυτό έφερναν τους ζουρνάδες και τα νταούλια  Οι μεταμφιεσμένοι χορεύουν συνήθως:

1. Κατινιώ αλ Παπαπέτρη (κλεισουριώτικη καρναβαλίστικη πατινάδα).

2. Ούνα ταχινά (κλεισουριώτικος συρτός που χορεύεται από την κοκόνα).

3. Τσάμικο βαρύ (χορεύεται από το γκέγκανο).

4. Μουρίκι (κλεισουριώτικος τσάμικος χορός).

5. Μπεράτι.

6. Στα τρία (χοροί όπως Χασάπικο, Χάιδω, Παιδιά της Σαμαρίνας κ.ά.)

7. Γκάιντα.

8. Ναουσαίικο (πρόκειται για το χορό Μουσταμπέικο).

Το δρώμενο ενθουσίασε τους παρευρισκόμενους και οι εκδηλώσεις αγάπης από όλους  ήταν ιδιαίτερα θερμές. Υπήρξε, δε, πρόσκληση  η οποία και έγινε αποδεκτή, να επισκεφθεί αντιπροσωπεία του Δήμου Ανατολικής Μάνης την Κλεισούρα τον Αύγουστο, περίοδο κατά την οποία πραγματοποιούνται εκδηλώσεις από τον Σύλλογο. Από πλευράς Δήμου Ανατολικής Μάνης αλλά και του Συλλόγου Αρεοπολιτών Μάνης «Πέτρος Μαυρομιχάλης» δόθηκαν στους φιλοξενούμενους αναμνηστικά δώρα , ενώ ο κοινός χορός όλων στο τέλος της εκδήλωσης ήταν μια ακόμα απόδειξη αγάπης,  φιλίας και φιλοξενίας.

 

ΚΟΡΥΦΗ

 

      ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ ΓΑΜΗΛΙΩΝ     Ν. ΒΑΡΔΙΑΜΠΑΣΗΣ                

Αττικός μην 15 Ιανουαρίου - 15 Φεβρουαρίου Αρχιμηνιά και αρχιχρονιά. Το καραβάκι, που κρατούν τα παιδιά λέγοντας τα κάλαντα, θυμίζει το πραγματικό καράβι που οδηγούσαν πάνω σε τροχούς στην αρχαία Αθήνα, μεταφέροντας τον Διόνυσο ως θεό της βλαστήσεως. Ανήμερα την Πρωτοχρονιά στη «Βόρεια Θράκη, Ανατ. Ρωμυλία κ.ά.» τα παιδιά γύριζαν τα σπίτια κρατώντας ένα κλαδί κρανιάς. Κτυπούσαν μ' αυτό το νοικοκύρη στη ράχη λέγοντας «Γερό κορμί και καλόκαρδοι».

Θραύση ροδιού: «Αράχοβα κ.α.» «Αποβραδίς ξαστρίζουν ένα ρόδι, που το θραύουν μέσα στο σπίτι λέγοντας "σαν το ρόιδι γεμάτοι" (!)» Κόψιμο πίτας: Το κομμάτι του σπιτιού είναι προσφορά προς το στοιχειό του σπιτιού, τον Αγαθό Δαίμονα, που με μορφή φιδιού προστατεύει το σπίτι, όπως ο οικουρός όφις των αρχαίων [ο Σωσίπολις λ.χ., το Θείο Βρέφος της Ηλιδας σε φιδομορφική απεικόνιση]. Και κομμάτι... του σκύλου: «Κάρπαθος». Του λένε: «Πάρε, σκύλε, το πιττί σου, να βλέπεις καλά τα χωράφια, να μην τα τρώσιν οι λαοί». Στις παραθαλάσσιες περιοχές «...οι βαρκάρηδες πρόσφεραν στη βάρκα τους πίτα και ρόδι...».  Αλλού «οι μυλωνάδες φίλευαν το μύλο... πίτα» (Γ. Μέγας, Λαογραφία, σ. 64-5).

6 Ιανουαρίου: Κατάδυση του Τιμίου Σταυρού και αγιασμός των υδάτων. «Μερικές γυναίκες πλένουν στα αγιασμένα νερά της θάλασσας τις εικόνες του σπιτιού». Το έθιμο υποκαθιστά την κατάδυση του ξοάνου της Αθηνάς, που γινόταν απ' την ακτή του Φαλήρου σε πάνδημη τελετή με το όνομα Ιερά Πλυντήρια. 

8 Ιανουαρίου: Τελετές υπέρ γονιμότητας. Ημέρα της Μπάμπως - μαμής (Ανατ. Ρωμυλία, Θράκη, Νέα Πέτρα Μακεδονίας). [Η Μπάμπω, στα αρχαία Βαυβώ/ Ιάμβη, ξεγεννούσε κάθε χρόνο το νέο Βρέφος Ιακχο / Βάκχο]. Οι μεθυσμένες Θρακιώτισσες, με σκωπτικά και αισχρά άσματα προσφέρουν καρότα στην Μπάμπω /Βαυβώ.

12 Ιανουαρίου: Κρόνια. Οι άρχοντες των Αθηνών πρόσφεραν πλούσιο γεύμα στους δούλους, όπως οι σημερινοί προσφέρουν στους άστεγους και σ' άλλους κατατρεγμένους. Αυτά και Χρόνια Πολλά.

 

ΚΟΡΥΦΗ

1ο 15νθήμερο Ιανουαρίου     2ο 15νθήμερο Ιανουαρίου

Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ 

Έθιμα το μήνα Ιανουάριο      Ματιά στον Ιανουάριο 

Από τη Βικιπαίδεια Ιανουάριος      μήνας Ιανουάριος

Λαογραφία Ιανουαρίου

 

ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ-ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ ΒΑΧΤΣΑΒΑΝΗΣ Π

Ο πρώτος μήνας του έτους, κοινώς Γενάρης. Ονομάστηκε έτσι προς τιμή του θεού των Ρωμαίων Ιανού, ο οποίος θεωρούταν προστάτης των πρώτων αρχών και αιτίων. Η καθιέρωση του ως πρώτου μήνα του έτους έγινε το 450 π.Χ. από τους Ρωμαίους. Για τους αρχαίους Έλληνες η πρώτη του έτους ήταν η  21η Ιουνίου. Οι Βυζαντινοί ακολούθησαν τους Ρωμαίους στο ζήτημα του ημερολογίου και έτσι καθιέρωσαν τον Ιανουάριο ως πρώτο μήνα, πράγμα που  διατηρήθηκε και στο Ιουλιανό ημερολόγιο και εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα.
                Ο λαός μας έχει διάφορες ονομασίες για τον Ιανουάριο. Ο Γενάρης είναι & Γεννολοητής, παρετυμολογικά, γιατί τότε γεννοβολούν τα κοπάδια, Γατομήνας, επειδή σ' αυτόν ζευγαρώνουν οι γάτες & Μεσοχείμωνος, γιατί είναι ο μεσαίος από τους 3 μήνες του χειμώνα. Ακόμα Κρυαρίτης (στη Μάνη) για το τσουχτερό του κρύο, αλλά & Γελαστός για τις Αλκυονίδες ημέρες του. Κλαδευτής & Καλεντέρης (Πόντος - Καππαδοκία) από τα Κάλαντα (Καλένδες) της αρχιχρονιάς. Τέλος είναι Τρανός, Πρωτάρης, Μεγάλος μήνας ή Μεγαλομηνάς, γιατί είναι ο 1ος μήνας του έτους με 31 ημέρες, αντίθετα με τον Κουτσό, τον Κουτσοφλέβαρο που ακολουθεί.
                ΕΡΓΑΣΙΕΣ:
                Προετοιμάζουν τα γεωργικά τους εργαλεία, όταν υπάρχουν βροχές ή χιόνια.
                Μεταφέρουν κοπριά στα κτήματα.
                Εκχερσώνουν χωράφια ή διορθώνουν φράχτες.
                Κάνουν αποστραγγιστικά χαντάκια.
                Ανοίγουν λάκκους γύρω από τα δέντρα για να δεχτούν περισσότερη βροχή ή τα ασβεστώνουν   
                Σπέρνουν πρώιμα μπιζέλια, κουκιά, κρομμύδια.
                Φυτεύουν τα φυλλοβόλα δέντρα (κερασιά, βυσσινιά, βερικοκιά, ροδακινιά κ.λ.π.), αγκινάρες, φράουλες, σπαράγγια.
                Λιπαίνουν τα δέντρα με χωνεμένη κοπριά.
                Κλάδεμα ελαιόδεντρων.
                Επισκευή & βάψιμο κυψελών.
                Αρχίζει το άρμεγμα των προβάτων.
                Οι γυναίκες ύφαιναν στον αργαλειό κιλίμια και βελέντζες, έπλεκαν & έραβαν.
               
ΕΘΙΜΑ-ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ:
                ΠΟΔΑΡΙΚΟ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ. Σε μερικά μέρη της πατρίδας μας παίρνει μορφή πραγματικής μαγικοδεισιδαιμονικής τελετουργίας. Προσέχουν (-ουμε) να συναντήσουν ή να δεχτούν πρώτο στο σπίτι τους πρόσωπο που θα τους φέρει καλοτυχία, για εκείνη την ημέρα αλλά και για όλο το έτος κυρίως. Σε μερικούς τόπους, προκειμένου να εξασφαλίσουν την καλοχρονιά, το ποδαρικό το κάνει ο ίδιος ο νοικοκύρης ή ο πρωτότοκος γιος ή ένα τυχερό παιδί. Η είσοδός του μάλιστα συνοδεύεται με ορισμένες πράξεις ή ευχές. Στην Αμοργό το ποδαρικό το κάνει κάποιο μέλος της οικογένειας, καθώς γυρίζει από την εκκλησία μ' ένα εικονισματάκι στο χέρι. Μπαίνει 2 βήματα στο σπίτι λέγοντας: «μέσα καλό!». Γυρίζει πάλι 2-3 βήματα πίσω και ξαναλέγει: «κι όξω κακό». Το κάνει αυτό 3 φορές. Τέλος, λέγοντας «μέσα καλό!» πετά ένα ρόδι να σπάσει μέσα στο σπίτι. Τα σπυριά του ροδιού που σκορπίζονται ολόγυρα, συμβολίζουν την αφθονία και την ευτυχία του σπιτιού. Κατόπιν τρώνε μια δαχτυλιά μέλι όλοι, για να είναι γλυκιά η ζωή τους όλο το χρόνο… Στην Αράχοβα μαζί με το ρόδι κρατούν κι ένα λιθάρι που το «εξοστρακίζουν» αποβραδίς, το αφήνουν δηλαδή τη νύκτα κάτω από τα άστρα. «Σαν το λιθάρι γεροί και σαν το ρόιδι γεμάτοι», φωνάζουν πετώντας τα.
   
«ΑΜΙΛΗΤΟ ΝΕΡΟ». Ήταν ένα νερό, που το έπαιρναν ιεροτελεστικά από την πηγή (κρυφά & πρωί-πρωί, αφήνοντας εκεί ένα κομμάτι απ' τη βασιλόπιτα, που την είχαν αλείψει με βούτυρο & μέλι, για να 'ναι το σπίτι τους γλυκό και ειρηνικό όλο το χρόνο), με απόλυτη σιωπή (δεν έπρεπε να μιλήσουν σε κανέναν, μέχρι να γυρίσουν στο σπίτι τους) & μ' αυτό έπλεναν το πρόσωπό τους οι σπιτικοί & ράντιζαν τους χώρους, με την ενδόμυχη ευχή «όπως τρέχει το νερό, έτσι να τρέχουν και τα καλά στο σπίτι». Αν μιλούσαν σε κάποιον, πριν γυρίσουν στο σπίτι, το «αμίλητο νερό» έχανε τις μαγικές του ικανότητες.                                 
                ΑΓΡΙΟΚΡΕΜΜΥΔΟ ή ΑΓΙΟΒΑΣΙΛΙΤΣΑ (ΣΚΙΛΛΗ Η ΠΑΡΑΘΑΛΑΣΣΙΑ). Έφερναν & φέρνουν στο σπίτι για την Πρωτοχρονιά το βολβοφόρο φυτό για καλοτυχία. Την κρεμούν στις εξώπορτες των σπιτιών, «…κατά του βασκάνου οφθαλμού»
               
ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ. Σύμβολο της Πρωτοχρονιάς. Είναι παρούσα σ' όλα τα σπίτια, σε χωριά & πόλεις. Το έθιμο θέλει να κόβεται και να μοιράζεται τελετουργικά (σταυρώνεται με το μαχαίρι, απ' τον νοικοκύρη του σπιτιού, χαράσσεται στα 4 & αποδίδεται το 1ο κομμάτι στο Χριστό, το 2ο στον Αγ. Βασίλη, το 3ο στο σπίτι και το υπόλοιπο στα μέλη της οικογένειας) και το νόμισμα ή το όποιο άλλο σημάδι κρύβεται σ' αυτή, θα δείξει τον ευνοούμενο της, για τη νέα χρονιά.
                Η παράδοση λέει: Όταν ο Αγ. Βασίλειος ήταν επίσκοπος στην Καισαρεία, ο τότε Έπαρχος της Καππαδοκίας πήγε μα σκληρές διαθέσεις να εισπράξει φόρους. Οι κάτοικοι φοβισμένοι ζήτησαν την προστασία του ποιμενάρχη τους. «Σας προτρέπω ευθύς, τους είπε εκείνος, να μου φέρει έκαστος ό,τι πολύτιμο αντικείμενο έχει. Μάζεψαν πολλά δώρα και βγήκαν μαζί με το Δεσπότη τους οι κάτοικοι της Καισαρείας να προϋπαντήσουν τον Έπαρχο. Ήταν όμως τέτοια η εμφάνιση και η πειθώ του Μεγάλου Βασιλείου, που ο Έπαρχος καταπραΰνθηκε, χωρίς να θελήσει να πάρει τα δώρα. Γύρισαν πίσω χαρούμενοι, κι ο Αγ. Βασίλειος θέλησε να τους ξαναδώσει τα πολύτιμα αντικείμενα. Ο χωρισμός όμως ήταν δύσκολος, γιατί πολλοί είχαν προσφέρει όμοια αντικείμενα, όπως δαχτυλίδια, νομίσματα κ.ά. Ο Βασίλειος τότε σκέφτηκε ένα θαυμάσιο τρόπο. Διέταξε να κατασκευαστούν το βράδυ του Σαββάτου «πλακούντια» (δηλ. μικρές πίτες) και μέσα στο καθένα έβαλε από ένα αντικείμενο και την επόμενη ημέρα έδωσε από ένα σε κάθε χριστιανό. Τι θαύμα!  Μέσα στο πλακούντιό του βρήκε ο καθένας ό,τι είχε προσφέρει! Από τότε στη γιορτή του Αγ. Βασιλείου κάνουμε κι εμείς πίτες και βάζουμε μέσα νομίσματα. 
                Το νόμισμα έχει το καθορισμένο συμβολισμό του για μας τους ορθοδόξους. Το ασημένιο ή χρυσό χρώμα του θεωρείται ότι είναι κατά της βασκανίας, το ψωμί είναι η γονική δύναμη για τα κτήματα του σπιτιού, ο δε σταυρός αντιπροσωπεύει την θεϊκή προστασία.
                 
«ΧΡΙΣΤΟΞΥΛΟ»: Βαθιά ήταν και η πανάρχαια πίστη στη δύναμη της φωτιάς να εξαγνίζει αλλά και να αποτρέπει το κακό. Έτσι στα χωριά φρόντιζαν να καίει όλο το Δωδεκαήμερο ένα κούτσουρο στο τζάκι («Δωδεκαμερίτης», «Χριστόξυλο» κ.ά.) & μάλιστα από αγκαθωτό δέντρο, για να έχει η φωτιά μεγαλύτερη δύναμη. Ξημερώματα παραμονής Θεοφανίων ράντιζαν με τη στάχτη του το σπίτι και την περιοχή του, τρέποντας σε φυγή κάθε πονηρό δαιμόνιο.
               
ΟΙ ΔΩΔΕΚΑΜΕΡΙΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΜΦΙΕΣΕΙΣ: Οι μεταμφιέσεις αυτές γίνονται το Δωδεκαήμερο, δηλ. τις ημέρες από τα Χριστούγεννα ως τα Φώτα, κυρίως στη Β. Ελλάδα. «Ρουγκατσιάρηδες» στο Σουφλί, «Ρογκατσάρια» & «Λουκατσάρια» στα Γρεβενά και στην Ελασσόνα, «Ρουγκατσάρια» στην Καστοριά, «Μπουμπουσάρια» στη Σιάτιστα, «Μωμόγεροι» στον Πόντο, «Μπαμπούγεροι» στη Καλή Βρύση Δράμας, «Γκαμήλες» στο Νέο Μοναστήρι Δομοκού, «Ντυλίγαροι», «Κουντουνάδες», «Αράπηδες» στη Δράμα κ.ά.
                Μ' αυτά τα ονόματα είναι γνωστές οι ομάδες μεταμφιεσμένων, που τριγυρίζουν το χωριό λέγοντας τα κάλαντα και μοιράζοντας ευχές. Ντυμένοι αλλού με ακατέργαστα δέρματα ζώων, αλλού με μακριές μαύρες κάπες & υψικόρυφες κωνικές προσωπίδες-κεφαλοστολές από δέρμα κατσίκας, είναι ζωσμένοι συνήθως βαριά κουδούνια, για να διώχνουν το κακό από το χωριό.
                Στο χωριό Νικήσιανη (ν. Καβάλας), οι κάτοικοι μεταμφιέζονται την ημέρα της γιορτής του Αγ. Ιωάννου (7/1), σε ΑΡΑΠΗΔΕΣ. Στο πρόσωπο φορούν μάσκα από δέρμα μαύρου τράγου, πολύ ψηλή, γεμισμένη με φύλλα καλαμποκιού για να στέκεται όρθια. Οι Αράπηδες που ονομάζονται έτσι από τα μαύρα πανωφόρια τους, φορούν μάλλινο άσπρο παντελόνι, το «μπινιβράκι» όπως το λένε, και τυλίγουν τα πόδια τους από τα γόνατα μέχρι τον αστράγαλο με υφαντό μάλλινο ύφασμα, σχηματίζοντας έτσι τα «καλτσούνια». Στα πόδια φορούν «γουρουνοτσάρουχα» που τα δένουν με δερμάτινα λουριά και τα τυλίγουν σφιχτά γύρω από τα καλτσούνια. Φορούν ακόμα μια πλεχτή μάλλινη φανέλα με μανίκια κι από πάνω της βάζουν μια πολύ χοντρή και μακριά μαύρη τσοπάνικη κάπα, φτιαγμένη από μαλλί προβατίνας. Στην πλάτη τους, κάτω από την κάπα, βάζουν πολλά φύλλα από καλαμπόκι, για να σχηματίσουν την καμπούρα τους. Στη μέση τους δένουν μ' ένα χοντρό σχοινί 4 κουδούνια και στο χέρι κρατούν ένα μεγάλο ξύλινο μαχαίρι.
                Οι Αράπηδες μαζεύονται παρέες-παρέες και γυρίζουν στους δρόμους του χωριού. Χορεύουν, κουνούν τα ξύλινα μαχαίρια τους και βροντούν δυνατά τα κουδούνια τους. Απ' όπου περάσουν τους κερνούν τσίπουρο και κρασί. Συνήθως σε κάθε ομάδα μπαίνει αρχηγός ένας φουστανελάς. Αρκετές φορές, καθώς προχωρούν, αφήνουν κάτω τα ξύλινα μαχαίρια τους και αρχίζουν να χοροπηδούν γύρω-γύρω. Ύστερα 2 απ' αυτούς μονομαχούν με τα μαχαίρια τους και ξαφνικά ο ένας πέφτει κάτω, τάχα ότι σκοτώθηκε. Τότε οι άλλοι χορεύουν γύρω του και σε λίγο αυτός ζωντανεύει και σηκώνεται ξανά. Το ζωντάνεμα αυτό συμβολίζει το ξανάνιωμα της φύσης. Οι Αράπηδες αφού γυρίσουν πολλές φορές στους δρόμους του χωριού, στο τέλος πηγαίνουν στην κεντρική πλατεία και χορεύουν, καθώς τα όργανα παίζουν. Γύρω είναι συγκεντρωμένοι όλοι οι κάτοικοι του χωριού.
                Στον Πόντο έχουμε τους ΜΩΜΟΓΕΡΟΥΣ. Μεταμφιέζονται την παραμονή των Χριστουγέννων και γυρνάνε στα σπίτια κάνοντας αστεία και παίζοντας τον Αλή. Ένας μεταμφιεσμένος γίνεται Αλής και αρπάζει μια κοπέλα. Το μαθαίνει ο πατέρας της και τον σκοτώνει. Μετανιώνει όμως και καλεί ένα γιατρό που με ένα βοτάνι ανασταίνει τον Αλή. Στο τέλος ο Αλής και η κοπέλα παντρεύονται κι όλοι τραγουδούν και χορεύουν.
                Η ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΜΑΜΗΣ ή ΤΗΣ ΜΠΑΜΠΩΣ. Γινόταν σε χωριά της Ανατολικής & Βόρειας Θράκης. Είναι γιορτή και συμπόσιο γυναικών, αλλά σ' αυτή συμμετέχουν μόνο γυναίκες που «τεκνώνουν». Το τιμώμενο πρόσωπο δεν είναι κάποιος άγιος, αλλά η μαμή του χωριού. Η γιορτή απέβλεπε σε γονιμότητα. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στις ημέρες μας με τη «Γυναικοκρατία», που διαδραματίζεται στην ευρύτερη περιοχή του Έβρου.
               
ΓΙΟΡΤΕΣ:
                ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ (1/1). Αρχή του νέου έτους & γιορτή του Αγ. Βασιλείου.
                Ο ’γιος Βασίλης υπήρξε από τις μεγαλύτερες μορφές της εκκλησίας μας, τόσο για το χαρακτήρα του όσο και για τη μόρφωσή του. Η φιλανθρωπία του παρέμεινε θρυλική. Μοίρασε όλη του την περιουσία στους φτωχούς, έφτιαξε στην Καισαρεία πτωχοκομείο και πέθανε μόλις 48 ετών από τις στερήσεις της ασκητικής ζωής. Την κηδεία του παρακολούθησαν χιλιάδες κόσμου και στο συνωστισμό που δημιουργήθηκε πολλά άτομα έχασαν τη ζωή τους. Τέτοια ήταν η λατρεία και ο θαυμασμός που του είχε ο κόσμος που πολλοί τον μιμούνταν.
                Οι αγιογράφοι τον απεικονίζουν με ψαρά σγουρά μαλλιά, πολύ μακριά και με μυτερή γενειάδα. Στην Ελλάδα πίστευαν πως αμέσως μετά τα Χριστούγεννα ξεκινούσε πεζοπόρος με το ραβδί στο χέρι και περνούσε από διάφορους τόπους, «μοιράζοντας» τύχη και την ευλογία του.
     ΘΕΟΦΑΝΙΑ Ή ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ Ή ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΒΑΠΤΙΣΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (6/1). Η ανανέωση του κόσμου άρχιζε από την ανανέωση των υδάτων-πρακτικά με την εκκένωση των αγγείων με νερό την παραμονή των Θεοφανίων, συμβολικά με τον αγιασμό των υδάτων με την κατάδυση του σταυρού στο νερό. Αυτός που έβρισκε το σταυρό, ήταν ο τιμημένος του χωριού και το περιέφερε στα σπίτια για προσκύνημα & για χρηματικές προσφορές. Σε πολλά μέρη της Ελλάδας το έλεγαν «κουμπάρο» ή «νουνό», στον Πόντο «δεξάμενο».
                Τα Θεοφάνια επαναλαμβάνεται η βάπτιση του Χριστού. Τα περιστέρια γίνονται το πνεύμα του Θεού. Ο σταυρός που πέφτει στο νερό είναι ο ίδιος ο Χριστός & ο ήρωας της ημέρας γίνεται «νονός» του Χριστού, αφού η παράδοση θέλει ο κάθε βαφτισμένος να έχει και τον ανάδοχό του.
                Όλοι οι λαοί του ορθόδοξου κόσμου απέδιδαν μεγάλη δύναμη στο αγιασμένο, ανανεωμένο νερό. Έπλεναν στη θάλασσα τις εικόνες του σπιτιού και της εκκλησίας, οι γεωργοί «ανανέωναν» μ' αυτό τα εργαλεία τους. Το νερό του μεγάλου αγιασμού το έφερναν στο σπίτι κι έπιναν όλοι απ' αυτό, ράντιζαν μ' ένα κλαδί ελιάς ή βασιλικού όλους τους χώρους του σπιτιού, τους στάβλους, τα ζώα, τα δέντρα και τα άλλα φυτά για να καρποφορήσουν και να μην αρρωσταίνουν, τα χωράφια και τα αμπέλια για να τα προφυλάξουν από ασθένειες, ακόμα και τα βαρέλια του κρασιού. Τον αγιασμό τον θεωρούσαν πανάκεια, πίστευαν ότι μπορεί να θεραπεύσει τη θερμασιά και την ελονοσία, τον φύλαγαν στο εικονοστάσι όλο τον χρόνο & τον χρησιμοποιούσαν για να γιατρεύουν διάφορες ασθένειες.
               
ΟΙ 3 ΙΕΡΑΡΧΕΣ (30/1). Βασίλειος ο Μέγας, Γρηγόριος ο Θεολόγος, Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Προστάτες της παιδείας & των γραμμάτων.
               
ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ:
         «Ως του Αϊ-Γιαννιού, τρυγόνα, είναι η φούρια του χειμώνα».
                «Στις δεκαεφτά του Γεναριού, είναι κερά του Αγ' Αντωνιού. Τότε κερά μαντόνα είναι η φούρια του χειμώνα».
                «Του Γενάρη το φεγγάρι παρά ώρα, μέρα μοιάζει».
                «Ο Γενάρης δεν γεννά, μήτε αβγά μήτε πουλιά, μόνο χιόνια και νερά».
                «Ο Γενάρης κι αν γεννάται του καλοκαιριού θυμάται».
                «Του Γεναριού η καλοκαιριά, ούλα τα δέντρα τα γελά».
                «Η καλή αμυγδαλιά ανθίζει το Γενάρη και βαστάει τα αμύγδαλα όλο τον Αλωνάρη».
                «Αν δεν ποτίσεις τον Γενάρη, άλλο Γενάρη να καρτεράς».
                «Τον Γενάρη κι αν δεν βρέξει, δεν ξινίζουν τα τυριά».
                «Χιόνι πέφτει το Γενάρη, χαρές θα 'ναι τον Αλωνάρη».
                «Γενάρη μήνα κλάδευε, φεγγάρι μη γυρεύεις».
                «Κόψε, κλάδεψε Γενάρη, να γεμίσει το κελάρι».
                «Χιόνισ' έβρεξε ο Γενάρης, όλοι οι μύλοι μας θ' αλέθουν».

Λαογραφικά του μηνός Ιανουαρίου  http://oiax.blogspot.com/ 

Ο Ιανουάριος είναι ο πρώτος μήνας του ημερολογίου μας. Πήρε το όνομά του από τον ρωμαϊκό θεό Janus-Ιανό. Ο Ιανός ήταν ο θεός της αρχής και του τέλους, της μετάβασης από μία κατάσταση σε άλλη. Τον Ιανό οι Ρωμαίοι τον παρίσταναν διπρόσωπο. Στις πύλες της Ρώμη το άγαλμά του κοίταζε με το ένα πρόσωπο την έξοδο και με το άλλο την είσοδο της πόλης. Κοίταζε, δηλαδή, ταυτόχρονα προς τα πίσω και προς τα μπρος. Ο προσδιορισμός αυτός ισχύει τόσο για τον χώρο, όσο και για τον χρόνο. Επομένως ο Ιανός αντίκριζε, επίσης, ταυτόχρονα το παρελθόν και το μέλλον.
Για τον παραδοσιακό, τον προεπιστημονικό τρόπο σκέψης η αντίληψη του χρόνου είναι συγκεκριμένη, όχι αφηρημένη: χρόνος είναι το περιεχόμενό του.
Το περιεχόμενο, λοιπόν, του χρόνου στον οποίο ανταποκρίνεται η τοποθέτηση της πρωτοχρονιάς στην πρώτη Ιανουαρίου είναι η γέννηση του φωτός.
Σύμφωνα με το αρχαίο αττικό ημερολόγιο ο Ιανουάριος αντιστοιχεί περίπου προς τον Γαμηλίωνα δηλαδή τον μήνα κατά τον οποίον τελούνταν οι περισσότεροι γάμοι.
Οι λαϊκές προσηγορίες του μήνα αυτού είναι ποικίλες. Τον λένε Καλαντάρη (γιατί τραγουδούν τα κάλαντα) Κρυαρίτη (για το πολύ κρύο που φέρνει) Μεγάλο και Τρανό και Μεγαλομηνά (γιατί έχει 31 ημέρες και οι νύχτες του είναι μεγάλες, όπως λέει και το τραγούδι «Νάταν οι μέρες του Μαγιού κι οι νύχτες του Γενάρη») Κλαδευτή (επειδή αρχίζουν τα κλαδέματα στα αμπέλια) Μεσοχείμωνα (επειδή βρίσκεται στη μέση του χειμώνα) Παγωνιά (επειδή παγώνουν τα νερά) Γατόμηνα (για τους νυχτερινούς έρωτες των γάτων) και Γελαστό (για τις Αλκυονίδες ημέρες του). Οι κτηνοτρόφοι τον λένε παρετυμολογικά Γεννάρη, επειδή στις ημέρες του γεννούσαν τα πρόβατα.
Αυτόν το μήνα οι γεωργικές εργασίες είναι περιορισμένες γιατί ο καιρός δεν επιτρέπει το ξάνοιγμα. Ξεκινά όμως το κλάδεμα των αμπελιών και το καθάρισμα των οπωροφόρων δέντρων. Αυτές οι εργασίες θέλουν ανθρώπους με χρόνια στην πλάτη τους, αληθινούς τεχνίτες. Το λέει άλλωστε και το τραγούδι: « Για βάλε νιους και σκάψε με, γέρους και κλάδεψέ με».
Εκτός από του Αγ. Βασιλείου και των Φώτων, άλλες Γεναριάτικες γιορτές είναι του Αγ. Ιωάννου του Προδρόμου (7) με την ιδιαίτερη λαογραφική ιδιότητα του ως προστάτη των βαφτισιών και της κουμπαριάς σαν Βαπτιστής.
Της αγίας Δομνίκης ή Δόμνης (8). Το κοινό όνομα της γιορτής είναι η μέρα της μαμής ή της μπάμπως η μέρα. Είναι γιορτή και συμπόσιο γυναικών, με άφθονα φαγητά, ποτά και αστεϊσμούς που ξεπερνούσαν τα όρια της κοινής ευπρέπειας. Σε αυτήν συμμετέχουν μόνο γυναίκες που «τεκνώνουν», που βρίσκονται δηλαδή σε ηλικία, η οποία επιτρέπει την απόκτηση παιδιού. Το τιμώμενο πρόσωπο είναι η μαμή, ενώ οι άντρες την ημέρα εκείνη έμεναν κλεισμένοι στα σπίτια τους.
Του Αγ. Αντωνίου (17), που τον συσχέτιζαν με τον καιρό:
«Σ’τσί δεκαφτά του Γεναριού
είναι, κυρά μ’, τα’ Αγι-Αντωνιού.
Τοτεσάς, κυρά Μαντόνα,
είν’ η φούρια του χειμώνα!»
Του Αγ. Αθανασίου (18), από την ετυμολογία του ονόματος του: «αθανάσιος- αθάνατος» (ή και από την παρετυμολογία του «θανάσης - θνητός») προέρχεται η συχνότητα των μικρών εκκλησιών στα Νεκροταφεία με το όνομα «Αι-Θανάσης». Υπάρχει εξάλλου και η παροιμιακή φράση «είναι για τον Αι-Θανάση», που δηλώνει τον ετοιμοθάνατο.
Και τέλος, των Tριών Ιεραρχών (30). Ο λαός ονομάζει τους αγίους και «Τρεις ’ρχοντες» γι’αυτό και γιορτάζουν εκείνη τη μέρα τα ονόματα Αρχοντής, Αρχοντούλα.
Οι παροιμίες και τα δίστιχα που λέγονται για τον Γενάρη αφορούν και τη συμπεριφορά του χειμωνιάτικου μήνα:
«Του Γενάρη το φεγγάρι
ήλιος της ημέρας μοιάζει»


«Το Γενάρη μήνα αν θες να ζεσταθείς
πίνε, τρώγε, τρέχα κι έπειτα να κοιμηθείς.»

«Χιόνι πέφτει τον Γενάρη,
χαρές θαν’ τον Αλωνάρη»

«Γενάρης μήνας πλάκωσε
κοντά το καλοκαίρι.»

«Ο Γενάρης και αν γεννάται
του καλοκαιριού θυμάται.»

’λλοτε αφορούν τον έρωτα και τις αγάπες:
«Τις νύχτες του Γενάρη
οι γάτες τις γλεντάνε.»

Τα ξύλα κόβονται πριν ανέβουν ακόμη οι χυμοί στα δέντρα:
«Κόψε ξύλο το Γενάρη
και μην καρτεράς φεγγάρι.»

Κάποιοι αγρότες τον Ιανουάριο οργώνουν τα χωράφια τους, αλλά με τα κρύα το χώμα κινδυνεύει να ξαναπαγώσει:
«Τον Γενάρη το ζευγάρι,
διάβολος θε να το πάρει»

Τέλος, τον Ιανουάριο για μερικές μέρες σταματάει η κακοκαιρία. Χαμογελάει ο ήλιος και συμφιλιώνει στεριές και πέλαγα. Τις μέρες αυτές, ο λαός μας τις λέει «Αλκυονίδες» και είναι περίπου 10. Όσες μέρες χρειάζεται, σύμφωνα με τον μύθο, η αλκυόνη για να κλωσήσει τα αυγά της.

 

ΚΟΡΥΦΗ

               

Πρωτοχρονιά στην Ελλάδα

Επιστροφή στις αγαπημένες γεύσεις του παραδοσιακού γιορτινού εδεσματολογίου, που μεταφέρθηκε από γενιά σε γενιά.

Η ιστορία της βασιλόπιτας

Η ιστορία της βασιλόπιτας, είναι μια ιστορία που συνέβηκε πριν από εκατοντάδες χρόνια , πριν από 1500 χρόνια περίπου , στην πόλη Καισαρεία της Καππαδοκίας, στη Μικρά Ασία. Ο Μέγας Βασίλειος ήταν δεσπότης της Καισαρείας και ζούσε αρμονικά με τους συνανθρώπους του , με αγάπη , κατανόηση και αλληλοβοήθεια. Κάποια μέρα όμως , ένας αχόρταγος στρατηγός - τύραννος της
περιοχής , ζήτησε να του δοθούν όλοι οι θησαυροί της πόλης της Καισαρείας , αλλιώς θα πολιορκούσε την πόλη για να την κατακτήσει και να την λεηλατήσει. Ο Μέγας Βασίλειος ολόκληρη τη νύχτα προσευχόταν να σώσει ο Θεός την πόλη. Ξημέρωσε η νέα μέρα και ο στρατηγός αποφασισμένος με το στρατό του περικύκλωσε   αμέσως την Καισαρεία. Μπήκε με την ακολουθία του και ζήτησε να δει το Δεσπότη , ο οποίος βρισκόταν στο ναό και προσευχόταν. Με θράσος και θυμό ο αδίστακτος στρατηγός απαίτησε το χρυσάφι της πόλης καθώς και ότι άλλο πολύτιμο υπήρχε στην πόλη. Ο Μέγας Βασίλειος απάντησε ότι οι άνθρωποι της πόλης του δεν είχαν τίποτε άλλο πέρα από πείνα και φτώχια , δεν είχαν να δώσουν τίποτε αξιόλογο στον άρπαγα στρατηγό. Ο στρατηγός με το που άκουσε αυτά τα λόγια θύμωσε ακόμα περισσότερο και άρχισε να απειλεί τον Μέγα Βασίλειο ότι θα τον εξορίσει πολύ μακριά από την πατρίδα του ή κι ακόμη μπορεί να τον σκοτώσει. Οι χριστιανοί της Καισαρείας αγαπούσαν πολύ το Δεσπότη τους και θέλησαν να τον βοηθήσουν. Μάζεψαν λοιπόν από τα σπίτια τους ότι χρυσαφικά είχαν και του τα πρόσφεραν , ώστε δίνοντάς τα στο σκληρό στρατηγό να σωθούν. Στο μεταξύ ο ανυπόμονος στρατηγός κόντευε να σκάσει από το κακό του. Διέταξε αμέσως το στρατό του να επιτεθεί στο φτωχό λαό της
πόλης. Ο Δεσπότης , ο Μέγας Βασίλειος, που ήθελε να προστατέψει την πόλη του προσευχήθηκε και μετά παρουσίασε στο στρατηγό ότι χρυσαφικά είχε μαζέψει μέσα σε ένα σεντούκι. Τη στιγμή όμως που ο στρατηγός πήγε να ανοίξει το σεντούκι και να αρπάξει τους θησαυρούς , με το που ακούμπησε τα χέρια του πάνω στα χρυσαφικά έγινε το θαύμα! Όλοι οι συγκεντρωμένοι είδαν μια λάμψη και
αμέσως μετά έναν λαμπρό καβαλάρη να ορμάει με το στρατό του επάνω στον σκληρό στρατηγό και τους δικούς του. Σε ελάχιστο χρόνο ο κακός στρατηγός και οι δικοί του αφανίστηκαν. Ο λαμπρός καβαλάρης ήταν ο ’γιος Μερκούριος και στρατιώτες του οι άγγελοι.

Έτσι σώθηκε η πόλη της Καισαρείας. Τότε όμως , ο δεσπότης της , ο Μέγας Βασίλειος , βρέθηκε σε δύσκολη θέση! Θα έπρεπε να μοιράσει τα χρυσαφικά στους κατοίκους της πόλης και η μοιρασιά να είναι δίκαιη , δηλαδή να πάρει ο καθένας ό,τι ήταν δικό του. Αυτό ήταν πολύ δύσκολο. Προσευχήθηκε λοιπόν ο Μέγας Βασίλειος και ο Θεός τον φώτισε τι να κάνει. Κάλεσε τους διακόνους και τους
βοηθούς του και τους είπε να ζυμώσουν ψωμάκια , όπου μέσα στο καθένα ψωμάκι θα έβαζαν και λίγα χρυσαφικά. Όταν αυτά ετοιμάστηκαν , τα μοίρασε σαν ευλογία στους κατοίκους της πόλης της Καισαρείας. Στην αρχή όλοι παραξενεύτηκαν, μα η
έκπληξή τους ήταν ακόμη μεγαλύτερη όταν κάθε οικογένεια έκοβε το ψωμάκι αυτό κι έβρισκε μέσα τα χρυσαφικά της.
Ήταν λοιπόν ένα ξεχωριστό ψωμάκι , η βασιλόπιτα Έφερνε στους ανθρώπους χαρά κι ευλογία μαζί. Από τότε φτιάχνουμε κι εμείς τηασιλόπιτα με το φλουρί μέσα, την πρώτη μέρα του χρόνου, τη μέρα του Αγίου Βασιλείου.

Η πίτα του Αγίου Βασιλείου Η βασιλόπιτα είναι ο συνδυασμός του «εορταστικού άρτου» και του «μελιπήκτου» . Προσφορά και επίκληση για την εξασφάλιση της υγείας, της καλής τύχης και της ευλογίας του Αγίου Βασιλείου. H συνήθεια με το νόμισμα, λέει η παράδοση, άρχισε την εποχή που ο Αγιος Βασίλειος ήταν επίσκοπος της Καισαρείας. Κάποτε, λοιπόν, ήρθε στην πόλη ο Επαρχος της Καππαδοκίας με πολύ κακές διαθέσεις για να εισπράξει τους φόρους. Ο άγιος άνθρωπος παρακάλεσε τους χριστιανούς να του προσφέρουν τα χρυσά νομίσματα και τα κοσμήματά τους και γεμάτος δώρα πήγε να συναντήσει τον έπαρχο. Η πειθώ και η επιβλητική παρουσία του Ιεράρχη, όμως, έκαναν το θαύμα τους κι έτσι ο έπαρχος έφυγε χωρίς να αγγίξει τίποτα. Καθώς δεν υπήρχε τρόπος να βρεθούν οι ιδιοκτήτες τους, ο άγιος πρότεινε μια λύση που όλοι αποδέχτηκαν: Ζύμωσαν ψωμάκια και μέσα τους έκρυψαν κι από ένα νόμισμα. Σαν από θαύμα, σου λέει, στον καθένα επέστρεψε το δικό του. Το κόψιμο της βασιλόπιτας το βράδυ της Παραμονής είναι μια συμβολική προσφορά εις ανάμνηση του γεγονότος. Στην Κρήτη ζυμωνόταν με γάλα, αλεύρι, ζάχαρη και πολλά μυρωδικά, σύμβολα της αφθονίας των οικογενειακών αγαθών. Η νοικοκυρά την έστρωνε στο ταψί και πάνω της σχεδίαζε με το πιρούνι έναν σταυρό κι άλλα πλουμίδια που σκοπό είχαν να ξορκίσουν το «κακό μάτι». Γλυκές βασιλόπιτες συνήθιζαν τόσο στα αστικά κέντρα όσο και στην ύπαιθρο. Η πιο συνηθισμένη, όμως, βασιλόπιτα ήταν η πολύφυλλη αλμυρή με κρέας ή με άφθονο πλιγούρι, και χωρίς στολίδια, αφού τα καλά βουτυρωμένα φύλλα δεν προσφέρονταν για κάτι τέτοιο. Μόνο το επάνω φύλλο έμπαινε πλούσιο και κυματιστό σαν κύμα, για να είναι τα καλά όσα και τα κύματα της θάλασσας.

Και του χρόνου, και του χρόνου...βασιλόπιτα

 

Σπάστε το ρόδι...να βρείτε την υγειά σας

Πρώτη ημέρα ενός καινούργιού χρόνου η Πρωτοχρονιά, και όλη η Ελλάδα σπεύδει να τη γιορτάσει με το δικό της μοναδικό τρόπο. Πάρτε μια γεύση πως υποδέχονται την ξεχωριστή αυτή ημέρα διάφορα μέρη στην χώρα μας:

Σάμος: Η «προβέντα» και τα «μουλιστρίνα»

Εκτός από την βασιλόπιτα, οι γυναίκες της Σάμου φτιάχνουν και την «προβέντα». Πρόκειται για ένα πιάτο με γλυκά που «κρίνει» τη νοικοκυροσύνη της Σαμιώτισσας. Απαραίτητο «συστατικό» κάθε σπιτιού είναι το σπάσιμο του ροδιού και το σκόρπισμα των σπόρων του ώστε να γεμίσει το σπίτι ευτυχία και υγεία, ενώ οι τυχεροί που θα κάνουν ποδαρικό, παίρνουν τα «μπουλιστρίνα», το γνωστό σε όλους μας χαρτζιλίκι.

Θάσος:Το σκόρπισμα των φύλλων

Πρόκειται για ένα πολύ παλιό έθιμο κατά τη διάρκεια του οποίου όλοι κάθονται γύρω από το αναμμένο τζάκι, τραβούν την ανθρακιά προς τα έξω και ρίχνουν γύρω στ’ αναμμένα κάρβουνα, φύλλα ελιάς, βάζοντας στο νου τους από μια ευχή, χωρίς όμως να την πουν στους άλλους. Όποιου το φύλλο γυρίσει περισσότερο, εκείνου θα πραγματοποιηθεί και η ευχή του.

Καβάλα: Ψέλνουν τα κάλαντα ανάβοντας φωτιές

Ένα πολύ παλιό έθιμο, προερχόμενο από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας: τα αγόρια που θα φύγουν στρατιώτες τη νέα χρονιά, συγκεντρώνουν μεγάλες στοίβες από ξύλα στην πλατεία. Την παραμονή ανάβουν μια μεγάλη φωτιά και ψέλνουν τα κάλαντα. Με το που ο δείκτης δείξει δώδεκα, ξεκινά το παραδοσιακό γλέντι με τσίπουρο και γλυκά. Σε άλλες περιοχές της Καβάλας, το μικρότερο μέλος της οικογένειας μεταφέρει μια πέτρα στο εσωτερικό του σπιτιού για να είναι στέρεο και γερή η οικογένεια, ενώ τα μικρότερα παιδιά κάνουν «ποδαρικό» σε όλα τα σπίτια του κάθε οικισμού, μπαίνοντας με το δεξί. Για την καλή τύχη που φέρνουν, ανταμείβονται από τους ιδιοκτήτες με δώρα και γλυκά.

Ανατολική Μακεδονία: Οι «Μωμόγεροι»

Με ρίζες από τον Πόντο, οι «Μωμόγεροι» αναβιώνουν κάθε χρόνο στους Σιταγρούς και στα Πλατανιά της Δράμας. Πρόκειται για ένα είδος λαϊκού παραδοσιακού θεάτρου, όπου οι πρωταγωνιστές μιμούνται γεροντικά πρόσωπα, εξ΄ου και η ετυμολογία της λέξης «μωμόγερος» από το μίμος+ γέρος.

Ξάνθη: πρασόπιτα, όπως λέμε βασιλόπιτα

Οι οικογένειες ανοίγουν φύλλο και παρασκευάζουν μια πίτα με πράσο, κιμά και μπαχαρικό κύμινο. Η πίτα ψήνεται σε παραδοσιακό ταψί, το οποίο ονομάζεται «σινί».

Ηράκλειο Κρήτης: η μπουγάτσα και η «καλή χέρα»

Κάθε χρόνο η Πρωτοχρονιά στην Κρήτη συνοδεύεται από μεγάλη κατανάλωση μπουγάτσας. Για το σκοπό αυτό, σε όλους τους δρόμους του Ηρακλείου στήνονται υπαίθριοι πάγκοι για να είναι γλυκιά η πρώτη γεύση που θα πάρουν οι κάτοικοι του νησιού. Όσο για το χαρτζιλίκι; αυτό ονομάζεται «καλή χέρα» και ρέει άφθονο!

Τα πρωτοχρονιάτικα έθιμα των Ελλήνων

Τα έθιμα που κατά κανόνα τηρούνται την πρώτη μέρα του χρόνου στην χώρα μας χαρακτηρίζονται από την ποσότητα και την ποικιλία.

Τα περισσότερα από αυτά σχετίζονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με την τύχη όπως είναι το ποδαρικό, το ρόδι και η χαρτοπαιξία. Μια άλλη κατηγορία είναι τα αμιγώς εορταστικά όπως είναι τα πυροτεχνήματα και η διασκέδαση, ενώ τέλος υπάρχουν και κάποια που τείνουν να εξαλειφθούν όπως οι κολόνιες, το σφάξιμο του χοίρου και η κρεμύδα για γούρι.

Φυσικά, κύρια θέση σε αυτά έχει η βασιλόπιτα, έθιμο το οποίο τελείται ευλαβικά από την συντριπτική πλειοψηφία της ελληνικής οικογένειας.

Η Βασιλόπιτα

Αναμφισβήτητα το κατεξοχήν Πρωτοχρονιάτικο έθιμο είναι η βασιλόπιτα, που ειρήσθω εν παρόδω, τη συναντάμε σε ολόκληρο τον Ελλαδικό χώρο με αρκετές βέβαια παραλλαγές. Οι παραλλαγές αυτές έχουν να κάνουν κυρίως με την σύσταση της.

Έτσι σε κάποια μέρη είναι κέικ ή τσουρέκι, σε άλλα αλμυρή ή γλυκιά πίτα με φύλλα ενώ σε κάποια άλλα είναι ψωμί σαν το Χριστόψωμο. Διαφορές στις Βασιλόπιτες συναντάμε και στην διακόσμηση που φέρουν. Κοινό στοιχείο πάντως της διακόσμησης είναι ένας σταυρός και η αναγραφή του έτους. Σε όλες πάντως τις περιπτώσεις Βασιλόπιτα είναι στρογγυλή και μέσα της κρύβει ένα φλουρί.

Η βασιλόπιτα είναι συνδυασμός του «εορταστικού άρτου» και του «μελιπήκτου» των αρχαίων προσφορών, τόσο προς τους θεούς όσο και προς τους νεκρούς ή τους κακούς δαίμονες για την εξασφάλιση της υγείας, της καλής τύχης και της ευλογίας του Αγίου Βασιλείου.

Στην πλειοψηφία τους οι Έλληνες κόβουν τη βασιλόπιτα αμέσως μετά την αλλαγή του χρόνου. Σε μερικές όμως, περιοχές της Ελλάδας η Βασιλόπιτα κόβεται στο μεσημεριανό τραπέζι, ανήμερα του Αγίου Βασιλείου την 1η Ιανουαρίου. Όποτε πάντως και αν κοπεί, ακολουθείται το ίδιο εθιμοτυπικό: Ο νοικοκύρης την σταυρώνει τρεις φορές με ένα μαχαίρι και μετά αρχίζει να κόβει τα κομμάτια. Το πρώτο είναι του Χριστού, το δεύτερο της Παναγίας, το τρίτο του Αγίου Βασιλείου, το τέταρτο του σπιτιού και ακολουθούν τα κομμάτια των μελών της οικογένειας με σειρά ηλικίας.

Πυροτεχνήματα

Τα τελευταία χρόνια έχουν καθιερωθεί τα πυροτεχνήματα στις κεντρικές πλατείες των πόλεων. Είναι με ευθύνη και διοργάνωση των δημοτικών αρχών που επίσης φροντίζουν για τον εορταστικό στολισμό των πόλεων, αλλά και τη διοργάνωση μουσικών εκδηλώσεων για την παραμονή της Πρωτοχρονιάς.

Η Καλή Χέρα

Συνηθίζεται να δίνεται ένα χρηματικό ποσό σαν δώρο σε παιδιά που θα επισκεφτούν κάποιο σπίτι την Πρωτοχρονιά. Συνήθως πρόκειται για τα εγγόνια ή τα ανίψια.
Μερικές δεκαετίες παλιότερα, η «καλή χέρα» ήταν το μόνο δώρο που έπαιρναν τα παιδιά την Πρωτοχρονιά και σε πολλές περιπτώσεις ήταν απλά ένα κέρασμα μιας κι ούτε χρήματα υπήρχαν πολλά, αλλά ούτε μαγαζιά με παιγνίδια.

Στα όμορφα Επτάνησα, ανάμεσα στο Ιόνιο πέλαγος και την Αδριατική θάλασσα, χαίρονται με ξεχωριστό τρόπο τις ημέρες του Δωδεκαημέρου. Οι άνθρωποι γιορτάζουν πηγαίνοντας στην εκκλησία, τρώγοντας, πίνοντας, τραγουδώντας αλλά και κάνοντας αστεία ο ένας στον άλλο.

Το Ποδαρικό

Πολλοί άνθρωποι είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί ακόμα και σήμερα σχετικά με το ποιος θα κάνει ποδαρικό στο σπίτι τους, δηλαδή ποιος θα μπει πρώτος στο σπίτι τους τον καινούριο χρόνο.

‘Έτσι, από την παραμονή λένε σε κάποιο δικό τους άνθρωπο, που τον θεωρούν καλότυχο και γουρλή, να έρθει την Πρωτοχρονιά να τους κάνει ποδαρικό. Πολλές φορές προτιμούν ένα μικρό παιδί για να κάνει ποδαρικό, γιατί τα παιδιά είναι αθώα και στην καρδιά τους δεν υπάρχει η ζήλια κι η κακία.

Οι Κολόνιες

Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς το βράδυ, οι κάτοικοι της πόλης γεμάτοι χαρά για τον ερχομό του Νέου Χρόνου κατεβαίνουν στο δρόμο κρατώντας μπουκάλια με κολόνια και ραίνουν ο ένας τον άλλο τραγουδώντας:” Ήρθαμε με ρόδα και με ανθούς να σας ειπούμε Χρόνους Πολλούς.” Και η τελευταία ευχή του χρόνου που ανταλλάσσουν είναι “Καλή Αποκοπή” δηλαδή “με το καλό να αποχωριστούμε τον παλιό το χρόνο”. “Πάλιν ακούσατε άρχοντες πάλι να σας ειπούμε ‘Oτι και αύριο εστί ανάγκη να χαρούμε και να πανηγυρίζομεν περιτομήν Κυρίου, την εορτήν του Μάκαρος Μεγάλου Βασιλείου”.
[Από το βιβλίο της Αγγελικής Θ. Μαστρομιχαλάκη, Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Φώτα]

Οι παλιοί Αθηναίοι περίμεναν τον ‘Aη Βασίλη από το βράδυ της παραμονής με ολάνοιχτες τις πόρτες των σπιτιών τους και επειδή σύμφωνα με την παράδοση, θα ήταν… κουρασμένος και πεινασμένος από το μακρινό ταξίδι του, έστρωναν ένα μεγάλο τραπέζι και το φόρτωναν με τα πιο εκλεκτά γλυκίσματα και φαγητά για να τον φιλοξενήσουν… γύρω από το τραπέζι αυτό μαζευόταν το βράδυ της παραμονής όλη η οικογένεια και περίμενε για ν’ αρχίσει το φαγοπότι. … Τα μεσάνυχτα έσβηναν τις λάμπες τους κι έδιωχναν με γιουχαΐσματα τον παλιό χρόνο, πετώντας πίσω του (!) στο δρόμο ένα παλιοπάπουτσο.
Τα παιδιά κρεμούν, την παραμονή της πρωτοχρονιάς, τα παπούτσια και τις κάλτσες τους στα παράθυρα ή στο τζάκι περιμένοντας να περάσει ο ‘Aη Βασίλης να τα γεμίσει δώρα.

Στις Κυκλάδες θεωρούν καλό οιωνό να φυσάει βοριάς την πρωτοχρονιά. Επίσης θεωρούν καλό σημάδι αν έρθει στην αυλή τους περιστέρι τη μέρα αυτή. Αν όμως πετάξει πάνω από το σπιτικό τους κοράκι τους βάζει σε σκέψεις μελαγχολικές ότι τάχα τους περιμένουν συμφορές…

Το ρόδι

“Χίλιοι μύριοι καλογέροι σ’ ένα ράσο τυλιγμένοι”. Τι είναι;
Το ρόδι είναι σύμβολο αφθονίας, γονιμότητας και καλής τύχης. Σε πολλά μέρη της Ελλάδας κρεμούσαν στο κάθε σπίτι, από το φθινόπωρο, ένα ρόδι. Μετά τη Μεγάλη Λειτουργία της Πρωτοχρονιάς το πετούσαν με δύναμη στο κατώφλι για να σπάσει σε χίλια κομμάτια κι έλεγαν: “Χρόνια Πολλά! Ευτυχισμένος ο καινούριος χρόνος!” Το έθιμο του ροδιού της πρωτοχρονιάς διατηρείται και σήμερα. Την ώρα που αλλάζει ο χρόνος στην εξώπορτα του σπιτιού πετάνε και σπάνε ένα ρόδι και μπαίνουν μέσα στο σπίτι με το δεξί πόδι κάνοντας το ποδαρικό, ώστε ο καινούργιος χρόνος να τα φέρει όλα δεξιά, καλότυχα.

Διασκέδαση

Όλη την περίοδο των γιορτών ο κόσμος βγαίνει περισσότερο τα βράδια κι η κίνηση στα μπαρ και τα κλαμπ είναι αυξημένη. Ειδικά το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς γίνεται το αδιαχώρητο μετά τα μεσάνυκτα κι η κίνηση στους δρόμους είναι τέτοια που τα αυτοκίνητα προχωρούν σημειωτόν. Η διασκέδαση συνεχίζεται μέχρι την ανατολή του ήλιου.

Το σφάξιμο του χοίρου

Ένα παλιό έθιμο, που η πρόοδος και οι σύγχρονες ευκολίες το έχουν σβήσει, είναι το σφάξιμο του χοίρου. Κάθε οικογένεια μεγαλώνει στην αυλή του σπιτιού ένα χοίρο για να το σφάξει τις μέρες των γιορτών. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς η νοικοκυρά έβραζε σ’ ένα καζάνι πολύ νερό.

Ο χασάπης με τη βοήθεια και άλλων αντρών έσφαζε το χοίρο. Μετά το σφάξιμο και το καθάρισμα του από τις τρίχες με κοχλαστό νερό, έσχιζαν το χοίρο και τον χώριζαν σε κομμάτια: κεφάλι, πόδια, έντερα, χοιρομέρια κλπ.

Την ουροδόχο κύστη, τη «φούσκα» του χοίρου την καθάριζαν, τη φούσκωναν και την έδιναν στα παιδιά για να παίξουν. Τα έντερα τα έπλεναν καλά και τα έβαζαν στο ξύδι. Ψιλοκομμένα κομμάτια κρέας χοίρου τα έβαζαν για οχτώ μέρες στο κρασί και στη συνέχεια γέμιζαν μ’ αυτά τα έντερα φτιάχνοντας τα λουκάνικα.

Τα λουκάνικα και τα κρέατα του χοίρου αφού τα κρέμαγαν σ’ένα κοντάρι, τα κάπνιζαν σε φωτιά από σχοινιές, μερσινιές και ξισταρκές για να στεγνώσουν. Μετά τα κρεμούσαν στον ήλιο για να ξεραθούν καλά. Από το κρέας του χοίρου έτρωγαν όλο το χρόνο.

Κρεμύδα για Γούρι

Το σκυλοκρέμμυδο ή κρεμύδα (Scilla maritima) είναι συνηθισμένο φυτό στην Κρήτη. Φυτρώνει άγριο και μοιάζει με μεγάλο κρεμμύδι. Τα ζώα δεν το τρώνε γιατί έχει δηλητήριο, που μπορεί να προκαλέσει δερματικό ερεθισμό από επαφή. Ακόμα και να το βγάλεις απ’ τη γη και να το κρεμάσεις, δεν παύει να βγάζει νέα φύλλα και άνθη. Ο λαός πιστεύει ότι αυτή τη μεγάλη ζωτική του δύναμη μπορεί να τη μεταδώσει σε έμψυχα και άψυχα, γι’ αυτό την πρωτοχρονιά κρεμούν σκυλοκρέμμυδο στα σπίτια τους. Πρόκειται για αρχαίο έθιμο καλοτυχίας που αναφέρεται ήδη από τον 6 ο αιώνα π.Χ. Σήμερα τείνει να εγκαταλειφθεί.

Χαρτοπαιξία

Αγαπημένο έθιμο των Ελλήνων τις μέρες της Πρωτοχρονιάς είναι να δοκιμάζουν την τύχη τους. Εκτός από το κρατικό Λαχείο που κληρώνει 10.000.000 τη Πρωτοχρονιά, υπάρχει επίσης η χαρτοπαιξία και τα ζάρια σε καφενεία, λέσχες και σπίτια.

Στα σπίτια είναι έθιμο να παίζονται χαρτιά το βράδυ της Παραμονής της Πρωτοχρονιάς περιμένοντας την αλλαγή του χρόνου. Τα ποσά συνήθως είναι χαμηλά, τέτοια που να προσφέρουν απλά μια φιλική διασκέδαση χωρίς να στενοχωρούν τους χαμένους.

Πρωτοχρονιά, μία από τις αρχαιότερες γιορτές του κόσμου

 

ΚΟΡΥΦΗ

Προλήψεις και λαϊκές δοξασίες της Πρωτοχρονιάς

Η παράδοσή μας είναι γεμάτη από προλήψεις και λαϊκές δοξασίες που συνοδεύουν την πρώτη ημέρα του νέου χρόνου. Οι αντιλήψεις του λαού, σίγουρα δεν πρέπει να αποτελούν οδηγό στην ζωή μας.

Χωρίς να τις υιοθετούμε, τις συγκεντρώσαμε και σας τις παρουσιάζουμε, καθώς μας χωρίζουν πλέον λίγες ημέρες από την νέα χρονιά. Το πώς θα τις αντιμετωπίσει ο καθένας, είναι εντελώς προσωπική του υπόθεση!

Ο,τι κάνεις την Πρωτοχρονιά, θα το κάνεις όλο το χρόνο!

Η δοξασία λέει πως ό,τι μας συμβεί την πρώτη μέρα του χρόνου, θα μας ακολουθεί ολόκληρη τη χρονιά! Για το λόγο αυτό, αποφεύγουμε να δανείσουμε λεφτά, να πληρώσουμε χρέη, να τσακωθούμε με τους αγαπημένους μας, να γκρινιάξουμε ή να μιζεριάσουμε, με το σκεπτικό ότι αν δεν κάνουμε όλα αυτά την πρωτοχρονιά, ίσως να μην μας “καταδιώκουν” για όλον το χρόνο!

Κρεμάστε έξω από το σπίτι σας, αγριοκρεμμύδα!

Η αγριοκρεμμύδα, πρέπει να κρεμιέται στην εξώπορτα του σπιτιού την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Θεωρείται σύμβολο αναγέννησης και υγείας, αφού συνεχίζει να βγάζει νέα φύλλα, ακόμη κι όταν αν τη βγάλεις από τη γη! Οσο περισσότερα βγάλει, τόσο καλύτερη θα είναι η χρονιά, αφού η αγριοκρεμμύδα θα έχει μεταδώσει τη ζωτική δύναμή της, στο σπιτικό.

Το περιστέρι που φέρνει υγεία και τύχη

Το να επισκεφτεί το μπαλκόνι ή την αυλή του σπιτιού ένα περιστέρι την Πρωτοχρονιά, θεωρείται σημάδι υγείας και καλοτυχίας. Αν μάλιστα το περιστέρι μπει μέσα στο σπίτι, τότε οι κάτοικοί του θα πρέπει να νιώσουν ιδιαιτέρως ευλογημένοι για τον νέο χρόνο.

Τι δείχνει ο καιρός της Πρωτοχρονιάς.

Σε πολλά μέρη της ορεινής κυρίως Ελλάδας, ο καιρός της Πρωτοχρονιάς, ερμηνεύεται ως “σημάδι” από τους ντόπιους. Ο καθαρός ουρανός το ξημέρωνα της 1ης Ιανουαρίου, προμηνύει μια “καθαρή χρονιά”, χωρίς ασθένειες. Το χιόνι επίσης, ερμηνεύεται ως “καλό σημάδι” και από αυτήν την λαϊκή αντίληψη πηγάζει η ρήση “άσπρη μέρα, άσπρος χρόνος”.

Στη Βόρεια Ελλάδα, σε κάποια χωριά οι κάτοικοι την νύχτα της Πρωτοχρονιάς, αφήνουν ανοιχτή τη βρύση του χωριού, για “να τρέχει η τύχη, σαν το νερό”, ενώ στη νησιωτική χώρα, θεωρούν θετικό σημάδι να φυσάει βοριάς την πρώτη μέρα του χρόνου.

 

ΚΟΡΥΦΗ

     

Καλικάντζαροι (Καρκατζούλια ή Σκαρκατζούλια)        

• ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ ΚΑΙ  ΤΑ «ΑΒΑΦΤΙΣΤΑ» ΝΕΡΑ Επειδή από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα ο Χριστός είναι ακόμη αβάφτιστος, είναι και «τα νερά αβάφτιστα». Έτσι βρίσκουν ευκαιρία οι καλικάντζαροι ν' αλωνίζουν τον κόσμο. Ας δούμε όμως πρώτα πώς τους φαντάζεται και τι πιστεύει γι' αυτούς ο ελληνικός λαός. Οργιάζει κυριολεκτικά η λαϊκή φαντασία σχετικά με την εμφάνισή τους: «είναι σαν τους ανθρώπους, όμως μαύροι κι άσκημοι και πολύ ψηλοί και φορούν σιδεροπάπουτσα», πιστεύουν μερικοί. Για άλλους είναι «μαυριδεροί με κόκκινα μάτια, τράγινα πόδια, με χέρια σαν της μαϊμούς και με τριχωτό όλο το σώμα». ’λλοι πάλι τους θέλουν «κουτσούς, στραβούς, μονόμματους, μονοπόδαρους και πολύ κουτούς... Η θροφή τους είναι σκουλήκια, βαθράκια, φίδια κ.ά. Μπαίνουν στα σπίτια απ' την καπνοδόχο και κατουρούν τη φωτιά, καβαλικεύουν στους ώμους τους διαβάτες, τους πιάνουν στο χορό».

• ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ Λένε πως η αρχή των μύθων που είναι σχετικοί με τους καλικάντζαρους βρίσκεται στα πολύ παλιά χρόνια. Οι Αρχαίοι πίστευαν πως οι ψυχές σαν έβρισκαν την πόρτα του ’δη ανοιχτή, ανέβαιναν στον απάνω κόσμο και τριγύριζαν παντού χωρίς έλεγχο και περιορισμούς.

Οι Βυζαντινοί, γιόρταζαν το Δωδεκαήμερο με μουσικές, τραγούδια και μασκαρέματα. Οι άνθρωποι, έχοντας κρυμμένα τα πρόσωπά τους, έκαναν με πολύ θάρρος και χωρίς ντροπή ό,τι ήθελαν. Πείραζαν τους ανθρώπους στους δρόμους, έμπαιναν απρόσκλητοι σε ξένα σπίτια κι αναστάτωναν τους νοικοκύρηδες: ζητούσαν λουκάνικα και γλυκά για να γλιτώσουν απ' αυτούς έκλειναν πόρτες και παράθυρα. Οι μασκαρεμένοι όμως έβρισκαν πάντα κάποιους τρόπους να εισβάλλουν στα ξένα σπίτια, ακόμα κι από τις καμινάδες. Κι όλα αυτά για δώδεκα μέρες, ως την παραμονή των Φώτων, οπότε με το Μεγάλο Αγιασμό όλα σταματούσαν κι οι άνθρωποι ησύχαζαν. 
Με το πέρασμα του χρόνου όλα αυτά τα παράξενα φερσίματα, τα μασκαρέματα και οι φόβοι των ανθρώπων έμειναν ζωντανά στη μνήμη του λαού μας κι η πλούσια φαντασία του γέννησε σιγά σιγά  τα μικρά, αλαφροΐσκιωτα πλάσματα που τα ονόμασε καλικάντζαρους ή παγανά ή καλιοντζήδες ή τσιλικρωτά...
• ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ ΚΑΙ  ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΟΥΣ Τα ονόματα που τους έχουν δώσει είναι ποικίλα, Καθένας από τους καλικαντζαραίους έχει κι απ'ένα κουσούρι. Κουτσοί, στραβοί, μονόματοι, μονοπόδαροι, στραβοπόδαροι, στραβοχέρηδες, ξεπλατισμένοι, Κοντολογής, όλα τα κουσούρια τα βρίσκεις πάνω τους.  Επίσης, μεταξύ τους είναι διχόγνωμοι, φιλόνεικοι και έτσι δεν μπορούν να κάνουν μέχρι το τέλος καμιά δουλειά κι όλα τα αφήνουν στη μέση, γι' αυτό δεν μπορούν να κάνουν κακό και στους ανθρώπους, αν και έχουν μεγάλη επιθυμία. Οι καλικάντζαροι είναι μαυριδεροί, με κόκκινα μάτια, τραγίσια πόδια, χέρια σαν της μαϊμούς και με τριχωτό όλο τους το σώμα.
 
• ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΜΑΛΑΓΑΝΑΣ  Ο Μαλαγάνας  θέλει πολύ προσοχή γιατί ξεγελάει τα  παιδιά με γλυκόλογα και έτσι καταφέρνει να τους παίρνει τα γλυκά .

  • ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΤΡΙΚΛΟΠΟΔΗΣ  Ο Τρικλοπόδης έχει χταποδίσιο χέρι που το χώνει παντού και σκουντουφλάνε πάνω του οι άνθρωποι . Του αρέσει πολύ να μπερδεύει τις κλωστές από το πλεχτό της γιαγιάς .  

 • ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΠΛΑΝΗΤΑΡΟΣ  Ο Πλανήταρος πλανεύει τους ανθρώπους γιατί μπορεί να μεταμορφώνεται  σε  ζώο ή σε κουβάρι .  

 • ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΜΑΛΑΠΕΡΔΑΣ  Του Μαλαπέρδα του αρέσει να κατουράει και στα φαγητά την ώρα που μαγειρεύονται . Γι’ αυτό όσες νοικοκυρές τον ξέρουν φροντίζουν να κλείνουν καλά το καπάκι της κατσαρόλας τους.  

 • ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΜΑΓΑΡΑΣ  Ο Μαγάρας έχει μια κοιλιά σαν τούμπανο και αφήνει βρομερά αέρια πάνω στα φαγητά των ανθρώπων .

  • ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΒΑΤΡΑΚΟΥΚΟΣ  Ο Βατρακούκος είναι θεόρατος και ολόιδιος βάτραχος .  

 • ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΚΑΤΑΧΑΝΑΣ - ΠΕΡΙΔΡΟΜΟΣ  Ο Καταχανάς  τρώει διαρκώς και τα πάντα . Ρεύεται και βρομάει απαίσια .  Ο Περίδρομος είναι ο άλλος  φαταούλας της παρέας .  

 • ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΚΟΥΛΟΧΕΡΗΣ  Ο Κουλοχέρης είναι σαραβαλιασμένος , μ’ ένα χέρι κοντό κι ένα μακρύ , κι όλο μπερδεύεται και πέφτει κάτω.  

 • ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΠΑΡΩΡΙΤΗΣ  Ο Παρωρίτης έχει μύτη σαν προβοσκίδα και πολύ μαλακή . Εμφανίζεται λίγη ώρα πριν λαλήσει ο πετεινός , αξημέρωτα , κι έχει μανία να παίρνει τις φωνές των ανθρώπων .  

 • ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΓΟΥΡΛΟΣ  Ο Γουρλός έχει τα μάτια του τεράστια σαν αυγά και πεταμένα έξω . Φυσικά δεν του ξεφεύγει τίποτα .  

 • ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΚΟΨΟΜΕΣΙΤΗΣ  Ο Κοψομεσίτης είναι κουτσός κα καμπούρης και πιο πολύ απ’ όλους τους  άλλους καλικάντζαρους του αρέσουν οι τηγανίτες με το μέλι .  

 • ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΣΤΑΒΟΛΑΙΜΗΣ  Το χαρακτηριστικό του Στραβολαίμη είναι ότι στριφογυρνάει διαρκώς σα σβούρα το κεφάλι του .  

 • ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΚΟΨΑΧΕΙΛΗΣ  Του Κοψαχείλη τα δόντια είναι τεράστια και κρέμονται έξω από τα χείλη του . Του αρέσει να κοροϊδεύει τους παπάδες και γι αυτό φορά συνήθως ένα ψεύτικο καλυμμαύκι .

 • ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΚΩΛΟΒΕΛΟΝΗΣ  Ο Κωλοβελόνης είναι μακρύς σαν μακαρόνι κι έτσι μπορεί εύκολα να περνάει από τις κλειδαρότρυπες κι από τις τρύπες του κόσκινου . Είναι ιδιαίτερα σβέλτος και γρήγορος στις κινήσεις του . Λένε πως ίσως ο Κωλοβελόνης να έχει ουρά που καταλήγει σε βέλος .  

 • ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΜΑΝΤΡΑΚΟΥΚΟΣ  Μαντρακούκος ή Πρώτος ή Κουτσός . Αυτός ο αρχικαλικάντζαρος  την ημέρα κρύβεται στις μάντρες και τη νύχτα βγαίνει και πειράζει τις γυναίκες που περπατούν στο δρόμο . Είναι κοντόχοντρος , τραγοπόδαρος , καραφλός , ασχημομούρης , πιο πολύ απ’ τους άλλους και πολύ επικίνδυνος .

  • ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΠΑΓΑΝΟΣ  Παγανός ή Πρώτος ή Μεγάλος . Η αφεντιά του είναι κουτσός . Λένε μάλιστα πως τον κούτσανε μια κλωτσιά από το γαϊδούρι της Μάρως , μιας χωριατοπούλας που την κυνηγούσε κάποτε ο Παγανός  για να την κάνει γυναίκα του , αλλά αυτή κρύφτηκε στα σακιά με το αλεύρι που είχε φορτωμένα στο γαϊδούρι της και κατάφερε να του ξεφύγει . Ο Παγανός  έτρεξε μανιασμένος κοντά στο γαϊδούρι και την έψαχνε . Το ζωντανό τότε τρόμαξε τόσο πολύ που άρχισε να κλωτσάει . Μια δυνατή φαίνεται πως έφαγε ο Παγανός και σακατεύτηκε . Ο Παγανός λατρεύει τη στάχτη και γι’ αυτό τρυπώνει από τις καμινάδες . Φοβάται όμως πιο πολύ απ’ όλους τους Καλικάντζαρους  τη φωτιά και γι’ αυτό οι νοικοκύρηδες φροντίζουν να μη σβήσει κατά τη διάρκεια του δωδεκαήμερου . Ρίχνουν μάλιστα και αλάτι που κάνει θόρυβο όταν πέσει στη φωτιά , για να τον τρομάξουν ακόμα περισσότερο.

  • ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΔΑΡΟΣ   Κατσικοπόδαρος ή Κατσιποδιάρης ή Μέγας Καλικάντζαρος .
Η μεγαλειότητά του είναι φαλακρός και κασιδιάρης κι έχει ένα κατσικίσιο ποδάρι . Είναι κακορίζικος , ελεεινός και γρουσούζης. Όπου βάλει το κατσικίσιο του ποδάρι φέρνει καταστροφή .

• ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ ΚΑΙ  ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΓΗΣ - Όλο το χρόνο οι καλικάντζαροι ζουν κάτω απ' τη γη και προσπαθούν να κόψουν το δέντρο που τη βαστάει, είτε πελεκώντας το με τσεκούρια είτε ροκανίζοντάς το με τα μακριά και σουβλερά τους δόντια. Μα εκεί που λίγο θέλει να πέσει το δέντρο, να γκρεμιστεί μαζί του κι η γη, να σου και φτάνουν τα Χριστούγεννα. Τότε οι καλικάντζαροι λένε "χάιστε να πάμε πάνω στη γη και θα πέσει μοναχό του"και ξεχύνονται στον Απάνω Κόσμο μέχρι τα Φώτα. Όταν ξαναγυρίζουν στα σπλάχνα της γης, βρίσκουν το δέντρο ακέραιο πάλι και ξαναρχίζουν το ροκάνισμα μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα.
• ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ ΚΑΙ  ΤΑ ΚΑΜΩΜΑΤΑ ΤΟΥΣ  Την παραμονή των Χριστουγέννων, έρχονται απ'έξω απ'το χωριό και περιμένουν να σμίξει η μέρα με τη νύχτα για να μπουν μέσα. Είναι κακά και πονηρά όντα, μα δεν μπορούν να βλάψουν τους ανθρώπους, γιαυτό και οι γυναίκες ακόμα τα περιπαίξουν και τα βρίζουν και τα λεν σταχτοπόδηδες, σταχτιάδες, κατουρλήδες κ.λ.π. Ερχονται τις νύχτες του δωδεκαήμερου και μπαίνουν στα σπίτια από τις καπνοδόχους, γιαυτό και τα τζάκια εκείνες τις μέρες είναι αναμένα και έχουν πολύ φωτιά, γιατί τη φωτιά τα σκαρκατσούλια τη φοβούνται πολύ. Αν καμιά φορά μπει κάποιο σκαρκατζούλι στο σπίτι οι νοικοκυρές το κυνηγάνε με πυρωμένα δαυλιά. Λένε πως μερικοί από τους καλικάντζαρους έχουν στη ράχη τους από φυσικού τους μια κούνια αγκαθερή και σ'αυτήν βάνουν όσα παιδιά αρπάζουν και τα κουνούν για να ματώνουν τα παιδιά απ' τ 'αγκάθια και να πίνουν αυτοί το αίμα. Συνήθως δεν αφήνουν μαλλί πάνω στη ρόκα οι νοικοκυρές αυτές τις μέρες, γιατί οι κατουρλήδες, έρχονται και προσπαθούν να γνέσουν κι αυτοί, το στρίβουν το πετάνε, το,μπερδεύουν κι έτσι το μαλλί είναι για πέταμα.
Αλλοίμονο σε κείνον που θα πρέπει να βγει τη νύχτα και να πάει σε μακρινή δουλειά κυρίως έξω απ'το χωριό. Τα πνεύματα αυτά παρουσιάζονται μπροστά του με διάφορες μορφές για να τον εκφοβίσουν ή να τον βλάψουν παντοιοτρόπως. Οταν έψηναν τηγανίτες ή άλλα σκευάσματα στο τηγάνι από αλεύρι (πλαστά), οι καλικάντζαροι ανέβαιναν στην καπνοδόχο και άπλωναν το χέρι τους ως κάτω στην εστία (γιατί μπορούσαν να απλώνουν και να μακραίνουν τα χέρια τους και τα πόδια τους όσο ήθελαν) και ζητούσαν ή βουτούσαν ότι υηήρχε στο τηγάνι ή στη θράκα.
Αλλά η πιο προσφιλής τροφή για τους καλικάντζαρους ήταν το χοιρινό κρέας και κυρίως το παστό του (το πάχος), το οποίο όταν ψηνόταν και έπεφτε στην ανθρακιά, σκορπούσε μια πολύ ευώδη και πολύ ευάρεστη κνίσσα.
Γι' αυτό οι νοικοκυραίοι εδώ στο χωριό, σκέπαζαν το χοιρινό με σπαραγγιά. Το σπαράγγι όταν είναι βλαρό είναι πολύ νόστιμο και τρώγεται, όταν όμως παλιουρώσει γίνεται πολύ σκληρός αγκαθωτός θάμνος και γι' αυτό σκέπαζαν μ'αυτές το χοιρινό για να μην πλησιάζουν οι καλικάντζαροι. Με σπαράγγια επίσης σκέπαζαν και τα λουκάνικα και οτιδήποτε είχαν ετοιμάσει που είχε σαν πρώτη ύλη το χοιρινό.
• ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ ΚΑΙ  ΠΩΣ ΝΑ ΤΟΥΣ ΔΙΩΞΕΙΣ  Ωστόσο κανένα κακό δε στάθηκε στον κόσμο, που ο άνθρωπος να μην προσπάθησε να βρει την γιατρειά του. Έτσι και δώ. Η καλή νοικοκυρά θα συμμαζέψει πρώτα μέσα στο σπίτι ό,τι αγγεία βρίσκονται έξω. Θα βάλει στο άνοιγμα της καπνοδόχου ή πίσω από την πόρτα του σπιτιού ένα κόσκινο. Ο καλικάντζαρος και περίεργος είναι και «μπιτ για μπιτ κουτός». Μόλις το δει, στέκεται κι αρχίζει να μετράει τις τρύπες του· ένα δύο! Ένα δύο! Ένα δύο! Παρακάτω δεν ξέρει να μετρήσει, γιατί μπερδεύεται ή δεν τολμάει να πει το «τρία». Έτσι χάνει την ώρα του, γιατί έχει πια ξημερώσει και σαν λαλήσει ο πρώτος πετεινός πρέπει να εξαφανιστεί. Δεν είναι ο μόνος τρόπος το κόσκινο· μπορούν να κρεμάσουν το κατωσάγωνο ενός χοίρου στην καπνοδόχο, να κάψουν αλάτι ή ένα παλιοπάπουτσο στη φωτιά κι ο καπνός κι οι κρότοι απ' το αλάτι θα διώξουν μακριά τους καλικάντζαρους. ’λλοι δένουν στο χερούλι της πόρτας ένα σκουλί (τούφα) λινάρι. Ώσπου να μετρήσει ο καλικάντζαρος τις ίνες του λιναριού, έφτασε το ξημέρωμα κι όπου φύγει φύγει.
Τους πιάνουν και με το καλό προσφέροντάς τους γλυκά και τηγανίτες, που τα πετάνε στην καπνοδόχο. Στην Κύπρο τους ρίχνουν ξεροτήγανα την τελευταία μέρα του Δωδεκάμερου.
• ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ ΚΑΙ  Ο ΦΟΒΟΣ ΤΟΥΣ ΓΙΑ ΤΗ ΦΩΤΙΑ Όμως εκείνο που τρέμουν και φοβούνται περισσότερο -το πιο σίγουρο μέσο για να γλιτώσεις απ' τους καλικάντζαρους- είναι η φωτιά. Αυτή τους διώχνει μακριά. Μέρα και νύχτα λοιπόν όλο το Δωδεκάμερο η φωτιά δε σβήνει στην οικογενειακή εστία. Ο νοικοκύρης του σπιτιού έχει ξεδιαλέξει ένα χοντρό ξύλο από αγκαθερό δέντρο, γιατί τ' αγκάθια διώχνουν τα δαιμόνια.
Το «Χριστόξυλο» και το «πάντρεμα της φωτιάς» Είναι το Χριστόξυλο, που αλλιώς το λένε δωδεκαμερίτη ή σκαρκάντζαλο. Αυτό θα καίγεται μέρα νύχτα όλο το Δωδεκάμερο. Πριν το ρίξουν στη φωτιά, το ραίνουν με καταχύσματα, δηλαδή με ξηρούς καρπούς, που τα παιδιά χύνονται να τα μαζέψουν. Αλλού βάζουν δύο ή τρία ξύλα· το ένα από ίσιο αρσενικό δέντρο, π.χ. κέδρο, που συμβολίζει το νοικοκύρη του σπιτιού. Το δεύτερο, θηλυκό πάντοτε, από αγριοκερασιά ή αχλαδιά, συχνά με παραφυάδες, που συμβολίζει τη νοικοκυρά, και το τρίτο από πεύκο ή κυπαρίσι.

• ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ ΚΑΙ ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ   Του "Σταυρού" ή της ’γιασης (Παραμονή Θεοφανείων) που περνούσε ο Παπάς και Αγίαζε τα σπίτια οι καλικάντζαροι, όπου φύγει-φύγει.
Φεύγετε να φεύγουμε

έφτασ' ό τουρλόπαπας
με την αγιστούρα του (αγιαστήρα)
Ο παπάς με αγιασμό
οι χωριανοί με το "θερμό"
Με την αναχώρηση των καλικάντζαρων, η στάχτη από το τζάκι μαζεύεται και το τζάκι καθαρίζεται. Η στάχτη πετιέται σε μέρος που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κανένα λόγο (αλυσίβα, λίπασμα κ.λ.π.) Επίσης καθαρίζονται και τα κόπρια των ζώων από τα κατώγια και οι άνθρωποι πλένονται, το εικονοστάσι καθαρίζεται, αλλάζει το νερό στο καντήλι κ.λ.π. γιατί οι σταχτοπάτηδες πέρα από τα προβλήματα που έχουν προξενήσει στους νοικοκυραίους έχουν μαγαρίσει και όλους τους χώρους, γι' αυτό τους λέμε και κατουρλήδες.

 

ΚΟΡΥΦΗ

Παραμύθι: Καλινάντζαροι / Τα Παγανά - Στρατή Μυριβήλη

Οι “Καλικάντζαροι” σήμερα, είναι πιο πολλοί από ποτέ! Και μάλιστα κάνουν πολύ περισσότερο κακό στο λαό, από ότι  αυτοί που υπήρχαν, στο μυαλό και στις δοξασίες του… Ας βρούμε τρόπους να τους διώξουμε.

..

Κακανθρωπίσ΅ατα και καρκαντζούλια

Τα παρα΅ύθια ΅πορούν να λειτουργήσουν ως καθαρτήρια δύνα΅η στο επιβαρη΅ένο υποσυνείδητο του σύγχρονου ανθρώπου, συ΅φωνούν τρεις δεινοί αφηγητές. Ο κόσ΅ος του φανταστικού και του παράλογου ΅πορείνα λειτουργήσει και ως καθαρτήρια δύνα΅η, καθώς ταπαρα΅ύθια «λένε ΅ε τον πιο καθαρό και ποιητικότρόπο ΅εγάλες αλήθειες». Σε αυτόν τον κόσ΅ο ταξιδεύει διαρκώς ο Στέλιος Πελασγός, ο οποίος σπούδασε αγγλική φιλολογίακαι αργότερα ερωτεύτηκε τον ΅αγικό τρόπο που έχει η τέχνη της αφήγησης «να ΅ας βυθίζει στα βάθη του ασυνειδήτου ενώ ε΅είς συναναστρεφό΅αστε ΅ε θεούς και δαί΅ονες, αρχέτυπα και σύ΅βολα σαν να είναι γείτονές ΅ας».
Την περίοδο των Χριστουγέννων έως και τα Θεοφάνια, οισύγχρονοι παρα΅υθάδες βγάζουν από τοσεντούκι ιστοριούλες ΅ε καλικάντζαρους, που πολλές φορές τρο΅άζουν τα παιδιά και άλλες «σκάνε στα γέλια ΅ε αυτά τα γελοία ΅αυριδερά πλάσ΅ατα που λέγονται και κατουρλήδες, καήδες, κακανθρωπίσ΅ατα, καρκαντζούλια», όπως παρατηρεί η παρα΅υθού και δασκάλα της τέχνης της αφήγησης, Αγνή Στρου΅πούλη.
Ωστόσο, δεν είναιεύκολο να τραβήξει κανείς το ενδιαφέρον του αεικίνητου΅ικρού ακροατή. Μόνο αν ΅ιλήσειγια τριχωτούς, άσχη΅ους ταραξίες των Χριστουγέννων ή αφηγηθεί παρα΅ύθια΅ε δράκους και γοργόνες. «Θέλει δουλειά. Αν τα παιδιά νιώθουν ασφάλεια στις συνθήκες της αφήγησης, τότε επιθυ΅ούν να ζήσουν και τους φόβους τους.Βέβαια ενθουσιάζονται ΅ε ήρωες που ΅πορούν να ταυτιστούν ΅αζί τους και να νιώσουν τολ΅ηροί, γενναίοι», λέει η Αγνή Στρου΅πούλη, που ξεκίνησε ως κοινωνική λειτουργός και κατέληξε στο λαϊκό παρα΅ύθι το 1995, ΅ε παραστάσεις σε σχολεία,θέατρα, χώρους πολιτισ΅ού, ακό΅η και νοσοκο΅εία και φυλακές.
Συλλογές λαϊκών παρα΅υθιών, σπάνια βιβλία σε βιβλιοθήκες, τοπικές εκδόσεις, νανουρίσ΅ατα, γλωσσοδέτες και «λάφυρα» από ταξίδια σε όλο τον κόσ΅ο συνθέτουν τον κορ΅ό της δουλειάς ενός επαγγελ΅ατία παρα΅υθά. «Το κυρίωςυλικό είναι η λαϊκή λογοτεχνία και εκεί ΅έσα ακούει κανείς της κινήσεις της ανθρώπινης ψυχής εδώ και έξι χιλιάδες χρόνια. Είναιένας θα΅΅ένος θησαυρός που πρέπει να ξεθάψω, να συντηρήσω καινα αναδείξω.
Να τον καθαρίσω και νατον προσφέρω σε όποιον τον έχει ανάγκη»,ο΅ολογεί ο Στέλιος Πελασγός.
Οσο για την τεχνική, η Σάσα Βούλγαρη εξηγεί: «Σπούδασα Ψυχολογία και Παιδαγωγικά για να εί΅αι σωστή στη δουλειά ΅ου.
Στη διάρκεια της αφήγησης βοηθά πολύ η χρήση της φωνής ΅ου που ανάλογα ΅ε τον τόνο που δίνω κατευνάζει ή εξιτάρει τα παιδιά στα ση΅εία που το χρειάζονται. Αλλωστε, απευθύνο΅αι στο δυσκολότερο κοινό γιατί δεν σου χαρίζεται εύκολα». «Δεν ξέρω αν αλήθεια ή ψέ΅ατα σας λέω...»
Αγνή Στρου΅πούλη
Θα σας πω ΅ια ΅ικρή ιστορία, που την έχω γράψει, βασισ΅ένη στις Παραδόσεις, στο βιβλίο «Αχ! Αυτοί οι καλικάντζαροι...» (Εκδ. Κοντύλι). Φτου! κι αρχίζω. Τα Σκαλκαντζούρια είναι λαί΅αργα πολύ! Τους αρέσουν οι τηγανίτες και τ’ αγιοβασιλιάτικα γλυκίσ΅ατα. Τ’ αρπάζουν ό΅ως ΅ε προσοχή, γιατί φοβούνται να ΅η φάνε κα΅ιά στο χέρι ΅ε την κουτάλα.
Στα σπίτια ΅παίνουνε από την τρούπα της κα΅ινάδας, γι’ αυτό οι καλές νοικοκυράδες βάνουν ένα κόσκινο κοντά.
Ετσι, ο Καρκάντζολος ά΅α βλέπει το κόσκινο αρχινάει σοβαρά και φρόνι΅α να ΅ετράει τις τρούπες του:
– Ενα, δύο... τ...
Και δεν ΅πορεί να πάει στο τρία, γιατί φοβάται την Αγία Τριάδα. Σιωπαίνει, το λοιπόν, και ξαναρχίζει:
– Ενα, δύο... Ενα, δύο... Ενα, δύο...
Μα... ΅ετρώντας, ξη΅ερώνεται και ΅όλις λαλήσει ο πρώτος κόκορης, τσακίζεται ο Καρκάντζολος να φύγει.
Την παρα΅ονή των Φώτων, όλη η φα΅ίλια των Καλικαντζάρων όπου φύγει φύγει. Φοβούνται ΅ην τους προφτάσει ο παπάς ΅ε τον αγιασ΅ό και τους ζε΅ατίσει...
Οι γέροι τότες ΅ε τη χοντρή φωνή τους, παρακινούν τους άλλους να τρέξουν:
– Φεύγεστε να φεύγου΅ε! Τι έρχεται ο τουρλόπαπας ΅ε την αγιαστούρα του και ΅ε τη βρεχτούρα του. Να! παπάς ΅ε το σταυρό, παπαδιά ΅ε το θερ΅ό! Κι ά΅α ξεκινούν οι ΅εγάλοι, ακούγεται η φωνίτσα του ΅ικρότερου, που δεν πρόφτασε να δέσει το τσαρουχάκι του και φωνάζει:
– Καρτεράτε κι ε΅έ, να βάνω το τσαρουχάκι ΅ου!
Κι ετσιδά, όλο το λεφούσι οι καλοί σου: Καλλισπούδηδες, Κωλοβελόνηδες, Κατουρλήδες, Καήδες, Κακανθρωπίσ΅ατα, Κολικαντζαραίοι, Βουρβούλακες, Μαντρακούκηδες, Λυκοκάντζαροι, Ξωτικά, Σταχτιάδες, Παγανά, Πλανητάροι, Σκαλκάντζαροι και... Χρυσαφεντάδες, πάνε στην οργή του Θεού κι αφανίζονται από προσώπου γης.
Ποτέ δεν τους είδα κι έτσι δεν ξέρω αν αλήθεια ή ψέ΅ατα σας λέω... Μα, ψέ΅ατα κι αλήθεια έτσι είν’ τα παρα΅ύθια.
Σάσα Βούλγαρη
Ενα από τα αγαπη΅ένα ΅ου παρα΅ύθια, που έλεγε η ΅άνα ΅ου, σε ΅ια πολύ σύντο΅η εκδοχή:
Ενα βράδυ ΅ια γριά τηγάνιζε λαλαγγίτες (σ.σ.: τηγανίτες) να φάει, παρα΅ονή Χριστούγεννα. Ακούει άξαφνα κάτι να χαρχαλεύει στην κα΅ινάδα από πάνω απ’ το τζάκι. Μέχρι να το καλοσκεφτεί βγάνει ένα παγανό το ΅ούτρο του, οπού κόντεψε να πεθάνει η γριά από την τρο΅άρα της!
«∆ωωωω΅, βαβά κι ε΅ένα λαλαγγιιιιιίταααααααα!» Ταράχτηκε αυτή, ΅α πού να δειχτεί! Ηταν αυτή ΅ια πονήρω!
«Κατέβα, γρα΅΅ένο ΅’ κι θα σι δώκου γω λαλαγγίτα, ΅όνο δε σι φτάνου!», λέει.
Αρχινάει το παγανό να γλιστράει ΅ες στην κα΅ινάδα, δως του κατέβαινε, δως του κατέβαινε, απλώνει κα΅ιά φορά το χέρι κι η γριά που δεν χα΅πάριαζε τον αρπάει και του δίνει ΅ια και τον πετάει στο τζάκι!
Καταζε΅ατίστηκε ο Καλικάντζαρος! Κάηκε, άρπαξε φωτιά η ουρά του και δίνει ΅ια και βγαίνει απάνω στη σκεπή κι αρχινάει τα χοροπηδητά και τα ουρλιαχτά οπού ξεσήκωσε όλο τον τόπο!
«Κάηκα, βάβω ΅’ κάηκα! Ζι΅ατίστκα! Ω! Λε Λε Λε! Πάει η ουλίτσα ΅!».
Η γριά παίρνει ένα σταυρό και τον βάνει στο τζάκι, παίρνει κι ένα κόσκινο και το βάνει στην πόρτα κι έτσι ο καλικάντζαρος να ΅πει ΅έσα δεν ΅πορούσε. Το σταυρό τον φοβόταν, στο κόσκινο ΅ετρούσε τις τρύπες:
ένα - δύο, τρία φοβόταν να πει (από την Αγιά Τριάδα), δεν ΅πήκε ΅έσα!
Ε! κι έκατσε η γριά κι έφαγε ΅οναχή της τις λαλαγγίτες!

ΚΟΡΥΦΗ

Ηρθανε τα Φώτα με τα έθιμά τους Ειρήνη Μαππά Γεωργία Μισεμικέ

Αν τα Χριστούγεννα χαρακτηρίζει το αίσθημα της προσμονής για την έλευση του Θεανθρώπου και την Πρωτοχρονιά της ελπίδας για τα δώρα του νέου χρόνου, τα Φώτα ξυπνούν αισθήματα χαράς και ιερού ξεφαντώματος. Φώτα είναι στο κάτω κάτω...  δείτε φωτογραφίες

«Η γιορτή των Φώτων εντάσσεται στις γιορτές του 13ημέρου. Αφορά ουσιαστικά την περίοδο που γιορτάζουμε από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα. Κατά τη διάρκεια του εορτασμού των Φώτων διασταυρώνονται ειδωλολατρικά και χριστιανικά έθιμα», εξηγεί ο καθηγητής λαογραφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Μηνάς Αλ. Αλεξιάδης.

Οπως σημειώνει ο κ. Αλεξιάδης «τα Θεοφάνεια είναι από τις μεγαλύτερες γιορτές του ελληνικού εορτολογίου. Γιορτάζεται η ανάμνηση της Βάπτισης του Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό από τον ’γιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και αγιάζονται τα νερά. Την πρώτη μαρτυρία μας την δίνει ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς στις αρχές του 3ου αιώνα. Ο Κλήμης αναφέρει ότι οι οπαδοί του αιρετικού γνωστικού βασιλείου γιόρταζαν την βάπτιση του Χριστού στις 6 Ιανουαρίου, γιατί πίστευαν ότι τότε γινόταν η ενσάρκωση του Θεού στον Χριστό».

«Ο λαός μας - συνεχίζει ο καθηγητής - ονομάζει ποιητικά τα Θεοφάνεια "Φώτα", "Ολόφωτα", "Ξέφωτα" και "Φωτόγενα", γιατί τότε φωτίζεται ο κόσμος, αγιάζονται τα νερά και εκδιώκονται τα δαιμονικά όντα. Στις εκκλησίες ψάλλεται το "Εν Ιορδάνη βαπτιζόμενου Σου Κύριε..." και κατόπιν κλήρος και προσκυνητές κατευθύνονται στην πλησιέστερη θάλασσα, λίμνη, πηγή, ποτάμι, δεξαμενή για το ρίξιμο του σταυρού που θα αγιάσει τα νερά. Αμέσως οι κολυμβητές πέφτουν στο νερό σε μιαν άμιλλα για το ποιος θα κατορθώσει να πιάσει πρώτος το Σταυρό τον οποίο παλαιότερα συνήθιζαν να περιφέρουν στα σπίτια τους ως νικητές και συγκέντρωναν χρήματα για λογαριασμό τους ή για κάποιο φιλανθρωπικό σκοπό. Σε ορισμένα μέρη η περιφορά του σταυρού γίνεται ακόμη και σήμερα στα σπίτια. Το έθιμο της κατάδυσης του σταυρού εξακολουθεί να γίνεται με θρησκευτική ευλάβεια και σε ελληνικές παροικίες του εξωτερικού, όσες τουλάχιστον είναι κοντά σε θάλασσα, λίμνη ή ποτάμι (όπως στο Τάρπον Σπρίνγκς της Φλόριντα, αλλά και στο Λονδίνο)».

Λαϊκή λατρεία και λαογραφία Είναι εμφανές ότι ανεξαρτήτως προέλευσης τα περισσότερα έθιμα των ημερών έχουν έντονο καθαγιαστικό, εξαγνιστικό χαρακτήρα. Συμβολίζουν τον «καθαρισμό» της γης από τα κακά πνεύματα και την αναγέννηση που φέρνει ο ερχομός της νέας χρονιάς. «Όπως έγραψε ο ακαδημαϊκός Γεώργιος Μέγας (στο κλασικό βιβλίο του "Ελληνικές Γιορτές και Έθιμα Λαϊκής Λατρείας") σε ορισμένες περιοχές της δυτικής Μακεδονίας οι χωρικοί θεωρούσαν τα Φώτα ως την μεγαλύτερη γιορτή του χρόνου, γι' αυτό πρωτοφορούσαν τα Φώτα, ρούχο, με απώτερο στόχο να "φωτιστεί" κάθε καινούριο», αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Αλεξιάδης και προσθέτει:«Αλλού πίστευαν ότι τα Φώτα δεν βαπτίζονταν μόνο τα νερά αλλά και οι άνεμοι. Όποιος άνεμος τύχαινε και φυσούσε τότε ημέρωνε κατόπιν ή αυτός θα φύσαγε όλο τον χρόνο. Στη Σινώπη εξάλλου σταύρωναν το σπίτι, κολλούσαν δηλαδή 4 κεριά στους τοίχους του δωματίου για να φύγουν οι "έξω από εδώ". Σε άλλα μέρη, την ίδια ημέρα γίνονται και μεταμφιέσεις. Οι μεταμφιεσμένοι έχουν τρομερή όψη, φέρουν κουδούνια και περιέρχονται τους δρόμους του χωριού ή της πόλης κάνοντας εκκωφαντικούς θορύβους. Ο Νικόλαος Πολίτης, ο ιδρυτής της ελληνικής λαογραφικής επιστήμης, είχε πιστέψει ότι η δοξασία των καλλικαντζάρων είχε πλαστεί με αφορμή τις μεταμφιέσεις αυτών ακριβώς των ημερτών. Από το αίσθημα φόβου και ανησυχίας που προκαλούσαν άλλοτε οι πολλές φορές επικίνδυνα πειρακτικοί μεταμφιεσμένοι. Την θεωρία όμως αυτή αργότερα την εγκατέλειψε ο Πολίτης. Ο ελληνικός λαός την θεωρεί μεγάλη γιορτή και την παραλληλίζει με το Πάσχα λέγοντας χαρακτηριστικά: "κάθε Φώτα και Λαμπρή"!

Η περίοδος της εορτής των Φώτων είναι τριήμερη, ο αγιασμός, τα Θεοφάνεια και ο Αϊ Γιάννης. Η μέρα του αγιασμού όπου στην εκκλησία ψάλλεται η ακολουθία των Ωρών είναι η 5η Ιανουαρίου. Η δεύτερη μέρα είναι των Θεοφανείων. Η τρίτη ημέρα είναι η μέρα του Αϊ Γιαννιού που λέγεται "η Σύναξη του Προδρόμου" και είναι η πιο σημαντική από τις εορτές του Αγίου Ιωάννη», καταλήγει ο κ. Αλεξιάδης.

Το καλαντάρι των εθίμων Δεν χρειάζεται τίποτε περισσότερο για να είναι η 6η και 7η Ιανουαρίου γεμάτες δρώμενα απ' άκρη σ' άκρη της Ελλάδας με τον αγιασμό των υδάτων και το «διώξιμο» των κακών πνευμάτων να έχουν τον πρώτο λόγο. 

ΔΡΑΜΑ«Γίνονται Αράπηδες δεν ντύνονται» Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες εθιμικές παραδόσεις αναβιώνει αυτές τις μέρες στα χωριά γύρω από την πόλη της Δράμας.Νέοι μεταμφιέζονται φορώντας προβιές και μουτσούνες ζώων, παίρνοντας με αυτόν τον τρόπο τραγόμορφη όψη. Κουνώντας ρυθμικά τις κουδούνες που κουβαλάνε στις στολές τους επιδιώκουν να διώξουν το κακό και να φέρουν την ευκαρπία και την ευγονία. Είναι οι λεγόμενοι «Αράπηδες».Το έθιμο που διαδραματίζεται στα γύρω χωριά, Μοναστηράκι, Ξηροπόταμος, Βώλακας, Πύργοι, Πετρούσσα και Καλή Βρύση διαρκεί τρεις ολόκληρες μέρες, από τις 5 έως τις 7 Ιανουαρίου. Από το πρωί μέχρι το βράδυ κρατάει η «τελετή των Αράπηδων», ενώ μεγάλο γλέντι με χορούς και τοπικά τραγούδια στήνεται σε κάθε χωριό σε διαφορετική μέρα και ώρα. «Οι άνθρωποι "γίνονται" Αράπηδες, δεν ντύνονται», εξηγεί ο κ. Ιωάννης Παπουτσής, πρόεδρος του Κέντρου Πολιτιστικής Ανάπτυξης Ανατολικής Μακεδονίας, για να δείξει πώς οι άνθρωποι εκεί κυριολεκτικά ζουν τον ρόλο τους τις μέρες αυτές. Το έθιμο, όπως είναι φυσικό, συγκεντρώνει πλήθος κόσμου από όλα τα μέρη της Ελλάδας. «Έρχονται από όλα τα μέρη, ακόμα και από την Κρήτη για να δουν αυτό το τελετουργικό. Οργανώνονται εκδρομές για την Δράμα» αναφέρει ο κύριος Παπουτσής. Για την εφετινή χρονιά ο χορός των Αράπηδων στο Μοναστηράκι έχει προγραμματιστεί στις 3 το μεσημέρι της ημέρας των Θεοφανίων, ενώ παράλληλα ο Δήμος Δράμας οργανώνει εκδηλώσεις μετά την κατάδυση του Σταυρού στις πηγές της Αγίας Βαρβάρας και στην Ονειρούπολη που έχει στηθεί στον Δημοτικό Κήπο. 

ΚΑΒΑΛΑ Τα «Σάγια» και το ανάμα της φωτιάς Στην γειτονική Νέα Καρβάλη, ανατολικά της πόλης της Καβάλας, κάθε χρόνο την παραμονή των Θεοφανίων αναβιώνουν τα «Σάγια», ένα έθιμο που τηρούνταν σε όλη την Καππαδοκία. Το έθιμο αποτελεί μια σύνθετη τελετουργική πράξη με χορό και τραγούδι γύρω από αναμμένες πυρές που έχει ως κύριο σκοπό την ευημερία. 

ΚΑΣΤΟΡΙΑ Τα τριήμερα «ραγκουτσάρια» Ένα από τα πιο γνωστά έθιμα των Θεοφανείων, τα «ραγκουτσάρια», αναβιώνει κάθε χρόνο στην πόλη της Καστοριάς, όπου κι εδώ οι κάτοικοι μεταμφιέζονται για να ξορκίσουν το κακό. Φορούν απαραιτήτως μάσκες τρομακτικές που έχουν συμβολικό χαρακτήρα και περιφέρονται στους δρόμους κάνοντας εκκωφαντικούς θορύβους με τα κουδούνια τους. Συνηθίζουν να ζητούν από τον κόσμο την ανταμοιβή τους, επειδή όπως συνηθίζουν να λένε είναι το αντίτιμο για να διώξουν τα κακά πνεύματα. Φέτος το πρόγραμμα των εκδηλώσεων έχει ως εξής: Μετά τον αγιασμό των υδάτων ο ’ι Βασίλης θα μοιράσει δώρα σε όλα τα παιδιά την πόλης. Συνοδευόμενος από παραδοσιακή λαϊκή μπάντα θα προσφέρει δώρα και καστοριανό κρασί σε όσους συναντά, ξεκινώντας από την πλατεία Δαβάκη και διασχίζοντας την οδό Μητροπόλεως. Στο Δημαρχιακό Μέγαρο - στις 16:00 - θα γίνει η έναρξη του καρναβαλιού με τη συνοδεία, ως είθισται, χάλκινων οργάνων. Το «μπουλούκι» θα κατευθυνθεί από την οδό Μητροπόλεως στην πλατεία Ομονοίας. Από αυτή τη στιγμή και μετά θα ξεχυθούν όλοι στους δρόμους και τα σοκάκια της πόλης, με ζωντανή μουσική από λαϊκές ορχήστρες σε καστοριανούς παραδοσιακούς ρυθμούς και ξέφρενο αδιάκοπο χορό. Το μεσημέρι της επόμενης ημέρας το σκηνικό θα επαναληφθεί σε ακόμη πιο έντονο ρυθμό. Επιπλέον τα «μπουλούκια» από μικρούς και μεγάλους θα επισκέπτονται φιλικά σπίτια και σπίτια εορταζόντων που είναι ανοιχτά στις απρόσμενες επισκέψεις των μεταμφιεσμένων. Οι εορταστικές εκδηλώσεις θα φθάσουν στην κορύφωσή τους την 8η Ιανουαρίου με τη μεγάλη παρέλαση στην οδό Μητροπόλεως (Τσαρσί) στη 13:00. Από το Δημαρχιακό Μέγαρο, στην οδό Μητροπόλεως και μέσω της πλατείας Ομονοίας, οι παρέες θα καταλήξουν στο «Ντολτσό» και την πλατεία του.  

ΕΡΜΙΟΝΗ «Γιάλα - γιάλα» από σοκάκι σε σοκάκι «Στη θάλασσα θα πέσω καλέ, βαθιά στα κύματα, να πιάσω την ποδιά σου με τα κεντήματα, γιάλα-γιάλα. Αν είσαι κι αν δεν είσαι του Δήμαρχου τσουπί, εγώ θα σε φιλήσω κι ας πάω φυλακή, γιάλα-γιάλα».Το διάσημο «γιάλα - γιάλα» αναβιώνει στην Ερμιόνη της Αργολίδας πάνω από 50 χρόνια. Ανάλογα έθιμα επιβιώνουν και σε πολλά ψαροχώρια της περιοχής, όπως στο Πόρτο Χέλι και την Κοιλάδα. Τα ξημερώματα των Φώτων, τα αγόρια που πρόκειται τη νέα χρονιά να παρουσιαστούν στο στρατό, συγκεντρώνονται, γευματίζουν όλοι μαζί και έπειτα γυρνούν σε όλα τα σπίτια της περιοχής από σοκάκι σε σοκάκι. Τα παιδιά φορούν παραδοσιακές ναυτικές φορεσιές και τραγουδούν το «γιάλα - γιάλα». Την παραμονή των Φώτων οι κάτοικοι στολίζουν της βάρκες τους με φοίνικες, νεραντζιές και μυρτιές. Την 6η Ιανουαρίου τις δένουν τους στο λιμάνι όπου τελείται, όπως σε εκατοντάδες περιοχές της χώρας, το καθιερωμένο έθιμο της βουτιάς των νέων (αλλά καμιά φορά και των μεγάλων) στη θάλασσα για να πιάσουν το Σταυρό.  

ΛΕΥΚΑΔΑ Πορτοκάλια ευλογημένα από τη θάλασσα Στην Λευκάδα τηρείται κάθε χρόνο τέτοιες μέρες το έθιμο «των πορτοκαλιών». Οι πιστοί βουτούν στη θάλασσα τα πορτοκάλια που κρατούν στα χέρια τους και τα οποία είναι δεμένα μεταξύ τους με σπάγκο. Ύστερα τα παίρνουν στο σπίτι τους για ευλογία και αφήνουν ένα από αυτά για ένα ολόκληρο χρόνο στα εικονίσματα του σπιτιού χωρίς να μουχλιάζει. Πριν την τελετή της κατάδυσης του Τιμίου Σταυρού, ρίχνουν στη θάλασσα τα παλιά πορτοκάλια.

ΛΕΣΒΟΣ Οι βουτηχτάδες και η νεροκολοκύθα Σε άλλα νησιά, όπως τη Λέσβο, την ώρα που πέφτουν στη θάλασσα οι βουτηχτάδες για να πιάσουν τον Σταυρό οι γυναίκες παίρνουν με μια νεροκολοκύθα νερό από 40... κύματα. Επειτα με βαμβάκι που βουτούν σ΄ αυτό καθαρίζουν τα εικονίσματα - χωρίς να μιλούν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας - και στη συνέχεια ρίχνουν το νερό σε μέρος «που δεν πατιέται» (σε χωνευτήρι εκκλησίας). Στα Δωδεκάνησα πάλι, κυρίως στη Σύμη και την Κάλυμνο, όσοι βουτούν να πιάσουν το Σταυρό στα κρύα νερά της θάλασσας, έχουν ως στόχο τους να κρατήσουν όσο περισσότερο μπορούν την ανάσα τους για να μείνουν όσο το δυνατόν πιο πολύ κάτω από το κρύο νερό. Όση ώρα διαρκεί η παγωμένη βουτιά, οι ψαράδες των νησιών με τις βάρκες τους, σχηματίζουν έναν προστατευτικό κλοιό γύρω τους, μιας και θεωρούνται οι τυχεροί της νέας χρονιάς που μόλις μπήκε.


ΚΟΡΥΦΗ

 

Θεοφάνεια

Φώτα  Ν. ΒΑΡΔΙΑΜΠΑΣΗΣ

Σήμερα τα Φώ-τα και ο φω-τισμός... Η φω-νή είναι ζήτημα φω-τός (φως - φωνή ομόρριζες). Ετσι, λοιπόν, η πολυ-φω-νία φέρνει διάπλατο φως, η μονο-φω-νία αμυδρό, ενώ η δια-φω-νία φω-τίζει την α-φα-νή πλευρά και είναι προϋπόθεση για κάθε συμ-φω-νία. Γι' αυτόν το λόγο, σ' αυτόν εδώ τον τόπο του φω-τός, γεννιέται κάποτε η Δημοκρατία (η κυριαρχία του Δήμου) για να θεσμοθετεί με την Ισηγορία, την Ισονομία και την Ισοπολιτεία: την πολυ-φω-νία και τη δια-φω-νία. Πάντοτε χρειάζεται φως· δια-φά-νεια και καθαρότητα. Ολοι συμ-φω-νούν σ' αυτό. Το σκότος άλλωστε δεν ταιριάζει στην ψυχολογία μας. Το μαύρο, το μέλαν μάς μελαν-χολεί, μας πνίγει στην πιο μέλανα χολή. Το μαύρο είναι σημείο πένθους. Γι' αυτό από το σκότος παράγουμε το ρήμα σκοτώνω. Γέννημα του πιο καθαρού φω-τός είναι η πολυ-φω-νία/ δια-φω-νία των πολιτών που ενσαρκώνει τον πολιτικό τους Λόγο. Γέννημα του σκότους είναι η σιωπηλή πλειοψηφία της μάζας των ιδιωτών. Κάθε τι «μαζικό» μαζεύεται, «ζυμώνεται» και ομοιογενοποιείται. Αυτό συμβαίνει κυρίως με τα ηλεκτρονικά Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας (ΜΜΕ). Αυτά μεταμορφώνουν τον εν δυνάμει πολίτη σε παθητικό ιδιώτη (idiot), που κραυγάζει ως μάζα «μαζί σου», «μαζί θα προχωρήσουμε»... Big Brother μας. (Το «μαζί» παράγεται από τη μάζα, που είναι πολτός από κρίθινο αλεύρι και νερό). Προϋποθέσεις όμως για την Ισηγορία, Ισονομία και Ισοπολιτεία, που φύονται σε άπλετο φως, είναι αυτό ακριβώς το «Ισον/ σωστικόν ομονοίας» ή «Ισον/ Δίκαιον», επειδή το Δίκαιον εκ του δίχα (όπως το διχο-τομώ τη λεία σε ίσες δαίτες: μερίδες, απ' όπου και η Ισο-πολιτεία του... Φωτός). Το φως είναι ζωή. Το σκότος θάνατος. Μπορεί όμως η «φωτοδότρα» Δημοκρατία να μας φωτίζει, ώστε να είμαστε Δίκαιοι και λιγότερο «μαζικοί»; Περισσότερο... αυτεξούσιοι πολίτες; Οταν το Πνεύμα της Εποχής είναι υπέρ ιδιωτών και ιδιωτικοποιήσεων; Πώς θα μας έρθει η φώτιση;.

 

«Σήμερα τα φώτα κι ο φωτισμός...» Θεοφάνεια, μία από τις μεγαλύτερες γιορτές του ελληνορθόδοξου εορτολογίου

Θεοφάνια ή Φώτα. Από τις μεγάλες γιορτές του ελληνορθόδοξου εορτολογίου. Χαρούμενα, θριαμβευτικά και ελπιδοφόρα, κλείνουν το Δωδεκαήμερο, που «άνοιξε» την παραμονή των Χριστουγέννων. Στα πρώτα χριστιανικά χρόνια η γιορτή αυτή κάλυπτε μαζί τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά.
Καθόλη τη διάρκεια του τριημέρου των Φώτων (Αγιασμού, Θεοφάνια, Αγίου Ιωάννη) γιορτάζεται και μία υπολανθάνουσα λατρεία προς το νερό. Τα νερά θεωρούνται παντού αγιασμένα. Κανείς πια δεισιδαιμονικός φόβος από τις νύχτες και τα ξωτικά του χειμώνα. Κατά τα Θεοφάνια φανερώθηκε η τριαδικότητα του Θεού, η Αγία Τριάδα. Λέγονται όμως και «Φώτα», γιατί κατά τα πρώτα χριστιανικά χρόνια, την παραμονή των Θεοφανίων βαπτίζονταν οι οπαδοί της νέας θρησκείας. Η αναζήτηση της καθάρσεως από τον άνθρωπο αντικατοπτρίζεται ακόμη και στις αρχαίες θρησκείες. Αυτή τη μέρα ξεκινά και η αντίστροφη μέτρηση για τους καλικάντζαρους. Στις 5 Ιανουαρίου, παραμονή των Θεοφανίων, τα αερικά, τα παγανά, οι καλκάδες, οι γνωστοί σε όλους μας καλικάντζαροι, που έκαναν την εμφάνισή τους στον επάνω κόσμο με την αρχή του Δωδεκαήμερου, εγκαταλείπουν τις εγκόσμιες αταξίες τους και ξαναγυρίζουν στο αιώνιο έργο τους: Να κόψουν το δέντρο, που κρατάει τον κόσμο, ώστε να γκρεμιστεί και να χαθεί, για να εκδικηθούν τους ανθρώπους.
Το τριήμερο ξεκινά με τον εκκλησιασμό των χριστιανών το πρωί της παραμονής των Θεοφανίων. Στους Ιερούς ναούς ψάλλεται η ακολουθία των «Μεγάλων Ωρών» και κατόπιν λαμβάνει χώρα ο «Μεγάλος Αγιασμός» που την ημέρα αυτή τελείται μέσα στον ναό. Οι πιστοί, αφού πάρουν αγιασμό και αντίδωρο, θα γυρίσουν στα σπίτια τους. Εκεί, οι νοικοκυρές θα ετοιμάσουν το νηστίσιμο φαγητό για το μεσημέρι και τα παιδιά θα ξεχυθούν στα σπίτια για να ψάλουν τα κάλαντα των Θεοφανίων. Τα έθιμα της ημέρας τελειώνουν αργά το βράδυ και τα μεσάνυχτα πιστεύεται ότι ανοίγουν οι ουρανοί. Την ώρα εκείνη, λέει η παράδοση, όποιος ευχηθεί κάτι με όλη του την καρδιά, θα πραγματοποιηθεί.Η μέρα των Θεοφανίων ξεκινά με τον εκκλησιασμό των πιστών. Στους ναούς ψάλλεται, όπως και την προηγουμένη, η ακολουθία των «Μεγάλων Ωρών». Ακολούθως, ο Ιερέας και οι πιστοί θα βγουν από τον ναό και θα κατευθυνθούν στο σημείο, όπου θα γίνει η «κατάδυση του Σταυρού». Το σημείο αυτό είναι κάποιο λιμάνι, ποτάμι, πηγάδι, δεξαμενή ή απλά μια εξέδρα στο προαύλιο της εκκλησίας πάνω στην οποία, σε ειδικό σκεύος, θα γίνει η τελετή. Οι καμπάνες σημαίνουν χαρμόσυνα και ο Ιερέας ρίχνοντας τον σταυρό στο νερό ψάλλει το «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου, Κύριε». Λευκά περιστέρια ελευθερώνονται και πετούν στον ουρανό, ενώ, όπου υπάρχει αυτή η δυνατότητα, πέφτουν στα νερά οι «βουτηχτάδες» για να πιάσουν τον σταυρό. Το έθιμο ονομάζεται «πιάσιμο του σταυρού» και εκείνος που θα βρει και θα πιάσει πρώτος τον σταυρό, θεωρείται τυχερός και ευλογημένος.

 

Δενδρολατρία και θεοφάνεια

 

Ο εορτασμός των Θεοφανείων 

Η γιορτή των Θεοφανίων είναι μία από τις λαμπρότερες του έτους, καθώς γιορτάζεται στην αρχή της νέας χρονιάς. Τη μέρα αυτή ολοκληρώνεται το Δωδεκαήμερο.

Στα Θεοφάνεια ή Φώτα, που εορτάζονται στις 6 Ιανουαρίου, τιμούμε και θυμόμαστε την Βάπτιση του Ιησού Χριστού. Η λέξη Θεοφάνεια σημαίνει φανέρωση/αποκάλυψη του Θεού και αναφέρεται στην φανέρωση της Αγίας Τριάδας, που έγινε κατά τη Βάπτιση του Χριστού. Η αρχαιότερη αναφορά στη γιορτή των Θεοφανείων που έχει διασωθεί είναι από τον Κλήμη Αλεξάνδρειας στις αρχές των μεταχριστιανικών χρόνων. Στην αρχαία Ελλάδα γιορτάζονται τα "Θεοφάνια" στην αρχή της άνοιξης, στους Δελφούς. Στην Πρωτοχριστιανική Εκκλησία και μέχρι τον 4ο αιώνα μ.Χ. οι Χριστιανοί γιόρταζαν την ίδια μέρα τα Χριστούγεννα και τα Θεοφάνεια, τιμώντας επίσης την ίδια μέρα την προσκύνηση του Χριστού από τους Ποιμένες και τους Τρεις Μάγους. Μετά τον 4ο αιώνα μ.Χ. καθιερώθηκε ξεχωριστή γιορτή για την γέννηση του Χριστού στις 25 Δεκεμβρίου, ενώ τα Θεοφάνεια εορτάζονταν στις 6 Ιανουαρίου.

Ο λαός ονομάζει τα Θεοφάνια και "φώτα ολόφωτα", "ξέφωτα", και "φωτόγεννα", επειδή τότε φωτίζεται ο κόσμος και αγιάζονται τα νερά. Στις εκκλησίες ψάλλεται το "Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου ...". Κατόπιν οι πιστοί παρακολουθούν τη ρίψη του σταυρού στη θάλασσα, στον ποταμό ή σε δεξαμενή, όταν δεν βρίσκονται κοντά σε παραθαλάσσιο ή παραποτάμιο μέρος. Έπειτα οι κολυμβητές πέφτουν στα νερά για να πιάσουν τον σταυρό, τον οποίο παλαιότερα περιέφεραν στα σπίτια. Λίγο καιρό πριν ξεκινήσει ο Ιησούς Χριστός τη διδασκαλία του, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος εγκαταλείπει την έρημο και εγκαθίσταται στις όχθες του Ιορδάνη Ποταμού. Εκεί συνεχίζει το κήρυγμα για την έλευση του Σωτήρα, καλεί τους ανθρώπους προς μετάνοια και συγχρόνως βαφτίζει πολλούς από αυτούς που έρχονταν να τον ακούσουν. Στον Ιορδάνη πήγε και τον συνάντησε ο Χριστός και τότε είπε ο Ιωάννης ο Βαπτιστής «Ιδέ ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου». Ο Ιησούς Χριστός ζήτησε από τον Ιωάννη να Τον βαφτίσει, αλλά εκείνος, γνωρίζοντας ποιον είχε απέναντί του, αρνήθηκε λέγοντας ότι ο ίδιος έχει ανάγκη να τον βαφτίσει ο Ιησούς Χριστός και ότι δεν τολμά αυτόν να Τον βαφτίσει. Τότε, ο Ιησούς Χριστός του λέει ότι έτσι πρέπει να γίνει για να εκπληρώσει κάθε εντολή του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου. 

Έτσι, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος βάφτισε τον Ιησού Χριστό στα νερά του Ιορδάνη Ποταμού. Όσους βάφτιζε ο Ιωάννης ο Πρόδρομος στα νερά του Ιορδάνη, τους έβαζε όσο βρισκόντουσαν μέσα στο νερό να εξομολογούνται τις αμαρτίες τους. Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος γράφει ότι ο Ιησούς Χριστός, όταν βαφτίστηκε, βγήκε αμέσως από το νερό του Ιορδάνη, για να μας θυμίσει ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο μόνος αναμάρτητος και, σε αντίθεση με τους άλλους που βάφτιζε ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, ο Χριστός δεν είχε καμία αμαρτία να εξομολογηθεί και έτσι βγήκε κατευθείαν. ’νοιξαν οι ουρανοί και κατέβηκε το ’γιο Πνεύμα με μορφή περιστεράς και ακούστηκε φωνή από τους ουρανούς να λέει «Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός» με τον οποίο θα πραγματοποιηθεί η σωτηρία των ανθρώπων. Και έτσι ο Πατήρ δίνει μαρτυρία για τον Υιό του.

Φανερώνονται, λοιπόν, τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος και με την εμφάνιση του Αγίου Πνεύματος πάνω από τον Ιησού δεν αφήνονται περιθώρια σε κάποιον από τους παρευρισκόμενους να θεωρήσει λανθασμένα ότι ο Μεσσίας είναι ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και όχι ο Ιησούς Χριστός.

Ακόμα, ο ’γιος Δαμασκηνός αναφέρει ότι το ’γιο Πνεύμα εμφανίστηκε με μορφή περιστεράς επειδή όπως ένα περιστέρι είχε δείξει στον Νώε το τέλος του κατακλυσμού, έτσι τώρα με τη Βάπτιση του Χριστού και την εμφάνιση του Αγίου Πνεύματος «εν είδει Περιστεράς» μπαίνει τέλος στον κατακλυσμό των αμαρτιών.

Για τα Φώτα ο λαός πιστεύει πως είναι ο καιρός, η γιορτή που φεύγουν οι καλικάντζαροι γιατί φοβούνται την αγιαστούρα του παπά. Ο τρόμος τους αρχίζει από την παραμονή των Φώτων που γίνεται ο μικρός αγιασμός των παπάδων. Γι αυτό και το έθιμο του λαού λέει:

Στις πέντε του Γενάρη

Φεύγουν οι καλικαντζάροι

Αλλά ο μεγάλος τους τρόμος είναι τα Φώτα. Εκείνα τους αποδιώχνουν ολότελα.

Φεύγουν τότε λέγοντας:

Φεύγετε να φεύγουμε

κι έφτασε ο τουρλόπαπας

με την αγιαστούρα του

και με τη βρεχτούρα του...

Έθιμα των Θεοφανείων

 Φώτα και εικόνες Μετά την ρίψη του σταυρού, ανήμερα των Φώτων, υπάρχει ένα έθιμο όπου οι Χριστιανοί παίρνουν τις εικόνες που έχουν στα σπίτια τους και τις πλένουν στα ποτάμια (στις λίμνες ή στη θάλασσα). Το όμορφο αυτό έθιμο ονομάζεται πλύσιμο των εικόνων.

Φώτα και περιστέρια Σε μερικά μέρη της Ελλάδας, ανήμερα των Φώτων, αφήνουν τρία άσπρα περιστέρια ελεύθερα να πετάξουν μόλις ρίξουν το σταυρό, που συμβολίζουν την Αγία Τριάδα (τρία περιστέρια), και το ’γιο Πνεύμα που φανερώθηκε "εν είδη περιστεράς" όταν ο Ιησούς βαφτιζόταν στον Ιορδάνη Ποταμό.

Φώτα και σταυρός Ανήμερα των Φώτων, μετά την λειτουργία των Μεγάλων Ωρών, γίνεται η Κατάδυση του Σταυρού στη θάλασσα, (ή λίμνη, ή ποτάμι). Ο ιερέας πετάει ένα σταυρό μέσα στο νερό, (συνήθως ο σταυρός είναι δεμένος πάνω σε σκοινί για να μη χαθεί), και πολλοί νέοι βουτούν για να πιάσουν τον σταυρό. Είναι εξαιρετική τιμή για όποιον βρει και πιάσει τον σταυρό.

Φώτα και φωτίτσα Ένα έθιμο που επικρατεί μέχρι και σήμερα, είναι ότι ανήμερα των Φώτων σε κάθε σπίτι οι νοικοκυρές ζυμώνουν ψωμί το οποίο ονομάζεται φωτίτσα.

Ξεροτήγανα και Φώτα Το γλύκισμα της ημέρας των Φώτων, που ετοιμάζουν οι νοικοκυρές είναι τα ξεροτήγανα (τύπος λουκουμάδων). Κατά το έθιμο, τα παιδιά όχι μόνο τρώνε αλλά ρίχνουν και στη στέγη του σπιτιού ξεροτήγανα για να τα βρει ο Καλικάντζαρος να φάει και να φύγει.

Φώτα και ουράνια Υπάρχει μια δοξασία του λαού μας που αναφέρει ότι το βράδυ της παραμονής των Φώτων στις 12 τα μεσάνυκτα, ανοίγουν τα ουράνια και πραγματοποιούνται όλες οι ευχές των ανθρώπων.

Βράδυ παραμονής Φώτων και προσευχή Το βράδυ της παραμονής των Φώτων στρώνεται το νηστίσιμο τραπέζι, όπως την παραμονή της Πρωτοχρονιάς και την παραμονή των Χριστουγέννων. Στο τραπέζι κάθονται όλοι με τη σειρά από τον πιο μικρό της οικογένειας έως τον πιο μεγάλο. Ο πατέρας της οικογένειας έχει θυμίαμα πάνω σε ένα υνί και με αυτό θυμιατίζει το σπίτι για να φύγουν τα δαιμόνια. Ο μικρότερος της οικογένειας λέει την προσευχή και μετά όλοι κάθονται για το φαγητό στο τραπέζι.

Αγιασμός και στάχτη Την παραμονή των Φώτων, αφού περάσει ο παπάς από το σπίτι και το αγιάσει, έρχεται η ώρα να μαζευτεί η στάχτη από την φωτιά που έκαιγε στο τζάκι το Δωδεκαήμερο, η φωτιά δηλαδή που ξεκίνησε με το Χριστόξυλο. Η στάχτη αυτή θα σκορπιστεί γύρω από το σπίτι, στους στάβλους, ακόμα και στα χωράφια, αφού πιστεύεται ότι διώχνει το κακό.

Παραμονή Φώτων και παπάς Την Παραμονή των Φώτων, ο παπάς επισκέπτεται όλα τα σπίτια, με τον σταυρό και με αγιασμό μέσα στο σικλί, ένα χάλκινο συνήθως δοχείο, που κουβαλάει ο βοηθός του. Έπειτα αρχίζει να ραντίζει με το άγιασμα όλους τους χώρους του σπιτιού ή του καταστήματος, για να φύγουν τα δαιμόνια από το σπίτι.

Παραμονή των Φώτων και κάλαντα Έπειτα τον εκκλησιασμό της παραμονής των Φώτων τα παιδιά θα ξεχυθούν στους δρόμους, πηγαίνοντας σε όλα τα σπίτια και τα καταστήματα, γνωστά και μη, για να ψάλλουν τα κάλαντα των Θεοφανείων.

Παραμονή των Φώτων και εκκλησιασμός Το τριήμερο των φώτων ξεκινά με τον εκκλησιασμό των Χριστιανών το πρωί της παραμονής των Θεοφανίων. Στους ιερούς ναούς ψάλλετε η ακολουθία των Μεγάλων Ωρών και κατόπιν λαμβάνεται ο Μεγάλος Αγιασμός που την ημέρα αυτή τελείται μέσα στο ναό. Οι πιστοί αφού πάρουν τον αγιασμό και λάβουν το αντίδωρο θα γυρίσουν στα σπίτια τους.

 

Θεοφάνεια με την ελληνική κοινότητα Τεργέστης Από τις αρχές του 18ου αιώνα, που μετανάστευσαν Έλληνες εκεί, υπάρχουν τολμηροί πιστοί που πηδούν στα κρυσταλλιασμένα νερά της Αδριατικής για να πιάσουν τον σταυρό. Οι πρώτοι μέτοικοι, που ήταν Έλληνες δραστήριοι και ασυμβίβαστοι με την Οθωμανική κατοχή, κατάγονταν κυρίως από τα Επτάνησα αλλά και άλλες περιοχές της υπόδουλης Ελλάδας. Από τη νέα πατρίδα τους ενίσχυσαν αποφασιστικά την επανάσταση του 1821, αλλά και πρόσφεραν τεράστιο φιλανθρωπικό έργο στην πόλη που τους φιλοξένησε. Σήμερα η ελληνική κοινότητα Τεργέστης απαριθμεί περίπου 800 μέλη και συνεχίζει τη σημαντική δράση και κοινωφελή προσφορά της.
 

ΣΗΜΕΡΑ ΕΙΝ' ΤΑ ΦΩΤΑ ΚΙ Ο ΦΩΤΙΣΜΟΣ... Η (ανομολόγητη) λατρεία των νερών ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΠΟΛΥΜΕΡΟΥ-ΚΑΜΗΛΑΚΗ διευθύντρια του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών.       

Θρησκευτικές και δεισιδαιμονικές αντιλήψεις συνυπάρχουν σε μια από τις μεγαλύτερες εορτές του χριστιανισμού Το σύνολο θρησκευτικών και δεισιδαιμόνων δοξασιών και αντιλήψεων που εκφράζουν τον σεβασμό και τον φόβο του πρωτόγονου ανθρώπου για δυνάμεις που δεν μπορεί να ελέγξει με τις αισθήσεις του συγκροτεί το σύστημα της λαϊκής πίστης, η οποία εκδηλώνεται με τη λαϊκή λατρεία. Στο σύστημα αυτό ανήκουν αρχέγονες δοξασίες και πράξεις αντίστοιχα αλλά και θρησκευτικές συνήθειες τις οποίες έχουν καθιερώσει οργανωμένες θρησκείες, όπως ο χριστιανισμός, σε ένα αρμονικό σύνολο μαγικοθρησκευτικών αντιλήψεων και ενεργειών. Η συνύπαρξη αυτή ήταν απαραίτητη, εφόσον ο λαός δεν ήταν δυνατόν να ερμηνεύσει με τον ίδιο κάθε φορά τρόπο φαινόμενα και περιστατικά της ζωής του σε σχέση με τη φύση που τον περιέβαλλε. Μπορεί βεβαίως κάποιες γιορτές να έχουν χάσει τη συμβολική και τελετουργική τους σημασία και να διατηρούν ως ανάμνηση τους λόγους καθιέρωσής τους, ωστόσο τα Θεοφάνια ή Φώτα, όπως χαρακτηριστικά τα ονομάζει ο λαός, αποτελούν ακόμη και σήμερα τη μεγάλη γιορτή του χριστιανισμού, θεότρομη γιορτή. Ο λαός λέγοντας Φώτα και Λαμπρή εννοεί ότι αυτές οι δύο γιορτές είναι οι μεγαλύτερες του χρόνου. Στην πραγματικότητα πρόκειται για υπολανθάνουσα λατρεία των νερών, αφού τη νύχτα της 5ης Ιανουαρίου πιστεύουν ότι ανοίγουν οι ουρανοί, η θάλασσα γλυκαίνει, οι άνεμοι ημερεύουν, ακόμη και τα ζώα μιλούν. Η Εκκλησία οδηγώντας σε αυτό το θαύμα υπογραμμίζει: «Σήμερον των υδάτων αγιάζεται η φύσις».

Η «φύσις των υδάτων» αγιάζεται, δηλαδή αποκτά ξανά, με τη δύναμη του σταυρού, τον ιερό της χαρακτήρα, τον οποίο κατά τη διάρκεια του χρόνου που πέρασε απώλεσε, εν όλω ή εν μέρει, καθώς σύμφωνα με τις αντιλήψεις του λαού, οι οποίες έχουν την αφετηρία τους στους αρχέγονους φόβους του ανθρώπου για τη μεγαλοσύνη και την παντοδυναμία του φυσικού κόσμου που τον περιβάλλει, πονηρά πνεύματα κυκλοφορούν πάνω στη γη, ιδιαίτερα κατά το προηγηθέν Δωδεκαήμερο, και ενοχλούν τους ανθρώπους. Αυτά τα όντα, δύσμορφα και «παράταιρα», έχουν διάφορες ονομασίες: Λυκοκαντζαραίοι, Σκαρικατζέρια, Καρκατζέλια, Πλανήταροι (Κύπρος), Κάηδες (Σύμη), Καλλισπούδηδες, Χρυσαφεντάδοι (Πόντος), Κωλοβελόνηδες, Παρωρίτες ή Παραωρίτες (πριν από το λάλημα του πετεινού), Παγανά κ.ά. Με παρεμφερή ονόματα υπάρχουν οι καλικάντζαροι και στους βαλκανικούς λαούς. Σύμφωνα με τις λαϊκές παραδόσεις «οι Λυκοκαντζαραίοι έρχονται από τη γης αποκάτου. Ούλο το χρόνο πελεκάν με τα τσεκούρια να κόψουν το δέντρο που βαστάει τη γης. Κόβουν κόβουν όσο που μενέσκει λιγάκι ακόμα ως μια κλωνά άκοπο, και λεν "χάισε να πάμε, και θα πέση μοναχό του". Γυρίζουν πίσω της Βάφτισης, και βρίσκουν το δέντρον ολάκερον, ακέριον μπίτι. Και πάλε κόβουν, και πάλ' έρχονται κι ούλο φτόνι τη δουλειά κάνουν. Κυρίως κάνουν κακό (πνίγουν) τα αβάφτιστα παιδιά. Και στα νησιά φτάνουν οι καλικάντζαροι. Με το καράβι τους. Κάνουν ζημιές: Χύνουν το νερό, τ' αλεύρι, κατουρούν τη στάχτη. Γι' αυτό και βάζουν στη φωτιά ρείκια, αλάτι, που κάνουν κρότο, ή ρίχνουν κανένα πετσί να βρωμάει. Καλικάντζαροι γίνονται όσοι γεννιούνται το Δωδεκαήμερο, γιατί έχουν συλληφθεί την ίδια μέρα με το Χριστό. Γίνονται κακοί και θέλουν να κάνουν κακό στους ανθρώπους».

Τα Φώτα λοιπόν όλα αυτά τα πονηρά πνεύματα φεύγουν με τον αγιασμό που πραγματοποιεί ο ιερέας και με αυτόν ραντίζει όλους τους χώρους. Ομολογούν την ήττα τους και λένε:

«Φεύγετε να φεύγουμε, έρχετ' ο τουρλόπαπας  Με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του». Την έννοια του καθαρμού και της απαλλαγής από την επήρεια των δαιμονίων του Δωδεκαημέρου έχουν κι άλλες συνήθειες κατά τη διάρκειά του, όπως το συνεχές άναμμα της φωτιάς στο τζάκι, η δημιουργία σταυρού στο ανώφλι του σπιτιού με τα κεριά των Φώτων. Ακόμη παίρνουν «καινούργιο» νερό, αγιασμένο από την κατάδυση σ' αυτό του σταυρού, και με αυτό ραντίζουν το σπίτι και τα κτήματα. «Αγιασμό» κρατούν και στο εικονοστάσι του σπιτιού για τις δύσκολες ώρες. Στη Θράκη την ημέρα των Φώτων βρέχουν στη βρύση τον ιερέα ή ένα νέο ανδρόγυνο για το καλό της χρονιάς. Είναι προφανής ο γονιμικός και ευετηρικός χαρακτήρας της εθιμικής πράξης. Τη στάχτη από το τζάκι που καίει κατά τη διάρκεια του Δωδεκαημέρου τη συγκεντρώνουν και με αυτή «ραντίζουν» περιμετρικά το σπίτι, δημιουργώντας έναν προστατευτικό κύκλο γύρω από αυτό για να φύγουν τα καλικαντζάρια και τα μυρμήγκια. Ο μεγάλος αγιασμός, ο οποίος γίνεται παντού, αποτελεί τελετή καθαγιασμού και εξαγνισμού των υδάτων. Μέσα στα παγωμένα συνήθως νερά ρίχνεται ο σταυρός και νέοι βουτούν για να τον πιάσουν, γεγονός που θεωρούν ιδιαίτερα σημαντικό για την υγεία και την καλή χρονιά. Την ίδια ημέρα σε πολλά μέρη της Ελλάδας γινόταν πλύσιμο των φορητών εικόνων σε λίμνες, ποτάμια ή στη θάλασσα, για να καθαριστούν. Η συνήθεια αυτή παραπέμπει ενδεχομένως στα Πλυντήρια του αγάλματος της Αθηνάς από τους αρχαίους Αθηναίους στο Φάληρο. Παράλληλα γίνονταν πλειστηριασμοί για τη μεταφορά και φιλοξενία στο σπίτι για ένα διάστημα των εικόνων για την ενίσχυση του εκκλησιαστικού ταμείου.

Του Θεού τα ύδατα Από τη βρύση ως τον ποταμό και τη λίμνη και τη θάλασσα τα νερά έχουν θεοποιηθεί και τα λατρεύει ο άνθρωπος. Κανένα άλλο φυσικό στοιχείο δεν έχει θεοποιηθεί όπως το νερό, μέσα στο οποίο ζουν χιλιάδες οργανισμοί και με τη βοήθεια του οποίου ζουν οι υπόλοιποι οργανισμοί. Το ύδωρ της Στυγός (ο ιερότερος όρκος) και το αθάνατο (νερό της μυθολογίας). Το νερό είναι ζωντανό και αισθάνεται (κοιμάται, ξυπνά, το καλημερίζουμε, είναι αμίλητο), έχει δύναμη εξαγνισμού και καθαρμού. Από εκεί και η ιδιαίτερη σημασία της βρύσης ή του πηγαδιού προς τα οποία εκδηλώνεται ο απαραίτητος σεβασμός με την επίσκεψη της νύφης, την προμήθεια νέου αμίλητου νερού κατά την πρώτη του έτους κτλ.

Από τον βαβουτζικάριον στους καλικάντζαρους Παγανά είναι γενικότερα τα εξωτικά και τα φαντάσματα. Paganus σημαίνει χωρικός, ο αστράτευτος (παγάνα, παγανιά) και κατόπιν ο εθνικός και μη χριστιανός. Και παγανή Κυριακή = χωρίς άλλη εορτή. Παγανό = το αβάπτιστο νήπιο. Τα αβάπτιστα, σύμφωνα με τις λαϊκές αντιλήψεις, γίνονται παγανά, τελώνια, καλικάντζαροι. Και στους άλλους χριστιανικούς λαούς συναντώνται δοξασίες για δαιμονικά όντα κατά το Δωδεκαήμερο: Λυκάνθρωποι, Στρίγκλες, Μάγισσες, Νόρνες. Οι Βυζαντινοί είχαν αντιστοίχως τον βαβουτζικάριον (εφιάλτην). Ο Μιχαήλ Ψελλός σατιρίζοντας γράφει ότι ένας αγράμματος και αφελής έβλεπε και την ημέρα φανταστικά όντα, όπως ο Ορέστης τις Ευμενίδες. Και καταλήγει για τις δοξασίες περί βαβουτσικαρίων τις ημέρες του Δωδεκαημέρου: «Ει δε μη πάντα τον χρόνον, αλλ' εν ταις ημέραις την του Χριστού γένναν πανηγυρίζομεν, και το θείον εορτάζομεν βάπτισμα, τούτο δη το πάθος εις δαίμονα αναπέπλασται, θαυμάζειν ου χρη. Τηνικαύτα γαρ διά τας αναγκαίας πανηγύρεις νυκτός παρ' αλλήλους οι άνθρωποι αφικνούμενοι, το τε πάθος υφίστανται, και η του δαίμονος χώραν έσχεν υπόληψις».

 

Ποταμός Ιορδάνης  Χιλιάδες χριστιανοί ακολουθώντας τα χνάρια του Ιησού, περνούν μέσα από συρματοπλέγματα και ναρκοπέδια για να βαπτιστούν Τότε έρχεται ο Ιησούς από τη Γαλιλαία στον Ιορδάνη, προς τον Ιωάννη για να βαπτιστεί από αυτόν. Ο Ιωάννης όμως τον εμπόδιζε λέγοντάς του: «Εγώ έχω ανάγκη να βαπτιστώ από σένα κι έρχεσαι εσύ σε μένα;». Ο Ιησούς όμως του αποκρίθηκε: «Ας τα αφήσουμε τώρα αυτά, γιατί πρέπει να εκπληρώσουμε και οι δυο μας ό,τι προβλέπει το σχέδιο του Θεού». Τότε ο Ιωάννης τον άφησε να βαπτιστεί. Βαπτίστηκε, λοιπόν, ο Ιησούς και αμέσως βγήκε από το νερό. Και αμέσως άνοιξαν οι ουρανοί και είδε το Πνεύμα του Θεού σαν περιστέρι να κατεβαίνει και να έρχεται πάνω του. Ακούστηκε τότε μια φωνή από τα ουράνια που έλεγε: «Αυτός είναι ο αγαπημένος μου Υιός, αυτός είναι ο εκλεκτός μου». (Ματθαίος 3. 13-17)

 

Ο βουτηχτής των Θεοφανίων  Βουτάει κάθε χρόνο ανήμερα τα Φώτα, ανελλιπώς από το 1980, στα παγωμένα νερά για να πιάσει τον σταυρό, που «αγιάζει τα ύδατα και την ψυχή μας», όπως λέει. Πέρυσι βούτηξε για τον σταυρό στον ποταμό Σάβα στο Βελιγράδι. Είχαν προηγηθεί δώδεκα Τορωναίοι (αγώνες μαραθώνιας κολύμβησης στη Χαλκιδική), ο διάπλους των Στενών της Μάγχης, ο περίπλους του Μανχάταν και πολλά ακόμη κολυμβητικά κατορθώματα

 

Προσκύνημα σε πεδίο μάχης 

Ο Καλός Σαμαρείτης περιμένει τους τουρίστες

Η έρημος του πειρασμού και των extreme sports

ΙΟΡ∆ΑΝΗΣ Το ποτά΅ι που αργοπεθαίνει

 

ΚΟΡΥΦΗ

 

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ ΑΝΘΕΣΤΗΡΙΩΝ Ν. ΒΑΡΔΙΑΜΠΑΣΗΣ

Αττικός μην μέσα Φεβρουαρίου - μέσα Μαρτίου Στην Αττική γιόρταζαν τα πρώτα άνθη της μυγδαλιάς με διαγωνισμούς οινοποσίας. «Ανθεστήρια, Χόες». Τότε άνοιγαν τους πίθους με το γιοματάρι (πιθοίγια) και γέμιζαν τις κρασοκανάτες (χόες). Νικητής ήταν όποιος άδειαζε πρώτος τον χουν που χώραγε περισσότερο από δύο λίτρα.

Ετυμολογία μηνός: Από το λατινικό ρήμα februare, που σημαίνει καθαίρω, αγνίζω, αποβάλλω τα καθάρματα. Στη διάρκειά του οι Ρωμαίοι διοργάνωναν τελετές καθαρμών και εξαγνισμών. (Πόσο καλά θα ήταν εάν οι... σύγχρονοι Ρωμαίοι καθάριζαν τα... εμπλουτισμένα εδάφη της Σερβίας και του Κοσόβου... από το ουράνιο). Αρχικά (46 μ.Χ.) με το Ιουλιανό ημερολόγιο, που πήρε το όνομά του από τον Ιούλιο Καίσαρα που το καθιέρωσε, έχει 30 ημέρες. Μεταγενέστερα αφαιρέθηκε μια ημέρα και προστέθηκε στον Αύγουστο

για να τιμηθεί ο αυτοκράτορας Αύγουστος και μεταγενέστερα περιορίστηκαν σε 28 οι ημέρες του Φεβρουαρίου.

Παρετυμολογία: Εμείς το μήνα τον συνταιριάξαμε περισσότερο με τις... φλέβες, γιατί λέμε: «ο Φλεβάρης με τα κρύα του παγώνει τις φλέβες της γης» (Θράκη). Φτιάξαμε ακόμα και το ρήμα «φλεβαρίζω = πλημμυρίζω», επειδή τα χωράφια «φλεβαρίζουν από τις βροχές».

Επειδή ο Φεβρουάριος έχει από 2-3 ημέρες λιγότερες από τους άλλους μήνες του χρόνου, ονομάζεται οπό το λαό και "Κουτσοφλέβαρος". Η προσωνυμία αυτή φαίνεται πως του έχει δοθεί ίσως και ως υβριστική για την "αναπηρία" του, στις ημέρες γιατί κατά το μήνα αυτόν επικρατεί καιρός με πολλές βροχές και απότομες μεταβολές από την ηλιοφάνεια στα χιόνια και το τσουχτερό κρύο που επισημαίνεται και με το λαϊκό παροιμιακό χαρακτηρισμό: "Ο Φλεβάρης και αν φλεβίσει καλοκαίρι θα μυρίσει, μα αν σώσει και κακιώσει μες στο χιόνι θα μας χώσει".

Αρχαίαι εορταί: Ανθεστήρια, Χόες (11-13). Στην Αττική γιόρταζαν τα πρώτα άνθη της μυγδαλιάς με διαγωνισμούς οινοποσίας. Ανοιγαν τους πίθους με το... κρασί (πιθοίγια) και γέμιζαν τις κρασοκανάτες (χόες). Νικητής ήταν όποιος άδειαζε πρώτος τον χουν που χώραγε περισσότερο από δύο λίτρα.

Εορταί: Του Αγίου Τρύφωνα (1/2). Ο Αγιος Τρύφωνας θεωρείται φύλακας των αμπελιών. Στη Στενήμαχο της Ανατολικής Ρωμυλίας οι αμπελουργοί, παρουσία του ιερέως που ευλογούσε, θυσίαζαν ταύρο, για να ευχαριστήσουν τον άγιο. Μετά το φαγοπότι διοργάνωναν αγώνα πάλης. Θυσία ταύρου γίνεται και στις 10/02 στην Αγία Παρασκευή Μυτιλήνης. «Κατεβάζουν τον Ταύρο στην εκκλησία, όπου τον στολίζουν μ' ένα στεφάνι στον λαιμό από πολύχρωμα λουλούδια και χρυσώνουν τα κέρατά του». Ο ταύρος πρέπει να είναι υγιής, τέλειος και να μην έχει μπει στον ζυγό, όπως ακριβώς κατά την αρχαιότητα(!)

Της Υπαπαντής (2/2). Τότε γίνονται προβλέψεις. «Ο,τι καιρό κάνει, θα βαστάξει σαράντα ημέρες».

Του Αγίου Συμεών (3/2). Ο ’γιος τιμάται από τις εγκύους, που έλεγαν παρετυμολογώντας: «Για να μη γεννηθεί το παιδί σημειωμένο». Του Αγίου Χαραλάμπους (10/2). Σε μερικά χωριά της Μ. Ασίας ύφαιναν και κεντούσαν για τον άγιο μια ποδιά, που είχε αποτρεπτική δύναμη κατά της πανούκλας.

Θυσίες: Στη Μυτιλήνη, στο χωριό Αγία Παρασκευή, του Αγίου Χαραλάμπους (10/2) κατεβάζουν ταύρο στην εκκλησία, τον στολίζουν με ένα στεφάνι στο λαιμό από πολύχρωμα λουλούδια και χρυσώνουν τα κέρατά του. Κατόπιν, τον παίρνουν οι επίτροποι μετά μουσικής και τον γυρίζουν μέσα στο χωριό. Οι γυναίκες βγαίνουν στο δρόμο και ρίχνουν πάνω στον ταύρο μετάξια και άλλα κεντήματα. Με την επιστροφή τους ο παπάς διαβάζει την ευχή στον ταύρο της θυσίας. Ο επίτροπος τον σφάζει και... καλοφάγωτος.Σε άλλες περιοχές υφαίνουν και κεντούν για τον άγιο μια ποδιά ή ένα πουκαμισάκι από μονομερίτικο πανί, «που φτιάχνονταν μονόμερα με πολλές μαγικές διατυπώσεις». Το πανί αυτό είχε αποτρεπτική δύναμη κατά της πανούκλας.

Του Αγίου Βλασίου (11/2). Ο άγιος θεωρείται φύλακας και προστάτης του χωριού από τον λύκο και το τσακάλι. Στην εορτή του «δεν τυροκομάνε, δεν κάνουνε δουλειά στο σπίτι» και έθιμο της ημέρας ήταν η κοινή εστίασις. Ετρωγαν τις αίγες που θυσίαζαν στον περίβολο του ναού.

Λαογραφία μηνός: Την ημέρα της Υπαπαντής (2/2) παντρεύονται τα πουλιά και ό,τι καιρό κάνει θα βαστάξει σαράντα ημέρες.

Μαντείες:  Γίνονται ονειρομαντείες, κατοπτρομαντείες, υδατομαντείες και μολυβδομαντείες...

Πρόβλεψη καιρού: Την ημέρα της "Παναγίας της Φλεβαριανής" ή "Φλεβαριώτισσας" (Υπαπαντής, 2 Φεβρουαρίου) παντρεύονται τα πουλιά και ό,τι καιρό κάνει θα βαστάξει σαράντα ημέρες.

Κάθε τέσσερα χρόνια, για να συντονίζεται το έτος των 365 ημερών στο ηλιακό έτος, προστίθεται στο Φεβρουάριο μια μέρα. Αυτά και καλό μήνα να έχουμε.  

 

ΚΟΡΥΦΗ

1ο 15νθήμερο ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ                                   2ο 15νθήμερο ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

Έθιμα το μήνα Φεβρουάριο                                          Ματιά στον Φεβρουάριο  

Από τη Βικιπαίδεια Φεβρουάριος                                          μήνας Φεβρουάριος

Λαογραφία Φεβρουαρίου

 

ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ-ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ ΒΑΧΤΣΑΒΑΝΗΣ Π

Το όνομα του (κοινώς Φλεβάρης) προέρχεται από τη λατινική λέξη februare (=εξαγνίζω), που σημαίνει καθαρτήρια γιορτή, γιατί κατά την διάρκεια  του γίνονταν στη Ρώμη γιορτές θρησκευτικού καθαρμού και εξαγνισμού. Επίσης λέγεται Φλιάρης, Κουτσουφλέβαρος ή Κουτσός, Κούντουρος ή Κούτσουρος (δηλ. με κομμένη την ουρά, Πόντος), Κουτσούκης ή Μικρός (Κύπρος) και Κλαδευτής. Από το 46 π.Χ. οπότε καθιερώθηκε το Ιουλιανό ημερολόγιο, οι ημέρες του μήνα αυτού, από 30  περιορίστηκαν σε 29, ενώ κατά την εποχή του Αυγούστου μειώθηκαν κατά μια ακόμη ημέρα, η οποία προστέθηκε στο μήνα Αύγουστο, για να τιμηθεί ο αυτοκράτορας. Για να συντονιστεί το ημερολόγιο των 365 ημερών προς το  ηλιακό έτος, καθιερώθηκε η αύξηση των ημερών του Φεβρουαρίου κατά μια, κάθε 4 χρόνια. Τότε λέμε πως η χρονιά είναι δίσεκτη. Το δίσεκτο έτος, θεωρείται από το λαό μας κακότυχο, γι' αυτό δεν πρέπει να φυτεύουν αμπέλια οι γεωργοί ούτε να γίνονται γάμοι ούτε να χτίζονται σπίτια.
                ΕΡΓΑΣΙΕΣ:
                Φυτεύουν πατάτες.
                Προετοιμάζουν τα χωράφια για να σπείρουν ανοιξιάτικα σιτηρά & ενισχύουν τα φθινοπωρινά, λιπαίνοντάς τα.
                Κλαδεύουν αμπέλια & δέντρα.
                Καθαρισμός μαντριών.
                Συντήρηση κοπριάς σε λάκκους.
                Σβάρνισμα χωραφιών.
                ΕΘΙΜΑ-ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ:
                ΜΕΤΑΜΦΙΕΣΕΙΣ. Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της αποκριάς.
                ΜΠΟΥΛΕΣ & ΓΕΝΙΤΣΑΡΟΙ (Νάουσα): Ένα έθιμο με βαθιές ρίζες, που στο πέρασμα της μακραίωνης ιστορίας του ενσωμάτωσε στοιχεία της τοπικής παράδοσης και των ηρωικών αγώνων.
                Πρώτη μαρτυρία για το δρώμενο έχουμε το 1706, αντί μνημόσυνου για το παιδομάζωμα της προηγούμενης χρονιάς. Την μεγαλύτερη ακμή του γνώρισε στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα και φθάνει αναλλοίωτο μέχρι τις μέρες μας.
                Οι άνδρες συνηθίζουν να μεταμφιέζονται σε Γενίτσαρους και Μπούλες. Μπούλες ντύνονται οι λεπτοκαμωμένοι, ενώ Γενίτσαροι οι γεροδεμένοι. Η Μπούλα φορεί την τοπική γυναικεία νυφική φορεσιά και στολίζει το κεφάλι της με λευκό πέπλο, χρωματιστές κορδέλες και πολλά χάρτινα λουλούδια. Ο Γενίτσαρος φορεί φουστανέλα, τσαρούχια, μάλλινες μακριές κάλτσες και γιλέκο. Στολίζει το στήθος και την πλάτη του με πολλά νομίσματα και τη φουστανέλα του με πολλές αλυσίδες. Όταν περπατά, κουνάει το σώμα του και χοροπηδάει, για να κουδουνίζουν όσα φορεί. Στο κεφάλι, στη μέση και στο χέρι του δένει από ένα μαντίλι, ενώ στο λαιμό κρεμά σταυρό και αλυσίδα με φυλακτό. Η Μπούλα κι ο Γενίτσαρος φορούν στο πρόσωπο κέρινες μάσκες. Μαζεύονται παρέες-παρέες και κατεβαίνουν στην πλατεία της πόλης χορεύοντας.
                Οι κάτοικοι της Νάουσας λένε, ότι στα χρόνια της τουρκοκρατίας, οι αρματολοί έβρισκαν στις Απόκριες την ευκαιρία να έλθουν στην πόλη μασκαρεμένοι και να γλεντήσουν με τους συγγενείς και τους φίλους τους, χωρίς να φοβούνται ότι θα τους αναγνωρίσουν οι Τούρκοι.
               
ΓΕΡΟΙ & ΚΟΡΕΛΕΣ (Σκύρος). Τοπικός μύθος ο οποίος λέει: Ήταν κάποτε ένας γέρος με τη γριά του κι είχαν πολλά κατσίκια. Όμως μια νύχτα του χειμώνα έπεσε στο βουνό χιόνι κι άγρια παγωνιά κι όλα τα κατσίκια ψόφησαν. Στην απελπισία τους οι βοσκοί ζώστηκαν τα κουδούνια των νεκρών ζώων και ροβόλησαν τις δύσβατες πλαγιές του βουνού μέχρι τη Χώρα. Με το κτύπο των κουδουνιών έφεραν στους χωριανούς τους το μήνυμα της καταστροφής. Από τότε κρατούν το έθιμο.
                Οι μεταμφιεσμένοι, με ζωόμορφη όψη, κρατώντας μακριές ξύλινες μαγκούρες και ζωσμένοι πολλά κουδούνια που ζυγίζουν ως και 50 κιλά (γέροι), και οι Κορέλες, άντρες ντυμένοι γυναικεία, γυρίζουν δρόμους και σπίτια σηκώνοντας το νησί με χαρούμενες φωνές, ορχηστρικές κινήσεις, τραγούδια, χορούς και προπαντός με τους δυνατούς και αρμονικούς χτύπους των κουδουνιών.
                «ΜΠΑΜΠΟΥΓΕΡΑ» (Δράμα): Στην Καλή Βρύση πρωταγωνιστούν τα "Μπαμπούγερα", άντρες μεταμφιεσμένοι ζωόμορφα, ζωσμένοι βαριά κουδούνια. Με το πέρας της τελετής του αγιασμού τα Μπαμπούγερα έχουν ήδη συγκεντρωθεί έξω από την εκκλησία και με την εντυπωσιακή και θορυβώδη παρουσία τους κυριαρχούν σ' όλο το χωριό την ημέρα των Θεοφανίων και τις δύο επόμενες (6-8 Ιανουαρίου). Η αμφίεση των Μπαμπούγερων αποτελείται από άσπρη περισκελίδα, γυναικείο μαύρο επενδύτη αμανίκωτο, φλοκωτό στην εσωτερική μεριά, άσπρο πουκάμισο και πέντε μεγάλα κουδούνια που ζώνονται στη μέση. Η κεφαλή καλύπτεται με προσωπίδα από μάλλινο λευκό ύφασμα του αργαλειού. Στο μέτωπο ράβεται ένα στρογγυλό καθρεπτάκι, ενώ με ρούχα σχηματίζουν μεγάλη καμπούρα στη ράχη του μεταμφιεσμένου. Αποκορύφωμα και λήξη του γιορτασμού αποτελεί η σατιρική αναπαράσταση γάμου στις 8 Ιανουαρίου, με συμμετοχή στη χαρά και το γλέντι όλου του χωριού και των πολλών επισκεπτών, που τη μέρα αυτή συρρέουν στην Καλή Βρύση όχι μόνο από την περιοχή της Δράμας αλλά και από μακρινά μέρη. Η αναπαράσταση μιμείται το τοπικό εθιμικό τυπικό, με κάποιους νεωτερισμούς ή ευρηματικές προσαρμογές στην πραγματικότητα. Εντυπωσιακό στοιχείο αποτελεί η ξαφνική αρπαγή της νύφης από τα Μπαμπούγερα η οποία όμως αμέσως απελευθερώνεται. Παρότι το στοιχείο αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως υστερογενές, αποτελεί παραδοσιακό μοτίβο. Την τρίτη μέρα, 8 Ιανουαρίου της Αγίας Δομνίκης, τιμούσαν τη μαμή, της οποίας η παρουσία ήταν τόσο πολύτιμη στην παραδοσιακή κοινότητα και κοινωνία.
                Μπαμπούγερα ντύνονται και παιδιά, στοιχείο της συνέχισης του εθίμου το οποίο στην Καλή Βρύση βιώνεται ως έκφραση ψυχικής ανάγκης και λειτουργεί ως συνειδητό χρέος στην προγονική κληρονομιά. Τα αναβιωμένα εθιμικά δρώμενα συνοδεύουν τα παραδοσιακά όργανα της περιοχής, η γκάιντα (είδος ασκού, μουσικού οργάνου γνωστού και στην αρχαιότητα), η λύρα και ο νταχαρές ή νταϊρές (ντέφι). Εκτός από αυτά όμως, ως μέσα μουσικής έκφρασης χρησιμοποιούνται και αντικείμενα της καθημερινής ζωής (κουδούνια και σήμαντρα). Το ανθρώπινο δε σώμα ως ηχοποιητικό μέσο με τα πόδια που χτυπούν στο έδαφος καθώς και ο τρόπος που κινείται φανερώνουν το πρωταρχικό  στοιχείο της μουσικής, το ρυθμό.
                ΚΑΛΟΓΕΡΟΣ (=Καλός γέρος). Θρακικό δρώμενο (στη Βιζύη) τη Δευτέρα της «Τυρινής».         Τελείται σε 3 διαδοχικές σκηνές:
                1. την μπάμπω με το εφταμηνίτικο
                2. το φόνο του καλόγερου
                3. την ψευδοαροτροίωση
                Οι 2 πρώτες σκηνές είναι σατυρικές, η τελευταία σοβαρή. Έπαιρναν μέρος τα εξής πρόσωπα: οι 2 καλόγεροι (εκλέγονταν από τους προεστούς κάθε 4 χρόνια κι έπρεπε να 'ναι παντρεμένοι), 2 κορίτσια ή Νύφες (2 ανύπαντροι νέοι που έπρεπε να μην παντρευτούν αυτά τα 4 χρόνια), η Μπάμπω (=μαμή) με το εφταμηνίτικο παιδί της, 2 κατσίβελοι (γύφτοι) και 2 Ζαπτιέδες (χωροφύλακες)
                Οι καλόγεροι φορούσαν δέρματα ζώων, στο κεφάλι τους περικεφαλαία από τομάρι λύκου ή αλεπούς και μάσκα στο πρόσωπό τους πάλι από δέρμα. Γύρω από τη μέση τους κρεμούσαν κουδούνια. Ο Αρχικαλόγερος κρατούσε στο χέρι του ένα τόξο που μ' αυτό πετούσε στάχτη αντί για βέλη ενώ ο άλλος καλόγερος κρατούσε ένα ραβδί. Η Μπάμπω φορούσε κουρέλια, ήταν καμπούρα κι είχε «κροκιδένια μαλλιά». Το εφταμηνίτικο παιδί της (ομοίωμα) το είχε μέσα σε ένα καλάθι. Οι κατσίβελοι ήταν ντυμένοι με ρούχα φτωχικά, με πρόσωπα μουντζουρωμένα κι έλεγαν πειράγματα κι αστεία. Τέλος οι Ζαπτιέδες βαστούσαν όπλα κι ακολουθούσαν τους καλόγερους.
                Η πομπή ξεκινούσε με τύμπανα και γκάιντες. Περνούσε από τα σπίτια του χωριού κάνοντας έλεγχο σε κάθε σπιτικό, αν τα γεωργικά του εργαλεία ήταν στη θέση τους. Αφού επισκέπτονταν και το τελευταίο σπίτι κατέληγαν στην πλατεία του χωριού. Έτσι άρχιζε το δράμα με τις 3 σκηνές που προαναφέραμε. Αξίζει να σημειωθεί ότι μετά από την τρίτη σκηνή της «ψευδοαροτροίωσης», οι θεατές συμμετείχαν ενεργά. Έπιαναν διπλό και τριπλό χορό-μπροστά οι καλόγεροι- και χόρευαν ως αργά το βράδυ.
               
ΟΙ «ΦΑΝΟΙ ΤΗΣ ΚΟΖΑΝΗΣ». Ένα διονυσιακό έθιμο, που αναβιώνει την Αποκριά στην Κοζάνη είναι ο Φανός. Η παράδοση θέλει με το άναμμα του φανού το βράδυ της Μεγάλης Αποκριάς να ξεκινούν τραγούδια, τα οποία εξιστορούν τα κατορθώματα των κλεφτών, αλλά και τον έρωτα. Τα τραγούδια ονομάζονται ξενίντραπα, μασκαραλίτκα ή νοικοκυρίσια κι έχουν σατιρικό χαρακτήρα και έντονες φαλλικές αναφορές. Στο έθιμο συμμετέχει όλη η Κοζάνη, ανάβουν συνολικά δεκατρείς φανοί, ένας σε κάθε γειτονιά της Κοζάνη.
                Φωτιές που στήνονται στις γειτονιές ως είδος βωμού. Κάθε γειτονιά προσπαθεί να παρουσιάσει όχι μόνο τον ωραιότερο φανό, αλλά και τους πιο καλούς τραγουδιστές, που να έχουν θέση ξεχωριστή στην τοπική κοινωνία.
                ΧΑΣΚΑΣ ή ΧΑΣΚΑΡΗΣ ή ΧΑΨΑΡΟΣ ή ΧΑΨΑΛΟΣ (Πανελλήνιο). Το πιο διασκεδαστικό έθιμο. Ένα παιχνίδι με αβγό καθαρισμένο, σπανιότερα ακαθάριστο. Έδεναν το αβγό με μια κλωστή από το ταβάνι και κάποιος το στριφογύριζε. Όποιος το έπιανε με το στόμα ήταν ο τυχερός. Αλλού το αβγό το έδεναν με κλωστή σ' ένα μακρύ ξύλο που το κουνούσε ο νοικοκύρης. Αλλού πάλι προσπαθούσαν να το πιάσουν τα παιδιά με το στόμα, γονατιστά και με τα χέρια δεμένα.
               
ΑΛΕΥΡΟΜΟΥΤΖΟΥΡΩΜΑΤΑ (Γαλαξίδι). Στο Γαλαξίδι την Καθαρά Δευτέρα δεν παίζουν με σερπαντίνες και χαρτοπόλεμο, αλλά παίζουν "αλευροπόλεμο" με βασικό υλικό το αλεύρι. Αυτό το έθιμο διατηρείται από το 1801. Εκείνα τα χρόνια, παρ' όλο που το Γαλαξίδι τελούσε υπό την Τουρκική κατοχή, όλοι οι κάτοικοι περίμεναν τις Απόκριες για να διασκεδάσουν και να χορέψουν σε κύκλους. Ένας κύκλος για τις γυναίκες, ένας για τους άνδρες. Φορούσαν μάσκες ή απλά έβαφαν τα πρόσωπά τους με κάρβουνο. Στην συνέχεια προστέθηκε το αλεύρι, το λουλάκι, το βερνίκι των παπουτσιών και ή ώχρα. Στο μουντζούρωμα συμμετέχουν όλοι ανεξαιρέτως ηλικίας.
                Ο γαμπρός και η νύφη (πάλι άντρας παρελαύνουν στη παραλία και στη συνέχεια οι παρευρισκόμενοι στο έθιμο, που ραίνουν το ζευγάρι με φούμο (αλεύρι), αρχίζουν να αλληλομουτζουρώνονται, χορεύοντας και διασκεδάζοντας.
                ΜΠΟΥΡΑΝΙ (Τίρναβος). Διονυσιακό έθιμο. Μια αλάδωτη χορτόσουπα που ετοιμάζεται και μοιράζεται με τη συνοδεία άσεμνων τραγουδιών και τολμηρών χειρονομιών.
                ΒΛΑΧΙΚΟΣ ΓΑΜΟΣ (Θήβα). Η Θήβα φημίζεται για την αναπαράσταση του Βλάχικου Γάμου, κάθε Καθαρή Δευτέρα. Είναι ένα έθιμο που φθάνει στις ημέρες μας από το 1830 περίπου, μετά την απελευθέρωση των ορεινών περιοχών. Οι Βλάχοι, δηλ. οι τσοπάνηδες από την Μακεδονία, την Ήπειρο, Θεσσαλία και Ρούμελη, εγκατέλειψαν τότε την άγονη γη τους και βρήκαν γόνιμο έδαφος νοτιότερα. Το έθιμο αφομοιώθηκε και διατηρήθηκε μόνο στην Θήβα, την πατρίδα του Διονύσου. Πιστεύεται ότι ο Βλάχικος γάμος είναι κατάλοιπο Διονυσιακής Παράδοσης, (Πομπή, Πυρρίχιος χορός, Βακχευόμενος Σάτυρος ) στους βλάχους της Πίνδου.
                Προξενιό, προικοπαράδοση, ξύρισμα γαμπρού, νυφοστόλισμα και όλα τα άλλα γαμήλια νόμιμα γίνονται με την καθιερωμένη εθιμική τάξη. Παλαιότερα, σήμερα παραλείπεται, σε κάποια στιγμή ένας συμπέθερος ή και ο ίδιος ο γαμπρός έπεφτε καταγής, ύστερα δήθεν από κάποια φιλονικία, προσποιούμενος τον πεθαμένο. ’ρχιζε μοιρολόγημα και κοπετός (θρήνος με στηθοκτυπήματα). Ξαφνικά όμως ο πεθαμένος σηκωνόταν σαν να ανασταινόταν, με όλους τους συμβολισμούς μιας τέτοιας παράστασης.
                ΤΟΥ ΚΟΥΤΡΟΥΛΗ Ο ΓΑΜΟΣ (Μεθώνη). Ανάμνηση πραγματικού γάμου, που έγινε στην πόλη αυτή πριν από αιώνες. Γαμπρός ήταν ο «καβαλάριος κυρ Ιωάννης ο Κουτρούλης», ο οποίος, ύστερα από πολλών χρόνων αναμονή και υπομονή, γιατί αντιδρούσε η εκκλησία, παντρεύτηκε την γυναίκα που αγαπούσε. Ο γάμος μεταβλήθηκε σε χαρούμενο πανηγύρι και πραγματικά έγινε παροιμιώδης.
                Η ΜΟΝΟΗΜΕΡΗ ΚΛΩΣΤΗ (Βάρος Λήμνου). Γύρω στα 1916, μια ξαφνική αρρώστια έπληξε το Βάρος. Την αποκάλεσαν πανούκλα και θέριζε πραγματικά.
                Μέσα στο γενικό χαμό, μια γυναίκα του χωριού είδε στον ύπνο της τον ’γιο Χαράλαμπο, που τη συμβούλεψε να γνέσουν, σε μία μόνο μέρα, κλωστή, από τα βαμβάκια που καλλιεργούσαν, να την ενώσουν τρίκλωνη και να ζώσουν μ' αυτή το χωριό.
                Πράγματι, την άλλη μέρα, όλες οι γυναίκες του χωριού έκαναν αυτό, που τους είπε ο ’γιος και το χωριό σώθηκε από την επιδημία.
                Από τότε, κάθε χρόνο, στη διάρκεια της Σαρακοστής, οι γυναίκες μαζεύονται σ' ένα μεγάλο χορό και γνέθουν την κλωστή, την κάνουν τριπλή και φτιάχνουν 13 μεγάλα κουβάρια.
                Από την εκκλησία, ξεκινάει η πομπή, με επικεφαλής τον παπά του χωριού και μια γυναίκα, που κουβαλάει τα κουβάρια με τη μονοήμερη κλωστή. Στο παρεκκλήσι του Αγίου Χαράλαμπου γίνεται η πρώτη στάση για δέηση και ξεκινάει το ζώσιμο του χωριού.
               
«ΜΠΡΑΜΔΕΣ» ή «ΟΙ ΚΑΛΕΣ» (Σκόπελος). Οι πιο αριστοκρατικές μεταμφιέσεις του νησιού. Φορούν τοπικές ενδυμασίες (φουστανέλες, βράκες, τουαλέτες εποχής…) και πολλά εξαρτήματα. Γυρίζουν από γειτονιά σε γειτονιά και τραγουδούν το επικό τραγούδι της «Βλάχας»:

’ντε να πάμε Βλάχα στον πέρα καφενέ

Να σε τρατάρω Βλάχα σουμάδα κι αργιλέ…

Δε θέλω τη σουμάδα ούτε τον αργιλέ

Μον θέλω ένα λουκούμι κι ένα γλυκό καφέ…

                Οι Μπράμδες μαζεύονται την Κυριακή της Τυρινής στις πλατείες κι άλλα κεντρικά σημεία του νησιού, τραγουδούν και χορεύουν, ενώ παράλληλα τους κερνούν ρυζόγαλο, γαλατομπούρεκο κι άφθονο κρασί.
               
ΤΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ ΤΗΣ ΠΑΤΡΑΣ.   
                ΓΙΟΡΤΕΣ:
                ΣΥΜΟΓΙΟΡΤΑ.
                1)Ο ’γιος Τρύφων (1/2). Προστατεύει τα αμπέλια & τους αγρούς από τα τρωκτικά.
                2) Η  Παναγία η Υπαπαντή (2/2). Προστατεύει μυλωνάδες & αγρότες. Λένε στην ΑΙΤΩΛΙΑ: Ό,τι καιρό κάνει της Υπαπαντής, τέτοιο καιρό θα κάνει τις επόμενες 40 μέρες.
                3) Ο ’γιος Συμεών (3/2). Οι έγκυες την ημέρα αυτή δε δούλευαν για μη σημαδευτούν τα παιδιά στην κοιλιά τους.
                ΤΣΙΚΝΟΠΕΜΠΤΗ. Είναι η Πέμπτη της Κρεατινής, που κάθε σπίτι ήθελε να «τσικνώσει τη γωνιά του», να ψήσει δηλαδή κρέας και η τσίκνα να απλωθεί ολόγυρα. Σήμερα, βέβαια, είναι απλά μία ακόμη ευκαιρία για διασκέδαση.
                ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ:
                «Του Φλεβάρη είπαν να βρέξει και λησμόνησε να πάψει».
                «Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει. Μα αν τύχει και θυμώσει, μες το χιόνι θα σε χώσει».
                «Φλεβάρης, κουτσοφλέβαρος και του τσαπιού ο μήνας».
                «Ο Φλεβάρης με νερό, κουτσός μπαίνει στο χορό».
                «Παπαντή καλοβρεμένη, η κοφίνα γεμισμένη».
                «Το Φλεβάρη μη φυτέψεις, ούτε να στεφανωθείς, Τρίτη μέρα μη δουλέψεις, Σάββατο μη στολιστείς».
 

 

Λαογραφικά του μηνός Φεβρουαρίου  http://oiax.blogspot.com/

Ο Φεβρουάριος ή Φλεβάρης είναι ο δεύτερος μήνας του έτους κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο. Έχει 28 ημέρες, ενώ όταν το έτος είναι δίσεκτο έχει 29. Δεν είναι τυχαία η λαϊκή μας παρετυμολογία του λατινικού Februarius, που σήμαινε το μήνα των καθαρμών (η Φεβρούα ήταν η θεά που επόπτευε στους καθαρμούς και τους εξαγνισμούς και ο Φέβρουος ο θεός των νεκρών), επειδή ήταν ο τελευταίος του Ρωμαϊκού έτους και επομένως «διαβατήριος» και αποκαθαρτικός. Τον παρετυμολογήσαμε, από τις βροχές και τα πολλά νερά του, και είπαμε (λαϊκά) Φλεβάρης, επειδή ανοίγει «τις φλέβες του» και γεμίζει τον κόσμο νερά.
Το περιεχόμενο του Φεβρουαρίου είναι πρώτ’απ’όλα –και αυτό είναι κοινό για όλους τους ελληνικούς τόπους- το μήκος του. Είναι ο μήνας ο Κουτσός, ο Κούντουρος και Κούτσουρος (δηλαδή με κομμένη ουρά, όπως τον λένε στον Πόντο), ο Κουτσούκης, ή Μικρός ή Κούτσουλος (όπως τον λένε στην Κύπρο) και φυσικά ο Κουτσοφλέβαρος.
Είναι επίσης ο μήνας με τον πιο άστατο καιρό, όπως και ο Μάρτης:

Ο Φλεβάρης και αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει
μα αν τύχει και θυμώσει, μες στο χιόνι θα μας χώσει.

Για τον άστατο καιρό, ο Φλεβάρης λέγεται επίσης και Μεθυσμένος, γιατί δεν ξέρει τι κάνει.
Στον αγροτικό βίο, ο Φλεβάρης είναι ο μήνας των αμπελιών. Τότε γίνεται το κλάδεμα, το καθάρισμα και το τσάπισμα των αμπελιών. Τότε βάζουν και καταβολάδες, δηλαδή φυτεύουν αμπέλια (εκτός και αν είναι δίσεχτος ο χρόνος). Γι’αυτό του το περιεχόμενο ο Φλεβάρης ονομάζεται σε ορισμένα μέρη, όπου είναι βέβαια ανεπτυγμένη η αμπελουργία και Κλαδευτής.
Ο Φεβρουάριος αρχίζει με τρεις γιορτές που μ’ένα κοινό όνομα λέγονται Συμόγιορτα και τιμώνται πολύ από τον λαό. Αυτές είναι: του αγίου Τρύφωνα (1), της Υπαπαντής (2) και του αγίου Συμεών (3). Η πρώτη είναι κατ’εξοχήν αγροτική γιορτή. Ο άγιος Τρύφωνας (1) θεωρείται φύλακας των αμπελιών και προστάτης των αγρών, της βλάστησης και της καλλιέργειας.
Κατά το συναξάρι του, ο φτωχός χηνοβοσκός ζούσε στη Μ. Ασία (κοντά στη Νίκαια) στα τελευταία χρόνια των χριστιανικών διωγμών. Νέος είχε προσχωρήσει στη νέα θρησκεία, μαρτύρησε με βασανιστήρια και τελικά αποκεφαλίστηκε. Μπορούμε να πούμε ότι το ελληνικό όνομα του αγίου καθώς και η νεαρή ηλικία του συσχετίστηκαν με τη λέξη «τρυφερός».
Η Υπαπαντή (2) γιορτάζεται σε ανάμνηση της συνάντησης του Συμεών με τον μικρό Ιησού, αλλά στη γλώσσα του λαού έγινε Αποπαντή και τέλος Πακουή ή Πακού, δηλαδή η αγία που ακούει, η Παναγία. Λέγεται και Παναγία η Μυλιαργούσα, επειδή οι μύλοι αργούν.
Οι γεωργοί τιμούσαν τη γιορτή και έκαναν προβλέψεις σχετικά με τον καιρό:
Καλοκαιριά της Παπαντής, Μαρτιάτικος χειμώνας.
Και με τη σοδειά:
Παπαντούλα χιονισμένη, και τ’αμπάρια γιομισμένα!
Παπαντή καλοβρεμένη, η κοφίνα γεμισμένη.
Ο άγιος Συμεών (3) που έδωσε το όνομά του και στις δύο προηγούμενες γιορτές, εξαιτίας της παρετυμολογίας του ονόματός του (από το «σημειώνω» = κάνω σημάδι) τιμάται κατ’εξοχήν από τις έγκυες, που την ημέρα αυτή απέχουν από κάθε εργασία και παίρνουν μύριες προφυλάξεις από φόβο μη γεννηθεί το παιδί «σημειωμένο».

«Είχε, θυμάμαι, εδωνά πάνω στο μπούτι, και μια καφεδιά βούλα.
Η μάνα της, μούπε, τότες που την είχε στην κοιλιά,
έπιασε τηγάνι ανήμερα τ' Αγιού Συμνιού,
και σαν το θυμήθηκε σκουπίστηκε τρομαγμένη στο μερί της.
Και το κορίτσι γεννήθηκε "σημνιωμένο" μ'αυτή τη δαχτυλιά.»

(Η ζωή εν τάφω, Στρατή Μυριβήλη)

Μια λαϊκή παροιμία λέει: η Παπαντή διώχνει τις γιορτές με τ’αντί.
Αυτό σημαίνει ότι στις αρχές του Φεβρουαρίου σταματούν οι γιορτές, που από τα Χριστούγεννα διαδέχονται η μία την άλλη. Σταματά η αργία και η σχόλη. Όμως δύο ακόμη γιορτές του αγίου Χαραλάμπη (10) και του αγίου Βλάση (11) γιορτάζονταν με μεγάλες τιμές και σεβασμό, προπάντων από τους αγρότες.
Τέλος, ο Φλεβάρης είναι και μήνας χορευταράς και ξένοιαστος, γιατί μέσα στο Φλεβάρη πέφτουν συνήθως οι Απόκριες:
Το τριβδόμαδο γλέντι -με την Προφωνήσιμη, την Κρεατινή και την Τυρινή Εβδομάδα- μέχρι το επιστέγασμα της Καθαρής Δευτέρας.  

 

ΚΟΡΥΦΗ

 

                                                                      

 

ΚΟΡΥΦΗ

Η ιστοσελίδα αυτή είναι  τμήμα του οικοχώρου "ΗΘΗ & ΕΘΙΜΑ          

 

ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ © 2008-2009 ΒΟΥΛΑ ΒΑΒΑΡΟΥΤΣΟΥ       

από 7/4/09  .free counters..free counters...

.

Μετρητής 

Επισκεπτών

από 16/1/2009

 

....