Υπό κατασκευήν...

 

 

"Οι εικόνες των αγίων είναι παράθυρα στον Παράδεισο"

π. Αδριανός

 

 

k"ει δε Χριστός ουκ εγήγερται ματαία η πίστις ημών"

(Α'Κο. 15,17)

 

 

<Χριστός Παντοκράτωρ: Ι. Μονή Σινά, 6ος αι. >

 

Οι δύο όψεις της Ζωής, (ή) της ζωής μου

Πρόσφατα, ιδιαίτερα μίλησε μέσα μου μια εικόνα του Κυρίου αλλιώτικη απ’ τις άλλες. Μόλις είχε τελειώσει η Θ. Λειτουργία, και το βλέμμα μου προσείλκυσε αυτή η εικόνα που παρουσίαζε τον Κύριο με δύο όψεις. Έμεινα μπρος της μερικά λεπτά να αφουγκραστώ τι έχει να μου πει.
Ο αγιογράφος απέδωσε στο ένα πρόσωπο του Κυρίου τις δύο ιδιότητες Του, αυτήν του σπλαχνικού Πατέρα και εκείνη του Δίκαιου Κριτή.

Το μισό πρόσωπο, γεμάτο γλυκύτητα, το βλέμμα γαλήνιο μεστό από συγκατάβαση και συγνώμη. Στο άλλο μισό, λες και ο αγιογράφος χρησιμοποίησε χρώματα αυστηρότητας σε τόνους και αποχρώσεις του απρόσιτου….Ο συγκαταβατικός Κύριος και ο επικριτικός Κριτής σε μιαν εικόνα…

Έμεινα να την κοιτώ…ε λοιπόν αυτή την εικόνα την έχω ξαναδεί. Την ξαναείδα ζωντανά στη ζωή μου την ίδια. Το πέρασμά μου απ’ αυτή τη γη γίνεται κάτω από αυτό το «διπλό» βλέμμα, το βλέμμα της αγάπης και το βλέμμα της δικαιοσύνης.
Η γαλήνη Του μου θύμισε τις γλυκείς εκείνες ώρες, τότε που με περίμενε πότε στις γωνιές της θλίψης και πότε στις κορυφές της χαράς μου…τότε ένιωθα το χάδι Του να με παρηγορεί και πλημμύριζε η ύπαρξή μου από την αγάπη Του. Κείνες τις ώρες, το είναι μου γονάτιζε κάτω από το βάρος της αγάπης Του…
Αλλά και το βλέμμα της αυστηρότητας δεν μου είναι άγνωστο. Κάθε που Τον αρνιόμουν και τον αρνιέμαι έτσι βλέπω το βλέμμα της αγάπης Του. Η αμαρτία χρωματίζει με αυστηρότητα την μορφή Του την γαλήνια και κρύβομαι σαν άλλος Αδάμ μην αντέχοντας τον δίκαιο Πατέρα να με θωρεί…. Μα και τότε ακόμη, η αγάπη Του νικούσε την αμαρτία, έψαχνε να με βρει, με φώναζε με το όνομά μου, θυμίζοντας μου θαρρώ πως είμαι το παιδί Του, ακόμη και όταν γλιστρώ στην αμαρτία. Τότε η ψυχή γονάτιζε κάτω απ’ το βάρος της συγνώμης Του….

Θεέ μου, ψιθύρισα, αυτή η εικόνα Σου είναι εικόνα της ζωής μου. Για μια στιγμή μου θύμισε πόσο αδύναμη είμαι αλλά και ότι είμαι και το παιδί ενός αδύναμου να μην αγαπά, Παντοδύναμου Θεού.

Αξίωσέ με Κύριε εκείνης της υπερκόσμιας θέας του προσώπου Σου, τότε που η σκιά της αμαρτίας θα αφανιστεί μπρος στην λάμψη του Θείου Σου Προσώπου. Έμεινα να κοιτώ λοιπόν την εικόνα αυτή που μου είπε με την κατανυκτική σιωπή της τόσα πολλά εκείνη την μέρα, και δεν ήταν τυχαίο. Έκανα ένα βήμα να φύγω, μειδιώντας στην όψη της συγκατάβασής Του και προσευχόμενη στη θέα της αυστηρότητας του προσώπου Του. Φεύγοντας, μια προσευχή ανέβηκε στα χείλη μου: κρίνε με δίκαια Κριτά και Πατέρα με τον κανόνα της αγάπης Σου…αμήν».

--δ.Κ.--

 

 

<Άγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης 18ος αι. >

"Ιησού, το γλυκύ μου και πράγμα και όνομα. Ιησού, το πυκνόν της διανοίας μου μελέτημα. Ιησού, η υπόθεσις της νοεράς προσευχής. Ιησού , το ύψος και βάθος, μήκος και πλάτος της γνώσης. Ιησού, η μνήμη η φωτολαμπής και ακόρεστος. Ιησού, η αγαλλίασις της καρδίας μου. Ιησού, το φως το υπέρ παν φως, το έσχατον των εφετών, η ζωοποιός και γλυκυτάτη θέρμη, η αρχή και μεση και το τέλος μου".

33

 

  • " Ο Θεός φανερούται κρυπτόμενος και κρύπτεται φανερούμενος"

 

 

<Άγ. Μάξιμος ο Ομολογητής 580-662 μ. Χ. >

" Οξυγράφου ως κάλαμος,τεθηγμένη τω Πνεύματι, η αγία γέγονε Πάτερ γλώσσα σου, καλλιγραφούσα εν χάριτι, πλαξί καρδιών ημών, τόμον θείων αρετών, και δογμάτων ακρίβειαν, και την σάρκωσιν, του εν δύω ουσίαις τοις ανθρώποις, και μιά τη υποστάσει, εμφανισθήναι θελήσαντος."

Από τα στιχηρά προσόμια του εσπερινού της 21ης Ιανουαρίου.

 
  • "...παραμένει κρύφιος (ο Θεός) και μετά την έκφανσιν".
  • Μάξιμος ο Ομολογητής,
  • PG 91, 1048D-1049A

33%

 

<Άγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος 329-389 μ.Χ. >
  • "...ο Υιός έχει εν εαυτώ όλον τον Πατέρα. Πώς; Το υπέρ ταύτα νέφει κρύπτεται, την σήν διαφεύγον αμβλυωπίαν".

Γρ. Θεολόγος, Λόγος 29, 8, PG 36, 84

 

"Καθαρθήναι δει πρώτον,είτα καθάραι. Σοφισθήναι και είτα σοφίσαι. Γενέσθω φως και φωτίσαι. Εγγίσαι Θεώ και προσαγαγείν άλλους. Αγιασθήναι είτα αγιάσαι."

Λόγος 2,71 PG 35,48

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΗΣ ΦΥΓΗΣ...

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ

 

Μόνος μου χτες από τις πίκρες στραγγισμένος
Σε δάσος σύσκιο βαρύθυμος καθόμουν.
Μ' αρέσει, αλήθεια, αυτό το φάρμακο στις θλίψεις,
με την ψυχή μου ν' αναδεύω σκέψεις σιωπηλά.
Αύρες ψιθύριζαν μ' αηδόνια καλλικέλαδα
απ΄' τα κλαδιά γλυκό αποκάρωμα χυνόταν,
θαρρείς και σού φευγε η ζωή. Κι από τα δέντρα
τα οξύφωνα τζιτζίκια, φίλοι του ήλιου,
πλημμύριζαν το δάσος με τις φλύαρες φωνές τους.
Σιμά ρυάκι δροσερό έβρεχε τα πόδια
και μες στο δάσος έτρεχε απαλά.
Πώς με συνείχε ωστόσο δυνατή η οδύνη
κι έτσι δε με τραβούσαν διόλου ετούτα. Ο νους,
σαν τον στομώνει ο πόνος, τέρψεις δε γυρεύει.
Κι εγώ μέσα στις συστροφές της ταραγμένης σκέψης
σ' αντίμαχες ιδέες παραδομένος:
Ποιος στάθηκα, ποιος είμαι, τι θα γίνω; Δεν ξέρω καθαρά.
Κι άλλος σοφότερός μου ούτε κι εκείνος.

Στάσου. Μπρος στο θεό όλα δεύτερα. Τόπο στο Λόγο.
Μάταια δε σ' έπλασε ο θεός,
μ' εγώ αντιστέκομαι, μικρόψυχος, στον ύμνο.
Σκοτάδι εδώ κι εκεί του Λόγου το βασίλειο κι όλα ξάστερα,
για το θεό αντικρύζοντας, για στη φωτιά να τυραννιέσαι.
Μόλις με γλύκανε έτσι ο νους, πάει κι ο πόνος.
Κι από το σύσκιο δάσος χτες γυρίζοντας
στο σπίτι, μια χαμογέλαγα παράξενα
και μια σιγόκαιγε η καρδιά με σκέψη ανταριασμένη.

 

Αν δεν σου ανήκα, θα 'μουν Χριστέ μου αδικημένος...

Ανώφελη τούτη πορεία, στο βίο δίνει τέλος η Ζωή...

 

Του μεγάλου Θεού κληρονομιά, ντυμένος σάρκα, εικόνα αρχέτυπη, θα σμίξω με των ουρανών τα πνεύματα. Μας προσκαλεί ο Θεός, φτερά ας ανοίξουμε κι ας πάμε...

Το εύκολο στεφάνι Βασιλιά, κράτα το γι' άλλους...για με χαρά να σε δεχτώ με τα παθήματα τους, πόνους...

Δικός Σου είμαι Χριστέ μου, και λύτρωσέ με ως θέλεις...

 

PG 37, 1023-1450

 

 

Πώς και πυρ υπάρχεις βλύζον,

πώς και ύδωρ είς δροσίζον,

πώς και καίεις και γλυκαίνεις,

πώς φθοράν εξαφανίζεις;

Πώς θεούς ποιείς ανθρώπους,

πώς το σκότος φως εργάζη,

πώς ανάγεις εκ του άδου,

πώς θνητούς εξαφθαρτίζεις;

<Άγ. Συμεών ο Νέος Θεολόγος  10ος αι. >

Πώς προς φως το σκότος ελκεις,

πώς την νύκτα περιδράσση,

πώς καρδίαν περιλάμπεις,

πώς με όλον μεταβάλλεις;

Πώς ενούσαι τοις ανθρώποις,

πώς υιούς Θεού εργάζη,

πώς εκκαίεις σου τω πόθω,

πώς τιτρώσκεις άνευ ξίφους;

<Άγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς 1296-1360 μ.Χ. >

" Πατέρων καύχημα, Θεολόγων το στόμα,της ησυχίας σκήνωμα, οίκος ο της σοφίας, των διδασκάλων το κράτος, πέλαγος το του λόγου, πράξεως χαίρε όργανον, θεωρίας ακρότης, θεραπευτά των παθών και νόσων των ανθρωπίνων. Πνεύματος χαίρε τέμενος, και θανών και ζων, Πάτερ".

   

 

bbbbbbbbbbb Αρχική σελίδα