ΤΑΦΟΙ

 Τα μυκηναϊκά έθιμα ταφής μάς είναι αρκετά γνωστά από ένα σχετικά μεγάλο αριθμό νεκροταφείων ή και μεμονωμένων τάφων που έχουν ερευνηθεί αρχαιολογικά. Τα μυκηναϊκά νεκροταφεία βρίσκονταν σε μικρή απόσταση από τους οικισμούς.
     Επικρατούν τρεις διαφορετικοί τύποι τάφων, οι λακκοειδείς, οι θολωτοί και οι θαλαμοειδείς, οι οποίοι προορίζονται για περισσότερες από μια ταφές. Ο πρωιμότερος τύπος των λακκοειδών τάφων είναι γνωστός από τους βασιλικούς περιβόλους των Μυκηνών. Οι λακκοειδείς και οι θαλαμοειδείς είναι ορύγματα στο βράχο, ενώ οι θολωτοί, είναι ταφικά κτήρια από τα πιο αξιοθαύμαστα δείγματα της μυκηναϊκής αρχιτεκτονικής.

Οι Μυκηναίοι τοποθετούσαν μέσα στους τάφους πλούσια κτερίσματα, συνήθως κοσμήματα, όπλα και χρηστικά σκεύη που ήταν πάντα ανάλογα με την κοινωνική θέση του νεκρού, αλλά, όταν επερχόταν η αποσύνθεση, δε γινόταν καμία προσπάθεια διατήρησης της ενότητας του σκελετού. Τα οστά των προηγούμενων ταφών παραμερίζονταν, για να εξοικονομηθεί χώρος για τις νεότερες ταφές, και τα παλαιότερα κτερίσματα μετακινούνταν. Έτσι, άθικτη βρίσκεται συνήθως μόνο η τελευταία ταφή. Παρόλο που οι επιδράσεις της Κρήτης στο μυκηναϊκό κόσμο είναι γενικά έντονες, ωστόσο η πλούσια κτέριση δεν ήταν γνώρισμα των μινωικών ταφικών εθίμων. Αυτό δείχνει ότι οι Μυκηναίοι υιοθέτησαν το έθιμο των πολυτελών κτερισμάτων μάλλον από την Αίγυπτο. Το γεγονός όμως ότι δε φρόντιζαν τη διατήρηση του σώματος ή την ενότητα του σκελετού μετά τον ενταφιασμό δείχνει ότι δεν πίστευαν στη μεταθανάτια ζωή όπως οι Αιγύπτιοι.

Α. ΛΑΚΚΟΕΙΔΕΙΣ

tafes.jpg (19780 bytes)    Λακκοειδείς τάφοι Μυκηνών lakkos.jpg (163249 bytes)   Λακκοειδείς τάφοι Μυκηνών

Τα χαρακτηριστικότερα δείγματα λακκοειδών τάφων βρίσκονται στoυς δύο ταφικούς περιβόλους των Μυκηνών. Πρόκειται για τον ταφικό περίβολο Α και τον Β, που θεωρούνται ως χώροι ταφής των τοπικών αρχόντων.

Οι λακκοειδείς τάφοι είναι βαθιοί λάκκοι παραλληλόγραμμου σχήματος και προορίζονταν, για περισσότερες από μία ταφές. Η στέγη τους ήταν κατασκευασμένη από πλάκες τοποθετημένες επάνω σε ξύλινα δοκάρια και ήταν επιχρισμένη με πηλό, ενώ η μεγάλη απόστασή της από το δάπεδο δημιουργούσε ένα μικρό ορθογώνιο θάλαμο. Ο χώρος επάνω από τη στέγη που ήταν τοποθετημένη βαθύτερα από την επιφάνεια του εδάφους, γεμιζόταν με χώμα. Επάνω από το χωμάτινο σωρό τοποθετούνταν μια λίθινη επιτύμβια στήλη, το σήμα.

Οι νεκροί των λακκοειδών τάφων ήταν τοποθετημένοι σε ύπτια στάση με ελαφρά λυγισμένα τα πόδια, ίσως μέσα σε φέρετρα, όπως δείχνουν τα υπολείμματα ξύλου που έχουν επισημανθεί. Οι νεκροί ήταν ντυμένοι με βαρύτιμες ενδυμασίες και ήταν στολισμένοι με κοσμήματα από πολύτιμα μέταλλα και σπάνια πετρώματα. Γύρω τους ήταν τοποθετημένα πολυτελή κτερίσματα όπλα, κεραμικά και μεταλλικά αγγεία και αντικείμενα καθημερινής χρήσης, τα οποία μαρτυρούν την υψηλή κοινωνική θέση των νεκρών, αν όχι και τη βασιλική τους ιδιότητα. Ανάμεσα στα κτερίσματα των τάφων αυτών συμπεριλαμβάνονται και μερικά από τα εξοχότερα δείγματα της μυκηναϊκής τέχνης, καθώς και εισηγμένα αντικείμενα ή εγχώρια κατασκευασμένα από εισηγμένα υλικά, δείγματα των διεθνών σχέσεων των Μυκηναίων.

Τα κτερίσματα των λακκοειδών τάφων δείχνουν τις εκλεπτυσμένες προτιμήσεις των μυκηναίων ηγεμόνων, οι οποίοι φαίνεται ότι ήταν συλλέκτες των πιο εξεζητημένων και αριστουργηματικών αντικειμένων της εποχής. Πέρα απ' αυτό δείχνουν την προσωπικότητα των δυναστών που δεν ήταν πια προσκολλημένοι στα ελλαδικά έθιμα, αλλά είχαν υιοθετήσει τις προτιμήσεις, τις συνήθειες και τις αντιλήψεις άλλων λαών. Έτσι ένας σκελετός, μάλλον γυναικείος που παρουσιάζει ίχνη ταρίχευσης, παρόλο που αποτελεί ένα μεμονωμένο παράδειγμα, φέρνει τα ταφικά έθιμα των Μυκηναίων κοντά στις δοξασίες των Αιγυπτίων για τη μεταθανάτια ζωή.

Β. ΘΑΛΑΜΟΕΙΔΕΙΣ

Είχαν τη μορφή μικρών υπόγειων δωματίων σκαμμένων στις πλαγιές υψωμάτων και σε αρκετό βάθος όπου έφθανε κανείς δια μέσου ενός στενού κατηφορικού δρόμου. Μετά την ταφή έφραζαν τη θύρα του θαλάμου με ξερολιθιά και έκλειναν το δρόμο αφήνοντας το θάλαμο χωρίς χώματα.

Οι θαλαμοειδείς τάφοι είναι υπόγειοι χώροι σκαμμένοι σε πλαγιές λόφων που χρησιμοποιούνταν για πολλές διαδοχικές ταφές και αποτελούν τον πιο διαδεδομένο τύπο τάφου της Μυκηναϊκής εποχής.

Γενικά παρατηρούνται αρκετές διαφορές στο σχήμα και στην ποιότητα της κατασκευής τους. Η έκταση του θαλάμου φτάνει συνήθως περίπου τα 7 τ.μ. και το σχήμα του, που άλλοτε εμφανίζεται τετράπλευρο και άλλοτε ελλειψοειδές ή πεταλόσχημο, εξαρτιόταν από την ποιότητα και τη σκληρότητα του εδάφους. Ο μεγαλύτερος θαλαμοειδής τάφος είναι ο λεγόμενος "τάφος των παιδιών του Οιδίποδα" στη Θήβα, ο οποίος είχε μάλιστα διακοσμηθεί με ζωγραφιστό διάκοσμο. Στην είσοδό τους οδηγούσε ένα μακρύ και στενό όρυγμα με συγκλίνοντα τοιχώματα, που ονομάζεται, όπως και στους θολωτούς τάφους, δρόμος. Στα τοιχώματα των δρόμων υπήρχαν συχνά κόγχες, όπου τοποθετούνταν νεκρικές προσφορές.

Οι θαλαμοειδείς τάφοι δίνουν τις περισσότερες πληροφορίες για τον τρόπο απόθεσης, τις ταφικές τελετές και τα κτερίσματα, καθώς, επειδή δεν ξεχωρίζουν από το έδαφος, βρίσκονται συχνά ασύλητοι. Η εικόνα των ταφικών εθίμων που δίνουν δεν είναι εντελώς ομοιόμορφη, αλλά αντίθετα φαίνεται ότι ποικίλλει αρκετά κατά περιοχή. Συνήθως ο νεκρός τοποθετούνταν στο δάπεδο του θαλάμου σε ύπτια θέση χωρίς συγκεκριμένο προσανατολισμό. Κοντά του τοποθετούνταν προσωπικά του αντικείμενα, όπως τα όπλα και οι σφραγίδες που χρησιμοποιούσε εν ζωή, μαζί με ταφικά κτερίσματα, συνήθως αγγεία και ειδώλια. Ο αριθμός των νεκρών που θάβονταν στον ίδιο τάφο ποικίλλει αρκετά και φαίνεται ότι εξαρτάται από τυχαίες συνθήκες που μπορεί να ήταν το μέγεθος του οικισμού, ο δείκτης της θνησιμότητας ή το διάστημα της χρήσης του. Κατά μέσο όρο σε κάθε τάφο αυτού του τύπου θάβονταν τρεις έως πέντε νεκροί, ενώ μερικοί από αυτούς ίσως είχαν χρησιμοποιηθεί και ως κενοτάφια.

Ύστερα από κάθε ενταφιασμό η είσοδος των τάφων φραζόταν με ξερολιθιά. Μπροστά στην είσοδο γίνονταν σπονδές που κατέληγαν στο σπάσιμο των αγγείων. Μετά το πέρας των νεκρικών τελετών ο δρόμος επιχωματωνόταν. Μερικές φορές επάνω από τον τάφο τοποθετούνταν εμφανή σήματα. Όταν ο τάφος επρόκειτο να επαναχρησιμοποιηθεί, απομακρύνονταν όλη η επιχωμάτωση του δρόμου και η ξερολιθιά από την είσοδο. Αν δεν υπήρχε αρκετός χώρος στο εσωτερικό του θαλάμου, τα οστά των προηγούμενων ταφών παραμερίζονταν για να τοποθετηθεί ο νέος νεκρός. λλοτε ο χώρος εκκενωνόταν εντελώς και τα οστά τοποθετούνταν σε λάκκους στο δάπεδο, στο δρόμο ή σε ειδικά διανοιγμένες κόγχες στα τοιχώματα του θαλάμου. Για τον ίδιο λόγο, την εξοικονόμηση δηλαδή χώρου αλλά και για απολυμανθεί ο θάλαμος, μερικές φορές τα παλαιότερα λείψανα καίγονταν.

Για την απόθεση των νεκρών στους θαλαμοειδείς τάφους χρησιμοποιούνταν μερικές φορές πήλινες λάρνακες, ένα έθιμο που παρατηρείται για πρώτη φορά στον αιγαιακό χώρο σε τάφους της μινωικής Κρήτης. Οι λάρνακες φέρουν συχνά ζωγραφισμένες παραστάσεις που απεικονίζουν θέματα σχετικά με τις ταφικές τελετές, όπως η πρόθεση και η εκφορά του νεκρού ή πομπές γυναικών που θρηνούν, πλουτίζοντας έτσι αρκετά τις γνώσεις μας για το είδος των ταφικών τελετών. Τα έθιμο της ταφής σε λάρνακες αλλά και τη συνήθεια να απεικονίζουν επάνω σ' αυτές θρησκευτικές και νεκρικές τελετές υιοθέτησαν οι Μυκηναίοι από τους Μινωίτες, αν συγκρίνει κανείς τα ευρήματα από την Τανάγρα με τις περίφημες παραστάσεις της σαρκοφάγου της Αγίας Τριάδας.

Γ. ΘΟΛΩΤΟΙ

tafpylou.jpg (28431 bytes)
Θολωτός τάφος Πύλου

taforx.jpg (79092 bytes)
        Θολωτός τάφος Πύλου

atreos.jpg (92354 bytes)Ο θολωτός τάφος του Ατρέα στις Μυκήνες

Πρόκειται για τάφους βασιλέων, ευγενών και γενικά αρχόντων. Έχουν και αυτοί δρόμο, θύρα, στόμιο και θάλαμο. Ο δρόμος όμως είναι οριζόντιος και όχι επικληνής, τα τοιχώματα κάθετα, ενώ η θύρα και ο θάλαμος είναι οικοδομημένα με ογκόλιθους, άλλοτε πάνω από την επιφάνεια του εδάφους( και σκεπαζόταν με χώμα) και άλλοτε στην πλαγιά ενός λόφου. Στο δάπεδο υπάρχουν λάκκοι που χρησίμευαν ως τάφοι. Δύο από τους μεγαλύτερους είναι του Ατρέα στις Μυκήνες και του Μινύου στον Ορχομενό.

Οι θολωτοί τάφοι είναι υπόγεια κυκλικά κτίσματα που αποτελούνται από την κυρίως θόλο και ένα μακρύ δρόμο.

Το σύνολο των θολωτών τάφων που έχουν βρεθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα ανέρχεται στους 120. Από αυτούς, οι 14 μεγαλύτεροι θεωρούνται σημαντικά αρχιτεκτονικά επιτεύγματα, καθώς οι θολωτές κατασκευές αντιμετώπιζαν σοβαρά στατικά προβλήματα, όταν η διάμετρός τους ξεπερνούσε τα 6 μ. Συγκεκριμένα το στόμιό τους κινδύνευε να καταρρεύσει από το υπερβολικό βάρος του υπέρθυρου, το οποίο έφτανε μερικές φορές τους 120 τόνους. Μια προστατευτική τεχνική που εφαρμόστηκε για να αποφευχθεί αυτό το πρόβλημα ήταν η επινόηση του ανακουφιστικού τριγώνου που μετέφερε το βάρος του υπέρθυρου στις παραστάδες και τις πλευρές της θόλου.

Όλοι οι θολωτοί τάφοι της ηπειρωτικής Ελλάδας βρέθηκαν συλημένοι ολοκληρωτικά ή ενμέρει, γι' αυτό δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ακριβώς τα έθιμα ταφής. Οι λάκκοι που έχουν βρεθεί στο δάπεδό τους χρησίμευαν ως τάφοι ή ως τελετουργικές εγκαταστάσεις για την υποδοχή νεκρικών σπονδών και προσφορών. Στην περίμετρo των θόλων προστίθεντο μερικές φορές ορθογώνιοι θάλαμοι. Οι χώροι αυτοί χρησιμοποιούνταν ως νεκρικοί θάλαμοι. Στην ηπειρωτική Ελλάδα έχουν βρεθεί δύο παραδείγματα τέτοιων τάφων, ο "θησαυρός του Ατρέα" στις Μυκήνες και ο "θησαυρός του Μινύα" στον Ορχομενό. Στο δεύτερο από αυτούς τους τάφους, η οροφή του πλευρικού θαλάμου είναι επενδυμένη με μια ασβεστολιθική πλάκα με ανάγλυφη διακόσμηση.

Η είσοδος των θόλων σφραγιζόταν συνήθως με τοίχο και πολύ σπάνια με θύρα. Ιδιαίτερη επιμέλεια έδιναν στην κατασκευή της πρόσοψης, παρόλο που η είσοδος ήταν μόνο για ένα μικρό διάστημα ορατή, από τη στιγμή της αποπεράτωσης του τάφου μέχρι τον πρώτο ενταφιασμό. Ο πολυτελής διάκοσμος της πρόσοψης του θησαυρού του Ατρέα αποτελεί ένα μοναδικό παράδειγμα. Ο δρόμος ήταν διαμορφωμένος ανάλογα με το μέγεθος και την ποιότητα της κατασκευής των τάφων, ως μια μικρή δίοδος λαξεμένη στο βράχο ή μια επιμελημένη λιθόκτιστη κατασκευή. Ύστερα από κάθε ταφή το εξωτερικό άκρο του δρόμου κλεινόταν και το εσωτερικό του γεμιζόταν με χώμα. Οι τάφοι καλύπτονταν από ένα τεχνητό λοφίσκο από χώμα και πέτρες που προστάτευε την κατασκευή από τη φυσική φθορά. Το επιβλητικό αυτό χωμάτινο έξαρμα λειτουργούσε και ως ταφικό σήμα.

Η χρήση των θολωτών τάφων σταματάει κατά την Υστεροελλαδική (1300-1200 π.Χ.) περίοδο. Από το διάστημα αυτό και μέχρι το τέλος της Μυκηναϊκής περιόδου επικρατούν οι θαλαμοειδείς τάφοι μαζί με επιβιώσεις παλαιότερων ταφικών τύπων, μάλλον επειδή οι νέες οικονομικές συνθήκες δεν επέτρεπαν την κατασκευή τόσο περίπλοκων ταφικών μνημείων.