
Η μετανάστευση ως φαινόμενο δεν αποτελεί έκφραση της δίψας του μετανάστη για περιπέτεια ούτε και είναι ατομική υπόθεση, αλλά συνέπεια και συγχρόνως αιτία της άνισης ανάπτυξης των χωρών προέλευσης και υποδοχής των μεταναστών. Για συνέχεια στο σύνδεσμο.
1.Εισαγωγικά
Οι καλλιεργούμενες προσδοκίες για επικείμενες αλλαγές ή περιορισμένες παρεμβάσεις στο σχολείο προκαλούν συνεχώς αλλεπάλληλες ματαιώσεις στην εκπαιδευτική κοινότητα που προσβλέπει σε μια ουσιαστική και γενικότερη ανασυγκρότηση του εκπαιδευτικού συστήματος. Οι προσδοκίες υπάρχουν γιατί οι διαπιστώσεις αναποτελεσματικότητας1, δυσλειτουργιών, ημιμέτρων και ελλείψεων, αν δεν συνοψίζονται στην καταγραφή μιας επίμονης μετριότητας και περίεργης προχειρότητας, συνδηλώνουν τη στασιμότητα και την αποτελμάτωση της θεσμικής αποστολής που επιτελεί η νεοελληνική εκπαίδευση.
Στις προτεραιότητες της εκπαιδευτικής πολιτικής για τη Γενική Εκπαίδευση βρέθηκαν κατά την τελευταία τριετία:
- ο διοικητικός έλεγχος, με τα κατάλληλα στελέχη, του εκπαιδευτικού
συστήματος, που επέτρεψε να παραδοθεί η ευθύνη διανομής της
εξουσίας σε ?κατάλληλα χέρια?·
- οι ?διορθώσεις επί το ηπιότερο? στο σύστημα των γενικών εξετάσεων για την επιλογή των εισερχομένων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, καθώς οι υποψήφιοι εξετάζονται πλέον σε έξι (6) και όχι σε εννέα (9) μαθήματα. Πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι η βαθμολογική βάση του δέκα (10) αποτελεί ένα μέτρο που, παρά την αποσπασματικότητα και την έντονη αμφισβήτησή του, φαίνεται ότι έγινε πράξη·
- η θεσμική αναδίπλωση σε προηγούμενες ?διακρίσεις? στο χώρο της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης με τη σταδιακή επιβολή της αντικατάστασης των ΤΕΕ από τα ΕΠΑΛ και ΕΠΑΣ·
- η προώθηση της αλλαγής των σχολικών βιβλίων και διδακτικών βοηθημάτων που, από την άποψη της διδακτικής μεθοδολογίας, εγγράφονται στην προϋπάρχουσα κατάσταση των Δ.Ε.Π.Π.Σ. και Α.Π.Σ.
Οι εκπαιδευτικές αυτές παρεμβάσεις, για τις οποίες δεν έλειψαν, φυσικά, οι κριτικές και αμφισβητήσεις, στόχευσαν είτε στην τεχνο-γραφειοκρατική υποταγή του συστήματος, χωρίς, όμως, να εξασφαλίζεται κανενός είδους εγγύηση ποιότητας υπηρεσιών και εκπαιδευτικού αποτελέσματος, είτε στην πολιτικο-οικονομική παράδοση στη δυναμική της αγοράς και στους όρους που αυτή ποικιλότροπα επιβάλλει.
Ουσιαστικά, το εκπαιδευτικό σύστημα κινείται, ανέγγιχτο και ράθυμο, στην τροχιά που του έχει επικαθοριστεί. Σαν να μην αντιδρά, να μην επηρεάζεται από τεκμηριωμένες διαπιστώσεις, να μην αφυπνίζεται, να μην ανησυχεί, να μην αμφιβάλλει, να μην αναλογίζεται και ίσως να μην νοιάζεται?
Η σημερινή λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος δεν φαίνεται να συντονίζεται προκειμένου να ανταποκριθεί στα χρόνια προβλήματα και τις μόνιμες προκλήσεις που συντηρούν ό,τι συνηθίσαμε ? εθισμένοι! ? να ορίζουμε συμβατικά ως ?κρίση? του σχολείου2. Η εμπειρική αποτύπωσή της, με κοινωνιολογικούς όρους, μπορεί, κάνοντας αναφορά στην αρχή της ισότητας, να αποδοθεί και με δείκτες που καταγράφουν εξαιρέσεις, αποκλεισμούς, διακρίσεις, κατατάξεις, ανισότητες κ.ο.κ. δηλ. με ό,τι εννοιολογικά αποδίδει ο όρος ?αδικία? που είναι, άλλωστε, ηθικο-πολιτικά φορτισμένος.
Τέτοιοι δείκτες, κατά κάποιο τρόπο παραδοσιακοί, για το πεδίο της Κοινωνιολογίας της Εκπαίδευσης ήταν/είναι:
Στο βαθμό που οι παραπάνω δείκτες καταγράφουν προσεγγιστικά τις εκπαιδευτικές ανισότητες3 στη γενική εκπαίδευση, μπορεί κανείς να αντιληφθεί και να αναλογιστεί από ποιες ?διαδρομές? της εκπαίδευσης συντηρείται η ύπαρξη και διατήρηση του εκπαιδευτικού περιθωρίου. Έτσι οι εκπαιδευτικές ανισότητες συνιστούν τον αγωγό τροφοδοσίας του εκπαιδευτικού περιθωρίου, που συγκροτείται κατεξοχήν από ?ευαίσθητες? κοινωνικές ομάδες και καταγράφεται συστηματικά στις διάφορες ποσοτικές προσεγγίσεις. Γίνεται συχνά αναφορά στο σκληρό και ανθεκτικό ?πυρήνα? ενός σταθερά υπαρκτού ποσοστού αναλφαβητισμού και σχολικών διαρροών που μοιάζουν ακατάβλητα. Στον ?πυρήνα? αυτό συνοψίζεται η σημερινή προβληματική του νεοελληνικού σχολείου, γιατί αποδεικνύεται ότι με το συγκεκριμένο τρόπο λειτουργίας του αδυνατεί να εκπληρώσει την αποστολή του. Όσο, λοιπόν, τεκμηριώνεται η διαιώνιση και ανθεκτικότητα του εκπαιδευτικού περιθωρίου τόσο πιο έντονα και δικαιολογημένα προβάλλουν τα ερωτήματα με τις διαδικασίες που ?παράγουν? ανισότητες, αποκλεισμούς, διακρίσεις.
Στο κείμενο αυτό επιχειρείται η αναλυτική περιγραφή ? αποτύπωση των εκπαιδευτικών διαδικασιών που επιτρέπουν την ποσοτική ?και οπωσδήποτε ποιοτική!- αναπαραγωγή του εκπαιδευτικού περιθωρίου. Γιατί αυτό, εξαιτίας της πολιτικής σημασίας που προσλαμβάνει το εκπαιδευτικό σύστημα για την προσωπική αλλά και την ευρύτερη κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη, αποτελεί ίσως την πιο ασφαλή δίοδο για τη διαμόρφωση και συστηματική αναπαραγωγή του κοινωνικού περιθωρίου4. Αν, λοιπόν, αυτό ορίζεται ως ?ο εξωκοινωνικός χώρος στον οποίο ζουν ?. άτομα που χαρακτηρίζονται από τάσεις φυγής, αποστασιοποίησης και μη συμμετοχής στα κοινωνικά δρώμενα εξαιτίας .?. του χαμηλού οικονομικού και κοινωνικού τους επιπέδου?5 τότε εύκολα γίνεται αντιληπτό πώς οι εκπαιδευτικές ανισότητες συμβάλλουν στη δημιουργία και αναπαραγωγή απόκληρων δηλ. του κοινωνικού αποκλεισμού. Και ο κοινωνικός αποκλεισμός είναι μια δυναμική διαδικασία βίαιης ρήξης των κοινωνικών δεσμών, ό,τι ?δένει? το υποκείμενο με το κοινωνικό σύνολο. Η ρήξη αυτή στερεί από το άτομο και την ομάδα, αντίστοιχα, την ταυτότητα αλλά και την αναγνώριση. Και όταν η ταυτότητα κλονίζεται, αλλά, κυρίως, όταν το υποκείμενο περνά από μια πραγματική κατάσταση στην απόκτηση ενός συγκεκριμένου statusτότε τίθεται περίπου αυτομάτως σε λειτουργία και μια διαδικασία στιγματισμού του.
Η επιχειρούμενη ανάλυση, χρησιμοποιώντας ως ?παράδειγμα? το εκπαιδευτικό πρόγραμμα ?Ένταξη Τσιγγανοπαίδων στο Σχολείο?, θα εστιάσει στη σχέση της ?ευαίσθητης? αυτής κοινωνικής ομάδας με το σχολείο αναδεικνύοντας τους τρόπους διαχείρισής της. Η συμβολή και σημασία αυτής της ανάλυσης έγκειται:
- αρχικά στην τεκμηρίωση αναγνωρίσιμων διαδικασιών αποκλεισμού τσιγγάνων μαθητών από το σχολείο ή μ? άλλα λόγια στην κοινωνική δυναμική γένεσης των εκπαιδευτικών ανισοτήτων, από τις οποίες πρωτίστως συγκροτείται το εκπαιδευτικό περιθώριο, και
- κατά δεύτερο λόγο, στην προσκόμιση εξηγήσεων για την κοινωνική προέλευση και σύνθεση μέρους του σκληρού ?πυρήνα? των ανισοτήτων που τροφοδοτούν το εκπαιδευτικό και κοινωνικό περιθώριο.
Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα τελεί, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, υπό την πίεση της ανάπτυξης μιας ευρωπαϊκής εκπαιδευτικής πολιτικής6, που, εξαιτίας του υπερ-εθνικού της ορίζοντα, ?προσανατολίζει? και την άσκηση της εθνικής εκπαιδευτικής πολιτικής. Μια άτυπη πτυχή7 αυτής της ευρωπαϊκής πολιτικής, που ?στοχεύει στην πρόληψη και άρση κοινωνικών ανισοτήτων και απευθύνεται σε μειονεκτούσες κατηγορίες πληθυσμού??, συναντά τις κοινωνικο-πολιτικές στοχεύσεις, εκκρεμότητες, ανησυχίες και ανακατατάξεις που αφορούν σε ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες και διαμορφώνουν τις προϋποθέσεις για συγκλίνουσες κοινωνικο-εκπαιδευτικές παρεμβάσεις. Οι παρεμβάσεις αυτές εγγράφονται στην προοπτική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης8μέσα από την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού και την ενεργητική αλληλεγγύη στο κοινωνικό επίπεδο9. Έτσι το ΥΠ.Ε.Π.Θ., στα πλαίσια του Επιχειρησιακού Προγράμματος Εκπαίδευσης και Αρχικής Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ε.Π.Ε.Α.Ε.Κ. Ι) προβαίνει10 στην εκπόνηση τεσσάρων (4) ?συγγενών? προγραμμάτων που αναφέρονται σε κοινωνικές κατηγορίες που συντηρούσαν μέχρι τότε ?ειδική σχέση? με την Εκπαίδευση. Τα προγράμματα αυτά, που εξαρχής προσέλαβαν έναν καινοτομικό χαρακτήρα, αφορούσαν τα παιδιά:
- παλιννοστούντων και αλλοδαπών
- μουσουλμάνων
- τσιγγάνων
- απόδημων Ελλήνων
Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΠΙΛΟΓΗ