Τρ. Κωστούλη
ΠΡΟΦΟΡΙΚΟΣ - ΓΡΑΠΤΟΣ ΛΟΓΟΣ:
ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
1. Η λειτουργική διάσταση της γλώσσας
Τα τελευταία είκοσι χρόνια η γλωσσολογική έρευνα χαρακτηρίζεται από τη σταδιακή μετατόπιση του ερευνητικού ενδιαφέροντος από τη μελέτη της γλώσσας ως συστήματος αλληλεξαρτώμενων γλωσσικών στοιχείων στη διερεύνηση της λειτουργικής της χρήσης. Αν και ήδη μέσα από συναφείς επιστήμες (όπως αυτή της Πραγματολογίας) είχαν τεθεί οι βάσεις για τη μελέτη του λειτουργικού χαρακτήρα της γλώσσας, η προσέγγιση που αρχικά υιοθετήθηκε και η οποία συνέδεσε την έννοια της λειτουργίας με την επιτέλεση λεκτικών πράξεων (υπόσχεσης, διαταγής κ.λπ.) υπήρξε ως επί το πλείστον από-πλαισιωμένη. Διαπιστώθηκε δηλ. ότι η επικέντρωση του ενδιαφέροντος σε μεμονωμένες λεκτικές πράξεις συνιστά ελλιπή προσπάθεια διερεύνησης της λειτουργικής διάστασης της γλωσσικής επικοινωνίας, μια και δεν ανεδείχθη κατά τρόπο ικανοποιητικό ο μηχανισμός μέσω του οποίου οι λεκτικές πράξεις συνδυαζόμενες συμβάλλουν στην οικοδόμηση της επικοινωνίας. Με τη μεταγενέστερη έρευνα ωστόσο και την επικέντρωση του ερευνητικού ενδιαφέροντος στη μελέτη της γλώσσας ως κειμένου, ενδιαφέροντα ζητήματα ανέκυψαν αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο τα διάφορα γλωσσικά στοιχεία λειτουργούν στην επικοινωνία. Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, η παραγωγή ενός κειμένου δεν μπορεί να νοηθεί παρά ως το αποτέλεσμα της προσπάθειας του ομιλητή/συγγραφέα να πραγματώσει μέσω της χρήσης γλωσσικών στοιχείων κάποιους κοινωνικά αποδεκτούς και κειμενικά πλαισιωμένους στόχους. Μέσα στο λειτουργικό αυτό πλαίσιο, που σχετίζεται με τη διερεύνηση της γλωσσικής ποικιλίας, υμπεριλαμβάνεται και η μελέτη της σχέσης ανάμεσα στον προφορικό και γραπτό λόγο.
2. Προφορικός και γραπτός λόγος
Έχοντας ως βάση το δίαυλο επικοινωνίας που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη μετάδοση ενός μηνύματος (γλωσσικού αλλά και εξω-γλωσσικού), το κείμενο μπορεί να διακριθεί σε προφορικό, γραπτό ή και ηλεκτρονικό. Αν και η ηλεκτρονική επικοινωνία αποτελεί βασικό στοιχείο προσδιοριστικό της έννοιας της εγγραμματοσύνης στη σημερινή κοινωνία και έχει μάλιστα αρχίσει να απασχολεί και τη διδασκαλία της γλώσσας, το ηλεκτρονικώς διαμορφωνόμενο μήνυμα συνήθως εκλαμβάνεται ως μια υβριδική μορφή που συνδυάζει στοιχεία τόσο από τον προφορικό όσο και από το γραπτό λόγο. Βασική ως εκ τούτου καθίσταται η διερεύνηση ζητημάτων που αφορούν (ι) στον προσδιορισμό των όρων προφορικός και γραπτός λόγος και (ιι) στην αξιοποίηση τους στη διδακτική πράξη.
Σε αντίθεση με τις αρχικές ερευνητικές προσεγγίσεις που περιόριζαν τη μελέτη του προφορικού και γραπτού λόγου στο προτασιακό επίπεδο, η σύγχρονη έρευνα κατέδειξε την ανάγκη επαναπροσδιορισμού των δύο όρων στο κειμενικό επίπεδο ως λειτουργικών οντοτήτων με συγκεκριμένη δομική οργάνωση που δε συνιστούν η μια πιστό αντίγραφο της άλλης. Κάτω από την κοινή αυτή συνισταμένη, ωστόσο, διαφορετικές προσεγγίσεις έχουν αναφανεί σχετικά με τη μελέτη της κειμενικά επικεντρωμένης επικοινωνίας. Έτσι, ο όρος συνεχής λόγος τείνει να υποδηλώνει περισσότερο τη μελέτη του διαλογικώς παραγόμενου μηνύματος (που διεθνώς αποδίδεται με τον όρο discourse) και ασκείται κυρίως στα πλαίσια του κλάδου της Ανάλυσης Συνεχούς Λόγου, ενώ ο όρος κείμενο (text) συναρτάται με το γραπτό προϊόν. Παρά τις διαφοροποιήσεις που έχουν αναφανεί, μπορούμε με ένα γενικό και, ως εκ τούτου, καθολικά αποδεκτό τρόπο να προσδιορίσουμε το κείμενο - γραπτό ή προφορικό (διαλογικώς ή μονολογικώς παραγόμενο) - ως δομή αλληλοεξαρτώμενων εκφωνημάτων ή, απλούστερα, ως ένα οργανωμένο σύνολο κειμενικών προτάσεων, των οποίων η ερμηνεία παραπέμπει αλλά και εξαρτάται από το συνυπολογισμό πληροφοριών που παρέχονται ή υπονοούνται τόσο σε προηγούμενα εκφωνήματα που συνθέτουν το άμεσο γλωσσικό περιβάλλον (co-text), όσο και στο ευρύτερο καταστασιακό και πολιτισμικό περιβάλλον (situational context).
Αν και η σχέση κειμένου και περικειμένου αποτελεί σταθερή παράμετρο στη μελέτη της κειμενικά επικεντρωμένης επικοινωνίας, η τάση που είχε αρχικά αναφανεί στη βιβλιογραφία υποστήριζε ότι οι δύο κειμενικές οντότητες συνδέονται κατά διαφορετικό τρόπο με το περιβάλλον επικοινωνίας. Έτσι, το μεν γραπτό κείμενο εκλαμβανόταν ως απο-ττλαισιωμένο προϊόν (text as product), ενώ το προφορικό κείμενο εθεωρείτο ότι συνιστά τη βασική έκφραση μιας πλαισιωμένης λειτουργικής οντότητας, η οποία επηρεάζεται από τον αποδέκτη, τη μεταξύ τους κοινωνική σχέση, καθώς και το ευρύτερο πολιτισμικό επίπεδο στο οποίο η όλη διαδικασία εντάσσεται και μέσω της οποίας αποκτά νόημα και περιεχόμενο.
Αν
και η θέση αυτή έχει αναθεωρηθεί στη
σύγχρονη έρευνα, κάποια σημεία της
παραμένουν σε ισχύ. Ένα από τα σημεία αυτά (και
το οποίο καταδεικνύει τη διαφορετική
συσχέτιση ανάμεσα στο προφορικό - γραπτό
κείμενο, από τη μια πλευρά, και το
περικείμενο, από την άλλη) αφορά στο
διαφορετικό τρόπο πραγμάτωσης μιας βασικής
επικοινωνιακής λειτουργίας: της
θεμελίωσης της κειμενικής συνοχής. Ο όρος συνοχή
συμπεριλαμβάνει τα διάφορα γλωσσικά (γραμματικά
και λεξιλογικά) στοιχεία, μέσω των οποίων
δηλώνεται η σχέση ανάμεσα σε διαδοχικά
εκφωνήματα που απαρτίζουν ένα κείμενο -
προφορικό και γραπτό. Η μελέτη πραγματικών
δεδομένων κατέδειξε ότι στο προφορικό
κείμενο, που συνιστά μια κατεξοχήν
πλαισιωμένη οντότητα, το νόημα
θεμελιώνεται μέσα από τη συνεχή
αλληλεπίδραση γλωσσικών και εξω-γλωσσικών,
καταστασιακών παραγόντων, στους οποίους
ένας/μια ομιλητής/τρία μπορεί να καταφύγει.
Ο επιτονισμός, οι εκφράσεις και οι κινήσεις
του σώματος λειτουργούν σε συδυασμό με
γλωσσικά στοιχεία για τη μετάδοση
πληροφοριών. Σε μια προφορική αφήγηση,
λόγου χάριν, η παρουσίαση των ηρώων είναι
δυνατόν να πραγματωθεί με προσφυγή στο
άμεσο εξωγλωσσικό περιβάλλον (βλ. για
περισσότερες πληροφορίες Κωστούλη, 1997).
Εφόσον οι ήρωες είναι άμεσα ορατοί από τον
ομιλητή και τον ακροατή, δεικτικές
αντωνυμίες όπως στο (1) αποτελούν αποδεκτή
γλωσσική επιλογή.
(1) Αυτό το παιδί τρέχει και εκείνο παίζει.
Αντίθετα στο γραπτό κείμενο, όπου η πρόσβαση στο άμεσο, φυσικό πλαίσιο επικοινωνίας δεν είναι ορατή (δεν μπορούμε δηλαδή να δείξουμε τους ήρωες στον αναγνώστη), οι δεικτικές αντωνυμίες αποτελούν ανεπαρκή μηχανισμό εισαγωγής ηρώων και πρέπει να αντικατασταθούν από λεξικές και συντακτικές δομές που συντελούν στο σαφή προσδιορισμό της οντότητας των συγκεκριμένων ηρώων. Ο γραπτός λόγος είναι αναγκαστικά λόγος απο-πλαισιωμένος, ο συγγραφέας καλείται μέσω κατάλληλων γλωσσικών επιλογών να δημιουργήσει το πλαίσιο στο οποίο δρουν οι ήρωες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποπλαι-σιωμένου γραπτού κειμένου είναι το (2), όπου οι ήρωες εισάγονται στο προσκήνιο δράσης με ονόματα και ως εκ τούτου διαφοροποιούνται σαφώς:
(2) Μια ωραία μέρα, τα τρία αδερφάκια, ο Κώστας, η Ελένη και η Μαρία βγήκαν στην αυλή. Ο Κώστας και η Ελένη έπαιζαν με τη μπάλα τους. Η Μαρία ζωγράφιζε.
Παράλληλα η σχέση πομπού και δέκτη, που είναι περισσότερο άμεση στον προφορικό λόγο, έχει συγκεκριμένες επιπτώσεις στη δόμηση του κειμένου - επιπτώσεις οι οποίες δεν παρατηρούνται με τέτοιο εμφανή τουλάχιστον τρόπο στο γραπτό κείμενο. Στις ελεύθερες συνομιλίες, λόγου χάρη, ή στις διεπιδράσεις που λαμβάνουν χώρα σε θεσμοθετημένα πλαίσια (π.χ. δικαστήριο, σχολική τάξη), η διαμόρφωση ενός μηνύματος, τόσο στο επίπεδο του περιεχομένου του όσο και σε εκείνο της γλωσσικής του μορφής, επιτελείται σταδιακά μέσα από τη συνεχή αλληλεπίδραση ομιλητή και αποδέκτη. Η συνεργασία αυτή, αν και ενυπάρχει, δεν παρατηρείται με τόσο έντονο τρόπο στο γραπτό κείμενο. Θα πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι η διαμόρφωση ποικίλων τύπων γραπτού κειμένου επηρεάζεται καθοριστικά από το πλαίσιο επικοινωνίας. Όπως έχει καταδειχθεί, η παραγωγή γραπτού κειμένου καθίσταται αποτελεσματική σε σχέση με ένα σύνολο δομικών και επικοινωνιακών συμβάσεων που προσδιορίζουν τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η επικοινωνία σε ποικίλους κοινωνικά αποδεκτούς τύπους κειμένων (Cope and Kalantzis, 1993). Σύμφωνα με τις προτάσεις αυτές, η παραγωγή, κατανόηση αλλά και κριτική επεξεργασία κάθε είδους προφορικού και γραπτού κειμένου συνιστούν πλαισιωμένες και, κατά συνέπεια, κοινωνικά σηματοδοτούμενες διαδικασίες (δηλαδή διαδικασίες οι οποίες απηχούν, σημασιοδοτούν αλλά και επαναπροσδιορίζουν τις αξίες και τις πρακτικές μιας πολιτισμικής κοινότητας) (Clark and Ivanic, 1997).
Μια δεύτερη παράμετρος που έχει χρησιμοποιηθεί (αν και ως προς κάποια σημεία της έχει αναθεωρηθεί από τη σύγχρονη έρευνα) αφορά στις διαφοροποιήσεις που αναδύονται στη γλωσσική μορφή ενός κειμένου ως αποτέλεσμα των διαφορετικών συνθηκών παραγωγής του: Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, το προφορικό κείμενο θεωρείται ότι συνιστά κείμενο απροσχεδίαστο, μια και στις περισσότερες περιπτώσεις (αλλά βλέπε και Tannen, 1982a,b παραδείγματα προφορικού σχεδιασμένου λόγου) η γλωσσική μορφή αυτού (που χαρακτηρίζεται από απλή παρατακτική σύνδεση μονάδων επιτονισμού (και όχι προτάσεων) [intonation units]) διαμορφώνεται τη στιγμή που εκφωνείται υπό την πίεση του χρόνου και του ακροατή. Ο γραπτός λόγος, αντίθετα, χαρακτηρίζεται από σύνθετη γλωσσική μορφή μια και είναι λόγος προσχεδιασμένος. Ο συγγραφέας, λόγω της άνεσης του χρόνου, μπορεί να επιφέρει ποικίλες μεταβολές στη γλωσσική μορφή του κειμένου του. Έχει λοιπόν προταθεί, ως απόρροια των παραπάνω, ότι ένα γραπτό κείμενο εμπεριέχει, μεταξύ άλλων, σύνθετες ονοματικές και ρηματικές φράσεις (αναφορικές προτάσεις, συμπληρώματα ρήματος κ.λπ.), μετοχές, επιρρήματα, ενθαρρύνει τη χρήση υποτακτικών συνδέσμων για τη σύνδεση των εκφωνημάτων, καθώς και τη χρήση παθητικής σύνταξης. Συνδυάζοντας τις δύο αυτές παραμέτρους, έχει υποστηριχθεί ότι ο προφορικός και ο γραπτός λόγος πρέπει να νοηθούν ως δύο διαφορετικοί μεταξύ τους πόλοι ενός συνεχούς (continuum) γλωσσικής διαφοροποίησης (βλ. Tannen, 1980). Σταδιακά, ωστόσο, πιο σύνθετες απόψεις έχουν διατυπωθεί σχετικά με τη σχέση προφορικού και γραπτού λόγου, οι οποίες αναδεικνύουν την ανομοιογένεια στο εσωτερικό των δύο αυτών οντοτήτων. Βάσει των στοιχείων αυτών, εκρίθη απαραίτητη η αντικατάσταση των όρων προφορικός και γραπτός λόγος από τους όρους στρατηγικές προφορικού και γραπτού λόγου ή διαστάσεις διαφοροποίησης, οι οποίες, όπως έδειξαν οι Tannen (1982a,b) και αργότερα ο Biber (1990) μπορούν να συνυπάρχουν σε διάφορα είδη κειμένου, τόσο προφορικά όσο και γραπτά.
3. Πρακτικές εφαρμογές
Στενά συνδεδεμένη με τον παραπάνω θεωρητικό προβληματισμό είναι η έρευνα που διεξάγεται τα τελευταία χρόνια στο χώρο της Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας αναφορικά με τον τρόπο καλλιέργειας της κοινωνικής εγγραμματοσύνης.
Τα διάφορα επικοινωνιακά και στη συνέχεια τα κειμενογλωσσολογικά προγράμματα που έχουν διατυπωθεί έχουν σαν στόχο να αξιοποιήσουν στο επίπεδο της διδακτικής πράξης τη θέση ότι η γλώσσα στις διάφορες βαθμίδες της εκπαίδευσης πρέπει να μελετάται ως κοινωνικό και επικοινωνιακό γεγονός. Ως απόρροια της εξέλιξης στη γλωσσολογική σκέψη που διέγραψα παραπάνω, η έννοια της εγγραμματοσύνης, η οποία αρχικά προσδιορίζονταν ως ικανότητα χρήσης της γλώσσας για τη δόμηση γραπτών κειμένων που λειτουργούν στο σχολικό περιβάλλον, έχει επαναπροσδιοριστεί ως ικανότητα χρήσης της γλώσσας για την παραγωγή και επεξεργασία ποικίλων, κοινωνικά διαμορφούμενων τύπων κειμένου.
Στο
επόμενο κείμενο παρουσιάζεται συνοπτικά η
πρόταση Διδασκαλία της λειτουργικής
χρήσης της γλώσσας (βλ. Χαραλαμπόπουλος, Α.
και Χατζησαββίδης, Σ., 1997), που αξιοποιεί τον
παραπάνω προβληματισμό στη διδακτική πράξη.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Biber, Douglas (1988). Variation across
Speech and Writing. Cambridge: Cambridge University Press.
Clark, R. and Ivanic, R. (1997). The
Politics of Writing. London: Longman.
Cope, B. and Kalantzis, M. (1993). The
Powers of Literacy: A Genre Approach to Teaching Writing. London: The Palmer
Press.
Κωστούλη,
Τ.
(1997). Κοινωνικό
περιβάλλον, κειμενικές δεξιότητες και
σχολική επίδοση. Στο
ΓΛΩΣΣΑ
(1997) 41: 43-57.
Tannen, D. (1982a). Oral
and literate strategies in spoken and written narratives. Language 58 (1): 1-21.
Tannen, D. (1982b). Spoken and Written
Language: Exploring Orality and Literacy. Norwood, NJ: Ablex.