κλίκ στο για επιστροφή στην αρχική σελίδα.

A Nasreddin Hoca story: Nasreddin was a priest and interpreter of the muslim law. Someone came in and told Nasreddin: “I have a question: your cow was grazing together with my cow; suddenly your cow went crazy and butted my cow to death with her horns. Now what does the law say about this? shall I be recompensed for the murder of my cow?”. Nasreddin answered: “the law has nothing to do with such an accident. It was only between animals; animals cannot be held responsible for their actions, there is no logic or justice among them, so animals are never judged by any human law”. “Oh!” said the other man, “did I say that your cow killed mine? sorry, I was mixed up and said it the wrong way around! In fact, my cow killed yours”. Nasreddin then said: “was it so? Oh! this is a totally different matter! please hand me that big book with the black cover! I shall find out about it!”.


Another Nasreddin Hoca story: Nasreddin was waiting, together with some other people, in the mill to grind his wheat. His sack was not very full. While he was waiting for his turn, he furtively snatched handfuls of grain from another person’s sack into his own. He was not lucky in stealing: the miller caught him red-handed: “what are you doing there?” – “nothing, Sir” – “nothing? I saw you snatching grain from another’s sack and throwing it into your own!”. “Please pardon me”, said Nasreddin, “I am only a stupid man. My stupidity led me into doing such a thing. Please forgive me, seeing I am the most stupid person”. “Oh!” said the miller, your r stupid, huh? then why didn’t you take grain from YOUR sack into ANOTHER person’s sack?”. Then Nasreddin laughed and said: “excuse me, Sir. I told you I m stupid, yes I am; but nobody can b as stupid as to do something like what you say!”.


A friend of Nasreddin Hoca’s borrowed a large quantity of barley, but then he was not able to pay it back, so he denied that he borrowed it, and was consequently prosecuted; he asked Nasreddin to get him out of the trouble, as Nasreddin was the witness to the transaction: “please, Nasreddin, save me! no one else can save me but you! We shall make up a story that I did not need to borrow so much barley, and that I only borrowed a very small quantity which I returned on a certain day in your presence”. “No, no!” said Nasreddin, “I ‘m a priest, a Hoca, I cannot tell a lie, and that when I take an oath with my hand on the holy Quran” – “but I am your friend, and if you don’t do so I will be sent to jail! you must speak in the court for me, you are sure to convince the court by dint of your priestly authority”. After his friend implored a lot, Nasreddin said: “all right, all right, I shall do all I can to save you. Tell me the whole story I must say in detail”. In the law court, when Nasreddin was called on to speak as a witness after publicly taking the religious oath, he started telling the fake story exactly as his friend made it up; but instead of saying “barley”, he said “wheat”. Then his friend, the accused man, shouted: “it was barley, not wheat!”. Then Nasreddin readily answered: “does this bother you, my friend, when we know all this story I ‘m telling is a lie!”.


Ο φημισμένος γάιδαρος του Νασρεντίν (που σε ορισμένες ιστορίες ονομάζεται: Καράογλαν), κάποτε κλάπηκε. Κάποιοι μπήκανε στο στάβλο του Νασρεντίν κ κλέψανε το γάιδαρο. Πάει το πρωί ο Νασρεντίν στο στάβλο, άφαντος ο γάιδαρος, που τον είχε τόσα χρόνια, τον βοηθούσε σε τόσες δουλειές, κ έπαιξε πρωταγωνιστικούς ρόλους σε τόσες κωμικές ιστορίες. Συναντήθηκε λοιπόν ο Νασρεντίν με τους φίλουςτου κ παραπονιόταν για την κλοπή κ καταριόταν τους άπονους κλέφτες. "Νασρεντίν", του λέει ένας φίλοςτου, "με το συμπάθειο, δικόσου είναι το φταίξιμο, γιατί το στάβλο δέν τον έφτιαξες γερό. Έπρεπε να κάνεις πιό γερή πόρτα με σιδερένιες μπάρες κ με ένα γερό λουκέτο που να μή μπορούν οι κλέφτες να σπάσουνε". "Εγώ νομίζω", λέει ένας άλλος φίλοςτου, "πως φταίξιμο έχει όλη η γειτονιά. Δέν επιτρέπεται να αδιαφορείς για την ασφάλεια του γείτονασου. Διάρρηξαν την πόρτα, κλέψαν το γάιδαρο, κ κανείς δέν είδε, δέν άκουσε τίποτε;". "Καθώς φαίνεται, κ ο ίδιος ο γάιδαρος φταίει", λέει ένας άλλος φίλος, "έπρεπε να κλωτσάει, να γκαρίζει, κ τότε με τη φασαρία θα ξεσήκωνε τη γειτονιά κ δέν θα μπορούσανε να τον κλέψουν. Άτιμο ζώο! τόσα χρόνια με τον Νασρεντίν, γίνανε αχώριστοι, κ ακολουθεί τους κλέφτες χωρίς αντίσταση!". "Πάντως", λέει ένας άλλος φίλος, "κ η πολιτεία φταίει. Άν υπήρχε μιά σωστή αστυνομία, κανείς δέν θα τολμούσε να κλέψει. Κι άν έκλεβε, θα ήξερε πως θα πιαστεί". "Τί τα θέλετε βρε παιδιά", λέει ένας ακόμη φίλος του Νασρεντίν, "άμα είναι το κισμέτ, της μοίρας το γραφτό, να κλαπεί ο γάιδαρος, αυτή είναι η βουλή του Θεού, κ ούτε αστυνομία ούτε κανείς δέν μπορεί να το προλάβει". Αφού άκουσε όλες αυτές τις γνώμες αποφάνθηκε ο Νασρεντίν: "δηλαδή, ο κλέφτης καθόλου δεν έφταιξε;!".


One day, Nasreddin Hoca by entering his stable found that his donkey was missing, his famous donkey (playing important roles in many stories, sometimes named: Qaraoglan) was stolen during the night! Then Nasreddin met his friends, told them about the theft, and he was cursing the thieves or thief, whoever it was. "Excuse me, Nasreddin", said a friend, "it is your fault, in my opinion, because you hadn't made the stable strong enough; you should have reinforced the door with iron bars and a strong padlock, that the thieves could not break". Another friend said: "well, I think the whole neighbourhood is responsible for this, everyone must care for the neighbour's safety; here they jemmied a door, stole a donkey, how come nobody saw or heard anything?!". Another said: "sure, the donkey himself is guilty for this. If he brayed and kicked, there would be so much noise, that the thieves would not be able to steal it. Treacherous animal! So many years with Nasreddin, they became so close, so dependent to each other, and then he follows the thieves with no resistance?!". "Well yes", someone else said, "but the government is surely to be blamed here: why isn't there an effective police? if there were, the thieves would never dare to steal, and even if they dared, we would be sure that they would be caught!". "My friends", another one said, "do not forget 'kismet': everything is pre-destined; if it was God's will that the donkey should be stolen, no police and no person could prevent it". Upon hearing all these opinions, Nasreddin exclaimed: "so, the thief himself has no guilt at all?!".



Πώς βγήκε η παροιμία "του Ναστρατίχοτζα το βιολί την άλλη μέρα ακούγεται":

Ο Nasreddin Hoça ένα μαγαζί για να ληστέψει την κλειδαριά με μιά λίμα έκοβε. Για κακήτου τύχη, κάποιος πέρασε τον είδε: τί κάνεις εκεί; - δέν βλέπεις; βιολί παίζω! - μα δέν ακούγεται μουσική! - αύριο θα ακουσθεί, απαντά ο Χότζας. Την άλλη μέρα τί ακούσθηκε; - οτι πιάσανε τον Nasreddin Hoça για διάρρηξη. Έτσι είναι οι κακές πράξεις, τα αποτελέσματατους αμέσως δέν φαίνονται, άν αμέσως φαίνονταν κακό κανείς δέν θα έπραττε. Αλλα τα αποτελέσματα φαίνονται την άλλη μέρα.


Μιά φορά ο Nasreddin Hoça έκανε το εξής πείραμα για να δεί πόσο εχέμυθες είναι οι γυναίκες: είχε κρύψει απο βραδύς ένα αυγό μές το σώβρακοτου, το πρωί σάν ξύπνησε, άρχισε να κακαρίζει, έκανε πως ζορίζεται, βάζει το χέρι μές το σώβρακοτου, βγάζει απο τον コーロトウ、ένα αυγό. Η γυναίκατου κοιτάζει με ορθάνοιχτα μάτια, αμίλητη απο την έκπληξη. "Αμάν, γυναίκα", λέει ο Nasreddin Hoça, "δέν ξέρω πώς έγινε αυτό το πράγμα, μόνο σε παρακαλώ μή μάθει κανείς απολύτως τίποτε. Ο χρόνος θα δείξει τί και πώς συνέβη. Εντάξει, σε κανέναν μήν πείς τίποτε, το υπόσχεσαι;" - "το υπόσχομαι, πουθενά δέν θα πώ τίποτε". Κατα τις 10 με 11 η ώρα το πρωί, βγαίνει ο Nasreddin να πάει στο παζάρι, καθώς πήγαινε, απο μακριά βλέπει ένα μεγάλο πλήθος κόσμου συγκεντρωμένο στην αγορά, απο μακριά ακουγόνταν κ οι φωνέςτους, ήταν ξεσηκωμένοι απο κάτι. Πλησιάζει ο Nasreddin στο πλήθος, τον χαιρετάνε τιμητικά κ του λένε: "μεγάλο θαύμα του Αλλάχ είδαμε, που έγινε στον Hoçaμας! Ποτέ στον κόσμο δέν ακούσθηκε άντρας να γεννήσει, κ μάλιστα αυγό! Πέςμας, άγιε του Θεού, πώς συνέβη τέτοιο πράγμα;".

Μιά φορά ένας φιλάργυρος είπε στον ΝασρεΔΔίν Χότζα: Χότζαμου, βλέπω είσαι κι εσύ σάν κι εμάς. - Τί εννοείς λέγοντας "σάν κι εμάς"; - νά, εννοώ κι εσύ αγαπάς το χρήμα όπως κι εμείς. - ά, δέν κατάλαβες. Το χρήμα το αγαπώ, γιατί το χρειάζομαι ωστε να μήν πέφτω στα νύχια άπληστων κ ασυνείδητων ανθρώπων, π.χ. σάν εσένα!


Ο Χότζας στα γεράματα ακράτεια έπαθε, στον ύπνοτου ヘヽテーケ、, το έκρυβε, το πρωί απο το πάπλωμα να βγεί δέν ήθελε. Η γυναίκατου: «άντε, πότε θα σηκωθείς;», τον σκουντούσε. «Τώρα θα σηκωθώ, αλλα πρώτα τί όνειρο είδα να σου πώ άκουσε: σε ένα τζαμί επάνω ένα ψηλό τραπέζι ήταν. Στο τραπέζι επάνω ένα σκαμνί, κ στο σκαμνί επάνω εγώ στεκόμουν. Απο κάτω τέσσερις γίγαντες το τζαμί σήκωναν και σειόταν». Πώ πώ, απάντησε η γυναίκατου, εγώ τέτιο όνειρο άν έβλεπα, απο το φόβομου θα ヘゾムーナ、! Κι ο Χότζας απαντά «ε κ’ εγώ τί νομίζεις έκανα;!».


Για τους Bektaşi, μυστικιστές Μουσουλμάνους, λέγονται πολλά ανέκδοτα, τα πιό πολλά έχουν να κάνουν με την ανοχήτους προς τα οινοπνευματώδη ποτά. Μιά φορά σε ένα τζαμί, λέει, αφού ψάλθηκε η μουσουλμανική θεία λειτουργεία, έπειτα, όπως συνηθίζεται, ο κάθε πιστός έκανε την δικήτου προσευχή. Όλοι προσεύχονταν: "Θεέμου, δώσεμου iman!" iman είναι μιά σπουδαιότατη λέξη. σημαίνει όχι απλώς πίστη, αλλα κ θρησκευτικό αίσθημα, ευλάβεια, συνείδηση, ανθρωπιά. είναι αυτό που όταν έχει μέσατου ο άνθρωπος αποφεύγει την ανομία, το "haram", το απαγορευμένο. Όλοι οι άνθρωποι ξέρουνε τί είναι "haram", απαγορευμένο απο τον Θεό, αλλα το αποφεύγουνε μόνο όσοι έχουνε iman, ευλάβεια κ συνείδηση. Λοιπόν, όλοι οι Μουσουλμάνοι προσεύχονταν: "Θεέμου, δώσεμου iman!". Ένας Bektaşi όμως προσευχότανε αλλιώς: "Θεέμου, δώσεμου λίγα χρήματα να πιώ ένα ρακί!". Τον ακούει ο ιερέας, πάει κ τον μαλώνει: "τί είναι αυτό που λές στο Θεό; δέν ξέρεις οτι τα ποτά είναι απαγορευμένα; δέν βλέπεις τους πιστούς Μουσουλμάνους τί προσεύχονται; κ εσύ τολμάς να λές κάτι τέτοιο; δέν ντρέπεσαι;" - "τί να κάνουμε, Χότζαμου" απαντά ο Bektaşi, "ο καθένας ζητάει εκείνο που δέν έχει!".


Γενικότερα, οι Bektaşi δέν κολλάνε στους τύπους. Έχουνε μιά βαθύτερη σοφία, που θεωρεί πως η ουσία της θρησκείας είναι πολύ βαθύτερα απο την τήρηση κανόνων. Μιά φορά έναν Bektaşi τον κατηχούσανε λέγονταςτου πολλά για να τον πείσουνε πόσο μεγάλος είναι ο Θεός. Αφού του είπανε κάμποσα, κατέληξαν: "και να ξέρεις, τόση είναι η δύναμη του Θεού, που μπορεί μιά καμήλα να την περάσει απο την τρύπα μιάς βελόνας!" - "εντάξει", απαντά ο Bektaşi. -"εντάξει; δηλαδή δέν σου κάνει εντύπωση;" - "τί εντύπωση να μου κάνει; ή την τρύπα θα μεγαλώσει, ή την καμήλα θα μικρύνει, κ θα περάσει, εξηγείται τόσο απλά!".

Έτσι ο Bektaşi μας έδειξε ποιά είναι η ρηχότητα των απίστων: κάθε τί που μπορούν να εξηγήσουν, λένε πως δέν είναι απο το Θεό, κ ό,τι δέν μπορούν να εξηγήσουν, λένε: "θα εξηγηθεί αργότερα", κ έτσι αρνούνται την ύπαρξη του Θεού. Αγνοούν πως Θεός είναι κ εκείνο που εξηγείται κ εκείνο που δέν εξηγείται, αγνοούν πως τίποτε δέν είναι έξω απο το Θεό κ απο τίποτε έξω δέν είναι ο Θεός.


Μιά φορά, λέει, πιάσανε έναν Bektaşi να πίνει κρασί, κ μάλιστα ενώ ήτανε Ραμαζάνι. Τον πιάσανε κ τον πήγανε στον Καδή. Του λέει θυμωμένος ο Καδής "δέν το ήξερες πως τα οινοπνευματώδη ποτά είναι "haram", απαγορευμένα;!" - "κ το μεταξωτό καφτάνι που φοράτε στη ράχησας, κύριε δικαστά, είναι κι αυτό απαγορευμένο απο το Νόμο" (που ορίζει οτι ο πιστός Μουσουλμάνος δέν πρέπει να φορά μεταξωτά ρούχα, απαγόρευση που ξεκίνησε απο τους Χριστιανούς πατέρες της εκκλησίας, τότε που τα μεταξωτά ήταν υπερπολυτέλεια), έτσι απάντησε ο Bektaşi. -"Δέν είναι ολομέταξο", απαντά με κάποια συστολή ο Καδής, "το έχουνε φτιάξει ανάμικτο με βαμβάκι". - "Μήπως κι αυτό που έπινα ήτανε αμιγές κρασί; τί νομίζετε, κι αυτό με νερό το ανακατεύουνε!" απαντά με θάρρος ο Bektaşi.

Κ πάλι ο Bektaşi μας έδειξε με τί σοφιστείες οι άνθρωποι όλων των θρησκειών καταπατούν κ το γράμμα κ το πνεύμα του θεϊκού Νόμου. Όταν ανακατέψουμε στο κακό κάτι καλό, μήπως προκύπτει κάτι καλό; άν ήταν έτσι, τότε κ το χασίσι που πουλιέται νοθευμένο, κ η ηρωίνη που πουλιέται κατανοθευμένη, αθώα θα ήτανε. Το κρασί, άλλωστε, πόσο οινόπνευμα περιέχει; 12%; κάπου τόσο. Αφού το υπόλοιπο δέν είναι οινόπνευμα, θα έπρεπε να είναι αθώο. Κακό δέν είναι το αμιγές κακό, αφού το αμιγές κακό κανείς δέν μπορεί να το χρησιμοποιήσει. Κακό είναι το καλό στο οποίο μέσα κρύβεται κάτι κακό όπως στο δόλωμα κρύβεται ένα αγκίστρι.


Μιά φορά, μιά παρέα Bektaşi τα ήπιανε, κ ύστερα γυρίζοντας στο δρόμο δέν μπορούσανε να περπατήσουνε, τρεκλίζανε. Τους βλέπει ένας ιερωμένος Μουσουλμάνος, τους λέει: "δέν το βλέπετε κ μόνοισας τί κακό σας κάνει αυτό το φαρμάκι που πίνετε; να περπατήσετε δεν μπορείτε!" - "όχι, Χότζαμου", απαντά ένας απο τους Bektaşi, "δέν είναι κακό το πιοτό, το περπάτημα ειναι κακό, το περπάτημα!".


There were 4 friends: Ears, Legs, Eyes, and Hands (this is an African story, i can't remember the African names), they went hunting. Ears heard buffalos tramping and belowing. Legs went there, Eyes saw the buffalos, Hands caught one, killed the animal and brought it home. Then there was a quarrel as everyone wanted the meat for himself. Hands argued: it was me who caught the buffalo, i deserve all the meat. Eyes objected: can any work be done without me? Let alone hunting! You would get nothing without me! Legs said: why, could you hunt and catch anything without Legs? you could go nowhere without me! Then Ears replied: no, you wouldn’t know where to go without me; it is always Ears who shows you where to go! While they were debating without coming to any agreement, Stomach interrupted them: Sorry, my friends, the whole buffalo belongs to me, i must get all that meat. What! they shouted; you r the only one who has not the right to talk! You did nothing when we strived to catch the buffalo. Oh, well, the Stomach answered, you do not accept what i say, but you do not agree among yourselves too; so the only solution is to go to the judge for arbitration. So the 4 friends went to the judge, and expounded their arguments to him; still they could not accept each others statement. The judge saw how stubborn they all were, so he said nothing; instead, he mashed a plant (a certain poisonous plant) that grows alongside the bank of the Nile river, mixed it with water and gave it to the Stomach. Then the judge asked Ears: can you hear now? – what did you say? i can’t hear; he asked Eyes: what can you see now? -  hell, i can’t see anything! He asked Legs: can you run now? – no, i can’t even stand up! He asked Hands: can you hold this glass of water? – no, i can’t even move! So, said the judge, let’s see what happens now. He gave the Stomach a glass of milk, which is a well known antidote for most kinds of poison. Then Eyes said: Oh! i start seeing! Ears said: Oh! now i can hear some sounds and voices! Legs said: Oh, i can stand up now! And Hands said: Oh, yes, now i can move! So you understand, said the judge: argue no more: the whole buffalo that you caught, just as any food that you obtain, belongs to the Stomach. From that time on, the 4 friends always remember the judge’s wisdom.

All else is a clever lie; the simple truth is this: EVERYTHING IN THIS WORLD DEPENDS UPON WHAT ENTERS THE MOUTH: what the in-coming thing is, and how it is procured.

Remember Christ’s word: “you clean your goblet, while its content was gotten by means of cheating and stealing! you blind Pharisee, purify the content of your goblet (by earning it righteously), and the goblet will automatically be clean”.


Αυτή η ιστορία με μικρές παραλλαγές σε όλη την Ελλάδα, ή τουλάχιστον στη βόρειο Ελλάδα λέγεται:

Κάποτε ενώ όλοι οι άνθρωποι κερί στο Θεό άναβαν, ένας κερί στο διάβολο άναβε. Αυτός ο άνθρωπος μιά φορά καθώς στα χωράφια περπατούσε μιά φωνή άκουσε: "την πίστη κ τις προσφορέςσου θα ανταμείψω!", είπε η φωνή, "σ'αυτό το σημείο άν σκάψεις θησαυρό θα βρείς". -"Πώς να σκάψω, που τσάπα δέν έχω, κ απο'δώ κόσμος θα περάσει, σε λίγο νυχτώνει κιόλας!" απάντησε ο άνθρωπος. -"το σημείο καλά σημάδεψε, αύριο έλα σκάψε", του είπε η φωνή. - "κ πώς να σημαδέψω το σημείο;" - "ヘセ,το σημείο με τα カタ・σημάδεψε". Καλή ιδέα, σκέφθηκε ο άνθρωπος, κ όντως エヘセ、, έπειτα ξύπνησε, ヘヽメノヽ βρέθηκε. Του διαβόλου οι ανταμοιβές πάντα τέτοιου είδους είναι. (αλλα ο κόσμος δέν το καταλαβαίνει, κ με όλεςτους τις δραστηριότητες τον διάβολο λατρεύουνε, άν κ στα λόγια Χριστιανοί κ του Θεού λάτρεις οτι είναι υποτίθεται).


(παραδοσιακό. το άκουσα απο του αδερφούμου την πεθερά, την κ. まーれー): Ένας άνθρωπος συνήθιζε να κλέβει απο την εκκλησία. Ό,τι του "γυάλιζε", έλεγε: "να το πάρω, Παναγίτσαμου;" κ καθώς η Παναγία δέν απαντούσε, το έκλεβε, άλλοτε εικόνες, άλλοτε σκεύη, άλλοτε την είσπραξη απο τα κεριά κ τους δίσκους, κατάκλεψε την εκκλησία. Είχε πάντως τη συνείδησητου καθαρή, αφού πάντα ρωτούσε "να το πάρω, Παναγίτσαμου;", κ αφού η Παναγία δέν έλεγε "όχι", "silence means consent" που λένε, "η σιωπή ερμηνεύεται ώς συναίνεση". Ώσπου ο παπάς αποφάσισε ο ίδιος να βρεί τον ένοχο, κρύφτηκε λοιπόν κάτω απο την αγία τράπεζα με σκοπό να περάσει εκεί κ τη νύχτα, κ περισσότερες νύχτες, μέχρι να αποκαλυφθεί ο κλέφτης. Όντως, ένα βράδυ μπήκε με έναν τρόπο ο κλέφτης μές την εκκλησία, αυτήν την φορά, έχοντας ξεθαρρέψει, πήγε να κλέψει το ιερό δισκοπότηρο. Ο παπάς εν τω μεταξύ φοβότανε να βγεί, μήπως ο κλέφτης είναι οπλισμένος, φαινόταν κ δυνατός, μήν τον χτυπήσει. Πιάνει ο κλέφτης στο χέριτου το ιερό δισκοπότηρο, κ καθώς συνήθιζε λέει: "να το πάρω, Παναγίτσαμου;". - "Να μή το πάρεις! Μή το πάρεις!" φωνάζει θυμωμένος ο παπάς κρυμμένος κάτω απο την αγία τράπεζα. - "Δέν ρώτησα εσένα", απαντά ο κλέφτης απευθυνόμενος στον εσταυρωμένο στην κόγχη του αγίου βήματος, "τη μάνασου ρώτησα!". κ παίρνει το δισκοπότηρο κ φεύγει.


Η πρόγιαγιαμου η あふら>ちあ (あふろぢてー)στην εγγονήτης (まなもう、) έλεγε: "κορτσούδιμ(ου), άμα είσαι καλά, (δηλαδή: όταν κανείς δέν σε στενοχωρεί), ένα κρεμμύδι σπάσε φάε, κ μερικές ελιές κ μιά φέτα ψωμί, πιές κ ένα νερό, κ είσαι εντάξει (= είσαι ικανοποιημένη). Η κοιλιά παράθυρο δέν έχει, ο κόσμος τί τρώς να ξέρει".


Αληθινή ιστορία (όχι ανέκδοτο). Ένας θάσιος πήγε σε ένα κατάστημα μουσικών οργάνων κ λέει: θέλω μιά χορδή, την πιό λεπτή απο όλες. Ναί, του λέει ο πωλητής, για τί όργανο; - για τυρί, απαντά ο πελάτης.


Τί εννοούσε; ο πελάτης ήταν μπακάλης, κ για να κόβει το τυρί χρησιμοποιούσε ένα είδος τόξο με μιά λεπτή χορδή, αυτό το τόξο κόβει καλά το τυρί χωρίς να βγάζει τρίμματα. Οπότε χρειαζόταν να βάλει καινούργια χορδή στο τόξο κοπής του τυριού, γι'αυτό πήγε στο κατάστημα των μουσικών οργάνων.


Ένας θασίτης στο στρατό βαθμό απέκτησε, αρχιλοχίας έγινε, με τα γαλόνιατου καμάρωνε. Η μάνατου τον ρωτάει: "γιέμου, τί είναι αυτά τα γαλόνια; τί θα πεί αρχιλοχίας;" - "μεγάλος κ τρανός έγινα, μάνα. Όποιον θέλω τον στέλνω στην κρεμάλα, όποιον θέλω τον σφάζω, όποιον θέλω τον σκοτώνω!" - "αμάν, γιόκαμου, μή τους σκοτώνεις, σε λίγο έχουμε μαξούλι (=παραγωγή), φέρ'τους να μας μαζέψουν τις ελιές!"


Όταν ήρθε η εντολή οτι οι μικρασιάτες Έλληνες έπρεπε να εγκαταλείψουν τον τόποτους κ να φύγουν στην Ελλάδα στο πλαίσιο της ανταλλαγής των πληθυσμών, σε ένα καραμανλίδικο (καππαδοκικό) χωριό, ο πρόεδρος έβαλε έναν ντελάλη να διαλαλήσει να συγκεντρώσει τον πληθυσμό για ενημέρωση. Ο ντελάλης φώναζε: "άντρ(οι), γυναίκες, φσάχ-ι-α! μαζωχτέτε όλοι στο σκόλειο. Ατό καλό μανί κι έν! Εγώ να μοκωθώ κ' εσείς ό,τι κρεύτε ποικέτε!" (έτσι έχω ακούσει πως έλεγε ο ντελάλης, μάλλον περισσότερα έλεγε, άν κανείς έχει ακούσει, άς μου γράψει). (τα λόγια αυτά που σημείωσα του ντελάλη σημαίνουν: άντρες, γυναίκες, παιδιά! μαζευτείτε όλοι στο σχολείο (για να σας ανακοινωθεί κάτι). Αυτό κάτι καλό δέν σημαίνει! Εγώ να κρυφτώ κι εσείς ό,τι θέλετε κάντε! (φσάχια, απο το τουρκικό |ΟΥΣΑ#|, σημαίνει παιδιά. το χ προφερόταν οπίσθιο υπερωικό κ όχι όπως στα κοινά νέα Ελληνικά, κ το ι στο ιά ώς ημίφωνο κ όχι ώς σύμφωνο όπως στα κ. ν. Ελληνικά. Μανί, είναι περσικής προέλευσης οθωμανική λέξη που σημαίνει "με σημασία". "Να μοκωθώ" δέν ξέρω πώς ετυμολογείται, πρέπει να σχετίζεται με το της αργκώ "κάνε μόκο" δηλαδή "μείνε απαρατήρητος". Κρεύτε, προφανώς απο "γυρεύετε").


Για τη χούντα (1967 - 1974) πολλά ανέκδοτα έχουνε βγάλει, ένα απο αυτά アポトン マノヒン ヨーロゴ カテェーゲーテー・ト アコウサ、Ο Μακαρέζος ώς υπουργός μιά φορά επισκέφθηκε την Κίνα. Με τον Κινέζο ομόλογοτου διάφορα συζητώντας, κ μιά μπηχτή να ρίξει είπε: "και απο αντιφρονούντες πώς πάτε;" - "μπά, σχεδόν δέν έχουμε" - "δηλαδή πόσους έχετε;" - "νά, ασήμαντα πράγματα, καμιά οχτώ - εννιά εκατομμύρια. Εσείς πώς πάτε, έχετε καθόλου αντιφρονούντες;" - "ά, ψιλοπράματα", απαντά ο Μακαρέζος "κι εμείς τόσους έχουμε".


Στο 五百五十七 タゴマ ペジコウ・είχαμε τον δεκανέα チィキチコ ヤンネー απο τη ナウーサ、μιά φορά ένας φαντάρος τον χαιρετάει λέγοντας: «δεκαενέα, τί γίνεται;» - «έ, κοντεύω στα είκοσι» απαντά ο δεκανέας.

(Και να σκεφτείτε πως ο φαντάρος, όπως όλοι σε εκείνο το τάγμα, είχε βγάλει λύκειο).


Αυτό το βρήκα στα Αγγλικά, σε ένα φόρουμ περι των ινδικών θρησκειών: Ένας άνθρωπος καθώς κάπου πήγαινε με το αυτοκίνητοτου, έπαθε λάστιχο, κοντά σε ένα τρελλάδικο (ψυχιατρική κλινική, να το πούμε ευγενικά). Βγάζει ο άνθρωπος τη ρεζέρβα, κ πάει να τη βιδώσει στη ζάντα. Ο κάθε τροχός στερεωνόταν στη ζάντατου με τέσσερεις βίδες που πιάνανε σε ισάριθμα παξιμάδια. Ξεβιδώνει λοιπόν τις τέσσερεις βίδες, παίρνει τα τέσσερα "παξιμάδια" στο χέριτου, κ κάνει να βάλει εκεί τη ρεζέρβα. Για κακήτου τύχη, καθώς κρατούσε μέσα στο ένα χέριτου τα τέσσερα παξιμάδια, με μιά αδέξιατου κίνηση του πέσανε στη σχάρα του υπονόμου! Να αρχίσει ο άνθρωπος να τραβάει τα μαλλιάτου, να βρίζει την τύχητου, κ να μήν ξέρει τί να κάνει. (Δέν μπορούσε κ να καθυστερήσει, έπρεπε να βρίσκεται εγκαίρως στον προορισμότου). Εκείνη την ώρα του φωνάζει ένας τρελλός απο τα κάγκελλα της αυλής του τρελλάδικου: "μήν κάνεις έτσι φίλε, υπάρχει εύκολη λύση!" - "τί εύκολη λύση; καί τα τέσσερα παξιμάδια στον υπόνομο μου πέσανε, δέν έχω άλλα!" - "κοίταξε", του λέει ο τρελλός, "η κάθε ρόδασου έχει 4 βίδες με παξιμάδια. Θα βγάλεις απο την κάθε γερή ρόδα ένα παξιμάδι, κ έτσι θα βιδώσεις τρείς βίδες με τρία παξιμάδια στη ρεζέρβα. Βέβαια, έτσι δέν θα έχεις πολλή σταθερότητα, αλλα πάντως θα μπορέσεις να πάς έγκαιρα στη δουλειάσου, κ ύστερα πηγαίνεις σε ένα συνεργείο κ σου βάζουνε τα παξιμάδια με τις βίδες που λείπουν". - "Μπράβο!," λέει ο άνθρωπος που είχε το αυτοκίνητο, "καταπληκτική ιδέα!". Έπιασε έβαλε απο τις γερές ρόδες παξιμάδια καθώς τον συμβούλεψε ο τρελλός, κ του λέει: "σ' ευχαριστώ πολύ φίλε! με έσωσες με την ιδέασου! Μα πώς εγώ που είμαι απ'έξω δέν μπόρεσα να το σκεφθώ, κ εσένα που σε έχουν εκει μέσα σκέφθηκες κάτι τόσο έξυπνο;" - "άκου να σου πώ φίλε, με παρεξηγείς! τί θέλεις να πείς δηλαδή; εντάξει είμαι τρελλός, αλλα όχι και βλάκας!".


(παραδοσιακό) Αφεντικό: κάλφα, πές άλφα - άλφα - το αφεντικό घामा॑यी τον κάλφα (χάχάχά).
Την άλλη μέρα: αφεντικό, πές βήτα. - βήτα - ο κάλφας
घामा॑यी τη γυναίκα του αφεντικού. - άντε ρέ κάλφα, νόμιζα θα πείς τίποτα ωραίο. Αυτό ρέ δέν πάει. - πάει δέν πάει, ο κάλφας τη घामा॑यी!

Όπως ξέρετε, οι μαύροι άν κ έχουν μαύρο δέρμα, οι πατούσεςτους κ οι παλάμεςτους είναι λευκές, δηλαδή ρόδινες, όπως της λευκής φυλής. Αυτό προσπαθεί να εξηγήσει το εξής ανέκδοτο, που το άκουσα απο τον アントーニ ッィチナ、 ヽテーン アデッァイーダ。Ο λευκός κορόιδευε τον μαύρο: έ, μαύρε, ξέρεις γιατί είσαι ολόκληρος μαύρος κ μόνο οι πατούσες κ οι παλάμεςσου είναι άσπρες; θα σου πώ εγώ: όταν σε έβαφε ο Θεός, με τα τέσσερα πατούσες στη γή, γι' αυτό οι παλάμες κ πατούσεςσου μείναν άβαφτες! με τα τέσσερα πατούσες, σάν τα ζώα! - δέν μου λές, άσπρε, εσύ γιατί είσαι ολόκληρος άσπρος κ μόνο η コーッォチル>ピダσου είναι μαύρη; - δέν ξέρω, λέει ο λευκός απορημένος - είναι πολύ απλό: δέν πρόλαβε να στεγνώσει η μπογιάμου...


Όταν ήμουν φοιτητής είχα βρεί στη βιβλιοθήκη της σχολήςμας ένα βιβλίο με παλαιές παραδοσιακές ποντιακές ιστορίες. Μία απο αυτές τις ιστορίες την δραματοποίησα κ διασκεύασα για να παιχθεί απο παιδιά στο ελληνικό σχολείο του ᛋᚨᛚᛌᛋᛒᚢᚱᛙ, アデッァイーダ。Ο Σαντέτας (πόντιος απο την Σάντη) φιλονεικούσε με τον Κρωμέτα (πόντιο απο την Κρώμη), ποιός είναι ανώτερος ως προς την καταγωγή. Λέει ο Σαντέτας: εσείς με εμάς να συγκριθείτε δεν μπορείτε. Αφού, για να καταλάβεις, μιά φορά η μάναμου στον κήπομας φύτεψε μιά αγγουριά. κ έκανε ένα αγγούρι, πόσο λές; σαράντα πήχες μακρύ! - καλά, λέει ο Κρωμέτας, αυτά δέν είναι τίποτε μπροστά στα θαύματα της Κρώμης. Άλλο δέν θα σου πώ, μόνο αυτό: μιά φορά κάναμε μνημόσυνο, κ προσφέραμε στον κόσμο βραστό κρέας. Λοιπόν, μόνο το πιπέρι που έβαλε ο κόσμος στο κρέας, ήταν σαράντα μπατμάνια (μονάδα μέτρησης μεγάλου βάρους. Ένας άνθρωπος πρέπει να είναι ευτραφής για να ζυγίζει ένα μπατμάν). Τώρα εσύ λογάριασε πόσο κόσμο ταΐσαμε κ πόσα βόδια σφάξαμε! Είδε ο Σαντέτας οτι αυτό το ψέμα ήταν πολύ πιό ασύστολο απο το δικότου, κ απαντά: "σκύλ' υιέ, γιά το πιπέρισ' λείφτασον, γιά τ' αγγούριμ' θα μακρύνω!" =σκύλου γιέ, ή το πιπέρισου λιγόστεψε, ή το αγγούριμου θα μακρύνω!

Πάντως, εδώ που τα λέμε, αυτά τα ψέματα είναι μικρότερα απο εκείνα που λένε σήμερα οι προπαγανδιστές ταλαίπωρων λαών με περασμένα μεγαλεία για να αποδείξουν οτι δικόςτους είναι ο πολιτισμός όλου του κόσμου, κ οι Ινδοί λένε τέτοιες θεωρίες, κ οι Τούρκοι, αλλα όλους τους ξεπερνάνε τα σωβινιστικά "ελληνικά" περιοδικά με πρώτο τον "Δαυλό", όπως ξεπέρασε κ ο Κρωμέτας τον Σαντέτα.


Απο το ίδιο βιβλίο με το παραπάνω είναι κ η εξής ιστορία: Οι Κούρδοι στην Κωνσταντινούπολη ήταν η πιό μειονεκτική εθνότητα, Κούρδος σήμαινε: η πιό φτηνή εργατική δύναμη. Μιά φορά ένας Έλληνας τσαγκάρης είχε σε μιά λεκανίτσα με νερό μέσα διάφορα πετσιά να μαλακώσουνε. Μπαίνει ένας Κούρδος, βλέπει τα πετσιά μές το νερό κ ρωτά "τί είναι αυτά;" - πατσάς είναι, απαντά ο τσαγκάρης - να φάω απο αυτό; - φάε. Έπιασε ο Κούρδος τα πετσιά, μάσησε, μάσησε, ώσπου τα έφαγε όλα. Κάποτε όταν κίνησε να φύγει, λέει στον τσαγκάρη: "να μήν πείς πίσω απο την πλάτημου 'αυτός ήταν χαζός, ως Κούρδος, κ δέν κατάλαβε τίποτα'. Το κατάλαβα, αυτός ο πατσάςσου ήτανε σκληρός, κ επιπλέον αμαγείρευτος!".


Ένας Ινδός συγκέντρωσε χιουμοριστικές ιστορίες περιεχόμενενες σε διάφορα ινδικά κείμενα, κ έτσι δημιουργήθηκε το βιβλίο με εκατό ιστορίες που είναι εκατό είδη της ανθρώπινης βλακείας. Απο εκείνο το βιβλίο θα αναφέρω μιά ιστορία επίκαιρη:

Κάποιοι άνθρωποι τους πατεράδεςτους παινεύοντας παράβγαιναν κ φιλονεικούσαν. Λέει ο ένας: ο δικόςμου πατέρας ήτανε βραχμάνος. Λέει ο δεύτερος: ο δικόςμου πατέρας ήτανε ασκητής. Λέει ένας τρίτος: ο δικόςμου πατέρας ήτανε άγιος. Ένας άλλος, για να ξεπεράσει όλους τους άλλους ώς προς την αρετή του πατέρατου, είπε: "ο δικόςμου πατέρας ήτανε τέλειος "ब्रह्मचरीन्" (=άγαμος ασκητής που απέχει απο το σέξ): ποτέτου δέν έκανε έρωτα με γυναίκα! (περιττό να σας πώ τί γέλια κάνανε ακούγοντας αυτό. Μα είναι φυσικό: όταν κάποιος αρχίσει να λέει ψέματα χωρίς περιορισμό, γρήγορα θα φτάσει να γίνει γελοίος αντιφάσκοντας προς τη λογική κ προς τον εαυτότου. Με τέτοιες γελοιότητες καταγίνονται συνεχώς οι σωβινιστές όπως του περιοδικού "Δαυλός" κ των παρόμοιων. Αλλα το κάθε γελοίο για να το καταλάβει κανείς πρέπει να έχει κάποια γνώση. Τα ζώα δέν γελάνε, δέν έχουνε την αίσθηση του γελοίου).


Απο το βιβλίο με τα αυθεντικά ποντιακά αστεία που διάβαζα στη βιβλιοθήκη της Φιλοσοφικής στο レテュミノ>、. Μιά φορά ήταν ένας μεγάλος ψεύτης, που πίστευε πως δέν υπάρχει στον κόσμο ψεύτης μεγαλύτερος απο τον ίδιο. Κάποτε όμως του είπαν πως στο τάδε χωριό υπάρχει ένας άλλος μεγάλος ψεύτης που τον ανταγωνίζεται. Πάει λοιπόν ο πρώτος ψεύτης στο χωριό κ στο σπίτι του άλλου ψεύτη, δέν τον βρήκε εκεί, ήταν μόνο ο μικρός γιόςτου, νηπιακής ηλικίας. Ρωτάει στο παιδάκι: "πού είναι ο πατέραςσου;" - "ο ουρανόν ετζερίεν", απαντά το παιδάκι, "ο ουρανός σκίστηκε, κ ο πατέραςμου πήρε βελόνες κ κλωστές κ πήγε να ράψει να διορθώσει τον ουρανό". "Πώ πώ!" σκέφθηκε ο ψεύτης, "αφού το παιδίτου τόσο μικρό λέει τόσο μεγάλα ψέματα, φαντάσου τί ψέματα θα λέει ο ίδιος! Στ' αλήθεια λοιπόν, υπάρχει ψεύτης μεγαλύτερος απο μένα!".

Γι'αυτό σας λέω, κανένας να μή νομίζει οτι ξεπερνά όλους τους άλλους στα ψέματα. Ακόμη κ οι προπαγανδιστές των σωβινιστικών περιοδικών δέν είναι υπεράνω όλων των ψευτών. Αλλα "ΤΟ ΜΩΡΟΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΟΦΩΤΕΡΟΝ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΕΣΤΙ" (=η "ανοησία" του Θεού είναι σοφότερη απο τη σοφία των ανθρώπων).


Αυτό το είχα βρεί σε ένα βιβλίο έκδοση της ελληνικής εκκλησίας, επίσης το δραματοποίησα κ διασκεύασα για να παιχθεί απο παιδιά στο ελληνικό σχολείο του ᛋᚨᛚᛌᛋᛒᚢᚱᛙ, アデッァイーダ。Στη Μόσχα ένας λοχαγός έκανε εκπαίδευση στους στρατιώτες, προσπαθώντας να τους πείσει πως δέν υπάρχει Θεός. Κάθονται κάτω οι στρατιώτες κ ο λοχαγός λέει: σύντροφοι στρατιώτες! βλέπετε το Κρεμλίνο; - το βλέπουμε - άρα το Κρεμλίνο υπάρχει. Βλέπετε εκείνα τα σπίτια; - τα βλέπουμε - βεβαίως κ τα σπίτια υπάρχουν. Βλέπετε τον ήλιο; - τον βλέπουμε - άρα κ ο ήλιος υπάρχει. Βλέπετε τα σύννεφα; - τα βλέπουμε - άρα ξέρουμε πως κ τα σύννεφα υπάρχουν. Κάθε τί που βλέπουμε, υπάρχει. κάθε τί που υπάρχει, το βλέπουμε. Λοιπόν, βλέπετε τον Θεό; - δέν τον βλέπουμε - Είναι λοιπόν σε όλους φανερό πως Θεός δέν υπάρχει. Τελειώνει το μάθημα, "μήπως κανείς θα ήθελε να ρωτήσει κάτι;". Σηκώνει το χέριτου ένας στρατιώτης, κ ρωτά: σύντροφοι οπλίτες, βλέπετε τον σύντροφο λοχαγό; - τον βλέπουμε - βλέπετε το πιλίκιοτου; - το βλέπουμε - βλέπετε την ζώνητου; - την βλέπουμε - βλέπετε τα μάτιατου; - τα βλέπουμε - άρα είμαστε σίγουροι πως ο σύντροφος λοχαγός υπάρχει, κ έχει πιλίκιο, ζώνη, μάτια, κ λοιπά. Το μυαλότου το βλέπετε; - όχι, δέν το βλέπουμε - επομένως είναι βέβαιο πως ο σύντροφος λοχαγός δέν έχει καθόλου μυαλό. Αφού ξέρουμε, πως ό,τι δέν βλέπουμε, δέν υπάρχει!


(παραδοσιακό, το άκουσα στην カバッァ απο την κ. ちゃんば|ねー くーっぁ) Του παπά η μάνα του έλεγε: γιέμου, να κάνεις αγαθοεργίες, ελεημοσύνες, καλές πράξεις όσο μπορείς, για να πάς στον Παράδεισο. Ναί, απαντούσε ο παπάς (αλλα δέν το εφάρμοζε). Πέθανε ο παπάς, η μάνατου έψαξε να τον βρεί στον Παράδεισο, δέν τον βρήκε. Τότε πήγε να ψάξει κ στην Κόλαση. Εκεί βρήκε τον παπά, στης Κόλασης το καζάνι μέσα, μόνο το κεφάλιτου έβγαινε απο την πίσσα. Άχ, γιέμου, φωνάζει η μάνα του παπά, δέν σού'λεγα να κάνεις καλές πράξεις για να πάς στον Παράδεισο; όπως φαίνεται δέν με άκουγες! - Σώπα, μάνα, απαντά ο παπάς, εγώ πάλι καλά, στου δεσπότη το κεφάλι πατάω! εγώ δέν είμαι στο καζάνι βαθιά, βλέπεις, το κεφάλιμου έξω το βγάζω. Ο δεσπότης είναι βαθιά, εγώ στο κεφάλιτου πατάω. Κοινή νεοελληνική λαϊκή αντίληψη: σ'αυτήν την κοινωνία όσο πιό ψηλά ίσταται κανείς τόσο πιό βρώμικος είναι, κ απο όλους πιό βρώμικοι οι ιερωμένοι.


(παραδοσιακό ποντιακό) Μιά γυναίκα έβαλε σαλιγκάρια να βράσουν. Οι συγγενείς κάθισαν στο τραπέζι κ περίμεναν να σερβιρισθούν, αλλα η γυναίκα έλεγε: "κί έγιναν" (=δέν έγιναν, δέν μαγειρεύτηκαν ακόμη). Ύστερα απο ένα τέταρτο τη ρωτούν: "έβρασαν τα σαλιγκάρια;", πάλι τους απαντά "δέν έγιναν". Αργότερα τη ξαναρωτούν: "έγιναν;" - "δέν έγιναν". Ρωτάνε, ξαναρωτάνε, συνεχώς η γυναίκα απαντά "δέν έγιναν". Αφού περιμένανε δυόμιση ώρες κ βάλε, της φωνάζει ο άντραςτης: "τί θα γίνει, θα φάμε καμιά φορά σήμερα;" - "τί να σας κάνω", απαντά η γυναίκα, "αφού δέν λένε να γίνουνε! Η μάναμου μου έλεγε, το φαγητό είναι έτοιμο όταν δοκιμάζεις με το πιρούνι κ βλέπεις οτι τρυπιέται, τότε θα πεί πως έχει μαλακώσει κ είναι έτοιμο. Εγώ τόσην ώρα δοκιμάζω με το πιρούνι κ αυτά ακόμα σκληρά είναι!"


(παραδοσιακό ποντιακό) Ο Σάββας πήγε στο γιατρό, που του βρήκε μιά σπάνια πάθηση, κ του συνέστησε να πιεί γάλα απο γυναίκα, αλλιώς θα πεθάνει. Πάει στο χωριό, ήταν μιά γυναίκα που θήλαζε, της λέει: "πρέπει να με αφήσεις να πιώ απο το γάλασου!" - "βρέ φύγε απο δώ!". Βγάζει το χαρτί του γιατρού, της δείχνει, "βλέπεις τί λέει εδώ; άμα δέν πιώ γάλα απο γυναίκα, θα πεθάνω!". Τί να κάνει η Σιμέλα, βγάζει έξω τους μαστούς, έπιασε ο Σάββας θήλαζε. Αφού ρούφηξε λίγη ώρα, ρωτάει η Σιμέλα: "τί έγινε, Σαββίκα, ωραίο το γάλα;" - "βρέ Σιμέλα", απαντά ο Σαββίκας, "ωραίο το γάλασου, αλλα να έφερνες μαζί κ κανένα παξιμάδι!".


Αυτό το άκουσα απο κάποιον ヲーテー ハジ|ニコッァオウ, άν θυμάμαι σωστά το όνοματου, που έμενε σε ένα χωριό κοντά στο Ρέθυμνο, αλλα η καταγωγήτου είναι απο τη Θεσσαλονίκη, το επάγγελμα νομίζω γεωπόνος.

Ένας αλλοίθωρος είχε μιά όμορφη γυναίκα. Βεβαίως, την αγαπούσε πολύ, κ όποτε ερχόταν στο σπίτι πάντοτε έστω ένα μικρό δώρο της έφερνε, άν όχι τίποτε άλλο, τουλάχιστον ένα λουλουδάκι που θα εύρισκε περνώντας έξω απο κάποιον κήπο. Έτσι πέρασαν χρόνια, κ το ζευγάρι έκανε παιδιά, κ ζούσαν ειρηνικά χωρίς ποτέ να μαλώσουν για τίποτε. Μιά μέρα ο αλλοίθωρος καθώς ερχόταν στο σπίτι σκέφθηκε πως δέν κρατούσε κανένα δώρο για τη γυναίκατου, κοίταξε για κανένα περίπτερο να της πάρει καμιά ωραία σοκολάτα, κάποιο όμορφο πραγματάκι, ήταν κλειστά, κοίταξε για κανέναν κήπο να κόψει έστω ένα κλαδάκι βασιλικό να της πάει, έστω ένα λουλουδάκι απο αγιόκλημα, απο γιασεμί, δέν βρήκε τίποτε, ήταν η εποχή κ η ώρα τέτοια, δέν βρήκε το παραμικρό για να της φέρει δωράκι. Έ, σκέφθηκε, τόσα χρόνια πάντοτε της φέρνω κάτι όποτε πηγαίνω στο σπίτι, μιά φορά ας μήν της πάω τίποτε, αφού έτυχε έτσι, θα της δώσω όμως ένα φιλί. Πάει στο σπίτι, κ χωρίς να πεί, καθώς συνήθως έλεγε "τί σου έφερα;!", κάνει να φιλήσει την γυναίκατου να της δείξει πόσο την αγαπάει.

Αλλα η γυναίκα τραβιέται πίσω κ λέει: "καλά, τόσο αλλοίθωρος είσαι; πώς έκατσα μαζίσου τόσα χρόνια!".

Βγάλτε τα συμπεράσματασας.Και μή βιαστείτε να πείτε "εγώ δέν είμαι αλλοίθωρος". Ο κάθε άνθρωπος έχει το αδύνατοτου σημείο.


Αυτό επίσης το άκουσα απο τον ヲーテー ハジ|ニコッァオウ. Ο άντρας επέστρεψε απο τη Γερμανία όπου έλειπε χρόνια, ρωτά τη γυναίκατου: "ρέ γυναίκα, να πούμε καί οι δύο την αλήθεια. Ούτε θα σε κατηγορήσω ούτε θα με κατηγορήσεις, αλλα να πούμε την αλήθεια για να ξέρουμε. Τόσα χρόνια που ήμουν στη Γερμανία, έκανες σέξ με κανέναν άλλον; με πόσους το έκανες;" - "πέςμου εσύ πρώτα", λέει η γυναίκα, "τόσα χρόνια στη Γερμανία με πόσες το έκανες;" - "λόγω τιμής, σου ορκίζομαι, με καμιά. Τρείς φορές βρέθηκα σε τέτοια θέση, παραλίγο θα το έκαμνα, αλλα την τελευταία στιγμή τραβήχτηκα" - "μάλιστα! εσύ ήσουν απο πάνω, μπόρεσες κ τραβήχτηκες! εγώ που ήμουν απο κάτω, πώς να τραβηχτώ;"


(Παλιό) Ο πόντιος επρόκειτο να πάει στη Γερμανία να εργασθεί (εκείνα τα χρόνια δέν υπήρχε στη βόρεια Ελλάδα ελληνικό σπίτι που να μήν έχει κάποιον εργάτη στη Γερμανία). Λοιπόν, λέει στη γυναίκατου: τώρα που θα πάω στη Γερμανία, εσύ εδώ πρόσεχε να μή ガメーテェイヽ・ Όμως η γυναίκατου ήτανε κ κουφή. "Τί είπες;" του λέει. - Τώρα που θα πάω στη Γερμανία, εσύ εδώ πρόσεχε να μή ガメーテェイヽ・, λέει δυνατότερα ο πόντιος. - Δέν άκουσα, τί είπες; - Τώρα που θα λείπω στη Γερμανία, πρόσεξε να μή ガメーテェイヽ・, φωνάζει ο πόντιος. - Τί είπες; δέν άκουσα. - (ακόμη δυνατότερα) τώρα που θα λείπως στη Γερμανία, πρόσεχε να μή ガメーテェイヽ・! - Τί; δέν άκουσα! - Ορύεται τώρα ο πόντιος, κάνει μαζί κ νοήματα στη γλώσσα των κωφαλάλων φωνάζοντας: "τώρα που θα είμαι στη Γερμανία, πρόσεχε να μή ガメーテェイヽ・!" - τί; δέν κατάλαβα! - ε άι ガメーソウ!


Ένας άνθρωπος ξυπνώντας παρατήρησε πως ήταν η 6η μέρα του 6ου μήνα (Ιουνίου) του 1966. Παίρνει το λεωφορείο νούμερο 6 να πάει στη δουλειά, κάθεται σε ένα κάθισμα, κοιτάζει, ήταν το κάθισμα νούμερο 6. Κοιτάζει το εισιτήριοτου, όλα τα ψηφία ήταν 6. Το μεσημέρι πάει να φάει σε εστιατόριο, παραγγέλνει κεφτεδάκια, του φέρνουν 6 κεφτεδάκια. "Απίστευτο!" σκέφτεται, "σήμερα έχει τρομερή ρέντα το 6". Πάει στον ιππόδρομο κ στοιχηματίζει στο άλογο νούμερο 6, βέβαιος πως θα κέρδιζε. Τρέχουν τα άλογα, το άλογο νούμερο 6, στο οποίο στοιχημάτισε, βγήκε έκτο.


Στην Αμερική λέει πειραματίζονταν να φτιάξουνε το φάρμακο της εξυπνάδας. Φτιάξαν ένα ενέσιμο, το δοκιμάζουν στα ποντίκια. Κάνουν ένεση σε ένα ποντίκι, πέφτει τέζα. Κάνουν ένεση στο δεύτερο, πέφτει ξερό. Κάνανε την ένεση σε 10 ποντίκια, πέσαν όλα ξερά. "Δέν βρήκαμε ακόμη το φάρμακο της εξυπνάδας, αλλα θα το λανσάρουμε ώς ποντικοφάρμακο". Πετάνε τα νεκρά ποντίκια στον κάδο των απορριμάτων. Ύστερα πάνε να αδειάσουν τον κάδο των απορριμάτων, άδειος! Τί είχε συμβεί; τα ποντίκια έγιναν τόσο έξυπνα με την ένεση ωστε προσποιήθηκαν αμέσως πως πέθαναν, για να τα πετάξουν κ να δραπετεύσουν απο το εργαστήριο.

(Αναρωτιέμαι πότε οι άνθρωποι θα γίνουν τόσο έξυπνοι ωστε να ζητάνε την ελευθερίατους).

(παραδοσιακό) Ένας ώρες ψάρευε ψάρι δέν έπιανε. Γύφτος πλησιάζει, "φίλε, αφού ψάρι δέν πιάνεις, τί συνεχίζεις;" - τα ψάρια δέν με ενδιαφέρουν, να δολώνω, να ρίχνω, να περιμένω, η διαδικασία μου αρέσει. Τότε του Γύφτου η γυναίκα κ τα 8 παιδιά έρχονται. - "Ρε φίλε, δικάσου είναι τόσα παιδιά; γιατί τόσα πολλά έκανες; σου αρέσουν τα παιδιά;" - "δέν είναι αυτό, η διαδικασία μου αρέσει".

Άλλη παραλλαγή: ένας ψάρι έπιασε στη θάλασσα το έριξε, άλλος τον είδε, "γιατί το πέταξες;" - τα ψάρια δέν με ενδιαφέρουν, η διαδικασία με ευχαριστεί - άς το έδινες σε μένα που έχω 8 παιδιά να θρέψω - 8 παιδιά; γιατί τόσα έκανες; - νά, κ εμένα η διαδικασία με ευχαριστεί.

Σε ένα νησί μόνο δυό άντρες είχαν σωθεί. Ο ένας στον άλλον λέει: κάτσε να σε
घामेसो, με μιά φορά δέν γίνεσαι पूस्तेः. Έκατσε. Αργότερα του ξαναλέει: "κάτσε να σε घामेसो, με δυό φορές δέν γίνεσαι पूस्तेः". Ξαναέκατσε. Υστερότερα πάει ο άλλος κ λέει: "έλα घा॑मामॅ ακόμη μιά, με τρείς φορές δέν θα γίνω पूस्तेः".


Πάλι σε ένα νησί, σωθήκανε μερικοί άντρες κ ένας παπαγάλος. Κ προλάβανε να πάρουν απο το καράβι που βούλιαζε δυό σακκιά ρύζι. Κάθε μέρα τρώγανε λίγο ρύζι να επιζήσουνε μέχρι να φανεί κανένα καράβι να τους πάρει. Ώσπου κάποιος είχε την ιδέα: βρέ παιδιά, κάθε μέρα ρύζι, βαρεθήκαμε. Λέω να σφάξουμε τον παπαγάλο, να μή μας καταναλώνει κ τροφή, κ να φτιάξουμε παπαγάλο με πιλάφι. Το ακούει ο παπαγάλος, ήταν κ μάγκας παπαγάλος, τους λέει: ρε δέν παίζετε καμιά マらキア να φτιάξετε ρυζόγαλο;

Στον πόλεμο του Βιετνάμ κάποιοι Αμερικάνοι στρατιώτες χτενίζανε μιά περιοχή, να μήν βρίσκεται εκεί κανένας εχθρός. Βρίσκουνε έναν Βιετναμέζο γεράκο, τον σημαδεύουνε τον κακομοίρη με τα αυτόματα κ του λένε: με ποιούς είσαι, με μάς ή με τους άλλους; - με σάς! με σάς! φωνάζει ο γεράκος τρέμοντας με τα χέρια ψηλά. Οι Αμερικάνοι αμέσως τον γαζώνουνε με δυό ριπές κ λένε: εμείς είμαστε με τους άλλους!

काभा॑ला ήταν κάποιος, λέγαν κ το όνομάτου, δέν το θυμάμαι, που घा॑मेसॅ αμέτρητες γυναίκες. Κατα τα εξήντατου, δέν μπορούσε άλλο πιά να घामेसी, οπότε αποφάσισε να घामेथी. Σάν घामेथेच τον πιάσαν τα κλάματα. - Τί έπαθες κ κλαίς; αφού εσύ το ζήτησες! - Κλαίω τώρα που κατάλαβα τί έχανα τόσα χρόνια!

Δυό γριές πήγαν για καφέ σε μιάς τρίτης γριάς, της Ασπασίας. Η Ασπασία ξεχνούσε πως έκανε καφέ, κ ξανάφτιαχνε, έτσι 3 φορές σέρβιρε καφέ, κ πήγε να φτιάξει κ τέταρτο, τότε οι άλλες γριές συζητάνε: "βρέ την Ασπασία, ντρέπομαι κ να της το πώ, δυό ώρες είμαστε στο σπίτιτης, έναν καφέ δέν μας έκανε!", κ η άλλη απαντά: "πού τη θυμήθηκες την Ασπασία, δυό χρόνια έχουμε να τη δούμε!".

Άλλες τρείς γριές συζητούσαν, λέει η μία, όλο ξεχνάω, αφού πηγαίνω στο νεκροταφείο κ δέν θυμάμαι σε ποιόν τάφο να πάω! Η άλλη λέει: "εγώ πηγαίνω στο σούπερμαρκετ κ δέν θυμάμαι τί θέλω να αγοράσω!". Η τρίτη λέει:
"ευτυχώς εγώ δέν έχω τέτοιο πρόβλημα, χτύπα ξύλο (χτυπά το τραπέζι κ έπειτα λέει:) έ, κάποιος χτυπάει την πόρτα!

(παραδοσιακό) Απο
काभारिन॑ Γιώργο το άκουσα, απο τη Λεύκη काभा॑लाः (μάλλον ποντιακή ιστορία): κάποιος φιλοξενούνταν σε κάτι συγγενείςτου, τη νύχτα να छ॑सी θέλησε, πάει να βγεί (οι καμπινέδες τότε ήταν έξω απο τα σπίτια), είχαν έναν μαύρο σκύλαρο, του γάβγισε, φοβήθηκε, μπήκε μέσα, σήκωσε το μωρό απο την κούνια, ऍछस εκεί, έβαλε το μωρό απο πάνω. Το ίδιο κ την επόμενη νύχτα. Είδαν οι άνθρωποι κάτω απο το μωρό τόσα स्काता॑, τρόμαξαν: "το μωρό τόσα स्काता॑ πώς έκανε!". Κ ο δράστης απάντησε: "όσο είναι στην αυλή ο μαύρος ο σκύλος, το μωρό τέτοια स्काता॑ θα κάνει!".

(παραδοσιακό) Αυτό οι Θρακιώτες το λέγανε: κάποιος φιλοξενούνταν σε ένα ξένο σπίτι. Πέρασαν 3 μέρες, θέλαν να τον διώξουν, αλλα ντρέπονταν να του το πούν. Λοιπόν πήγαν έγραψαν μέσα στον καμπινέ: "το ψάρι κ ο μουσαφίρης την τρίτη μέρα βρωμάει". Ο μουσαφίρης το είδε, κ απο κάτω έγραψε: "όταν κάποιος βγαίνει απο το σπίτιτου, ποτέ δέν ξέρει τί θα συναντήσει. Κ όταν κάποιος πηγαίνει κάπου, ποτέ δέν ξέρει πόσο θα μείνει εκεί".

(παραδοσιακό) Απο
खाल्चिधिचो॑ते पानाझोते सू॑स्ता στην आधलाइधा το άκουσα: Ο παπάς υποψιαζόταν τον καντηλανάφτη οτι κλέβει το λάδι της εκκλησίας. Μιά μέρα τον βρίσκει, του λέει: εξομολογήθηκες; - όχι. - Πρέπει πάντα να εξομολογείσαι! - Δέν θέλω! - Είναι μεγάλη αμαρτία να μήν εξομολογείσαι! Με τα πολλά, γονατίζει ο καντηλανάφτης, του βάζει απο πάνωτου το πετραχήλι ο παπάς κ του λέει: μήπως κλέβεις το λάδι της εκκλησίας; τσιμουδιά ο καντηλανάφτης. Ξέρεις ποιός κλέβει το λάδι της εκκλησίας; ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Μήπως ξέρεις πού πάει το λάδι που είναι για τα καντήλια; σιωπή απο τον καντηλανάφτη. Θυμώνει ο παπάς, μαζεύει το πετραχήλι, γιατί ρε δέν απαντάς που σε ρωτάω; - Πώς; με ρωτούσες; δέν άκουγα τίποτε! Είναι μαγικό αυτό το πετραχήλι, όποιος σκεπάζεται με αυτό δέν ακούει τίποτε! - Βρε δέν αφήνεις τα κόλπα!; - Αλήθεια σου λέω, μαγικό είναι! Θα βγάλουμε λεφτά με αυτό! - Άσε ρε τα σάπια! - Αλήθεια σου λέω. Γονάτισε εσύ να σου βάλω απο πάνωσου το πετραχήλι να δείς. Γονατίζει ο παπάς, του βάζει απο πάνωτου το πετραχήλι ο καντηλανάφτης, κ λέει: Μήπως ξέρεις με ποιόν απατάει τον άντρατης η διάκαινα; Τσιμουδιά ο παπάς. Μήπως συνουσιάζεσαι κάθε Τετάρτη με τη γυναίκα του διάκου; σιωπή ο παπάς. Μήπως διαπράττεις το παράπτωμα της μοιχείας; ούτε άχνα ο παπάς. Τραβάει το πετραχήλι ο καντηλανάφτης κ φωνάζει: εσύ τώρα γιατί δέν απαντάς; - τί; λέει ο παπάς. μιλούσες; πραγματικά μαγικό είναι αυτό το πετραχήλι! Δέν άκουσα τίποτα!

Κι αυτό απο खाल्चिधिचो॑ते पानाझोते सू॑स्ता στην आधलाइधा το άκουσα: ένας πέθανε κ πήγε στον Παράδεισο. Είχε όμως περιέργεια να μάθει πώς είναι η Κόλαση, την οποία γλύτωσε. Παίρνει λοιπόν ο Άγιος Πέτρος ένα γκρούπ καλούς ανθρώπους απο τον Παράδεισο κ τους ξεναγεί στην Κόλαση. -Είστε τυχεροί που έρχεστε εδώ μόνο για βόλτα. Εδώ την περνάνε φρικτά. Λοιπόν εδώ η κάθε εθνότητα είναι σε έναν πύργο μέσα. Βλέπετε εκείνον τον πύργο; (τους δείχνει ένα τεράστιο πύργο με χοντρούς πέτρινους τοίχους, ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα, μικρές τρύπες με σιδερένια κάγκελα αντί για παράθυρα, παντού φρουρούς με αυτόματα κ άγρια λαγωνικά σκυλιά, κάμερες παρακολούθησης, κ ό,τι φανταστείς απο μέτρα ασφαλείας) εδω μέσα έχουμε τους Εβραίους κολασμένους. Παρακεί βλέπουν άλλο ένα τεράστιο κτήριο με δυνατούς τοίχους, συρματοπλέγματα, φρουρούς, κ όλα τα μέτρα ασφαλείας, ρωτούν: ποιοί είναι εδώ; - οι Γερμανοί κολασμένοι. Παρακάτω άλλος ένας πέτρινος πύργος με όλα τα μέτρα ασφαλείας. - Ποιοί είναι εδώ; - οι Γάλλοι. Πιό εκεί άλλος ένας πύργος με φρουρούς, συρματοπλέγματα κλπ, - Ποιοί είναι εδώ; - οι Κινέζοι. Και ούτω καθεξής, βλέπανε έναν καλά φρουρημένο πύργο για κάθε εθνότητας τους κολασμένους. Βλέπουνε κ μιά μάντρα, έναν περίβολο απο ξερολιθιά με ούτε δυό μέτρα ύψος, χωρίς οροφή, χωρίς φρουρούς, χωρίς κάμερες παρακολούθησης, χωρίς καθόλου μέτρα ασφαλείας. Αμάν, λέει ο καλός άνθρωπος, ποιοί είναι εκει μέσα; θα το σκάσουν όλοι! -Μή φοβάσαι, λέει ο Άγιος Πέτρος, απο αυτήν τη φυλακή δέν το έσκασε ποτέ κανείς! -Μα πώς! δέν έχει καθόλου φρούρηση! -Ναί, αλλα εκει μέσα έχουμε τους Έλληνες. Δέν τους ξεφεύγει κανείςτους! για να καταλάβεις, άμα κανένας κάνει να σκαρφαλώσει το μαντρότοιχο για να το σκάσει, ορμάνε οι άλλοι κ τον τραβάνε απο τα πόδια!


Και ένα ακόμη απο τον खाल्चिधिचो॑ते पानाझोते सू॑स्ता. Ένας άνθρωπος με τον Χάρο κουμπαριά έκανε. Κουμπάρε, του λέει, ξέρω, όλον τον κόσμο παίρνεις, αλλα εμένα που είμαι κουμπάροςσου δέν θα με πάρεις. - Δέν γίνεται, απαντά ο Χάρος, όλους τους παίρνω, κ' εσένα θα σε πάρω! - Αμάν, ζαμάν - ο Χάρος δέν καταλαβαίνει. Εντάξει, του λέει, κ εμένα θα με πάρεις. Όμως μία χάρη θα μου κάνεις, ώς κουμπάροςσου που είμαι: προτού με πάρεις, απο καιρό πρίν θα με προειδοποιήσεις, να σε περιμένω, όταν έρθεις να μήν τρομάξω. - Αυτό σου το υπόσχομαι, απαντά ο Χάρος. Μιά μέρα λοιπόν, εκεί που ο άνθρωπος δέν το περίμενε, νά ο Χάρος, άντε σήκω, του λέει, πάμε στον άλλο κόσμο! - Πώς; τί; αφού είπαμε πως θα με προειδοποιήσεις, μου το υποσχέθηκες! κ έρχεσαι έτσι ξαφνικά; - Σε προειδοποίησα εκατό φορές, του λέει ο Χάρος. - Ψέματα! πότε με προειδοποίησες; - δέν θυμάσαι; κάτι εγκεφαλικά που έπαθες; κάτι ψιλοεμφράγματα; κάτι πόνοι στο στήθος; κάτι πόνοι στα νεφρά; κ τόσα άλλα! κι άλλες προειδοποιήσεις ήθελες;


ヽタ ハニャ・ アポ ゐロォロォゴ、ムージュ|レー コーヽタ アコウサ、ツーリキ>ケー・ヒ|ヽトリア。Ο Μουσταφάς ήταν πολύ φτωχός, ένα βράδυ να φάει τίποτε δέν είχε. Τότε θυμήθηκε μιά παλιά αγαπητικιάτου, πάει στο σπίτιτης, ρίχνει στο τζάμι ένα χαλικάκι, στον επάνω όροφο. Βγαίνει η Φατμέ στο παράθυρο, τον βλέπει, λέει εκείνος: "μωρή Φατμέ, δέν ξέρεις τί έπαθα! κοπήκανε τα κουμπιά του παντελονιούμου! πέταξεμου ένα βελόνι να τα ράψω! - Χριστιανέμου, δηλαδή Μουσουλμάνεμου, του λέει η Φατμέ, πήγαινε στο σπίτισου, νυχτιάτικα κανείς δέν θα σε προσέξει. - Όοι, μπορεί να με δούνε, ντρέπομαι, ρίξεμου ένα βελόνι κ λίγη κλωστή. - Κ πώς θα το δείς νυχτιάτικα το βελόνι πού θα πέσει; - κοίταξε τί θα κάνεις: βάλε το βελόνι με την κλωστή μέσα στο πιό μεγάλο καρβέλισου κ πέτατομου, θα το πιάσω. Έτσι κ έκανε η Φατμέ, του πέταξε ένα καρβέλι με ένα βελόνι κ κλωστή μέσα, το πήρε ο Μουσταφάς,  πήγε σπίτιτου, έβγαλε το βελόνι κ έφαγε το ψωμί. Σε κάθε υπόθεση, βελόνι είναι η πρόφαση, το ψωμί είναι ο πραγματικός σκοπός.


Αυτό το άκουσα στα φοιτητικάμου χρόνια: ένας άνθρωπος πέθανε, πήγε στον Άγιο Πέτρο. Πώς λέγεσαι, ρωτάει ο Άγιος Πέτρος, "Γιαννακόπουλος", όνομα, πατρώνυμο, μητρώνυμο, τον ψάχνει στο χοντρότου το βιβλίο, τον βρήκε. Ά! του λέει. Πάρα πολλές αμαρτίες! δέν μπορώ να κάνω τίποτα, θα πάς στην κόλαση. Αμάν, ζαμάν, φωνάζει ο Γιαννακόπουλος, κάνε κάτι, λεφτά έχουμε... - Δέν γίνεται, θα πάς στην κόλαση! - Κοίταξε τουλάχιστον κ στο ελβετικό το βιβλίο, έχω ζήσει αρκετά χρόνια στην Ελβετία, μήπως εκεί βρούμε τίποτε άλλο να τα μπερδέψουμε... Κοιτάζει ο Άγιος Πέτρος στο ελβετικό το βιβλίο, ήταν γραμμένος με ξένα γράμματα, "Giannakopoulos", αλλα... -Δυστυχώς, βλέπω κ στην Ελβετία αμαρτίες, τα ίδια κ χειρότερα... Αμάν, όχι, να κλαίει, να οδύρεται ο Γιαννακόπουλος, λυπήθηκε ο Άγιος Πέτρος, καλά, μήν κάνεις έτσι, του λέει, θα σου δώσω τη δυνατότητα να διαλέξεις, ελληνική ή ελβετική κόλαση. - Πώς είναι η ελληνική η κόλαση; - Κοίταξε: η ελληνική κόλαση είναι ένας απέραντος λάκκος με स्काता॑, είσαι βουτηγμένος εκει μέσα, κ μόλις κάνεις να βγάλεις το κεφάλισου, είναι εκεί στην όχθη ένας αράπης με ένα ρόπαλο, σου παίζει μιά στην κεφαλή κ πέφτεις πάλι μέσα. Πάντως, για το καλόσου θα σου συνιστούσα να διαλέξεις την ελληνική την κόλαση. - Πώ πώ τί πάθαμε! κ η ελβετική η κόλαση πώς είναι; - Κοίταξε: η ελβετική κόλαση είναι ένας απέραντος λάκκος με स्काता॑, είσαι βουτηγμένος εκει μέσα, κ μόλις κάνεις να βγάλεις το κεφάλισου, είναι εκεί στην όχθη ένας αράπης με ένα ρόπαλο, σου παίζει μιά στην κεφαλή κ πέφτεις πάλι μέσα. Πάντως, για το καλόσου θα σου συνιστούσα να διαλέξεις την ελληνική την κόλαση. - Γιά στάσου! αφού είναι ίδια καί τα δύο! τί κι άν προτιμήσω την ελληνική την κόλαση; - Κοίταξε! στην ελληνική την κόλαση πολλές φορές δέν έρχεται (π.χ. λόγω απεργίας) το βυτίο να γεμίσει το λάκκο με स्काता॑, άλλοτε έρχεται μέν αλλα έχει λειψό φορτίο κ δέν τη γεμίζει καλά, άλλοτε αντί για स्काता॑ φέρνει λάσπη, άλλοτε ο αράπης δέν πάει να δουλέψει, άλλοτε πάει μέν αλλα κοιμάται εκεί που κάθεται κ δέν βλέπει όσους βγάζουν τα κεφάλιατους, άλλοτε πηγαίνει αλλα έχει ξεχάσει το ρόπαλότου στο σπίτι, άλλοτε έχει ρόπαλο αλλα δέν είναι γερό κ σπάζει, άλλοτε δωροδοκείται για να αφήνει να βγαίνεις απο το λάκκο... (κ τα λοιπά!).


(κι αυτό το άκουσα στα φοιτητικάμου χρόνια). Ο γύφτος έπιασε δουλειά, με τακτικές αποδοχές, ένσημα, όλα κανονικά. Αλλα τον έτρωγε συνέχεια πώς να τεμπελιάσει. Κατέβασε μιά ιδέα: πάει στο γιατρό: "γιατρέ, κεφαλάκιμου πονάει, θα σπάσει κεφαλάκιμου, ώχ... ώωωχ... δέν μπορώ..." - "μήπως έκανες υπερβολική διανοητική εργασία;" - "άααχ... πονάει... πονάει κεφαλάκιμου"... Με τα πολλά, του δίνει ο γιατρός δυό μέρες άδεια - Κάντες τρείς - Άντε, τρείς. Του δίνει ο γιατρός 3 μέρες άδεια, τη βρήκε ο γύφτος. Τέλειωσε όμως η άδεια, ξανά στη δουλειά. Τώρα τί κόλπο να βρεί; Ξαναπάει στο γιατρό, σκούζοντας, κρεμούσε το χέριτου, τάχα δέν μπορούσε να το κινήσει, να το σηκώσει, κ έσκουζε: "το χεράκιμου, γιατρέ, πάει το χεράκιμου, βγήκε, τί έκανε δέν ξέρω, άααααχ, πάει το χεράκιμουουου...". Για να μήν τα πολυλογούμε, έπαιξε ωραία το παιχνίδιτου, κατάφερε πήρε 3 εβδομάδες άδεια, καλοπέρασε. Τελειώνει η άδεια, ξαναπηγαίνει στη δουλειά. Τί κόλπο να βρεί τώρα, που συνήθισε κ στη λούφα; Ξαναπάει στο γιατρό, αυτή τη φορά με ένα απο το παιδιάτου. Το παιδί τον οδηγούσε πού να κινηθεί, ο ίδιος τάχα δέν έβλεπε τίποτα, κουτουλούσε εδώ κ εκεί, σκόνταφτε, έπεφτε... -Αμάν τί έπαθα, γιατρέ, έχασα το φώςμου, έχασα ματάκιαμου, τίποτα δέ βλέπω, τίποτααα... Ο γιατρός την ψυλιάστηκε. -Καλά, μήν κάνεις έτσι, θα σε εξετάσω, θα περάσει - Πώς θα περάσει! στραβώθηκα! τίποτα δέν βλέπω! -Κάτσε εκεί κ θα σε εξετάσω -Πού να κάτσω; -Σε εκείνη την καρέκλα. -Ποιά καρέκλα; σκουντουφλάει απο δώ, σκουντουφλάει απο'κεί, τέλος πάντων, το παιδί έβαλε τον γύφτο να καθίσει. Δείχνει ο γιατρός κάτι γράμματα μισό μέτρο, -δέν βλέπω τίποτα, φωνάζει ο γύφτος κ οδύρεται. Του δείχνει εικόνες, -Τίποτα δέν βλέπω! -Εμένα με βλέπεις; -Δέν σε βλέπω, μόνο τη φωνήσου ακούω. Τέλος πάντων, κυλάει ο γιατρός την τηλεόραση φάτσα κάρτα μπροστά στον γύφτο, (το παιδίτου μακριά) κ βάζει να παίζει ένα DVD τσόντα, χωρίς όμως καθόλου φωνή. -Εδώ βλέπεις τίποτε, ρωτάει ο γιατρός -Τίποτε δέν βλέπω! -Γιά πρόσεξε λίγο καλύτερα, μήπως καθόλου χρώματα, καθόλου κίνηση; -Καθόλου δέν βλέπω, λέει ο γύφτος, αλλα στο μεταξύ το αρσενικόν μόριον του γύφτου αμέσως εσηκώθηκεν εν αγρία στύσει, έτσι που ακόμη κ ένας πολύ μύωψ θα έβλεπε πόσο εφούσκωνε το παντελόνιτου απο το αγρίως στυόμενον όργανον του γύφτου. Πού να σηκωνόταν όρθιος, δέν μπορούσε! -Δέν αφήνεις βρέ τα κόλπα να πάς να δουλέψεις όπως όλος ο κόσμος; το γέμισες το βιβλιάριο, μιά το κεφάλι, μιά το χέρι, τώρα μου λές δέν βλέπεις. Άμα δέν βλέπεις, τότε πώς σου σηκώθηκε; -Γιατρέ, σου είπα εγώ δέν βλέπω, αλήθεια σου είπα. Τώρα, αυτός (δείχνει ο γύφτος προς το στυόμενον όργανόντου) άμα βλέπει,  άς πάει να δουλέψει!


(παραδοσιακό) Πώς βγήκε η ποντιακή παροιμία: Ο σκύλον ασ ο τέρεμαν εψόφεσεν! Κάποιος πήγε με τον σκύλοτου σε μιά γιορτή, όπου βρήκε πολλούς συνδαιτημόνες ήδη καθιστούς να τρώνε. ντρεπόταν να ζητήσει μιά θέση να κάτσει κι αυτός να φάει, στεκόταν λοιπόν όρθιος κ περίμενε να τον καλέσει κανείς στο τραπέζι, ενώ του σκύλου τα σάλια στάζαν καταγής, μα κανείς δέν τον κοίταζε τον άνθρωπο με τον σκύλο να του πεί έλα. Ώσπου ο σκύλος βγάζοντας ένα γοερό ουρλιαχτό έπεσε νεκρός. σηκώνονται τότε έκπληκτοι οι συνδαιτημόνες κ αρχίζουν να ρωτάνε: μα πώς ψόφησε ο σκύλος! Κ το αφεντικό του σκύλου απάντησε: πώς εψόφεσεν ιά; ασ ο τέρεμαν εψόφεσεν ο σκύλον! (απο το να κοιτάζει ψόφησε ο σκύλος). Έτσι βγήκε η παροιμία: ο σκύλον ασ ο τέρεμαν εψόφεσεν.
Οι εντόπιοι της Μακεδονίας έχουνε μιά παρόμοια παροιμία: απ το ομούτι ψοφάει το γαϊδούρι. Ομούτι (απο το τουρκικό umut) θα πεί ελπίδα. το δεμένο γαϊδούρι όλο ελπίζει πως θα καλυτερέψει η ζωήτου: θα το φορτώνουν λιγότερο, θα το ταΐζουν καλύτερα, κ.λπ.. Απ αυτήν την ελπίδα φθείρεται κ ψοφάει.


(παραδοσιακό. あぽ:えうしあ ぱぷーら゜)Ο θείος είχε πολύ χοντρή κοιλιά. Ο ανεψιός ρωτά: θείε, τί έχεις μέσα στην κοιλιάσου κ είναι τόσο φουσκωμένη; - ヽかた・έχω! - σοβαρά; πότε πρόλαβες κ τά' φαγες;

Τί κοινό έχει ο αρτοποιός (ζυμωτής) με την καλόγρια; (ο αρτοποιός ζυμώνει, ενώ η καλόγρια ζεί μόνη).

Πώς λέγεται εκείνος που γυρίζει γύρω απο μιά τρύπα; -άνθρωπος περιοπής. Κ πώς λέγεται εκείνος που είναι κάτω απο το ποτάμι; -υποπόταμος.


Διάλογος μεταξύ του Θάνου κ του Νάνου:

Ρωτάει ο Θάνος: τί ώρα Νάνε;

Απαντά ο Νάνος: έ δέν Θάνε;


Γιατί, μπαμπά, όλες οι εκκλησίες έχουνε δικέφαλους αετούς; όλοι οι παπάδες Αεκτσήδες είναι; (まるさき)。


Μιά κοπέλα έβλεπε στον ύπνοτης πως ήταν στην έρημο μονάχη, βασανίζονταν απο πείνα κ δίψα, έλπιζε να βρεί κάποια τρύπα με νερό, κάποια όαση... εκείνη την ώρα βλέπει καμιά έξι - εφτά καμηλιέρηδες, την πλησίαζαν καβαλλώντας τις καμήλες που έτρεχαν όσο μπορούσαν. Η κοπέλα φοβήθηκε, προσπάθησε να τρέξει, αλλα ήταν λίγες οι δυνάμειςτης, σε λίγο έμεινε γονατιστή στην άμμο ανήμπορη να περπατήσει άλλο. Οι καμηλιέρηδες την έφτασαν, στάθηκαν γύρωτης καβάλα στις καμήλες. - Τί θα μου κάνετε!; φωνάζει η κοπέλα τρομαγμένη. - "Εμάς ρωτάς;" απαντά ένας απο τους καμηλιέρηδες, "δικόσου είναι το όνειρο!".


Αυτό το άκουσα στα φοιτητικάμου χρόνια: Ήταν λέει ένας Έλληνας στην Αμερική, αρκετά μεγάλος στην ηλικία, κ όμως δέν παντρευότανε. Του λέει ένας φίλοςτου: "τα χρόνια περνάνε, γιατί δέν παντρεύεσαι;" - "για να παντρευτώ μιά γυναίκα, πρέπει να έχει στενό मूनि॑. τέτοια γυναίκα δέν έχω βρεί" - "θα σε συμβούλευα να πάς στην Ελλάδα να βρείς εκεί γυναίκα, εκεί οι γυναίκες έχουνε στενά मूञा॑". Ακούγοντας αυτό, ο Ελληνοαμερικάνος αποφάσισε κ πήγε ταξίδι στην Ελλάδα, με την ελπίδα να βρεί τέτοια γυναίκα που ήθελε. Μαθαίνει μιά Ελληνίδα οτι είναι πλούσιος, του την πέφτει. Αφού του πούλησε πολλές γλύκες, του λέει: "αφού σου αρέσω τόσο, τί λές, παντρευόμαστε;" - "ά, κοίταξε, για να παντρευτώ μιά γυναίκα, πρέπει να έχει στενό मूनि॑. -"εγώ το έχω πολύ στενό, κ θα σου το αποδείξω. Αλλα πρώτα πρέπει να παντρευτούμε, γιατί η θρησκείαμας δέν μας επιτρέπει το σέξ πρίν απο το γάμο". "Αυτή είναι ηθικιά γυναίκα!", σκέφτεται ο Ελληνοαμερικάνος, κ την παντρεύεται. "Θυμάσαι τί μου υποσχέθηκες πως θα μου αποδείξεις!" της λέει. -"βεβαίως θυμάμαι, κ θα σου το αποδείξω τώρα!". ξαπλώνει, ανοίγει τα πόδιατης, κ του λέει: "βάλε το αριστερόσου χέρι μέσα" (χωρίς δυσκολία, βάζει το αριστερότου χέρι όλο μέσα στο मूनि॑). - "τώρα βάλε κ το δεξίσου χέρι μέσα" (κλάκ, βάζει και το δεξίτου χέρι όλο μέσα στο मूनि॑) -"τώρα χτύπα παλαμάκια" (προσπαθεί, δέν μπορεί να χτυπήσει παλαμάκια) -"παλαμάμια; δέν μπορώ να χτυπήσω" - "βλέπεις λοιπόν τί στενό मूनि॑ που έχω;".


(παραδοσιακό ποντιακό): ο Κωστίκας παντρεύτηκε, αλλα δέν έκανε σέξ. Η γυναίκατου η Συμέλα λέει στη φίλητης "έτσι κ έτσι, ο Κωστίκας δέν κάνει σέξ", η φίλητης το λέει στον άντρατης, ο άντραςτης ο Γιωρίκας βρίσκει τον Κωστίκα κ του λέει: "να'ρθείς στο σπίτιμου να τα πούμε". Πάει ο Κωστίκας στο σπίτι του Γιωρίκα, λέει ο Γιωρίκας: "κάνεις καλό σέξ με τη γυναίκασου;" - "τί είναι αυτό το σέξ;" - "πρόσεξε τί θα κάνω με τη γυναίκαμου, κ θα καταλάβεις". Εκείνη την ώρα η γυναίκα του Γιωρίκα έτυχε να ζυμώνει στη σκάφη. Έτσι όπως ήταν σκυμμένη, πάει ο Γιωρίκας απο πίσω, της खोनी το αρσενικόν εργαλείοντου κ με λίγα λόγια της κάνει τη δουλειά, ενώ ο Κωστίκας παρακολουθούσε την απείρου κάλλους σκηνήν με τεταμένην προσοχήν. Ύστερα ο Γιωρίκας του λέει: "είδες τί έκανα με τη γυναίκαμου;" - "το είδα κ πολύ καλά μάλιστα" - "έ, αυτό θα κάνεις κ εσύ με τη δικιάσου, κ θα είναι πολύ ευχαριστημένη". Πάει ο Κωστίκας σπίτιτου, λέει στη γυναίκατου "Συμέλα, ζύμωσον!" - "μα δέν χρειαζόμαστε ψωμί, έχουμε!" - "άς έχουμε κι άλλο, δίνουμε κ στους φτωχούς". Βάζει σκάφη η Συμέλα ζυμώνει, πάει απο πίσω ο Κωστίκας, της κάνει τη δουλειά. Πέρασαν μερικές εβδομάδες, έρχεται ο Γιωρίκας επίσκεψη στου Κωστίκα. "Κωστίκα, τί γίνεται, κάνετε καλά το σέξ;" - "μιά χαρά το κάνουμε" - "το ευχαριστιέται η γυναίκασου;" - "το ευχαριστιέται" - "εσύ το ευχαριστιέσαι;" - "το ευχαριστιέμαι, εντάξει... αλλά..." - "αλλά; τί αλλά;" - "έ..., νά..., πολύ αλεύρι ξοδεύουμε...".


Αυτό δέν είναι ανέκδοτο, συνέβη στ' αλήθεια. Είναι γνωστό πως στο στρατό οι Ο.Υ.Κ.άδες εκπαιδεύονται πιό σκληρά απ' όλους. Μιά φορά σε μιά μονάδα Ο.Υ.Κ. ο δόκιμος (στο ναυτικό ο δόκιμος είναι βαθμός πολύ ανώτερος απο ό,τι ο δόκιμος του πεζικού) τους έβαλε καψώνι να παίζουνε μπάλα, δίχως μπάλα. Δηλαδή τρέχανε, κλωτσούσανε αέρα, κάνανε πως πιάνουνε μπάλα, κ τα λοιπά, παίζανε κανονικά μπάλα, αλλα χωρίς να υπάρχει μπάλα. Εκείνη την ώρα έρχεται ο διοικητής, κοιτάζει, κ απορημένος ρωτά τον δόκιμο: "τί γίνεται εδώ κύριε δόκιμε, παίζουνε μπάλα δίχως μπάλα;" - "δέν πειράζει, κ. διοικητά," απαντά ο δόκιμος, "μήπως για πρωτάθλημα πάμε;".

Αυτό το γελοίο φαινόμενο δυστυχώς θα το δείτε παντού σε όλους τους ελληνικούς θεσμούς. Ίσως αυτό εννοούσε ο γελοιογράφος Γιώργος Ιωάννου όταν έγραφε αυτόν το διάλογο: "είναι λοιπόν αλήθεια; κ εγώ νόμιζα πως ήταν νοσηρή φαντασία! - Κ η πιό νοσηρή φαντασία δέν φτάνει την ελληνική πραγματικότητα!".


Αυτό, απο ό,τι μου είπαν, δέν είναι ανέκδοτο, συνέβη στ' αλήθεια. Ο Χρήστος स्पानि॑धेः είδε μιά ωραία κοπέλα, απο πίσω την είδε, είχε πλούσια όμορφα μαλλιά, όμορφο σώμα... πάει κοντά κ της λέει: "είσαι ένας άγγελος που έπεσε απο τον ουρανό..."... γυρίζει τότε η κοπέλα κ τον κοιτάζει, βλέπει ο Χρήστος πως η κοπέλα είχε πολύ άσχημο πρόσωπο! Της λέει: "με τα μούτρα έπεσες απο τον ουρανό;".


Αυτό δέν είναι ανέκδοτο, συνέβη πραγματικά. Ήταν στην काभाला τα तितानिया, ένας κινηματογράφος που για αρκετά χρόνια έδειχνε μόνο πορνό. Πάω μιά μέρα εκεί κ περιμένω να αρχίσει η ταινία. Θεατές ήταν εκεί πάντα ελάχιστοι. Αυτήν τη φορά είχε σχετικά αρκετούς, ήταν μιά παρέα Αιγυπτίων που εργάζονται στις τράτες, μερικοί μπαρμπάδες κ μερικοί σκόρπιοι. Οι Αιγύπτιοι κουβεντιάζανε μεγαλόφωνα με τα αραβικάτους, τρώγανε σπόρια κ πετούσανε τα τσόφλια στο πάτωμα. Το αφεντικό του κινηματογράφου πήγαινε τους μάλωνε, τους έβριζε να μήν πετάνε τσόφλια κάτω, εκείνοι σταματούσανε, κ όταν έφευγε το αφεντικό ξανατρώγανε σπόρια κ πετούσανε κάτω τσόφλια. Οι μπαρμπάδες κουβεντιάζανε: οτι οι σινεμάδες όλο ακριβαίνουνε, κ αφού εδώ το εισιτήριο είναι τόσο, στη थस्सालणीचे θα είναι πολύ ακριβότερο. Ύστερα λέγανε, πού να κάτσεις στο σπίτι, όλοι σε διώχνουνε. Στο ένα δωμάτιο είναι το παιδί ακούει τη μουσικήτου, στο άλλο δωμάτιο η γυναίκα δέν σε αφήνει να καπνίσεις, πουθενά δέν σ' αφήνουνε να καπνίσεις.

Μέχρι εδώ η κατάσταση ήταν κωμική ή μάλλον τραγελαφική. Τώρα αρχίζει η πλάκα: σβήνουν τα φώτα κ αντί να δείξει πορνό έδειχνε διάφορα εγκυκοπαιδικά θέματα, παράδειγμα: αγώνες ταχύπλοων σκαφών, το γραφείο στο οποίο καταχωρούνται τα στάνταρ μεγέθη των προϊόντων παγκοσμίως, κ άλλα τέτοια. Ύστερα απο τα εγκυκλοπαιδικά άρχισε να δείχνει σκηνές απο μιά ταινία όλο βία, πιστολίδι κ ντουφεκίδι, η ταινία λεγότανε "escape from El-Diablo", απόδραση απο εκείνες τις φυλακές, κ δόςτου πιστολίδι κ αμάχη. Σκεφτόμουν "σήμερα το πρόγραμμα δέν έχει πορνό" κ διασκέδαζα με το όλο παράδοξο του πράγματος. Ώσπου σε μιά στιγμή ένας απο τους σκόρπιους θεατές βάζει μιά στεντόρεια οργισμένη αγριοφωνάρα: "άντε ρε पूस्ते, μας έσκασες!". Αλλα παρά την αγριοφωνάρα, το πιστολίδι κ οι σκηνές βίας (άνευ σέξ) συνεχίζοντο. Τότε ένας απο τους μπαρμπάδες βάζει μιά φωνή, όχι με οργή, μόνο σε τόνο που έδειχνε βαρεμάρα, μπούχτισμα: "άιντε βρέ, πολεμισταί θα γίνουμε;".

κλίκ στο για επιστροφή στην αρχική σελίδα.