Οδύσσεια, μετάφραση Εφταλιώτη, ραψωδία α

 

α 1
α 2
α 3
α 4
α 5
α 6
α 7
α 8
α 9
α 10
α 11
α 12
α 13
α 14
α 15
α 16
α 17
α 18
α 19
α 20
α 21
α 22
α 23
α 24
α 25
α 26
α 27
α 28
α 29
α 30
α 31
α 32
α 33
α 34
α 35
α 36
α 37
α 38
α 39
α 40
α 41
α 42
α 43
α 44
α 45
α 46
α 47
α 48
α 49
α 50
α 51
α 52
α 53
α 54
α 55
α 56
α 57
α 58
α 59
α 60
α 61
α 62
α 63
α 64
α 65
α 66
α 67
α 68
α 69
α 70
α 71
α 72
α 73
α 74
α 75
α 76
α 77
α 78
α 79
α 80
α 81
α 82
α 83
α 84
α 85
α 86
α 87
α 88
α 89
α 90
α 91
α 92
α 93
α 94
α 95
α 96
α 97
α 98
α 99
α 100
α 101
α 102
α 103
α 104
α 105
α 106
α 107
α 108
α 109
α 110
α 111
α 112
α 113
α 114
α 115
α 116
α 117
α 118
α 119
α 120
α 121
α 122
α 123
α 124
α 125
α 126
α 127
α 128
α 129
α 130
α 131
α 132
α 133
α 134
α 135
α 136
α 137
α 138
α 139
α 140
α 141
α 142
α 143
α 144
α 145
α 146
α 147
α 148
α 149
α 150
α 151
α 152
α 153
α 154
α 155
α 156
α 157
α 158
α 159
α 160
α 161
α 162
α 163
α 164
α 165
α 166
α 167
α 168
α 169
α 170
α 171
α 172
α 173
α 174
α 175
α 176
α 177
α 178
α 179
α 180
α 181
α 182
α 183
α 184
α 185
α 186
α 187
α 188
α 189
α 190
α 191
α 192
α 193
α 194
α 195
α 196
α 197
α 198
α 199
α 200
α 201
α 202
α 203
α 204
α 205
α 206
α 207
α 208
α 209
α 210
α 211
α 212
α 213
α 214
α 215
α 216
α 217
α 218
α 219
α 220
α 221
α 222
α 223
α 224
α 225
α 226
α 227
α 228
α 229
α 230
α 231
α 232
α 233
α 234
α 235
α 236
α 237
α 238
α 239
α 240
α 241
α 242
α 243
α 244
α 245
α 246
α 247
α 248
α 249
α 250
α 251
α 252
α 253
α 254
α 255
α 256
α 257
α 258
α 259
α 260
α 261
α 262
α 263
α 264
α 265
α 266
α 267
α 268
α 269
α 270
α 271
α 272
α 273
α 274
α 275
α 276
α 277
α 278
α 279
α 280
α 281
α 282
α 283
α 284
α 285
α 286
α 287
α 288
α 289
α 290
α 291
α 292
α 293
α 294
α 295
α 296
α 297
α 298
α 299
α 300
α 301
α 302
α 303
α 304
α 305
α 306
α 307
α 308
α 309
α 310
α 311
α 312
α 313
α 314
α 315
α 316
α 317
α 318
α 319
α 320
α 321
α 322
α 323
α 324
α 325
α 326
α 327
α 328
α 329
α 330
α 331
α 332
α 333
α 334
α 335
α 336
α 337
α 338
α 339
α 340
α 341
α 342
α 343
α 344
α 345
α 346
α 347
α 348
α 349
α 350
α 351
α 352
α 353
α 354
α 355
α 356
α 357
α 358
α 359
α 360
α 361
α 362
α 363
α 364
α 365
α 366
α 367
α 368
α 369
α 370
α 371
α 372
α 373
α 374
α 375
α 376
α 377
α 378
α 379
α 380
α 381
α 382
α 383
α 384
α 385
α 386
α 387
α 388
α 389
α 390
α 391
α 392
α 393
α 394
α 395
α 396
α 397
α 398
α 399
α 400
α 401
α 402
α 403
α 404
α 405
α 406
α 407
α 408
α 409
α 410
α 411
α 412
α 413
α 414
α 415
α 416
α 417
α 418
α 419
α 420
α 421
α 422
α 423
α 424
α 425
α 426
α 427
α 428
α 429
α 430
α 431
α 432
α 433
α 434
α 435
α 436
α 437
α 438
α 439
α 440
α 441
α 442
α 443
α 444

Τον άντρα τον πολύπραγο τραγούδησέ μου, ω Μούσα,
που περισσά πλανήθηκε, σαν κούρσεψε της Τροίας
το ιερό κάστρο, και πολλών ανθρώπων είδε χώρες
κι έμαθε γνώμες, και πολλά στα πέλαα βρήκε πάθια,
για μια ζωή παλεύοντας και γυρισμό συντρόφων.
Μα πάλε δεν τους γλύτωσε, κι αν το ποθούσε, εκείνους,
τι από δική τους χάθηκαν οι κούφιοι αμυαλωσύνη,
του Ήλιου του Υπερίονα σαν έφαγαν τα βόδια,
κι αυτός τους πήρε τη γλυκιά του γυρισμού τους μέρα.
Απ΄ όπου αν τα ΄χεις, πες μας τα, ω θεά, του Δία κόρη.
Όλοι που τότες τον πολύ το χαλασμό ξεφύγαν
γυρίσανε, από πόλεμο και θάλασσα σωσμένοι,
και μόνο εκειόνε, σπιτικό και ταίρι στερημένο,
η Καλυψώ η τρισέμορφη θεά τόνε κρατούσε,
γιατί άντρα της τον ήθελε στις βαθουλές σπηλιές της.
Μα ο γύρος σαν τελέστηκε των χρόνων, κι ήρθε η ώρα,
που το ΄χανε οι θεοί γραφτό στο Θιάκι να ξανάρθει
στο σπιτικό του, μήτ΄ εκεί δεν του ΄λειψαν οι αγώνες,
και σε δικούς κοντά. Κι οι θεοί τον συμπονούσαν όλοι,
εξόν τον Ποσειδώνα· αυτός βαριά ήταν χολωμένος
με το Δυσσέα το θεϊκό, στον τόπο του πριν φτάσει.
Βρισκόταν στους Αιθίοπες ο Ποσειδώνας τότες,
που ζούνε μοιραστοί μακριά στου κόσμου τις ακρούλες,
στου Ηλιού το βούλημα οι μισοί, στ΄ ανάβλεμμά του οι άλλοι,
για να δεχτεί εκατοβοδιά από ταύρους και κριάρια.
Εκεί γλυκοξεφάντωνε· οι θεοί ωστόσο οι άλλοι
στους πύργους μαζωχτήκανε του Δία του Ολυμπήσου,
κι ομπρός τους, όλων των θεών κι ανθρώπων ο πατέρας
άνοιξε λόγο, τι στο νου ξανάρθε του ο μεγάλος ο Αίγιστος,
που ο ξακουστός τον έκοψε ο Ορέστης, του Αγαμέμνου ο γιος. Εκειόν ο Δίας ανιστορώντας,
στους άλλους τους αθάνατους αυτά τα λόγια κρένει·
“Αλλοί, και πώς γυρεύουνε παντοτινά οι ανθρώποι
να ρίχτουνε το φταίξιμο σ΄ εμάς για τα δεινά τους,
και λένε εμείς τα φέρνουμε· μα από δική τους τύφλα
παθαίνουν πέρα απ΄ το γραφτό· να, ο Αίγιστος, που πήρε
το ταίρι του Αγαμέμνονα, και που στο γυρισμό του
χαλνάει κι εκείνονε· από πριν το γνώριζε τι μέγα
κακό θα του ΄ρθει, γιατί εμείς μηνύσαμέ του τότες
με τον αγρυπνομάτη Ερμή, μηδέ να τόνε κόψει,
μηδέ το ταίρι να ζητάει· γιατί θα γδικιωθεί του
σα μεγαλώσει και ποθεί τον τόπο του ο Ορέστης.
Καλόγνωμα του τα ΄πε ο Ερμής, μα ο Αίγιστος ν΄ ακούσει
δεν ήθελε, και μαζωχτά τα πλέρωσε κατόπι.”
Κι η γαλανόματη Αθηνά του απολογιέται τότες·
“Πατέρα μας, του Κρόνου γιε, των βασιλιάδων πρώτε,
βέβαια του άξιζε εκεινού τέτοιος χαμός να του ΄ρθει·
τα ίδια ας πάθει όποιος κακά παρόμοια πράξει κι άλλος.
Εγώ ΄μως για το γνωστικό Οδυσσέα χολοσκάνω,
τον άμοιρο, που από δικούς μακρόθε τυραννιέται
σε κυματόζωστο νησί, στης θάλασσας τ΄ αφάλι,
νησί δεντράτο, που θεά την κατοικιά της έχει,
η κόρη του κακόγνωμου του Άτλαντα, που ξέρει
της θάλασσας τα τρίσβαθα, και με μακριές κολώνες
από τη γης τον ουρανό φυλάει ξεχωρισμένο.
Εκείνου η κόρη τον κρατάει το δύστυχο στα δάκρυα,
και με γλυκιές μαγεύει τον κουβέντες, να ξεχάσει
τον τόπο του· μα πάλε αυτός, και τον καπνό μονάχα
να θώρειε της πατρίδας του σαν αλαφροανεβαίνει,
κι ας πέθαινε· μα μήτ΄ εσύ, Ολυμπήσε, δε σπλαχνιέσαι.
Τάχα δε σε τιμούσε αυτός στη διάπλατη Τρωάδα,
σιμά στα πλοία των Αργιτών με περισσές θυσίες;
τι τόσο, ω Δία, τώρα εσύ με το Δυσσέα κακιώνεις;”
Κι ο Δίας της αποκρένεται ο συννεφομαζώχτης·
“Τι λόγο από τ΄ αχείλι σου ξεστόμισες, παιδί μου;
Ποιος το ΄πε εγώ πως λησμονώ το θεϊκό Οδυσσέα,
που πρώτος είναι απ΄ τους θνητούς στο νου και στις θυσίες
προς τους αθάνατους θεούς που ορίζουνε τα ουράνια;
Ο Ποσειδώνας είν΄ ο θεός, της γης ο περιζώστης,
που πάθος του έχει ανέσβεστο, τι χάλασε το μάτι
του ισόθεου του Πολύφημου, του πρώτου των Κυκλώπων
στη δύναμη· της Θόωσας είναι παιδί, της νύφης,
κόρης του Φόρκυνα, άρχοντα του ατρύγητου πελάγου,
που ο Ποσειδώνας σε βαθιές σπηλιές αγκάλιασέ την.
Από τα τότε ο σαλευτής της γης ο Ποσειδώνας
κι α δεν τόνε θανάτωσε, μα τον πλανάει στα ξένα
τον Οδυσσέα. Όμως καιρός εμείς να στοχαστούμε
πώς να ΄ρθει στην πατρίδα του· θα πάψει την οργή του
ο Ποσειδώνας· δεν μπορεί στο πείσμα μας, κι αγνάντια
τόσων αθάνατων αυτός ν΄ αντισταθεί μονάχος.”
Κι η γαλανόματη η θεά του απολογήθη τότες·
“Πατέρα μας, του Κρόνου γιε, των βασιλιάδων πρώτε,
στους τρισμακάριστους θεούς αυτό αν αρέσει τώρα,
να ξαναρθεί στο σπίτι του ο παράξιος Οδυσσέας
ο Αργοφονιάς Ερμής ας πάει μηνύτορας δικός μας,
στης Ωγυγίας το νησί, για να μηνύσει αμέσως
της ωριοπλέξουδης θεάς την άσφαλτη βουλή μας,
ο Οδυσσέας ο άτρομος στη γης του να γυρίσει.
Εγώ στο Θιάκι πάω, καρδιά περσότερη να δώσω
του γιου του εκεί, κι απόφαση να βάλω στην ψυχή του,
να πει τους μακρομάλληδες Αχαιούς να μαζωχτούνε,
και τους μνηστήρες ολονούς ν΄ αποκηρύξει ομπρός τους,
που σφάζουν κι όλο σφάζουνε τα βοδοπρόβατά του.
Κατόπι στην αμμουδερή την Πύλο και στη Σπάρτη
τον παίρνω, κι ίσως του γονιού το γυρισμό εκεί μάθει,
κι έτσι μας βγάλει κι όνομα λαμπρό μες στους ανθρώπους.”
Είπε, και σάνταλα έδεσε στα πόδια της πανώρια,
αχάλαστα κι ολόχρυσα, που πεταχτά τη φέρνουν
από στεριές και θάλασσες σα φύσημα του ανέμου·
πήρε κοντάρι δυνατό με μύτη ακονισμένη,
βαρύ, μεγάλο και στεριό· με δαύτο ηρώους άντρες
σωρούς δαμάζει αν οργιστεί του φριχτού Δία η κόρη.
Από του Όλυμπου χίμηξε τα κορφοβούνια τότες
στο Θιάκι, κι ομπρός στάθηκε στις θύρες του Οδυσσέα,
πα στο κατώφλι της αυλής, κρατώντας στην παλάμη
το χάλκινο κοντάρι της, και μοιάζοντας με ξένο,
το Μέντορα το βασιλιά της Τάφος. Εκεί βρήκε
και τους μνηστήρες τους τρανούς· γλεντίζανε με σκάκι
ομπρός στις θύρες σε προβιές βοδιώνε καθισμένοι,
που ίδιοι τους τα σφάξανε· κι ολόγυρά τους πλήθος παραστεκόνταν κήρυκες και πρόθυμα κοπέλια,
που άλλοι με το κρασί νερό μες στα κροντήρια σμίγαν,
άλλοι τραπέζια πλένανε με τρυπητά σφουγγάρια,
και στρώνανέ τα· κι άλλοι τους τα κρέατα μοιράζαν.
Κι ο θεόμορφος Τηλέμαχος την είδε πρώτος πρώτος.
Στο πλάγι τους καθότανε με σπλάχνα ταραγμένα
και μες στο νου του λόγιαζε τον ξέλαμπρο γονιό του,
αν θα ΄ρχουνταν ποτέ μαθές να τους σκορπίσει ετούτους
από τους πύργους, κι ίδιος του να βασιλεύη πάλε
με τα δικά του τα καλά. Αυτά ΄χοντας στο νου του
σιμά στους άλλους, μάτιασε την Αθηνά, και πήγε ίσια στα ξώθυρα, επειδής ντρεπότανε ν΄ αφήσει
ξένο να πολυστέκεται στη θύρα· ομπρός του ΄στάθη,
πιάνει το χέρι το δεξί, του παίρνει το κοντάρι
το χάλκινο, και του λαλεί με φτερωμένα λόγια·
“Καλώς τον ξένο· εσύ απ΄ εμάς θα φιλευτείς, και κάλλιο
πρώτα στο δείπνο, κι ύστερα μας κρένεις ό,τι ορίζεις.”
Είπε, και πήγε αυτός ομπρός, κι η Αθηνά ακλουθούσε.
και μέσα στ΄ αψηλόχτιστο παλάτι σάνε μπήκαν,
παίρνει και στήνει σε μακριά κολώνα το κοντάρι,
σ΄ αρματοθήκη σκαλιστή, που κι άλλα εκεί κοντάρια
πολλά του καρτερόψυχου του Οδυσσέα στεκόνταν.
Σ΄ ένα θρονί την κάθισε πα σ΄ απλωμένο τούλι,
θρονί πανώριο, πλουμιστό, κι ακουμποπόδι ομπρός της.
Πήρε κι αυτός σκαμνί λαμπρό, μακριά από τους μνηστήρες,
να μην τόνε πειράζει ο αχός τον ξένο, και δε νιώσει
γλύκα φαγιού καθίζοντας με αγέρωχους ανθρώπους,
και για να μάθει αν ήξερε μαντάτα του γονιού του.
και μπρίκι για το νίψιμο τους φέρνει τότε η βάγια,
ώριο, χρυσό, και χύνει τους στην αργυρή λεγένη
για να πλυθούν, και στρώνει τους το γυαλιστο τραπέζι.
Σεμνή κελάρισσα έφερε ψωμί και παραθέτει,
κι από τα καλοφάγια της τους έβαλε περίσσια·
μες στα πινάκια ο μοιραστής τα κρέατ΄ αραδιάζει,
και θέτει χρυσοπότηρα ομπροστά τους· κάθε λίγο
περνούσε ο κήρυκας κοντά και τους κρασοκερνούσε.
Μπήκανε μέσα κι οι τρανοί μνηστήρες, και καθίσαν
αράδα σ΄ έδρες και σκαμνιά, και χύναν και σ΄ ετούτων
τα χέρια οι κήρυκες νερό, και σε πανέρια μέσα
οι παρακόρες σώρευαν ψωμί, και παλληκάρια
με το πιοτό στεφάνωναν του καθενός κροντήρι.
Κι αυτοί άπλωναν τα χέρια τους στα φαγητά ομπροστά τους.
Κι από φαγί κι από πιοτό σα φράθηκε η καρδιά τους,
άλλα στο νου τους είχανε οι μνηστήρες· τα τραγούδια
και το χορό, χαρίσματα του τραπεζιού σαν που ΄ναι·
λαμπρή κιθάρα ο κήρυκας παράδωσε στα χέρια
του Φήμιου, που με το στανιό τραγούδαε στους μνηστήρες,
κι ώριο σκοπό τους άρχισε τις κόρδες της βαρώντας.
Λέει τότες ο Τηλέμαχος της γαλανοματούσας
θεάς, κοντά της σκύβοντας, να μην ακούσουν οι άλλοι·
“Τάχα θα κρίνεις άπρεπο το τι θα πω, καλέ μου;
Αυτοί στο νου τους έχουνε κιθάρες και τραγούδια,
και τι τους μέλει; ξένο βιος απλέρωτα μασάνε,
του αντρού που τ΄ άσπρα κόκκαλα μες στις βροχές σαπίζουν
πα σε στεριές, ή στ΄ αρμυρό κυλιούνται ίσως το κύμα.
Μιας να τον έβλεπαν εκειόν να μπαίνει μες στο Θιάκι,
και θα παρακαλούσανε να ΄ναι αλαφροί στα πόδια
κάλλιο, παρά στις φορεσές και στα χρυσάφια πλούσιοι.
Μα τώρα αδικοχάθηκε, και παργοριά δε φέρνει
όποιος μας λέει πως έρχεται, τι γυρισμό δεν έχει.
Ωστόσο, πες μου αληθινά, ποιος είσαι, κι αποπούθε;
 
ποιοι ΄ν΄ οι γονιοί σου, ο τόπος σου; με τι καράβι ΄φάνης;
οι ναύτες πώς σε φέρανε στο Θιάκι; ποιοι παινιένται
πως είναι; τι θαρρώ πεζός εδώ δε μας ορίζεις.
Πες μου και τούτο αληθινά να ξέρω· μας πρωτόρθες,
 
ή να ΄σαι φίλος πατρικός; τι κι άλλοι πολλοί ξένοι
μας ήρθαν, όπως γύριζε κι εκειός ανάμεσο τους.”
 
Τότες η γαλανόματη θεά του απολογιέται·
“Όσα ρωτάς θα σου τα πω κι εγώ μ΄ αληθοσύνη.
του άξιου του Αχίαλου παινιέμαι γιος πως είμαι, ο Μέντης, 
των θαλασσινών της Τάφος βασιλέας·
με πλοίο μου στα μέρη αυτά και με συντρόφους ήρθα
τα πέλαγ΄ αρμενίζοντας προς τους ξενογλωσσίτες
της Τέμεσης, με σίδερο, χαλκό απ΄ αυτούς να πάρω.
Το πλοίο μένει σε ξοχή, παράοξω από την πόλη,
κάτω απ΄ το Νείο το σύδεντρο, στου Ρείθρου το λιμάνι.
Εμείς δα φίλοι γονικοί λεγόμαστε απαρχήθες
ο ένας του άλλου· πήγαινε και ρώτηξε το γέρο
ήρωα Λαέρτη· λένε αυτός πια δεν πατάει στην πόλη,
παρά μακριά στην εξοχή μονάχος τυραννιέται,
και γέρικη σπιτοκυρά θροφή του παραθέτει,
η κούραση τα σκέλια του σαν πιάσει, που με κόπο
τα σέρνει στον ανήφορο του αμπελοχώραφού του.
Ήρθα, επειδής και λέχθηκε πως στην πατρίδα του ήταν
ο κύρης σου· όμως οι θεοί του κόβουνε το δρόμο.
Τι δεν απέθανε στη γης ο μέγας ο Οδυσσέας,
μόν΄ κάπου ακόμα ζωντανός στα πέλαγα κρατιέται,
σε κυματόζωστο νησί, που άντρες κακοί τον έχουν,
άγριοι, και με το ζόρι αυτοί τόνε βαστάνε πίσω.
Όμως σου προμαντεύω εγώ, καθώς στο νου μου μέσα
το βάλαν οι αθάνατοι, κι όπως θα βγει πιστεύω,
αν κι ούτε μάντης είμαι εγώ, κι ούτες απ΄ όρνια νιώθω,
να ΄ρθει πια εκείνος στη γλυκιά πατρίδα δε θ΄ αργήσει,
μα και με σίδερα α δεθεί· τρόπο θα βρει να φύγει,
γιατ΄ είναι πολυσόφιστος. Μα πες μου τώρα, γεια σου,
και ξήγησέ μου ξάστερα, παιδί του αν είσαι αλήθεια,
του Οδυσσέα, τοσοδά μεγάλο παλληκάρι.
Παράξενα στην κεφαλή και στα λαμπρά τα μάτια
του μοιάζεις· τι πολύ συχνά σμιγόμασταν οι δυο μας,
πριν ανεβή στην Τροία εκειός, που κι άλλοι Αργίτες τότες
από τους πρώτους κίνησαν με κουφωτά καράβια·
ένας τον άλλονα πια εμείς δεν είδαμε από τότες.”
Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος απολογήθη κι είπε·
“Ξένε, θα σου μιλήσω εγώ με περισσήν αλήθεια.
Εκείνου τέκνο η μάνα μου με λέει· εγώ τι ξέρω;
ποιος το δικό του το γονιό μπορεί να πει πως ξέρει;
Μακάρι να ΄μουνα παιδί καλότυχου πατέρα,
που του ΄ρχουνται τα γερατειά στο σπιτικό του μέσα.
Μα εμένα ο πιο κακότυχος στον κόσμο στάθη εκείνος
που λεν πως είμαι τέκνο του, σαν που ρωτούσες τώρα.” 
Κι η γαλανόματη θεά γυρίζει και του κρένει·
“Δεν όρισαν αγνώριστη να μείνει η γενεά σου
οι θεοί, αφού σε γέννησε λεβέντη η Πηνελόπη.
Μα πες μου τώρα ξάστερα, και ξήγα μου κι ετούτο·
σαν τι τραπέζια να ΄ναι αυτά; τι κόσμος; ποια η ανάγκη;
τάχατες γάμος ή γιορτή; Βέβαια αυτά δεν είναι
συντροφικά. Με πόση δες αδιαντροπιά και θάρρος
δω μέσα τρωγοπίνουνε. Θ΄ αγαναχτούσε ανίσως
ερχόταν άντρας γνωστικός κι άπρεπα τέτοια θώρειε.”
Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος απολογήθη κι είπε·
“Μιας και ρωτάς μου, ω ξένε, αυτά, και θες να τα κατέχεις,
πλούσιο και τιμημένο αυτό το σπίτι πρέπει να ΄ταν,
εκείνος όσο μέσα εδώ καθότανε· όμως τώρα,
αλλιώτικα οι κακόγνωμοι θεοί το βουληθήκαν,
που ανείδωτο τον έκαμαν όσο κανέναν άλλον·
και μήτε καν το τέλος του δε θα θρηνούσα, ανίσως
στο πλάγι των συντρόφων του χανότανε στην Τροία,
για από τον πόλεμο ύστερα, σε αγαπητές αγκάλες.
και τότες οι Παναχαιοί θα του ΄στηναν μνημούρι,
κι όνομα θα ΄βγαζε λαμπρό ν΄ αφήσει του παιδιού του.
Μα τώρα οι Άρπυιες άδοξα τον έχουν αρπαγμένο·
ανάφαντος κι ανάκουστος μου γίνη, και μ΄ αφήκε
λύπες και δάκρυα· μήτ΄ αυτό μονάχα δε με δέρνει,
επειδής κι άλλα μου ΄φεραν οι Ολυμπήσοι πάθια.
Γιατι όσοι γύρω στα νησιά πρωτοστατούν αρχόντοι,
Δουλίχι, Σάμη, Ζάκυθο με τα δασιά τα δέντρα,
κι όσοι στο βραχορίζωτο το Θιάκι εδώ αρχοντεύουν,
όλοι ζητούν τη μάνα μου και μου χαλνάν το βιός μου.
Κι εκείνη μήτε αρνιέται τους γάμο φριχτό, και μήτε
τέλος να δώσει δύνεται· και δώσ' του αυτοί το σπίτι
μου καταλούνε· γλήγορα και μένα θα με φάνε.”
Τότε η Παλλάδα η Αθηνά του λέει χολοσκασμένα·
“Αλλίς, και πόσο χρειάζεσαι τον Οδυσσέα κοντά σου,
ετούτους τους ξεδιάντροπους μνηστήρες να βαρέσει.
Να ερχόταν τώρα να σταθεί στου παλατιού τις πόρτες,
με ασπίδα, με περίκρανο και με τα δυο κοντάρια,
τέτοιος στην όψη σαν που εγώ τον είδα πρώτα πρώτα
σαν έπινε και γλέντιζε στο σπιτικό μας μέσα,
από το γιο του Μέρμερου γυρίζοντας, τον Ίλο,
της Φύρας, που με πλοίο γοργό ξεκίνησε, βοτάνι
ζητώντας του θανατερό, ν΄ αλείψει τις χαλκένιες
σαΐτες του· δεν του ΄δωσε, τη μάνητα φοβώντας
εκείνος των αθάνατων· ο γέρος μου όμως τότες
του το ΄δωσε, αγαπώντας τον περίσσια· τέτοιος να ΄ρθει
και ν΄ ανταμώσει ετουτουνούς ο Οδυσσέας, και θα ΄ναι
όλων το τέλος ξαφνικό, κι ο γάμος τους φαρμάκι.
Ωστόσο ετούτα ας μείνουνε στα χέρια των θεώνε,
καν θα γυρίσει πάλε εδώ να γδικιωθεί, καν όχι·
εσένα τώρα θέλω σε να στοχαστείς και να ΄βρεις
το πώς από τον πύργο αυτό θα διώξεις τους μνηστήρες.
Άκου λοιπόν, και πρόσεξε τα λόγια που σου κρένω.
Συγκάλεσέ τους το ταχύ τους Αχαιούς ηρώους,
και σ΄ όλους πες τη γνώμη σου με τους θεούς μαρτύρους.
Πρόσταξε τότες σπίτια τους να φύγουν οι μνηστήρες,
κι αν η καρδιά της μάνας σου γάμο γυρεύει, ας σύρει
στ΄ αρχοντικό του κύρη της, που ΄ναι τρανός αφέντης,
και γάμο αυτοί θα κάμουνε, και δώρα θα τοιμάσουν
πολλά, καθώς ταιριάζουνε σ΄ αγαπημένη κόρη.
Κι εσένα γνώμη φρόνιμη σου δίνω, αν θες ν΄ ακούσεις·
καράβι με είκοσι κουπιά, καλό, σαν πάρεις, εβγα
να μάθεις για τον κύρη σου τον πολυπλανημένο·
ή κάποιος θα σου πει θνητός, ή τη φωνή θ΄ ακούσεις
που στέλνει ο Δίας, και στη γης συχνά σκορπάει τις φήμες.
Πρώτα στην Πύλο, και ρωτάς το Νέστορα το μέγα·
σύρε κατόπι στον ξανθό της Σπάρτης το Μενέλα,
τον πιο στερνό χαλκοάρματο Αχαιό που γύρσε πίσω.
Κι α μάθεις πως ο κύρης σου και ζει και θα γυρίσει,
απάντεξε, όσο κι αν πονείς, ως ένα χρόνο ακόμα·
αν πάλε πώς απέθανε και πως σου χάθη ακούσεις,
γυρίζεις πίσω στα γλυκά λημέρια της πατρίδας,
του στήνεις μνήμα, νεκρικά πολλά του θέτεις δώρα,
όσα του πρέπουν, κι ύστερα παντρεύεις και τη μάνα.
και σαν τα πράξεις όλ΄ αυτά και τα καλοτελειώσεις,
μες στο μυαλό σου γύρισε και μέσα στην ψυχή σου,
το πώς σ΄ αυτους τους πύργους σου θα λιώσεις τους μνηστήρες
είτε με δόλο, ή φανερά· τι πια δεν σου ταιριάζει
μωρό παιδί να φαίνεσαι, μικρός αφού δεν είσαι.
Ήτάχα δεν ακούς κι εσύ πώς ο λαμπρός ο Ορέστης
δοξάστηκε σ΄ όλη τη γης σα σκότωσε τον πλάνο
τον Αίγιστο, που χάλασε τον ξακουστό γονιό του;
Έτσι κι εσύ, που βλέπω σε τόσο ώριο και μεγάλο,
γίνου άντρας, φίλε, να σε υμνούν κατόπι οι απογόνοι.
και τώρα εγώ προς το γοργό καράβι κατεβαίνω,
τι στενοχώρια θα ΄πιασε μεγάλη τους συντρόφους·
εσύ μονάχος φρόντιζε και νοιάσου τα όσα σου είπα.”
Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος γυρίζει και της κρένει·
“Ξένε μου, αλήθεια, σύμπονα μου συντυχαίνεις λόγια,
καθώς γονιός σε τέκνο του, κι αξέχαστα θα τα ΄χω.
Μα κάλλιο μείνε τώρα εδώ, κι ας είσαι για ταξίδι,
έλα και λούσου να φραθεί η καρδιά σου, και κατόπι
κινάς προς το καράβι σου χαρούμενος, με δώρο
πλούσιο, λαμπρό, απέ λόγου μου να το ΄χεις θυμητάρι
σαν όσα φίλοι αγαπητοί χαρίζουνε σε φίλους.”
Κι η γαλανόματη θεά του απολογιέται τότες·
“Μη με κρατάς πια τώρα εδώ, τι βιάζουμαι να σύρω.
Κι όσο για δώρο, όποιο ζητάει να δώσεις μου η καρδιά σου,
στο γυρισμό μου δίνεις το, στο σπίτι να το πάρω,
πανώριο δώρο, που να λες κι ανταμοιβή του αξίζει.”
Σαν είπε αυτά ξεκίνησε η θεά η γαλανομάτα,
κι έγιν΄ αητός και πέταξε· μες στην καρδιά του ωστόσο
αφήκε θαρρεσιά κι αντρειά, και του γονιού του η μνήμη
πιο ζωντανή ξανάρχουνταν· ξιπάστηκε η ψυχή του,
και θάμασε, γιατί θεός κατάλαβε πώς ήταν.
και τότες μ΄ όψη ισόθεη ζυγώνει τους μνηστήρες,
που τους τραγούδαε ο ξακουστός τραγουδιστής, κι εκείνοι καθόντανε χωρίς μιλιά 
κι ακούγαν· το τραγούδι τους έλεγε των Αχαιών το γυρισμό το μαύρο
που η Παλλάδα η Αθηνά τους πρόσταξε στην Τροία.
Κι από τ΄ ανώγια ακούγοντας το θείο αυτό τραγούδι
η Πηνελόπη η φρόνιμη, του Ικάριου η θυγατέρα,
κατέβηκε τις αψηλές του παλατιού τις σκάλες,
μόνη της όχι· αντάμα της δυο βάγιες κατεβήκαν.
Κι η ζουλεμένη αρχόντισσα σαν πήγε στους μνηστήρες,
πλάγι του στύλου στάθηκε της δουλευτής της στέγης
σηκώνοντας στην όψη της το λιόλαμπρο φακιόλι,
με τις παραστεκάμενες από τα δυο πλευρά της,
και κρένει του τραγουδιστή με μάτια δακρυσμένα·
“Φήμιε, που κι άλλα γνώριζες μαγευτικά τραγούδια,
μ΄ όσα θνητούς κι αθάνατους δοξάζετε εσείς πάντα,
έν΄ απ΄ αυτά τραγούδα τους σιμά τους καθισμένος,
κι αυτοί ας σωπούν κι ας πίνουνε· πάψ΄ το τραγούδι ετούτο,
το θλιβερό, που την καρδιά μου σκίζει μες στα στήθια,
γιατί σαν άλληνα καμιά βαρύς καημός με δέρνει,
κι ολημερίς ανιστορώ και λαχταρώ τον άντρα,
που στην Ελλάδα η δόξα του και στ΄ Άργος όλο απλώθη.”
Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος γυρίζει και της κάνει·
“Δεν τον αφήνεις το γλυκό τραγουδιστή, μανούλα,
να φέρνει γλέντι καταπώς τ΄ αποθυμάει ο νους του;
Δε φταίγει σου ο τραγουδιστής, ο Δίας είν΄ η αιτία,
που κάθε σιταρόθρεφτου θνητού όπως θέλει δίνει,
Δεν έχει κρίμα αν τραγουδάει αυτός τη μαύρη μοίρα
τω Δαναώνε· πάντα θεν οι ανθρώποι το τραγούδι
που πιο καινούργιο τους σφαντάει σαν κάθουνται κι ακούνε.
Κάνε καρδιά κι απομονή ν΄ ακούς, γιατί μονάχος
δεν έχασε του γυρισμού τη γλύκα ο Οδυσσέας,
μόν΄ κι άλλα χάθηκαν πολλά στην Τροία παλληκάρια.
Έμπα, και κοίτα σπίτι σου και το νοικοκυριό σου,
την αληκάτη, τ΄ αργαλειό, και πρόσταζε τις δούλες
να σου δουλεύουν· κι άφηνε τα λόγια αυτά στους άντρες,
μάλιστα εμένα, που ΄μαι δα και του σπιτιού ο αφέντης.”
Θάμασ΄ αυτή, και γύρισε στο σπίτι, γιατί μπήκαν
ως την καρδιά της του παιδιού τα γνωστικά τα λόγια.
Κι ανέβηκε στ΄ ανώγια της, κι αντάμα με τις βάγιες
τον ακριβό της Οδυσσέα θρηνούσε, ωσότου ύπνο
η Αθηνά της στάλαξε γλυκό στα ματοκλάδια.
Ωστόσο στα βαθιόσκιωτα παλάτια μέσα οι άλλοι
οχλαλοή σηκώνανε, κι ευκότανε ο καθένας
μες στο κρεβάτι ν΄ αξιωθεί σιμά της να πλαγιάσει. Σ΄ αυτούς αρχίζει ο γνωστικός Τηλέμαχος και κρένει·
“Ακούστε, ω παραδιάντροποι της μάνας μου μνηστήρες·
τώρα εμείς γλέντι ας κάμουμε, κι ας λείψει τ΄ αχολόγι,
τι αξίζει αλήθεια τέτοιονα τραγουδιστή ν΄ ακούμε,
σαν που ΄ναι αυτός που με θεού λες κι η φωνή του μοιάζει·
μα την αυγή σε συντυχιά καθίζουμε όλοι αντάμα,
να σας κηρύξω φανερά ν΄ αφήστε μου τον πύργο,
άλλα τραπέζια να ΄βρετε, δικό σας βιος να τρώτε,
ο ένας σπίτι τ΄ αλλονού. Κι αν πάλε εσείς θαρρείτε
πως είναι δίκιο κι εύλογο να καταλυούνται πλούτια
ενός ανθρωπου απλέρωτα, σκορπάτε τα· εγώ τότες
καλώ βοήθεια τους θεούς, ίσως κι ο Δίας φέρει
το γδικιωμό που αξίζει σας, κι έτσι κι εσείς κατόπι
πεδώθε δίχως πλερωμή μια και καλή χαθείτε.” 
Αυτά τους είπε, κι όλοι τους, δαγκάνοντας τα χείλη
θαμάζαν του Τηλέμαχου τα θαρρετά τα λόγια.
Κι ο Αντίνος του Ευπείθη ο γιος του μίλησε και του ΄πε·
“Εσένα θεοί, Τηλέμαχε, να σε διδάχνουν πρέπει
μεγάλα λόγια να μιλάς, και θαρρετά να κρένεις·
μη σώσει και σε κάμει ο γιος του Κρόνου βασιλέα
στο Θιαάκι το γυρόλουστο, σαν που ΄ναι πατρικό σου.”
Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος γυρίζει και του κάνει·
“Τάχα θα σου φανεί βαρύ το θα σου πω, ω Αντίνε;
Κι ετούτο θα το δέχουμουν αν το ΄δινέ μου ο Δίας.
Ή λες δε γίνεται κακό τρανότερο στο κόσμο;
Όχι, δεν το ΄χω για αχαμνό να ΄ναι κανένας ρήγας·
πλούσιο το σπίτι του άξαφνα, δοξάζεται κι ατός του.
Μα κι άλλοι βρίσκουνται Αχαιοί στο Θιάκι βασιλιάδες,
νέοι και γέροι αρίθμητοι, κι ένας τους θα ΄χει ετούτη
τη δόξα, μιας κι απέθανε ο θείος ο Οδυσσέας·
όμως εγώ θα ορίζω αυτό το σπίτι και τους δούλους,
που για τα μένα απόχτησε με τ΄ άρματά του εκείνος.”
και του Πολύβου ο Ευρύμαχος γυρνάει κι απολογιέται·
“Αυτά, Τηλέμαχε, στων θεών ας μείνουνε τα χέρια,
το ποιος στο θαλασσόλουστο θα βασιλέψει Θιάκι·
μακάρι εσύ να κυβερνάς και χτήματα και σπίτι,
και να μην έρθει εδώ ψυχή και θες δε θές σου αρπάξει
τα χτήματα, όσο το νησί το κατοικούν ανθρώποι.
Μα τώρα θέλω να μου πεις, καλέ μου, για τον ξένο,
ποπούθε να ΄ναι ελόγου του; ποια χώρα λέει δική του;
ποια να ΄ναι η φύτρα του μαθές, το πατρικό του χώμα;
μπας και μαντάτα σου ΄φερε πως έρχεται ο γονιός σου;
ή να ΄ρθε εδώ γυρεύοντας δικές του τάχα ανάγκες;
Φάνηκε μόλις, κι έφυγε δεν έμεινε δα κιόλας
να γνωριστεί· και πρόστυχος δεν έμοιαζε στην όψη.”
Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος γυρίζει και του κρένει·
“Ο κύρης μου πια γυρισμό, ω Ευρύμαχε, δεν έχει·
μήτε μαντάτα ακούγω εγώ, σα φτάνουν από κάπου,
μήτε μαντείες πια ψηφώ σαν προσκαλέσει η μάνα
μάντη στο σπίτι και ρωτάει. Ο ξένος που είδες είναι
φίλος δικός μου πατρικός από την Τάφο, ο Μέντης·
του φρόνιμου του Αχίαλου παινιέται γιος πως είναι,
και βασιλιάς των Ταφιτών, που το κουπί αγαπάνε.”
Αύυτά είπε, κι όμως τη θεά στο νου την είχε πάντα,
Εκείνοι ωστόσο στο χορό και στο γλυκό τραγούδι
το γύρισαν, και γλέντιζαν ως που να ΄ρθει το βράδυ.
και καθώς γλέντιζαν, τ΄ αχνό κατέβηκε το βράδυ·
καθένας τότες σπίτι του τραβούσε να πλαγιάσει,
και πήγε κι ο Τηλέμαχος στον αψηλοχτισμένο
το θάλαμο που σφάνταζε μες στην αυλή την ώρια,
να μπει στην κλίνη του, πολλά στο νου του μελετώντας.
Η Ευρύκλεια τότες του ΄φερε τα φώσια τ΄ αναμμένα,
του Ώπα η κόρη η μπιστευτή, του γιου του Πεισηνόρη,
π΄ ο Λαέρτης άλλοτες μικρή την πήρε κοπελούδα
με είκοσι βόδια πλερωμή, και μέσα στο παλάτι
το ίδιο με την άξια του γυναίκα την τιμούσε,
μα αντάμα της δεν πλάγιαζε, να μη χολιάσει εκείνη·
αυτή τα φώσια ανέβασε, που από τις άλλες δούλες
τον είχε αγάπη ξέχωρη, κι από μωρό τον κοίτα.
Άνοιξε αυτός το θάλαμο τον τεχνικά φτιασμένο,
στην κλίνη κάθισε, έβγαλε το μαλακό χιτώνα,
τον έθεσε στης φρόνιμης γερόντισσας τα χέρια,
κι αυτή σαν τόνε δίπλωσε καλά, σε ξυλοκάρφι
τον κρέμασε, παράδιπλα στο τορνευτό κλινάρι,
κι ήβγε, της θύρας σέρνοντας την αργυρή κρικέλα,
απέξωθε με το λουρί το σύρτη της τραβώντας.
Κι αυτός με ανθό του προβατιού για σκέπασμα όλη νύχτα
το δρόμο συλλογιότανε που η Αθηνά του ξήγα.