Ιλιάδα, ραψωδία λ, μτφρ. Καζαντζάκη-Κακριδή

λ 1Σαν κατεβήκαμε στη θάλασσα και στο πλεούμενό μας,
λ 2σύραμε πρώτα το πλεούμενο στο θείο το κύμα μέσα
λ 3και στήσαμε κατάρτι κι άρμενα στο μελανό καράβι·
λ 4τα πρόβατα μετά φορτώσαμε και μπήκαμε κι ατοί μας
λ 5βαριά θλιμμένοι, και τα μάτια μας πλημμύριζαν στο κλάμα.
λ 6Ξοπίσω από το γαλαζόπλωρο καράβι πρίμο αγέρι,
λ 7σταλμένο από την ωριοπλέξουδη, την ανθρωπολαλούσα
λ 8θεά, την άγρια Κίρκη, σύντροφος καλός μας προβοδούσε.
λ 9Κι ως τ' άρμενα του πλοίου συντάξαμε, καθόμασταν, τι εκείνο
λ 10καλά το κυβερνούσαν ο άνεμος κι ο τιμονιέρης μόνο,
λ 11κι ολημερίς πελαγοδρόμιζε με τα πανιά γεμάτα.
λ 12Κι ως πήρε ο γήλιος και βασίλεψε κι ίσκιωσαν όλοι οι δρόμοι,
λ 13έφτασε πια στου βαθιορέματου του Ωκεανού την άκρα.
λ 14Των Κιμμερίων η χώρα βρίσκεται κει πέρα και το κάστρο,
λ 15συντυλιγμένα μες σε σύγνεφο κι αντάρα· δεν τους βλέπει
λ 16ο Ήλιος ποτέ ο φωτοπερίχυτος με τις λαμπρές του αχτίδες,
λ 17μηδέ σαν παίρνει τον ανήφορο προς τ' αστεράτα ουράνια,
λ 18μηδέ σα στρέφει απ' τα μεσούρανα στης γης ξανά τα μέρη,
λ 19μόν' νύχτα φοβερή στους άμοιρους θνητούς απλώνει πάντα.
λ 20Καθίζουμε στον άμμο το άρμενο, κι ως βγάλαμε από μέσα
λ 21τα πρόβατα, το δρόμο πήραμε στον Ωκεανό από δίπλα,
λ 22ως που στο μέρος πια βρεθήκαμε που 'χε αρμηνέψει η Κίρκη.
λ 23Κει πέρα κράτησαν ο Ευρύλοχος κι ο Περιμήδης μπρος μου
λ 24τα δυο σφαχτά· κι εγώ ανασέρνοντας το κοφτερό σπαθί μου
λ 25λάκκο ως μια πήχη πήρα κι άνοιξα του μάκρους και του φάρδους.
λ 26και πρόσφερα χοές στα χείλη του στους πεθαμένους όλους·
λ 27πρώτα μελόγαλα τους έχυσα, κρασί γλυκό κατόπι,
λ 28νερό στο τέλος, και πασπάλιζα κριθάλευρο από πάνω'
λ 29και δεόμουν στων νεκρών τ' ανέψυχα κεφάλια, τάζοντας τους,
λ 30αν στην Ιθάκη πίσω διάγερνα, την πιο τρανή μου στέρφα
λ 31γελάδα να τους σφάξω, καίγοντας μαζί περίσσια δώρα.
λ 32Κι ένα κριάρι τάζω ξέχωρα στον Τειρεσία να σφάξω,
λ 33μαύρο, κατάμαυρο, το πιο όμορφο στα ζωντανά μου μέσα.
λ 34Τα παρακάλια πια σαν τέλεψα και τα ταξίματά μου
λ 35στα πλήθη των νεκρών, τα πρόβατα στο λάκκο σφάζω απάνω,
λ 36κι ως έτρεχε το μαύρο γαίμα τους, από τα σκότη κάτω
λ 37βγήκαν ψυχές νεκρών αρίφνητες και μαζωχτήκαν γύρα:
λ 38Άγουροι, νιόπαντρες και γέροντες χιλιοβασανισμένοι,
λ 39κόρες γλυκές, όλο παράπονο που σβήσαν στον ανθό τους,
λ 40και πλήθος άντρες, με χαλκόβαρα κοντάρια χτυπημένοι,
λ 41που έπεσαν σε πολέμους, κι άρματα ματόβρεχτα κρατούσαν.
λ 42Κι άλλος αλλούθε πήραν κι έζωναν το λάκκο με περίσσιον
λ 43άγριον αχό, που εμένα ολόχλωμος με περεχούσε τρόμος.
λ 44Πρόσταξα τότε τους συντρόφους μου να γδάρουν τα σφαγάρια,
λ 45που εκοίτουνταν απ' τον ανέσπλαχνο χαλκό θανατωμένα,
λ 46και να τα κάψουν, και παράκληση στους δυο θεούς να υψώσουν,
λ 47στην Περσεφόνη την ανήμερη και στον τρανό τον Άδη.
λ 48Κι εγώ, καθούμενος, ανάσυρα το κοφτερό απ' τη μέση
λ 49σπαθί, και των νεκρών δεν άφηνα τ' ανέψυχα κεφάλια
λ 50κοντά στο γαίμα, πριν απόκριση μου δώσει ο Τειρεσίας.
λ 51Πρώτη έφτασε η ψυχή του Ελπήνορα, του συντρόφου μου· ακόμα
λ 52δεν ήταν κάτω απ' την πλατύδρου, η τη γη μαθές θαμμένος
λ 53το είχαμε αφήσει το κουφάρι του στης Κίρκης το παλάτι
λ 54άκλαφτο κι άθαφτο —μας έσφιγγαν μεγάλες έγνοιες άλλες!
λ 55Κι όπως τον είδα, τον συμπόνεσα, τα κλάματα με πήραν,
λ 56και κράζοντας τον ανεμάρπαστα του συντυχαίνω λόγια:
λ 57"Στο ανήλιαγο σκοτάδι, Ελπήνορα, πώς ήρθες; πώς κατέβης
λ 58πεζός εσύ πιο πριν απ' τ' άρμενο που μ' έφερε εδώ πέρα;"
λ 59Σαν είπα τούτα, εκείνος βόγγηξε κι αυτά μου απηλογήθη:
λ 60"Γιε του Λαέρτη αρχοντογέννητε, πολύτεχνε Οδυσσέα,
λ 61θεού βουλή κακιά με αφάνισε και το κρασί το πλήθιο!
λ 62Στης Κίρκης το παλάτι ως πλάγιαζα, δεν πέρασε απ' το νου μου
λ 63την αψηλήν οπούθε ανέβηκα να κατεβώ τη σκάλα,
λ 64κι απ' τη σκεπή γραμμή γκρεμίστηκα, κι ως βγήκε απ' τα σφοντύλια
λ 65κι έσπασε ο σβέρκος μου, κατέβηκε στον Άδη κι η ψυχή μου.
λ 66Μα σε ξορκίζω σε όσους άφηκες δικούς κι εδώ δεν είναι —
λ 67το ταίρι σου και τον πατέρα σου, που σ' έχει αναστημένο,
λ 68και τον Τηλέμαχο, στο σπίτι σου μοναχογιό που αφήκες·
λ 69το ξέρω, σα γυρνάς, αφήνοντας εδώ τον Κάτω Κόσμο,
λ 70στην Αία ξανά το καλοκάμωτο καράβι σου θ' αράξεις.
λ 71Εκεί φτασμένος θέλω, ρήγα μου, να θυμηθείς και μένα·
λ 72άκλαφτο κι άθαφτο, αψηφώντας με, μη φύγεις και με αφήσεις,
λ 73απ' αφορμή δικιά μου οι αθάνατοι μην οργιστούν μαζί σου
λ 74μονάχα κάψε με με τ' άρματα που ήταν δικά μου, ως ζούσα,
λ 75κι εκεί, στο ακρόγιαλο της θάλασσας, μνημούρι ασκώσετέ μου
λ 76του δύστυχου, που κι οι μελλούμενες γενιές να μου θυμούνται.
λ 77Κι ως τούτα πια τελέψεις, κάρφωσε κι ένα κουπί στο μνήμα,
λ 78αυτό που ζώντας είχα κι έλαμνα μαζί με τους συντρόφους."
λ 79Είπε, κι εγώ γυρνώντας μίλησα κι απηλογιά του δίνω:
λ 80"Όλα όσα γύρεψες, βαριόμοιρε, θα κάμω απ' άκρη ως άκρη."
λ 81Τέτοιες κουβέντες συναλλάζαμε λυπητερές οι δυο μας,
λ 82στο γαίμα δίπλα εγώ καθούμενος με το σπαθί στο χέρι,
λ 83κι ο γίσκιος πέρα του συντρόφου μου, να λέει, να μη σωπαίνει.
λ 84Kι ήρθε η ψυχή της δόλιας μάνας μου μπροστά μου, της Αντίκλειας,
λ 85της κόρης του αντρειωμένου Αυτόλυκου, που εγώ την είχα αφήσει
λ 86να ζει, στην άγια Τροία σα μίσευα, και τώρα είχε πεθάνει.
λ 87Κι όπως την είδα, μου 'ρθαν κλάματα, την πόνεσε η καρδιά μου,
λ 88μα δεν την άφηνα, κι ας έτρωγε τα σωθικά μου ο πόνος,
λ 89κοντά στο γαίμα, πριν απόκριση μου δώσει ο Τειρεσίας.
λ 90Να κι η ψυχή σε λίγο που 'φτασε χρυσό ραβδί κρατώντας
λ 91του Τειρεσία, κι ευτύς με γνώρισε κι αυτά τα λόγια μου 'πε:
λ 92"Γιε του Λαέρτη αρχοντογέννητε, πολύτεχνε Οδυσσέα,
λ 93το φως του ήλιου γιατί, τρισάμοιρε, παράτησες, για να 'ρθεις
λ 94να ιδείς τον τόπο αυτό τον άχαρο και τους νεκρούς; Τραβήξου
λ 95τώρα απ' το λάκκο κι αναμέρισε το κοφτερό σπαθί σου,
λ 96να πιω απ' το γαίμα τούτο, αψεύτιστη μετά να δώσω ορμήνια."
λ 97Είπε, κι εγώ το ασημοκάρφωτο θηκάρωσα σπαθί μου
λ 98κι αποτραβήχτηκα· σα ρούφηξε το μαύρο γαίμα εκείνος,
λ 99ο μάντης ο άψεγος, μου μίλησε κι αυτά τα λόγια μου 'πε:
λ 100"Τρανέ Οδυσσέα, στην πολυπόθητη ζητάς να στρέψεις γη σου,
λ 101μα στέκει ένας θεός στο δρόμο σου· θαρρώ πως δε γλιτώνεις
λ 102του Κοσμοσείστη, που στα φρένα του θυμό για σένα κλείνει,
λ 103τι σου 'χει μάνητα που ετύφλωσες τον ακριβό το γιο του.
λ 104Μα κι έτσι, με τα χίλια βάσανα, θα φτάνατε, μονάχα
λ 105ν' ανακρατούσες τους συντρόφους σου, κι ατός σου να κρατιόσουν,
λ 106μόλις το πλοίο το καλοκάμωτο στης Θρινακίας αράξεις
λ 107μια μέρα το νησί, ξεφεύγοντας τα γεράνια πελάγη,
λ 108και βρείτε εκεί τ' αρνιά τα ολόπαχα να βόσκουν και τα βόδια
λ 109του Γήλιου, που τα πάντα πάνωθε θωρεί κι ακούει τα πάντα.
λ 110Χέρι σ' αυτά αν δε βάλεις έχοντας το γυρισμό στο νου σου,
λ 111μπορείτε με τα χίλια βάσανα να᾿ ρθείτε στην Ιθάκη.
λ 112Μα αν βάλεις χέρι, τότε χάθηκες και συ και το καράβι
λ 113κι οι σύντροφοι σου, αυτή είν᾿ η ορμήνια μου. Και συ να ξεγλιτώσεις,
λ 114θα φτάσεις πίσω δίχως συντρόφους, αργά, συφοριασμένος,
λ 115σε άρμενο ξένο, και στο σπίτι σου θα βρεις τυράννια κι άλλα,
λ 116άντρες αράθυμους, το ταίρι σου το ισόθεο που γυρεύουν
λ 117και τάζουν περισσά χαρίσματα, το βιος σου τρώνε ωστόσο.
λ 118Μα εσύ θα γδικιωθείς διαγέρνοντας τις αδικίες τους όλες.
λ 119Κι ως τους μνηστήρες στο παλάτι σου με κοφτερό σκοτώσεις
λ 120χαλκό, με δόλο ξεπλανώντας τους για κι ανοιχτά, το δρόμο
λ 121πάρε μετά, κουπί καλάρμοστο στο χέρι σου κρατώντας,
λ 122σε ανθρώπους ως να φτάσεις, θάλασσα που δεν κατέχουν τι είναι,
λ 123κι ουδέ ποτέ με αλάτι αρτίζουνε τα φαγητά που τρώνε,
λ 124κι ουδέ καράβια αλικομάγουλα ποτέ αγνάντεψαν, μήτε
λ 125κουπιά καλάρμοστα, που ως φτερούγες δρομίζουν τα καράβια.
λ 126Σου λέω και το σημάδι ξάστερα και θα το δεις κι ατός σου:
λ 127Σα σε ανταμώσει εκεί στη στράτα σου κανένας πεζολάτης
λ 128και λιχνιστήρι πει στον ώμο σου πως κουβαλάς τον ώριο,
λ 129στο χώμα τότε το καλάρμοστο να μπήξεις λέω κουπί σου,
λ 130κι αφού θυσίες προσφέρεις πάγκαλες στο ρήγα Ποσειδώνα,
λ 131κριάρι και κάπρι λατάρικο και ταύρο σφάζοντάς του,
λ 132γύρισε πίσω στην πατρίδα σου, και πρόσφερε θυσίες
λ 133μεγάλες στους θεούς, που αθάνατοι τα ουράνια πλάτη ορίζουν,
λ 134σε όλους γραμμή. Κι ακόμα ο θάνατος γλυκός, γαλήνιος θα 'ρθει
λ 135να σε 'βρει αλάργα από τη θάλασσα, τα μάτια να σου κλείσει
λ 136μες σε βαθιά καλά γεράματα· κι ολόγυρα οι λαοί σου
λ 137θα ζουν χαιράμενοι. Τον άκουσες τον άψευτό μου λόγο!"
λ 138Είπε, κι εγώ γυρνώντας μίλησα κι απηλογιά του δίνω:
λ 139"Τούτα οι θεοί θαρρώ πως τα 'κλωσαν ατοί τους, Τειρεσία.
λ 140Μόν' έλα τώρα, δώσε απόκριση και την αλήθεια πες μου:
λ 141Μπροστά μου την ψυχή της μάνας μου θωρώ της πεθαμένης·
λ 142κοντά στο γαίμα κάθεται άλαλη, κι ουδέ βαστάει τα μάτια
λ 143στο γιο της να στυλώσει αντίκρυ του και να του κουβεντιάσει.
λ 144Θέλω, τρανέ, να ξέρω αν γίνεται ποιος είμαι να γνωρίσει."
λ 145Είπα, κι αυτός γυρνώντας μίλησε κι απηλογιά μου δίνει:
λ 146"Δε θα 'ναι δύσκολος ο λόγος μου και θα τον καταλάβεις:
λ 147απ' τους νεκρούς που πήρε ο θάνατος όποιον αφήνεις τώρα
λ 148το γαίμα να ζυγώνει, αψεύτιστο το λόγο του θ' ακούσεις·
λ 149κι όποιον δε θες, αυτός γυρίζοντας θα φεύγει πίσω πάλε."
λ 150Αυτά είπεν η ψυχή και κίνησε στον Άδη να διαγείρει
λ 151του Τειρεσία, σαν πια μου απόσωσε της μοίρας τα γραμμένα.
λ 152Μα εγώ κει πέρα αμετασάλευτος καθόμουν, κι ήρθε τότε
λ 153κι ήπιε απ' το μαύρο γαίμα η μάνα μου· μεμιάς νογάει ποιος ήμουν,
λ 154και μες στα κλάματα ανεμάρπαστα μου συντυχαίνει λόγια:
λ 155"Πώς φτάνεις ζωντανός στ' ανήλιαγα σκοτάδια κάτω, γιε μου;
λ 156Στους ζωντανούς είναι ανημπόρετο να τ' αντικρίζουν τούτα·
λ 157τι ανάμεσά μας άγρια ρέματα, τρανά κυλούν ποτάμια,
λ 158και πρώτα ο Ωκεανός· δε γίνεται να τον διαβεί κανένας
λ 159πεζός, εξόν αν καλοκάμωτο του βρίσκεται καράβι.
λ 160Αλήθεια, χρόνια αφού παράδεφες, από την Τροία μη φτάνεις
λ 161με το άρμενο σου και τους συντρόφους, κι ακόμα στην Ιθάκη
λ 162δεν έχεις έρθει; Τη γυναίκα σου στο σπίτι σου δεν είδες;"
λ 163Είπε, κι εγώ γυρνώντας μίλησα κι απηλογιά της δίνω:
λ 164"Η ανάγκη, μάνα, με κατέβασε στον Κάτω Κόσμο τώρα,
λ 165χρησμό μαθές να πάρω απ' την ψυχή του Τειρεσία του μάντη.
λ 166Δεν έχω ακόμα την αργίτισσα ζυγώσει χώρα, μήτε
λ 167τη γη μας πάτησα· σε ατέλειωτα τυράννια παραδέρνω
λ 168απ' τη στιγμή που πρωτακλούθηξα το θείον υγιό του Ατρέα
λ 169πέρα στην Τροία την καλοφόραδη, τους Τρώες να πολεμήσω.
λ 170Μόν' έλα τώρα, δώσ' μου απόκριση και την αλήθεια πες μου:
λ 171Ποια μοίρα τάχα κάτω σ' έριξε φαρμακερού θανάτου;
λ 172Μήπως αρρώστια ήταν που χρόνισε; μην η Άρτεμη η δοξεύτρα
λ 173με απόνετες σαγίτες σου 'ριξε και πήρε τη ζωή σου;
λ 174Και πες μου ακόμα για τον κύρη μου και για το γιο που αφήκα:
λ 175αυτοί κρατούν το βασιλίκι μου, για κάποιος απ' τους άλλους
λ 176τ' ορίζει τώρα, λογαριάζοντας πια εγώ πως δε γυρίζω;
λ 177Ακόμα πες μου για το ταίρι μου, ποια η γνώμη, ποιος ο νους της;
λ 178Με τον υγιό μας τάχα μένοντας το βιος μου διαφεντεύει,
λ 179για άλλος την πήρε κιόλα ανάμεσα στους πιο τρανούς Αργίτες;"
λ 180Στα λόγια τούτα μου αποκρίθηκεν η σεβαστή μου η μάνα:
λ 181"Και βέβαια εκείνη πάντα βρίσκεται στο σπίτι σου κλεισμένη
λ 182και κάνει υπομονή, κι αγλύκαντες μια μια ν' αποδιαβαίνουν
λ 183θωρεί τις νύχτες και τις μέρες της, στα δάκρυα βουτηγμένη.
λ 184Το βασιλίκι σου δεν τ' άρπαξε κανένας· τα μετόχια
λ 185τα ορίζει ανέγνοιος ο Τηλέμαχος, και στα τραπέζια παίρνει
λ 186τα μερτικά που πρέπει ο κύβερνος κι ο κρισολόγος να 'χει·
λ 187γιατί όλοι τον καλνούν. Ο κύρης σου στο χτήμα του ξωμένει·
λ 188η χώρα δεν τον βλέπει. Του 'λειψαν, για να 'χει να πλαγιάζει,
λ 189πια τα σκεπάσματα τα λιόφωτα κι οι στρώσες κι οι φλοκάτες.
λ 190Σα χειμωνιάζει, μέσα κλείνεται και πέφτει με τους δούλους
λ 191στη γης, στο τζάκι πλάι, παλιόρουχα φορώντας· και σα μπαίνει
λ 192το καλοκαίρι ως το χινόπωρο το καρπερό, πλαγιάζει
λ 193όπου τυχόν βρεθεί στο χτήμα του, στων αμπελιών τους όχτους,
λ 194στο χώμα κάτω φύλλα απλώνοντας για στρώση, και θλιμμένος
λ 195κείτεται εκεί, κι ο πόνος άμετρος στα φρένα του θεριεύει,
λ 196που δε γυρνάς, και τα γεράματα βαριά τον τυραννούνε.
λ 197Κι ατή μου εγώ για τούτο χάθηκα και βρέθηκα στον Άδη·
λ 198δεν ήρθε η Δοξαρούσα σπίτι μας η καλοσημαδεύτρα
λ 199να πάρει τη ζωή μου ρίχνοντας με απόνετες σαγίτες·
λ 200κι ουδέ κι αρρώστια με κρεβάτωσε, που το κορμί του ανθρώπου
λ 201σιγά σιγά το λιώνει ανέσπλαχνα και τη ζωή του παίρνει·
λ 202μόνο ο καημός για σε κι η ορμήνια σου και τα καλά σου λόγια,
λ 203που μου 'χαν λείψει, τη μελόγλυκια ζωή μου θανατώσαν."
λ 204Σαν είπε τούτα, εγώ στοχάστηκα βαθιά μου, στην αγκάλη
λ 205να πάρω την ψυχή της μάνας μου, νεκρή που ομπρός μου εθώρουν.
λ 206Τρεις χύθηκα φορές, απάνω μου ποθώντας να τη σφίξω,
λ 207και τρεις φορές μες απ' τα χέρια μου σαν όνειρο, σαν ίσκιος
λ 208μου πέταξε· κι εγώ, ως έθέριευε φαρμάκι η πίκρα εντός μου,
λ 209την έκραξα και με ανεμάρπαστα της συντυχαίνω λόγια:
λ 210"Γιατί δε στέκεις τώρα, μάνα μου, που θέλω να σε πιάσω,
λ 211και μες στον Άδη που βρεθήκαμε να σφιχταγκαλιαστούμε,
λ 212να βρούμε στο πικρό το σύθρηνο χαρά και παρηγοριά;
λ 213Η Περσεφόνη μήπως σ' έπλασε κι είσαι αγερένιος ίσκιος,
λ 214κι εδώ σε στέλνει, ακόμα πιότερο να κλαίω και να χτυπιέμαι;"
λ 215Στα λόγια τούτα μου αποκρίθηκεν η σεβαστή μου η μάνα:
λ 216"Αλί, παιδί μου, ο πιο τρισάμοιρος μες στους ανθρώπους όλους,
λ 217η Περσεφόνη δε σε γέλασε, του γιου του Κρόνου η κόρη,
λ 218μονάχα τούτη η μοίρα εγράφτηκε του ανθρώπου που πεθαίνει:
λ 219Τα νεύρα δεν κρατούν τις σάρκες του κι ουδέ τα κόκαλά του·
λ 220μόν' όταν η ζωή τα κόκαλα πια παρατήσει τ' άσπρα,
λ 221όλα απ' την άγρια ορμή δαμάζουνται της λαμπαδούσας φλόγας,
λ 222και μοναχά η ψυχή σαν όνειρο πετώντας φτερουγίζει.
λ 223Τώρα στο φως μιαν ώρα αρχύτερα κοίτα ν' ανέβεις, όμως
λ 224για ιδές κι αυτά πιο πριν, στο ταίρι σου για να τα λες μια μέρα."
λ 225Αυτά τα λόγια ως συναλλάζαμε, με ζύγωναν γυναίκες
λ 226ξεσηκωμένες απ' τη ρήγισσα την Περσεφόνη πλήθος,
λ 227των πιο τρανών ηρώων συγκόρμισσες και θυγατέρες όλες.
λ 228Καθώς στο μαύρο γαίμα ολόγυρα κοπάδι εμαζωχτήκαν,
λ 229αναρωτιόμουν πως θα δύνομουν μια μια να τις ρωτήσω.
λ 230Και τούτη η πιο καλή μου εικάστηκε βουλή στο λογισμό μου·
λ 231απ' το παχύ μερί τ' ολόμακρο ξεγύμνωσα σπαθί μου,
λ 232κι από το μαύρο γαίμα όλες μαζί δεν άφηνα να πιούνε.
λ 233Κι όπως εκείνες πήραν κι έρχουνταν η μια στην άλλη πίσω,
λ 234γραμμή ρωτούσα για τη φύτρα τους, κι αυτές μου αποκρινόνταν
λ 235Εκεί είδα εγώ την αρχοντόσογη Τυρώ να φτάνει πρώτη,
λ 236κι έλεγε κόρη του αψεγάδιαστου του Σαλμωνέα πως ήταν
λ 237την είχεν ο Κρηθέας γυναίκα του, του Αίολου ο γιος, μα πρώτα
λ 238αυτή έναν ποταμό ερωτεύτηκε, το θείο τον Ενιπέα,
λ 239τον ποταμό που τα ομορφότερα νερά στη γης σκορπίζει,
λ 240γι' αυτό συχνά κι εκείνη πήγαινε στα πάγκαλα νερά του.
λ 241Τούτου την όψη ο σαλευτής της γης, ο Κοσμοσείστης, πήρε
λ 242και πλάγιασε, στου βαθιοστρόβιλου του πόταμου το στόμα,
λ 243μαζί της· κύμα τους περίζωσε καμπουρωτό, γεράνιο,
λ 244σαν ορός, το θεό σκεπάζοντας και τη θνητή γυναίκα.
λ 245Τη ζώνη εκεί ο θεός της έλυσε της παρθενίας και μ' ύπνο
λ 246την περεχύνει, κι ως εχάρηκε μαζί της την αγάπη,
λ 247σφίγγει το χέρι της, της μίλησε κι αυτά της λέει τα λόγια:
λ 248«Χαίρου, γυναίκα, την αγάπη μου! Στο γύρισμα του χρόνου
λ 249γιους διαλεχτούς θα κάμεις· ο έρωτας ποτέ των αθανάτων
λ 250δεν πάει χαμένος· μόνο γνοιάζου τους και μικρανάθρεψέ τους.
λ 251Τώρα στο σπίτι τράβα αμίλητη και κρύβε τ' όνομά μου·
λ 252ο Ποσειδώνας όμως κάτεχε πως είμαι, ο κοσμοσείστης!"
λ 253Είπε, και βούτηξε στη θάλασσα την πολυκυματούσα·
λ 254κι αυτή γκαστρώθη και του γέννησε δυο γιους, τρανούς ρηγάδες,
λ 255που στου μεγάλου Δία τη δούλεψη στάθηκαν, τον Πελία
λ 256και το Νηλέα. Μες στην πλατύχωρην Ίωλκό ο Πελίας εζούσε,
λ 257πλούσιος σε πρόβατα, κι ο δεύτερος στην αμμουδάτη Πύλο.
λ 258Τους άλλους στον Κρηθέα τους γέννησεν η αρχόντισσα γυναίκα,
λ 259τον Αμυθάονα τον πολέμαρχο, τον Αίσονα, το Φέρη.
λ 260Την κόρη του Ασωπού ξεχώρισα μετά, την Αντιόπη·
λ 261στην αγκαλιά του Δία πως έγειρε παινεύουνταν, και του 'χε
λ 262δυο γιους γεννήσει, τον Αμφίονα και τον τρανό το Ζήθο.
λ 263Πρώτοι της Θήβας της εφτάπορτης το κάστρο ετούτοι χτίσαν
λ 264κι ύψωσαν τείχη, τι δε δονούνταν, κι ας ήταν αντρειωμένοι,
λ 265στη Θήβα μέσα την πλατύδρομη χωρίς τειχιά να μένουν.
λ 266Είδα μετά και του Αμφιτρύωνα το ταίρι, την Αλκμήνη,
λ 267που στις αγκάλες ως κοιμήθηκε του Δία του τρισμεγάλου,
λ 268τον άτρομο Ηρακλή του γέννησε, με την καρδιά του λιόντα.
λ 269Κι είδα του Κρέοντα του πολεμάρχου την κόρη, τη Μεγάρα,
λ 270που του Αμφιτρύωνα την παντρεύτηκεν ο γιος ο ψυχωμένος.
λ 271Του Οιδίποδα τη μάνα αντίκρισα, την όμορφη Επικάστη,
λ 272φριχτές δουλειές που αποδυνάστηκεν ανήξερη, το γιο της
λ 273να πάρει γι' άντρα· τον πατέρα του σκοτώνοντας εκείνος
λ 274την πήρε ταίρι, μα ως οι αθάνατοι μεμιάς τα ξεσκεπάσαν
λ 275στον κόσμον όλο, εκείνος έμεινε να τυραννιέται ρήγας
λ 276στη Θήβα, τι θεών ανέσπλαχνη βουλή τον κυβερνούσε.
λ 277Κι αυτή σκοινί ψηλά απ' της κάμαρας κρεμώντας το δοκάρι
λ 278στου Άδη τα σπίτια κάτω εδιάβηκε, του ανήλεου θυροκράτη,
λ 279απ' τον καημό της, πίσω αφήνοντας εκείνον σε τυράννια
λ 280δίχως σωμό, που από της μάνας του τις Ερινύες τραβούσε.
λ 281Είδα τη Χλωρή την πεντάμορφη· μύρια ο Νηλέας του γάμου
λ 282δώρα είχε δώσει για τα κάλλη της, γυναίκα ως να την πάρει·
λ 283ήταν του Αμφίονα στερνογέννητη, του γιου του Ιάσου, κόρη,
λ 284που κάποτε τους Μίνυες όριζε, του Ορχομενού ρηγάρχης.
λ 285Κι αυτή, στην Πύλο πια βασίλισσα, τρανούς υγιούς του εγέννα,
λ 286τον Νέστορα, τον Περικλύμενο το γαύρο, το Χρομίο·
λ 287κι ακόμα την Πηρώ του γέννησε, μια θυγατέρα θάμα,
λ 288που όλοι τρογύρα την εγύρευαν μα ο κύρης της σε κείνον
λ 289ταίρι την έδινε, που του Ίφικλου τις φαρδιοκουτελάτες
λ 290στριφτόκερες γελάδες θ' άρπαζε — βαριά δουλειά στ' αλήθεια!—
λ 291απ' τη Φυλακή· κι ένας άψεγος, μονάχα εκείνος, μάντης
λ 292του το 'χε τάξει, όμως τον έδεσε θεού κι εκείνον μοίρα
λ 293βαριά και δίχως έλεος άλυσες και του βουνού οι βουκόλοι.
λ 294Όμως οι μέρες πια σα διάβηκαν και κύλησαν οι μήνες,
λ 295κι ο χρόνος γύρισε κι ήρθε άνοιξη ξανά στην πλάση,
λ 296τότε ο τρανός Ίφικλος λευτέρωσε το μαντολόγο, ως του 'πε
λ 297τη μοίρα του όλη —κι ήταν θέλημα του Δία να γίνουν τούτα.
λ 298Και του Τυνδάρεου τη συγκόρμισσα ξεχώρισα, τη Λήδα,
λ 299που δυο αντρειωμένους γιους του γέννησε, της πυγμαχίας τεχνίτη
λ 300τον Πολυδεύκη και τον Κάστορα, το γαύρο αλογατάρη,
λ 301που ζωντανούς η γη η πολύκαρπη τους κρύβει τώρα εντός της·
λ 302γιατί και μες στη γη τους έδωκε του Κρόνου ο γιος τη χάρη
λ 303μια μέρα ζωντανοί να βρίσκουνται μαζί, νεκροί την άλλη
λ 304στον Κάτω Κόσμο, κι ως αθάνατους ο κόσμος τους δοξάζει.
λ 305Μετά την Ιφιμέδεια αντίκρισα, το ταίρι του Αλωέα
λ 306ο Ποσειδώνας, μου 'λεε, χάρηκε τον έρωτα μαζί της,
λ 307και γέννησε δυο γιους, που στάθηκαν λιγόχρονοι στον κόσμο,
λ 308τον Εφιάλτη τον περίλαμπρο και τον ισόθεον Ώτο.
λ 309Άλλους δεν είδε πιο αψηλόκορμους η γης η πολυθρόφα,
λ 310μηδέ και πιο όμορφους· ο Ωρίωνας τους ξεπερνούσε μόνο.
λ 311Στα εννιά τους μόλις χρόνια εννιάπηχοι στο φάρδος είχαν γίνει,
λ 312κι ήταν οργιές εννιά το μάκρος τους· μαζί κινήσαν τότε
λ 313και τους αθάνατους φοβέριζαν, στον Όλυμπο πολέμους
λ 314ν' ανοίξουν άγριους, πολυτάραχους, και γύρευαν να βάλουν
λ 315την Όσσα πρώτα απά στον Όλυμπο, μετά, στην Όσσα πάνω,
λ 316το Πήλιο λέει το φυλλοσούσουρο, στον ουρανό ν' ανέβουν.
λ 317Κι αν πρόφταινα να δέσει η νιότη τους, θα το 'χαν καταφέρει.
λ 318μα από του Δία και της ωριόμαλλης Λητώς το γιο χαθήκαν
λ 319κι οι δυο, πριν κάτω απ' τα μελίγγια τους το πρώτο χνούδι ανθίσει·
λ 320και πριν τους σκεπαστούν τα μάγουλα με τα σγουρά της νιότης.
λ 321Τη Φαίδρα αντίκρισα, την Πρόκριδα, την όμορφη Αριάδνη,
λ 322τη θυγατέρα του κακόγνωμου του Μίνωα, που απ᾿ την Κρήτη
λ 323την άρπαξε ο Θησέας, γυρεύοντας στο λόφο να τη φέρει
λ 324της Ιερής Αθήνας —άδικα! τι στο νησί της Δίας
λ 325τη σκότωσε η Άρτεμη, του Διόνυσου τη μαρτυρία γρικώντας.
λ 326Τη Μαίρα, την Κλυμένη αντίκρισα, τη φοβερή Εριφύλη,
λ 327που το ακριβό της ταίρι επρόδωκε για ατίμητο χρυσάφι·
λ 328μα όλο το πλήθος είναι αβόλετο να πω, να νοματίσω,
λ 329πόσων ηρώων τρανών αντίκρισα τις κόρες και τα ταίρια·
λ 330πιο πριν η νύχτα η θεία θα διάβαινε! Να κοιμηθούμε ωστόσο
λ 331είναι ώρα, για με τους συντρόφους μου στο πλοίο για εδώ μαζί σας.
λ 332Το μισεμό μου πάλι οι αθάνατοι και σεις θα τον γνοιαστείτε.»
λ 333Αυτά τους έλεε, κι οι άλλοι αμίλητοι, βουβοί, δε βγάναν άχνα,
λ 334σα μαγεμένοι απ' τα λόγια του, στον ισκιερό αντρωνίτη.
λ 335Κι η Αρήτη τότε η χιονοβράχιονη το λόγο πήρε κι είπε:
λ 336«Αλήθεια, Φαίακες, πώς τα μάτια σας θωρούν τον άντρα τούτον
λ 337στην ελικιά, στο διώμα, μέσα του στα ζυγιασμένα φρένα;
λ 338Δικός μου ο ξένος, μα ο καθένας σας σ' όμοια τιμή κρατιέται·
λ 339να φύγει μην αφήστε γρήγορα, και στην ανάγκη που 'χει
λ 340μην τα λυπάστε τα δοσίματα· τι είναι το βιος μεγάλο,
λ 341που μες στα σπίτια σας φυλάγετε με των θεών τη χάρη.»
λ 342Ένας τρανός ρηγάρχης γέροντας, ο Εχένηος, πήρε τότε
λ 343και τους μιλούσε, ο γεροντότερος από τους Φαίακες όλους:
λ 344«Ό,τι είπε η μυαλωμένη ρήγισσα δεν ήταν όξω απ' όσα
λ 345και μεις γυρεύουμε και θέλουμε· γι' αυτό ας συγκλίνουμε όλοι
λ 346τις πράξες όμως και τα λόγια μας τα ορίζει ο Αλκίνοος τούτος.»
λ 347Κι ο Αλκίνοος τότε του αποκρίθηκε κι αυτά τα λόγια του 'πε:
λ 348«Έτσι να ζω στους καραβόχαρους εγώ τους Φαίακες πάντα
λ 349και ν' αφεντεύω, της βασίλισσας ο λόγος θα τελέψει!
λ 350Το 'χει καημό να φύγει ο ξένος μας στον τόπο του, μα ας κάνει
λ 351μια μέρα υπομονή, να πρόφταινα τα δώρα να του δώσω
λ 352όλα που θέλω· το ταξίδι του, κι αυτό θα το γνοιαστούμε
λ 353οι άντρες εδώ, κι εγώ πιο απ' όλους σας, τι εγώ τη χώρα ορίζω.»
λ 354Γυρνώντας τότε ο πολυμήχανος του μίλησε Οδυσσέας:
λ 355«Αλκίνοε, βασιλιά περίλαμπρε, μες στο λαό σου ο πρώτος,
λ 356και χρόνο ολάκερο να λέγατε να μένω εδώ και δώρα
λ 357να μου χαρίζατε αξετίμητα, πριχού με προβοδίστε,
λ 358όχι δε θα 'λεγα· καλύτερα χίλιες φορές αλήθεια
λ 359να στρέψω πίσω στην πατρίδα μου με πιο γεμάτα χέρια
λ 360τι με τιμή κι αγάπη πιότερη θα με δεχόνταν έτσι
λ 361όλοι όσοι κάποτε θα μ' έβλεπαν να φτάνω στην Ιθάκη.»
λ 362Κι ο Αλκίνοος τότε του αποκρίθηκε κι αυτά τα λόγια του 'πε:
λ 363«Που σε θωρούμε, δε μας έδειξες να 'σαι, Οδυσσέα, κανένας
λ 364για κομπωτής για ψεύτης, σαν αυτούς που θρέφει η γης η μαύρη—
λ 365χιλιάδες άνθρωποι, ως τα πέρατα του κόσμου σκορπισμένοι,
λ 366που κλώθουν ψέματα, πως τα 'βγαλαν να μην καταλαβαίνεις.
λ 367Μα εσένα είναι όλο χάρη ο λόγος σου και ξάστερος ο νους σου,
λ 368κι όσα και συ κι οι Αργίτες έσυραν αβάσταχτα τυράννια
λ 369με τέχνη τώρα μας τα ιστόρησες, σαν να 'σουν τραγουδάρης.
λ 370Μόν' έλα τώρα, δώσε απόκριση και την αλήθεια πες μου:
λ 371απ' τους ισόθεους τάχα συντρόφους, που βρέθηκαν μαζί σου
λ 372στην Τροία κι εκεί τους βρήκε ο θάνατος, αντάμωσες κανέναν;
λ 373Μακριά είναι η νύχτα τούτη, -ατέλειωτη· καιρός δεν είναι ακόμα
λ 374να κοιμηθούμε· κι άλλα ιστόρα μου· πρωτάκουστα είναι αλήθεια!
λ 375Ως την Αυγή τη θεία θα καθόμουν εδώ ν' ακούω, μονάχα
λ 376και συ να το 'θελες τα πάθη σου να πεις στο αρχοντικό μου.»
λ 377Γυρνώντας τότε ο πολυμήχανος του μίλησε Οδυσσέας:
λ 378«Αλκίνοε, βασιλιά περίλαμπρε, μες στο λαό σου ο πρώτος,
λ 379οι αθιβολές έχουν την ώρα τους, την ώρα του κι ο γύπνος.
λ 380Μα αν να με ακούς ακόμα ρέγεσαι, τη χάρη δε σου αρνιέμαι·
λ 381γιατί έχω κι άλλα και χειρότερα να σου ιστορήσω τώρα,
λ 382συντρόφων συφορές, που αργότερα χάθηκαν, του πολέμου
λ 383των Τρώων μαθές τον άγριο τάραχο σαν είχαν πια ξεφύγει,
λ 384κι από βουλή γυναίκας άνομης στο γυρισμό χαθήκαν.
λ 385Η Περσεφόνη η αγνή σαν έδιωξε πια τις ψυχές μακριά μου
λ 386των γυναικών, με βιας σκορπώντας τις ολούθε, δώθε κείθε,
λ 387είδα τον ίσκιο του Αγαμέμνονα, του γιου του Ατρέα, να φτάνει,
λ 388βαριά θλιμμένο· τον τριγύριζαν κι όσες ψυχές μαζί του
λ 389στο σπίτι του Αίγιστου χαλάστηκαν και το χαμό τους βρήκαν.
λ 390Κι εκείνος στη στιγμή με γνώρισε, το μαύρο ως ήπιεν αίμα,
λ 391και κίνησε το θρήνο, κι έτρεχαν τα μάτια του ποτάμι,
λ 392κι άπλωνε απάνω μου τα χέρια του, ποθώντας να μου αγγίξει—
λ 393του κάκου, δεν μπορούσε! η δύναμη τον είχε παρατήσει
λ 394κι η ανάκαρα που ανθούσε κάποτε στο λυγερό κορμί του.
λ 395Κι όπως τον είδα, τον συμπόνεσα, τα κλάματα με πήραν,
λ 396και κράζοντάς τον ανεμάρπαστα του συντυχαίνω λόγια:
λ 397"Υγιέ του Ατρέα, τρανέ Αγαμέμνονα, ρηγάρχη τιμημένε,
λ 398ποια μοίρα τάχα κάτω σ' έριξε φαρμακερού θανάτου;
λ 399Ο Ποσειδώνας μήπως άσκωσε φριχτήν ανεμοζάλη
λ 400και μες στο πέλαο τ' άγριο σ' έπνιξε μαζί με τ' άρμενά σου;
λ 401Για μήπως στη στεριά σε σκότωσαν αντίμαχοι, στα ξένα,
λ 402την ώρα που άρπαζες τα βόδια τους και τ' αρνοκόπαδά τους;
λ 403για ως κάστρο να πατήσεις πάλευες, γυναίκες να κουρσέψεις;"
λ 404Είπα, κι αυτός γυρνώντας μίλησε κι απηλογιά μου δίνει:
λ 405"Γιε του Λαέρτη αρχοντογέννητε, πολύτεχνε Οδυσσέα,
λ 406ο Ποσειδώνας δε μου σήκωσε φριχτήν ανεμοζάλη,
λ 407για να με πνίξει στο άγριο πέλαγο μαζί με τ' άρμενά μου,
λ 408ουδέ και στη στεριά με σκότωσαν αντίμαχοι, στα ξένα·
λ 409βρήκα το θάνατο απ' τον Αίγιστο και την καταραμένη
λ 410γυναίκα μου· τι αυτός με κάλεσε στο σπίτι του να φάμε,
λ 411κι εκεί με σκότωσε, όπως σφάζουνε το βόδι, στο παχνί του.
λ 412Τέτοιος φριχτός με βρήκε θάνατος· και γύρα μου οι σύντροφοι
λ 413ο ένας στον άλλο απάνω εσφάζουνταν, σα χοίροι ασπροδοντάτοι
λ 414σε πλούσιου αρχόντου, πολυδύναμου, το σπίτι, που 'χει γάμο
λ 415για άλλη ξεφάντωση, για κι έστησαν όλοι μαζί τραπέζι.
λ 416Συχνά θ' αντίκρισες σε πόλεμο πολλούς νεκροί να πέφτουν,
λ 417δυο δυο καθώς χτυπιούνται ξέχωρα, για στης σφαγής τον όχλο·
λ 418μα εκείνα αν τα θωρούσες, πιότερο θα σπάραζε η καρδιά σου:
λ 419Πεσμένοι εμείς και γύρα ολόγεμα τραπέζια και κροντήρια
λ 420στο αρχονταρίκι, και το πάτωμα ν' αχνίζει από το γαίμα.
λ 421Μα η πιο σπαραχτική που αγρίκησα φωνή ήταν της Κασσάντρας·
λ 422του Πρίαμου σκότωνε από πάνω μου την κόρη η Κλυταιμήστρα
λ 423η δολερή· κι εγώ, πεθαίνοντας, με το σπαθί στο στήθος,
λ 424τη γη χτυπούσα με τα χέρια μου. Κι η σκύλα εκεί με αφήκε,
λ 425κι ουδέ, στον Κάτω Κόσμο ως διάβαινα, το βάσταξε η καρδιά της
λ 426να μου σφαλίσει με τα χέρια της τα μάτια και το στόμα.
λ 427Πιο ανήμερο και πιο ξετσίπωτο δε βρίσκεται στον κόσμο
λ 428απ' τη γυναίκα, που στα φρένα της δουλειές συγκλώθει τέτοιες,
λ 429καθώς εκείνη, που μελέτησε μια τέτοια ανήλεη πράξη,
λ 430να δώσει θάνατο στον άντρα της. Κι εγώ που στοχαζόμουν
λ 431πώς θα γυρίσω καλοπρόσδεχτος από παιδιά και δούλους
λ 432στο σπίτι μου! Μα εκείνη, κλώθοντας κακό στο νου μονάχα,
λ 433ντροπή και απάνω της εσώριασε και στις γυναίκες όλες
λ 434για πάντα εδώ κι εμπρός, καλόπραγες κι ας είναι μερικές τους."
λ 435Είπε, κι εγώ γυρνώντας μίλησα κι απηλογιά του δίνω:
λ 436"Ωχού μου, αποξαρχής τ' οχτρεύτηκε βαριά του Ατρέα το γένος
λ 437ο Δίας ο μακροβίγλης, κι έβαλε μπροστά γυναικείες τέχνες!
λ 438Πόσοι από μας δεν αφανίστηκαν για χάρη της Ελένης,
λ 439και σένα, αλάργα ως ήσουν, σου 'πλεκε τα βρόχια η Κλυταιμήστρα!"
λ 440Είπα, κι αυτός γυρνώντας μίλησε κι απηλογιά μου δίνει:
λ 441"γι' αυτό και συ με τη γυναίκα σου πολύ καλός μην είσαι·
λ 442τα πάντα μην της τα μπιστεύεσαι που κρύβεις στο μυαλό σου·
λ 443λίγα να ξέρει, τ' αποδέλοιπα κρυφά από κείνη κράτα.
λ 444Μα εσύ, Οδυσσέα, από τη γυναίκα σου το θάνατο δε θα 'βρεις·
λ 445έχει μυαλό περίσσιο η φρόνιμη του Ικάριου θυγατέρα,
λ 446η Πηνελόπη, και στα φρένα της πληθαίνει η δίκια κρίση.
λ 447Νιόνυφη ακόμα την αφήκαμε, σα φεύγαμε από κείθε,
λ 448για να τραβήξουμε στον πόλεμο, κι είχε παιδί στο στήθος
λ 449μωρό, που στων αντρών τη σύναξη θα κάθεται πια τώρα—
λ 450καλότυχος! Μια μέρα ο κύρης του θα τόνε ιδεί γυρνώντας,
λ 451κι εκείνος πάλε τον πατέρα του θ' αγκαλιαστεί, ως ταιριάζει.
λ 452Εμένα μοναχά η γυναίκα μου μηδέ το γιο με αφήκε
λ 453θωρώντας να χορτάσω· πρόλαβε να με σκοτώσει αμέσως!
λ 454Κάτι άλλο τώρα εγώ θα σου 'λεγα, κι εσύ στο νου σου βάλ᾿ το:
λ 455Γυρνώντας στην πατρίδα, κοίταξε κρυφά το πλοίο ν' αράξεις
λ 456κανείς να μη σε δει, τι εχάθηκε πια η πίστη απ' τις γυναίκες!
λ 457Μόν' έλα τώρα, δώσ' μου απόκριση και την αλήθεια πες μου,
λ 458ακόμα ο γιος μου αν κάπου ακούγεται πως ζει· μπορεί στο κάστρο
λ 459του Ορχομενού, μπορεί να βρίσκεται στην αμμουδάτη Πύλο,
λ 460για και στη Σπάρτη την πλατύχωρη, στου Μενελάου το σπίτι·
λ 461τι ακόμα απά στη γης δεν πέθανεν ο αρχοντικός Ορέστης!»
λ 462Είπε, κι εγώ γυρνώντας μίλησα κι απηλογιά του δίνω:
λ 463"Υγιέ του Ατρέα, γιατί για πράματα ρωτάς που δεν κατέχω,
λ 464αν ζει για αν πέθανε; Δε μου 'ρχεται να λέω του ανέμου λόγια."
λ 465Τέτοιες κουβέντες συναλλάζαμε λυπητερές οι δυο μας,
λ 466βαριά θλιμμένοι, και τα μάτια μας πλημμύριζαν στο κλάμα.
λ 467Κι ήρθε η ψυχή και μας αντάμωσε του ξακουστού Αχιλλέα,
λ 468Κι ήταν μαζί οι ψυχές του Πάτροκλου και του άψεγου Αντιλόχου,
λ 469και του Αίαντα, που όλους και στο ανάριμμα νικούσε και στο διώμα
λ 470τους Δαναούς, εξόν τον άψεγο γιο του Πηλέα μονάχα.
λ 471Κι ως η ψυχή του γοργοπόδαρου με γνώρισε Αχιλλέα,
λ 472μέσα σε κλάματα ανεμάρπαστα μου συντυχαίνει λόγια:
λ 473"Γιε του Λαέρτη αρχοντογέννητε, πολύτεχνε Οδυσσέα,
λ 474απόκοτε! σαν τι τρανότερο θα στοχαστείς ακόμα;
λ 475Αλήθεια, πώς το αποδυνάστηκες να κατεβείς στον Άδη,
λ 476όπου οι νεκροί διανεύουν άπραγοι, των πεθαμένων οι ίσκιοι;»
λ 477Είπε, κι εγώ γυρνώντας μίλησα κι απηλογιά του δίνω:
λ 478"Γιε του Πηλέα, που ο πιο λιοντόκαρδος στους Αχαιούς λογιόσουν,
λ 479ήταν ανάγκη εδώ που μ' έφερε, να πάρω την ορμήνια
λ 480του Τειρεσία, στην κακοτράχαλη το πώς θα φτάσω Ιθάκη.
λ 481Τη χώρα ακόμα την αργίτισσα δε ζύγωσα, τη γη μου
λ 482δεν πάτησα· τυράννια ατέλειωτα με δέρνουν. Μα από σένα
λ 483άλλος αλήθεια πιο καλότυχος μήτε έγινε, Αχιλλέα,
λ 484μήτε θα γίνει· σε δοξάζαμε σαν τους θεούς οι Αργίτες,
λ 485όσο που ζούσες· τώρα ξέχωρα μες στους νεκρούς ορίζεις,
λ 486εδώ που βρίσκεσαι· μη θλίβεσαι λοιπόν για το χαμό σου.»
λ 487Είπα, κι αυτός γυρνώντας μίλησε κι αυτά μου απηλογήθη:
λ 488"Άσ' τα, Οδυσσέα τρανέ, κι ο θάνατος δεν παίρνει παρηγόρια!
λ 489Κάλλιο στη γης να ξενοδούλευα ξωμάχος, ρογιασμένος
λ 490σε αφέντη που 'χασε τον κλήρο του κι είναι το βιος του λίγο,
λ 491παρά ολωνών εδώ των άψυχων νεκρών ο ρήγας να ΄μαι.
λ 492Για τον υγιό μου τον περίλαμπρο για πες μου τώρα κάτι·
λ 493ήρθε κι αυτός ν' ανοίξει πόλεμο στους πρώτους πρώτους μέσα,
λ 494για κι όχι; Ακόμα για τον άψεγο Πηλέα τι ξέρεις πες μου·
λ 495και τώρα τιμημένος βρίσκεται στους πλήθιους Μυρμιδόνες,
λ 496για πια δεν τον ψηφούν ολόγυρα στη Φθία και στην Ελλάδα,
λ 497που 'χει γεράσει και του κόπηκαν τα χέρια και τα πόδια;
λ 498τι εγώ πια δεν του παραστέκουμαι, δε ζω στο φως του γήλιου
λ 499και να 'μαι ως τότε, στην απλόχωρη την Τροία που πολεμούσα
λ 500και σκότωνα αντρειανούς, το θάνατο να διώξω απ' τους Αργίτες.
λ 501Τέτοιος και μια στιγμή να γύριζα στο πατρικό παλάτι,
λ 502κάποιοι θα τρόμαζαν τη λύσσα μου, τ' ανίκητά μου χέρια,
λ 503όσοι ζητούν το βασιλίκι του με βιας να του στερήσουν.»
λ 504Είπε, κι εγώ γυρνώντας μίλησα κι απηλογιά του δίνω:
λ 505"Τίποτε αλήθεια για τον άψεγο Πηλέα δεν έχω ακούσει·
λ 506μονάχα για το Νεοπτόλεμο, τον ακριβό το γιο σου,
λ 507την πάσα αλήθεια, ως μου το γύρεψες, θα μολογήσω τώρα:
λ 508Ατός μου πα στο καλοζύγιαστο, το βαθουλό καράβι
λ 509στους Αχαιούς τους λιονταρόψυχους τον έφερα απ' τη Σκύρο.
λ 510Και κάθε που βουλές κινούσαμε στης Τροίας το κάστρο γύρα,
λ 511πρώτος μιλώντας πάντα θα ΄βρισκε τον ταιριασμένο λόγο·
λ 512μονάχα απ' τον ισόθεο Νέστορα νικιόταν κι από μένα.
λ 513Μα σα χτυπιόμαστε συνάρματοι στων Τρωών τον κάμπο κάτω,
λ 514μες στο σωρό ποτέ δεν έμενε και στο στρατό τον πλήθιο,
λ 515μόν' μπρος τραβούσε και δεν άφηνε κανείς να τον περάσει.
λ 516Κι ήταν περίσσιοι αυτοί που σκότωσε στην άγρια μάχη μέσα·
λ 517όλο το πλήθος είναι αβόλετο να πω, να νοματίσω,
λ 518που 'χει σκοτώσει παραστέκοντας τους Δαναούς ο γιος σου.
λ 519Τι ήταν εκείνος που απ' το χάλκινο κοντάρι του εσωριάστη,
λ 520ο γιος του Τήλεφου, ο λιοντόκαρδος Ευρύπυλος! Και πλήθος
λ 521Κητιώτες γύρω του σκοτώνουνταν — για τα γυναίκεια δώρα!
λ 522Πιο όμορφο, εξόν το θείο το Μέμνονα, δεν έχω ιδεί από κείνον.
λ 523Κι όντας μες στο άλογο χωνόμασταν, που 'χε ο Επειός σκαρώσει,
λ 524οι πιο αντρειωμένοι Αργίτες, κι όριζα τα πάντα εγώ,
λ 525το στέριο πότε ν' ανοίξω τον κρυψώνα μας και πότε να τον κλείσω,
λ 526των Αχαιών οι επίλοιποι άρχοντες και πρωτοκεφαλάδες
λ 527τα δάκρυά τους σφούγγιζαν, κι έτρεμαν του καθενός τα γόνα.
λ 528Το γιο σου μοναχά τα μάτια μου δεν είδαν να χλωμιάζει
λ 529καθόλου στο πανώριο πρόσωπο κι από τα μάγουλά του
λ 530τα δάκρυα να σφουγγάει, μόν' γύρευε με χίλια παρακάλια
λ 531να βγει από τ' άλογο, κι ακράγγιζε τη φούχτα του σπαθιού του
λ 532και το χαλκόβαρο κοντάρι του, κακά στους Τρώες λογιώντας.
λ 533Μα ως το καστρί του Πρίαμου πήραμε το απόγκρεμο, κινούσε
λ 534μαζί το μερτικό του παίρνοντας και πλούσιο αρχοντομοίρι,
λ 535υγιος κι απείραχτος· δε βρέθηκε μακριάθε να τον κρούσει
λ 536για από κοντά με τα χαλκάρματα κανένας, σε πολέμους
λ 537ως γίνεται συχνά, κι αδιάλεχτα ξανάβει του Άρη η λύσσα.»
λ 538Έτσι μιλούσα· του γοργόποδου τότε η ψυχή Αχιλλέα
λ 539με δρασκελιές μεγάλες κίνησε στο ασφοδελό λιβάδι
λ 540χαρούμενη να φεύγει, ως άκουσε για την αντρεία του γιου του.
λ 541Των άλλων των νεκρών που εχάθηκαν στέκονταν πικραμένες
λ 542μπρος μου οι ψυχές, και για τις έγνοιες της η κάθε μια ρωτούσε·
λ 543και μοναχά του Αίαντα απόμερα, του γιου του Τελαμώνα,
λ 544στεκόταν, άπαυτα χολιάζοντας μαζί μου για τη νίκη,
λ 545που 'χα νικήσει στα καράβια μας στην κρίση που 'χε ορίσει
λ 546η Θέτη η σεβαστή για τ' άρματα του γιου της, τίνος να 'ναι·
λ 547κι ήταν των Τρωών οι γιοι που εδίκασαν μαζί με την Παλλάδα.
λ 548Αχ, να γινόταν να μην κέρδιζα τέτοιο βραβείο ποτέ μου!
λ 549τι η γης απ' αφορμή τους σκέπασε τρανό αντρειωμένο τότε,
λ 550τον Αίαντα, πρώτος που ξεχώριζε σ' αντρεία και κάλλη απ' όλους
λ 551τους Δαναούς, εξόν τον άψεγο γιο του Πηλέα μονάχα.
λ 552Γυρνώντας τότε με γλυκόλογα του μίλησα και του 'πα:
λ 553"Αίαντα, γιε αντρειωμένε του άψεγου του Τελαμώνα, αλήθεια
λ 554μαζί μου το θυμό για τ' άρματα δεν ξέχασες ακόμα
λ 555— ανάθεμα τα— και που πέθανες; Τα βάλαν για κακό μας
λ 556οι αθάνατοι, τι αλήθεια εχάσαμε τον πύργο μας, κι οι Αργίτες
λ 557νεκρόν αλάγιαστα σε κλαίγαμε, καθώς και του Πηλέα
λ 558το γιο, τον Αχιλλέα, θρηνήσαμε. Δε φταίει κανένας άλλος,
λ 559μονάχα ο Δίας, των κονταρόχαρων των Δαναών το ασκέρι
λ 560που τόσο οχτρεύτη, και θανάτωσε και σένα. Αχ, έλα τώρα,
λ 561ρήγα τρανέ, κι εσύ τα λόγια μου ν' ακούσεις, τη φωνή μου,
λ 562την πέρφανη καρδιά δαμάζοντας και τον τρανό θυμό σου.»
λ 563Είπα, μα αυτός δεν αποκρίθηκε μια λέξη καν, μονάχα
λ 564με τις ψυχές των άλλων κίνησε νεκρών για το σκοτάδι.
λ 565Μα θα μιλούσε, και που χόλιαζε, για εγώ θα του μιλούσα,
λ 566αν την καρδιά βαθιά στα στήθη μου δεν έπιανε η λαχτάρα
λ 567κι άλλων νεκρών ψυχές που εχάθηκαν τα μάτια μου να ιδούνε.
λ 568Είδα το Μίνωα τον περίλαμπρο, του Δία το γιο, στο χέρι
λ 569να 'χει χρυσό ραβδί, να κάθεται και τους νεκρούς να κρίνει·
λ 570κι εκείνοι, ολόρθοι για καθούμενοι, το δίκιο τους ζητούσαν
λ 571από το ρήγα, στο πλατύπορτο παλάτι του Άδη μέσα.
λ 572Ακόμα τον Ωρίωνα αντίκρισα το γίγαντα, να στρώνει
λ 573μπροστά τ' αγρίμια κυνηγώντας τα στο ασφοδελό λιβάδι,
λ 574όσα 'χε στη ζωή, σε απάτητα βουνά, σκοτώσει ατός του,
λ 575χαλκό κρατώντας, πάντα ασύντριφτο, στα χέρια απελατίκι.
λ 576Το γιο της Γης της πολυδόξαστης, τον Τιτυό, είδα ακόμα,
λ 577στρέμματα εννιά να πιάνει, ως βρίσκουνταν στο χώμα ξαπλωμένος·
λ 578δεξόζερβα δυο αγιούπες έστεκαν και του 'τρωγαν το σκώτι
λ 579μέσ᾿ απ' τη σκέπη, κι ουδέ σάλευε τα χέρια να τους διώξει·
λ 580τι ως διάβαινε η Λητώ, η συγκόρμισσα του Δία, τον Πανοπέα
λ 581για τους Δελφούς τραβώντας, πάνω της χέρι είχε απλώσει εκείνος.
λ 582Ακόμα αντίκρισα τον Τάνταλο βαριά να τυραννιέται
λ 583σε λίμνη μέσα ορθός, που του 'φτανε στα γένια· διψασμένος
λ 584τον έβλεπες να πιει που γύρευε νερό, μα δε μπορούσε·
λ 585τι κάθε που 'σκυβεν ο γέροντας να πιει λαχταρισμένος,
λ 586τραβιόταν το νερό και χάνουνταν, και του βυθού μπροστά του
λ 587από βουλή θεού κατάξερη τη μαύρη γης εθώρειε.
λ 588Κι ήταν και δέντρα αψηλοφούντωτα, που έγερναν τον καρπό τους
λ 589απάνω του· αχλαδιές, χρυσόκαρπες μηλιές, ρογδιές θωρούσες,
λ 590θωρούσες και συκιές μελόγλυκες κι ελιές δροσιά γεμάτες.
λ 591Μα κάθε που άπλωνεν ο γέροντας τα χέρια να τα πιάσει,
λ 592ξεσήκωνε τους κλώνους ο άνεμος ως τα ισκιωμένα νέφη.
λ 593Ακόμα αντίκρισα το Σίσυφο βαριά να τυραννιέται,
λ 594γιγάντιο ως με τα χέρια πάλευε ν' ανακρατήσει βράχο·
λ 595γερά αντιστυλωμένος δούλευε με χέρια και με πόδια
λ 596και στο βουνό το βράχο ανέβαζε· μα την κορφή του ως ήταν
λ 597να ξεπεράσει πια, το βάρος του τον ξετραβούσε πίσω,
λ 598και πάλι ο βράχος ο ξαδιάντροπος κατρακυλούσε ως κάτω.
λ 599Κι αυτός αψαγωνιόταν κι έσπρωχνε, κι απ' όλο το κορμί του
λ 600ο ίδρωτας έτρεχε, και τύλιγε την κεφαλή του η σκόνη.
λ 601Μπροστά μου κι ο Ηρακλής επρόβαλε — τον ίσκιο του είδα μόνο,
λ 602τι ατός που ζει με τους αθάνατους θεούς και ξεφαντώνει·
λ 603γυναίκα του η Ήβη η λιγναστράγαλη, που η χρυσοσάνταλη Ήρα
λ 604στο Δία τον τρισμεγάλο εγέννησε· μα εδώ, στον Κάτω Κόσμο,
λ 605έκραζαν οι νεκροί τρογύρα του σαν τα πουλιά που φεύγουν
λ 606σκιαγμένα δώθε κείθε· κι έστεκε σα μαύρη νύχτα εκείνος,
λ 607γυμνό κρατώντας το δοξάρι του, στην κόρδα τη σαγίτα,
λ 608με άγριες ματιές τρογύρα, ως να 'θελε κάθε στιγμή να ρίξει·
λ 609και του σπαθιού γύρω απ' τα στήθη του κρεμόταν το λουρίκι,
λ 610χρυσό κι όλο φοβέρα· απάνω του πλουμίδια, να σαστίζεις:
λ 611αρκούδες θώρειες κι αγριογούρουνα και σπιθομάτες λιόντες
λ 612και σκοτωμούς κι αντροπαλέματα και φόνους και πολέμους.
λ 613Τέτοιο λουρίκι με την τέχνη του που είχε ο τεχνίτης φτιάξει,
λ 614ποτέ ποτέ να μη δοκίμαζε παρόμοιο να πλουμίσει!
λ 615Κι εκείνος στη στιγμή με γνώρισε θωρώντας με μπροστά του,
λ 616και μες στα κλάματα ανεμάρπαστα μου συντυχαίνει λόγια:
λ 617"Γιε του Λαέρτη αρχοντογέννητε, πολύτεχνε Οδυσσέα,
λ 618ίδια και συ τραβάς, βαριόμοιρε, τρισάθλια μοίρα, βλέπω,
λ 619σαν που κι εγώ τραβούσα αδιάκοπα κάτω απ' το φως, του γήλιου!
λ 620Του Κρόνου ο γιος, ο Δίας, πατέρας μου, μα πέρασα τυράννια
λ 621αρίφνητα· σε αφέντη δούλεψα πολύ αχαμνότερό μου,
λ 622που μόχτους φοβερούς, αβάσταχτους με πρόσταζε να κάνω.
λ 623Με είχε κι εδώ σταλμένο κάποτε, τον σκύλο να του φέρω,
λ 624τι μόχτος πιο βαρύς, λογάριαζε, δε γίνεται από τούτον.
λ 625Ωστόσο εγώ του τον ανέβασα, τον έβγαλα απ' τον Άδη,
λ 626τι ήταν ο Ερμής που μου παράστεκε κι η γλαυκομάτα Κόρη.»
λ 627Σαν είπε τούτα, πίσω εκίνησε, στον Άδη να διαγείρει·
λ 628μα εγώ κει πέρα αμετασάλευτος καθόμουν, μήπως έρθει
λ 629απ' τους τρανούς ηρώους που εχάθηκαν παλιά κανείς ακόμα.
λ 630Να δω και τους παλιούς, ως ήθελα, μπορούσα, τον Πειρίθο
λ 631και το Θησέα, τους πολυξάκουστους υγιούς των αθανάτων,
λ 632αν ξάφνου δε μονοσυνάζουνταν νεκροί χιλιάδες γύρα
λ 633με άγριον αχό, που εμένα ολόχλωμη περέχυσε τρομάρα,
λ 634μπας κι απ' τον Άδη κάτω η ρήγισσα μου στείλει Περσεφόνη
λ 635το άγριο παράλλαμα, το ανήμερο κεφάλι της Γοργόνας.
λ 636Τρέχω στο πλοίο, και μόλις έφτασα, προστάζω τους συντρόφους,
λ 637μόλις ανέβουν στο πλεούμενο, να λύσουν τις πρυμάτσες.
λ 638Μπήκαν κι εκείνοι δίχως άργητα και στα ζυγά καθίσαν.
λ 639Σπρωγμένο απ' τα κουπιά μας τ΄ άρμενο, μετά από πρίμο αγέρι
λ 640καλοδεχούμενο, κατέβαινε του Ωκεανού το ρέμα.