Οδύσσεια, μετάφραση Καζαντζάκη-Κακριδή, ραψωδία τ

τ 1
τ 2
τ 3
τ 4
τ 5
τ 6
τ 7
τ 8
τ 9
τ 10
τ 11
τ 12
τ 13
τ 14
τ 15
τ 16
τ 17
τ 18
τ 19
τ 20
τ 21
τ 22
τ 23
τ 24
τ 25
τ 26
τ 27
τ 28
τ 29
τ 30
τ 31
τ 32
τ 33
τ 34
τ 35
τ 36
τ 37
τ 38
τ 39
τ 40
τ 41
τ 42
τ 43
τ 44
τ 45
τ 46
τ 47
τ 48
τ 49
τ 50
τ 51
τ 52
τ 53
τ 54
τ 55
τ 56
τ 57
τ 58
τ 59
τ 60
τ 61
τ 62
τ 63
τ 64
τ 65
τ 66
τ 67
τ 68
τ 69
τ 70
τ 71
τ 72
τ 73
τ 74
τ 75
τ 76
τ 77
τ 78
τ 79
τ 80
τ 81
τ 82
τ 83
τ 84
τ 85
τ 86
τ 87
τ 88
τ 89
τ 90
τ 91
τ 92
τ 93
τ 94
τ 95
τ 96
τ 97
τ 98
τ 99
τ 100
τ 101
τ 102
τ 103
τ 104
τ 105
τ 106
τ 107
τ 108
τ 109
τ 110
τ 111
τ 112
τ 113
τ 114
τ 115
τ 116
τ 117
τ 118
τ 119
τ 120
τ 121
τ 122
τ 123
τ 124
τ 125
τ 126
τ 127
τ 128
τ 129
τ 130
τ 131
τ 132
τ 133
τ 134
τ 135
τ 136
τ 137
τ 138
τ 139
τ 140
τ 141
τ 142
τ 143
τ 144
τ 145
τ 146
τ 147
τ 148
τ 149
τ 150
τ 151
τ 152
τ 153
τ 154
τ 155
τ 156
τ 157
τ 158
τ 159
τ 160
τ 161
τ 162
τ 163
τ 164
τ 165
τ 166
τ 167
τ 168
τ 169
τ 170
τ 171
τ 172
τ 173
τ 174
τ 175
τ 176
τ 177
τ 178
τ 179
τ 180
τ 181
τ 182
τ 183
τ 184
τ 185
τ 186
τ 187
τ 188
τ 189
τ 190
τ 191
τ 192
τ 193
τ 194
τ 195
τ 196
τ 197
τ 198
τ 199
τ 200
τ 201
τ 202
τ 203
τ 204
τ 205
τ 206
τ 207
τ 208
τ 209
τ 210
τ 211
τ 212
τ 213
τ 214
τ 215
τ 216
τ 217
τ 218
τ 219
τ 220
τ 221
τ 222
τ 223
τ 224
τ 225
τ 226
τ 227
τ 228
τ 229
τ 230
τ 231
τ 232
τ 233
τ 234
τ 235
τ 236
τ 237
τ 238
τ 239
τ 240
τ 241
τ 242
τ 243
τ 244
τ 245
τ 246
τ 247
τ 248
τ 249
τ 250
τ 251
τ 252
τ 253
τ 254
τ 255
τ 256
τ 257
τ 258
τ 259
τ 260
τ 261
τ 262
τ 263
τ 264
τ 265
τ 266
τ 267
τ 268
τ 269
τ 270
τ 271
τ 272
τ 273
τ 274
τ 275
τ 276
τ 277
τ 278
τ 279
τ 280
τ 281
τ 282
τ 283
τ 284
τ 285
τ 286
τ 287
τ 288
τ 289
τ 290
τ 291
τ 292
τ 293
τ 294
τ 295
τ 296
τ 297
τ 298
τ 299
τ 300
τ 301
τ 302
τ 303
τ 304
τ 305
τ 306
τ 307
τ 308
τ 309
τ 310
τ 311
τ 312
τ 313
τ 314
τ 315
τ 316
τ 317
τ 318
τ 319
τ 320
τ 321
τ 322
τ 323
τ 324
τ 325
τ 326
τ 327
τ 328
τ 329
τ 330
τ 331
τ 332
τ 333
τ 334
τ 335
τ 336
τ 337
τ 338
τ 339
τ 340
τ 341
τ 342
τ 343
τ 344
τ 345
τ 346
τ 347
τ 348
τ 349
τ 350
τ 351
τ 352
τ 353
τ 354
τ 355
τ 356
τ 357
τ 358
τ 359
τ 360
τ 361
τ 362
τ 363
τ 364
τ 365
τ 366
τ 367
τ 368
τ 369
τ 370
τ 371
τ 372
τ 373
τ 374
τ 375
τ 376
τ 377
τ 378
τ 379
τ 380
τ 381
τ 382
τ 383
τ 384
τ 385
τ 386
τ 387
τ 388
τ 389
τ 390
τ 391
τ 392
τ 393
τ 394
τ 395
τ 396
τ 397
τ 398
τ 399
τ 400
τ 401
τ 402
τ 403
τ 404
τ 405
τ 406
τ 407
τ 408
τ 409
τ 410
τ 411
τ 412
τ 413
τ 414
τ 415
τ 416
τ 417
τ 418
τ 419
τ 420
τ 421
τ 422
τ 423
τ 424
τ 425
τ 426
τ 427
τ 428
τ 429
τ 430
τ 431
τ 432
τ 433
τ 434
τ 435
τ 436
τ 437
τ 438
τ 439
τ 440
τ 441
τ 442
τ 443
τ 444
τ 445
τ 446
τ 447
τ 448
τ 449
τ 450
τ 451
τ 452
τ 453
τ 454
τ 455
τ 456
τ 457
τ 458
τ 459
τ 460
τ 461
τ 462
τ 463
τ 464
τ 465
τ 466
τ 467
τ 468
τ 469
τ 470
τ 471
τ 472
τ 473
τ 474
τ 475
τ 476
τ 477
τ 478
τ 479
τ 480
τ 481
τ 482
τ 483
τ 484
τ 485
τ 486
τ 487
τ 488
τ 489
τ 490
τ 491
τ 492
τ 493
τ 494
τ 495
τ 496
τ 497
τ 498
τ 499
τ 500
τ 501
τ 502
τ 503
τ 504
τ 505
τ 506
τ 507
τ 508
τ 509
τ 510
τ 511
τ 512
τ 513
τ 514
τ 515
τ 516
τ 517
τ 518
τ 519
τ 520
τ 521
τ 522
τ 523
τ 524
τ 525
τ 526
τ 527
τ 528
τ 529
τ 530
τ 531
τ 532
τ 533
τ 534
τ 535
τ 536
τ 537
τ 538
τ 539
τ 540
τ 541
τ 542
τ 543
τ 544
τ 545
τ 546
τ 547
τ 548
τ 549
τ 550
τ 551
τ 552
τ 553
τ 554
τ 555
τ 556
τ 557
τ 558
τ 559
τ 560
τ 561
τ 562
τ 563
τ 564
τ 565
τ 566
τ 567
τ 568
τ 569
τ 570
τ 571
τ 572
τ 573
τ 574
τ 575
τ 576
τ 577
τ 578
τ 579
τ 580
τ 581
τ 582
τ 583
τ 584
τ 585
τ 586
τ 587
τ 588
τ 589
τ 590
τ 591
τ 592
τ 593
τ 594
τ 595
τ 596
τ 597
τ 598
τ 599
τ 600
τ 601
τ 602
τ 603
τ 604

Στο αρχονταρίκι πίσω απέμεινεν ο ισόθεος Oδυσσέας,
κι ως η Αθηνά το νου του εγύριζε στο φόνο των μνηστήρων,
στο γιο του εστράφη κι ανεμάρπαστα κινούσε λόγια ομπρός του:
«Όλα είναι ανάγκη τώρα τ΄ άρματα να φύγουν του πολέμου·
και συ, Τηλέμαχε, σα θα ΄ρχουνται ρωτώντας οι μνηστήρες
τι τα ΄χεις κάνει, με γλυκόλογα ξιπλάνευέ τους όλους:
«Τα πήρα απ΄ τους καπνούς και τα ΄κρυψα· πια αλήθεια δε θύμιζαν
αυτά ο Οδυσσέας που αφήκε κάποτε να πάει στης Τροίας τα μέρη·
η ανάσα της φωτιάς τους θάμπωσεν εδώ κι εκεί τη λάμψη —
κάτι χειρότερο! μου το ΄βαλε κάποιος θεός στα φρένα:
φοβάμαι, απάνω στο μεθύσι σας καβγά μη στήστε ξάφνου
και χτυπηθείτε, και ντροπιάσετε και προξενιές και τάβλες·
τι αλήθεια αποτραβάει το σίδερο τους άντρες μοναχό του.»
Είπε, και σύγκλινε ο Τηλέμαχος στου κύρη του το λόγο,
κι ευτύς τη βάγια Ευρύκλεια φώναξε, κι ως βγήκε αυτή, της είπε:
«Νένα, τις δούλες τώρα κλείσε μου στο γυναικίτη μέσα,
κι εγώ του κύρη λέω τις όμορφες αρμάτες ν΄ απιθώσω
στην πίσω κάμαρα — που ακοίταχτες απ΄ την καπνιά θαμπώσαν,
απ΄ τον καιρό που εκείνος μίσεψε κι εγώ παιδί ήμουν· τώρα
λέω να τις κρύψω εκεί που της φωτιάς να μην τις φτάνει η ανάσα.»
Κι η Ευρύκλεια η βάγια του αποκρίθηκε και τέτοια λόγια του ΄πε:
«Άμποτε, γιε μου, ν΄ αποφάσιζες πια εδώ κι ομπρός το νου σου
στο σπίτι να᾿ χεις, και να γνοιάζεσαι να μη χαθεί το βιος σου.
Όμως για πες μου τώρα, αντάμα σου ποια θα᾿ ρθει να σου φέγγει,
αφού τις δούλες που θα σου ΄φεγγαν δεν τις αφήνεις να ΄βγουν;»
Κι ο γνωστικός γυρνάει Τηλέμαχος κι απηλογιά της δίνει:
«Ο ξένος που θωρείς· να κάθεται χωρίς δουλειά δε θέλω
ένας που τρώει ψωμί στο σπίτι μου, κι ας έφτασε απαλάργα.»
Είπε, κι ο λόγος του δεν έφυγε του κάκου· τρέχει η βάγια
και κλειεί την πόρτα δίχως άργητα του στέριου γυναικίτη.
Τότε ο Oδυσσέας κι ο γιος του ο ασύγκριτος τα κοφτερά κοντάρια,
τ΄ αφαλωτά σκουτάρια αρπάζοντας με βιάση και τα κράνη
τα κουβαλούσαν μπρος τους η Αθηνά Παλλάδα, ανακρατώντας
χρυσό λυχνάρι, φως πανέμορφο σκορπούσα, για να φέγγουν.
Και τότε μίλησε ο Τηλέμαχος στον κύρη του γυρνώντας:
«Κύρη, τι θάμα αυτό κι αντίθαμα τα μάτια μου θωρούνε!
Αλήθεια, οι τοίχοι κι οι μεσότοιχοι του παλατιού οι πανώριοι
και τα δοκάρια, ιδές, τα ελάτινα κι οι ορθόψηλες κολόνες,
φωτιά ως να πήραν, μπρος στα μάτια μου φεγγοβολούνε! Κάποιος
δω μέσα απ΄ τους θεούς θα βρίσκεται, που ζουν στα ουράνια πλάτη.»
Γυρνώντας τότε ο πολυμήχανος του μίλησε Oδυσσέας:
«Σώπα και μη ρωτάς! τι λόγιασες, βαθιά στα φρένα κράτα·
οι αθάνατοι που ζουν στον Όλυμπο τη χάρη αυτή την έχουν.
μον΄ τράβα τώρα εσύ και πλάγιασε, κι εγώ να μείνω θέλω,
να δοκιμάσω ακόμα, οι δούλες μας τι κρύβουν στην καρδιά τους,
κι η μάνα σου, καθώς με κλάματα θα με ρωτάει τα πάντα.»
Αυτά είπε εκείνος, κι ο Τηλέμαχος το αρχονταρίκι εδιάβη,
κι ως τα δαδιά του έφεγγαν καίγοντας, στην κάμαρα του φτάνει,
εκεί που πάντα του, σαν του ΄ρχονταν ύπνος γλυκός, κοιμόταν
κει πέρα πλάγιασε και πρόσμενε τη θείαν Αυγή να φέξει.
Κι ο ισόθεος Oδυσσέας απόμεινε στο αρχονταρίκι, κι όλο
στο φόνο των μνηστήρων του ΄στρεφε το λογισμό η Παλλάδα.
Ωστόσο η Πηνελόπη η φρόνιμη το γυναικίτη αφήκε
κι ήρθε παρόμοια με την Άρτεμη για τη χρυσή Αφροδίτη.
Πλάι στη φωτιά θρονί της έβαλαν ο Ικμάλιος ο τεχνίτης
το ΄χε δουλέψει με το φίλντισι και με το ασήμι γύρω,
και για τα πόδια κάτω εστέριωσε προσκάμνι, που το στρώναν
με μια προβιά τρανή, τι εκάθουνταν μονάχα εκείνη απάνω.
Σε τούτο η Πηνελόπη εκάθισε και τώρα η μυαλωμένη·
κι ήρθαν μετά οι κρουσταλλοβράχιονες απ΄ το παλάτι σκλάβες
και τα πολλά αποφάγια σήκωναν, τις τάβλες και τις κούπες,
που κράτααν κι έπιναν οι πέρφανοι μνηστήρες· άλλες πάλι
τη θράκα και τις στάχτες πέταγαν από τους πυροστάτες
στο χώμα, κι άλλα ξύλα σώριαζαν πολλά για φως και ζέστα.
Και πάλε η Μελανθώ πικρόχολα στον Οδυσσέα μιλούσε:
«Ακόμα εδώ θα μας φορτώνεσαι στο σπίτι τριγυρνώντας
όλη τη νύχτα, ξένε, ρίχνοντας τα μάτια στις γυναίκες;
Χάρου που βρήκες τώρα κι έφαγες, και φεύγα, κακομοίρη,
μην πω δαυλί ν΄ αρπάξω κι έξαφνα βρεθείς δαρμένος όξω!»
Κι είπε ο Oδυσσέας ο πολυμήχανος ταυροκοιτάζοντάς τη:
«Γυναίκα ανάποδη, τι κόρωσες και τα ΄βαλες μαζί μου;
Τάχα γιατί φορώ παλιόρουχα και δε βωδιάζω μύρα,
κι όπως με σπρώχνει η ανάγκη, ζήτουλας στα σπίτια τριγυρίζω;
Τέτοιοι είναι πάντα οι διακονιάρηδες κι αυτοί που παραδέρνουν!
Ήταν καιρός που σε αρχοντόσπιτο κι εγώ στον κόσμο ζούσα
και πλούτη αφέντευα, και χάριζα συχνά στο διακονιάρη,
όποιος κι αν λάχαινε στην πόρτα μου κι όποια κι αν είχε ανάγκη.
Κι ακόμα σκλάβους είχα αρίφνητους κι άλλα αγαθά περίσσια,
όσα ΄χει αυτός που ζει περίκαλα και πλούσιο τόνε κράζουν.
Μα ο γιος του Κρόνου, ο Δίας, τ΄ αφάνισε· τέτοια η βουλή του θα ΄ταν.
Και συ, γυναίκα, κι αν ανάμεσα στις σκλάβες λουλουδίζεις
τις άλλες τώρα, μήπως κάποτε τα χάσεις όλα, κάλλη
και ξιπασιές, αν τύχει αγριεύοντας και σε οχτρευτεί η κυρά σου,
για κι ο Οδυσσέας αν φτάσει· απόμεινε μαθές ελπίδα ακόμα.
Κι αν πάλε, ως λέτε, εκείνος χάθηκε και γυρισμό δεν έχει,
για δες το γιο του τον Τηλέμαχο, που πια μωρό δεν είναι·
έδωσε ο Απόλλωνας και τράνεψε, κι από τις σκλάβες, όσες
άπρεπα φέρνουνται στο σπίτι του, καμιά δεν του ξεφεύγει.»
Ωστόσο η Πηνελόπη η φρόνιμη, τα λόγια του γρικώντας,
στη βάγια της γυρνώντας μίλησε βαριά αποπαίρνοντάς τη:
«Σκύλα ξαδιάντροπη, ξετσίπωτη, τις άνομες δουλειές σου
θαρρείς δε βλέπω; Στο κεφάλι σου μια μέρα θα ξεσπάσουν!
Όλα δεν τα ΄ξερες, δεν τ΄ άκουσες από την ίδια εμένα,
τον ξένο τουτο πως λογάριαζα στο αρχονταρίκι μέσα
να τον ρωτήσω για τον άντρα μου, που μ΄ έλιωσε ο καημός του;»
Μετά, γυρνώντας, στην κελάρισσα μιλεί, την Ευρυνόμη:
«Φέρε σκαμνί, Ευρυνόμη, βάλε του και μια προβιά από πάνω,
για να καθίσει και τα λόγια του να πει και τα δικά μου
ν΄ ακούσει ο ξένος τώρα θα ΄θελα πολλά να τον ρωτήσω.»
Είπε, κι εκείνη τρέχει πρόθυμα κι ένα σκαμνί του φέρνει
καλομαστορεμένο, κι έβαλε και μια προβιά από πάνω.
Κι ως ο αρχοντόγεννος, πολύπαθος εκάθισε Oδυσσέας,
η Πηνελόπη πήρε η φρόνιμη ν΄ ανοίξει την κουβέντα:
«Ξένε, για τούτο πρώτα θα ΄θελα να σε ρωτήσω ατή μου·
ποιος είσαι; πούθε; πού η πατρίδα σου και πού οι γονιοί σου εσένα;»
Γυρνώντας τότε ο πολυκάτεχος της μίλησε Oδυσσέας:
«Κυρά μου, ποιος στη γη την άμετρη θνητός μπορεί για σένα
κακά ποτέ να πει, που η δόξα σου στα ουράνια πλάτη φτάνει; —
καθώς του ρήγα του αψεγάδιαστου, που κυβερνάει σε πλήθος
λαούς τρανούς απάνω αντρόκαρδους, μα τους θεούς φοβάται
κι είναι σωστή και δίκια η κρίση του· κι η μαύρη γης κριθάρι
και στάρι του γεννά, τα δέντρα του λυγάν απ΄ τους καρπούς τους,
γεννούν τα πρόβατα, κι η θάλασσα πολλά χαρίζει ψάρια
απ΄ την καλή κυβέρνια, κι οι λαοί στον ίσκιο του προκόβουν.
Ό,τι άλλο θες να μάθεις ρώτα με στο αρχοντικό σου μέσα,
μα μη ρωτήσεις ποια η πατρίδα μου και ποια η γενιά μου εμένα
τι πιότερους καημούς στα στήθη μου θ᾿ ανάψεις, αν με πάρουν
οι θύμησες· είμαι βαριόμοιρος! Κι ουδέ ταιριάζει κιόλα
σε ξένο σπίτι εγώ καθούμενος να κλαίω και να θρηνιέμαι·
έτσι κι αλλιώς κακό είναι αδιάκοπα να δείχνω λυπημένος·
μπας και καμιά θυμώσει δούλα σου μαζί μου — για κι ατή σου —
και πει κρασί πως ήπια, μέθυσα και κολυμπώ στο κλάμα.»
Κι η Πηνελόπη τότε η φρόνιμη γυρνάει κι απηλογιέται:
« Όποιες κι αν είναι, ξένε, οι χάρες μου, το ανάριμμα, τα κάλλη,
μου τις αφάνισαν οι αθάνατοι τη μέρα που κινούσαν
οι Αργίτες για την Τροία, κι αντάμα τους το ταίρι μου, ο Oδυσσέας!
Αλήθεια, εκείνος πίσω αν διάγερνε και νοιάζουνταν για μένα,
θα ΄ταν και πιο μεγάλη η δόξα μου και πιο όμορφα τα πάντα.
Μα τώρα λιώνω, τι μου σώριασε κακά ο θεός περίσσια·
αυτοί που τα νησιά αφεντεύουνε κι οι πιο τρανοί είναι αρχόντοι
στην πολυδασωμένη Ζάκυθο, στη Σάμη, στο Δουλίχι,
και στην Ιθάκη εδώ τη λιόβολη τρογύρα μένουν — όλοι
με θέλουν άθελα μου ταίρι τους και καταλύουν το βιος μας.
Γι αυτό για ξένους πια δε γνοιάζουμαι, μηδέ για ικέτες, μήτε
γι΄ αυτούς που στου λαού τη δούλεψη κρατιούνται — για τους κράχτες·
τον Οδυσσέα ποθώ που μου ΄λειψε κι απ΄ τον καημό του λιώνω.
Κι αυτοί το γάμο θέλουν γρήγορα, κι εγώ τους κλώθω όλους·
πρώτα το νου μου κάποιος φώτισε θεός, στην κάμαρα μου
τρανό αργαλειό να στήσω, θέλοντας πανί να υφάνω τάχα,
πανί μακρύ πολύ, ψιλόκλωστο, κι αυτά τους είπα τότε:
«Εσείς οι νιοι που με γυρεύετε, μια κι ο Oδυσσέας εχάθη,
για καρτεράτε με, κι ας βιάζεστε για γάμο, να τελέψω
καν το διασίδι αυτό, τα νήματα να μη μου πάν χαμένα.
Του αρχοντικού Λαέρτη σάβανο το φτιάνω για την ώρα
που θα τον πάρει ο ανήλεος θάνατος κι η ασβολωμένη μοίρα·
να μη βρεθεί στον κόσμο Αργίτισσα μαζί μου να τα βάλει,
τάχα πως κοίτεται ασαβάνωτος, κι ας είχε τόσα πλούτη.»
Έτσι τους μίλησα, κι η πέρφανη καρδιά τους τ΄ αποδέχτη.
Κι αλήθεια όλη τη μέρα δούλευα το ατέλειωτο πανί μου,
και πάλε ολονυχτίς το ξύφαινα στο φως δαδιών που άναβαν.
Τρεις χρόνους κράτησεν ο δόλος μου πλανεύοντας τους όλους·
πάνω στους τέσσερεις, σαν κύλησαν πάλι οι εποχές του χρόνου,
κι οι μήνες έτρεχαν, και διάβαιναν μια μια οι περίσσιες μέρες,
τούτες οι σκύλες το μαρτύρησαν, οι αδιάντροπες μου δούλες·
κι ήρθαν εκείνοι και με τσάκωσαν κι είπαν βαριές κουβέντες.
Γι αυτό και στανικώς ξετέλεψα το φάσιμο, αθελά μου
Τώρα το γάμο πια δε γίνεται να τον ξεφύγω, κι άλλη
βουλή δε βρίσκω να με γλίτωνε· να παντρευτώ με σπρώχνουν
κι οι δυο γονιοί μου· και κατάλαβε κι ο γιος μου και θυμώνει
που τρων το βιος του· πια μου τράνεψε, μπορεί σαν άντρας τώρα,
που ο Δίας τιμή και δόξα του ΄δωκε, να γνοιάζεται το σπίτι.
Μα κι έτσι, πες μου ποια η πατρίδα σου και ποια η γενιά σου; βράχου
μαθές για δρυ δεν είσαι γέννημα, που λεν τα παραμύθια!»
Γυρνώντας τότε ο πολυμήχανος της μίλησε Oδυσσέας:
«Του αρχοντικού Οδυσσέα συντρόφισσα, κυρά μου τιμημένη,
δε λες να πάψεις τα ρωτήματα για τη γενιά μου, βλέπω.
Ας είναι, θα σου πω, σε βάσανα με ρίχνεις όμως τώρα
κι απ΄ όσα με κρατούνε πιότερα· τέτοια μαθές η μοίρα
του ανθρώπου, που ως εγώ απ΄ τον τόπο του καιρούς και χρόνια λείπει
και τυραννιέται παραδέρνοντας σε πλήθος ξένα μέρη!
Μα κι έτσι θα σου πω τα γύρεψες ν΄ ακούσεις και να μάθεις:
Μια χώρα, η Κρήτη, μέσα βρίσκεται στο πέλαο το κρασάτο,
περίσσια πλούσια, θαλασσόζωστη, πανώρια· πολιτείες
έχει ενενήντα· μύριοι, αρίφνητοι ζουν πάνω άνθρωποι, κι είναι
πολλές οι γλώσσες τους, ανάκατες. Θρέφει Αχαιούς η Κρήτη,
και βέρους Κρητικούς αντρόκαρδους, και Δωριείς, που ζούνε
σε τρεις φυλές, κι ακόμα Κύδωνες και Πελασγούς αρχόντους.
Μια πολιτεία, Κνωσό την είπανε, τρανή, και βασιλιάς της,
ο Μίνωας, που το Δία συντρόφευε στα εννιά τα χρόνια πάνω,
κύρης του κύρη μου, του αντρόκαρδου του Δευκαλίωνα, κι είχε
δυό γιους γεννήσει ο Δευκαλίωνας, το Δομενέα και μένα.
Με τους Ατρείδες κείνος διάβηκε στην Τροία μες στα καράβια
τα δρεπανόγυρτα, ο πρωτόγεννος και πιο αντριανός, και μένα,
τον πιο μικρό, με βγάλαν Αίθωνα — τρανό είναι τ΄ όνομά μου!
Εκεί είδα εγώ και φιλοκόνεψα τον Οδυσσέα· τι ως είχε
κινήσει για την Τροία κι αρμένιζε μπρος στου Μαλιά τον κάβο,
κι αυτόν η ανεμική τον ξόριασε στην Κρήτη ρίχνοντάς τον.
Στην Αμνισό την κακολίμανη, πλάι στης θεάς Λεχούσας
το σπήλιο, επόδισε, το δρόλαπα μεβιάς για να γλιτώσει.
Στο κάστρο ανέβη ευτύς γυρεύοντας το Δομενέα, το φίλο
τον είχε γκαρδιακό, μας έλεγε, και τιμημένο· ωστόσο
δέκα καν έντεκα μερόνυχτα πιο πριν εκείνος κιόλα
κατά την Τροία με τα διπλόγυρτα καράβια είχε μισέψει.
Εγώ λοιπόν τον καλοσκάμνισα στο αρχοντικό μας μέσα,
κι απ΄ τα πολλά στο σπίτι που ΄κρυβα τον φίλεψα με αγάπη.
Του ΄δωκα ακόμα για τους συντρόφους που πήγαιναν μαζί του,
τρογύρα απ΄ το λαό συνάζοντας, κριθάρι και φλογάτο
κρασί και βόδια, να ΄χουν σφάζοντας να τρων και να χορταίνουν.
Κι οι Αργίτες μείναν μέρες δώδεκα στην Κρήτη, τι είχε ασκώσει
βοριά τρανό θεός αντίμαχος κι είχαν κλειστεί, κι ο αγέρας
να κρατηθούμε ορθοί δεν άφηνε μηδέ στη γης απάνω.
Στις δεκατρείς ο αγέρας έπεσε κι αυτοί πανιά σηκώναν.»
Πολλές ψευτιές δηγόταν κι έλεγε, που σαν αλήθειες μοιάζαν.
Κι εκείνη έχυνε δάκρυα ακούγοντας και φύραινε η θωριά της.
Πώς λιώνει σε βουνά ψηλόκορφα το χιόνι, που ο πονέντης
πρώτα το στοίβαξε, και το ΄λιωσε φυσώντας ο σιρόκος,
κι ως λιώνει, τα ποτάμια φούσκωσαν και κατεβάζουν — όμοια
κι εκείνη έχυνε δάκρυα κι έλιωνε το μηλοπρόσωπό της,
κι έκλαιε τον άντρα της, που κάθουνταν μπροστά της, μα ο Οδυσσέας,
κι αν τη γυναίκα του που δέρνουνταν βαθιά ψυχοπονιόταν,
όμως τα μάτια εκράτει ασάλευτα στα βλέφαρα, απ΄ ατσάλι
για κέρατο λες κι ήταν, κι έκρυβε με πονηριά τα δάκρυα.
Κι εκείνη, σύντας πια αποχόρτασε το δάκρυ και το θρήνο,
ξαναδευτέρωσε τα λόγια της κι αυτά του συντυχαίνει:
«Ξένε, η στιγμή θαρρώ πως έφτασε να δοκιμάσω, αλήθεια
τον άντρα μου αν τον καλοσκάμνισες στο αρχοντικό σου μέσα
με τους ισόθεους τους συντρόφους του, καθώς μου λες: για πες μου
σαν τι λογής ήταν τα ρούχα του που στο κορμί φορούσε;
κι ο ίδιος πως έδειχνε κι οι σύντροφοι, μαζί του που κινούσαν;»
Γυρνώντας τότε ο πολυμήχανος της μίλησε Oδυσσέας:
«Κυρά μου, να σου πω σα δύσκολο, τόσος καιρός που εδιάβη,
τα που γυρεύεις· κιόλας είκοσι πέρασαν χρόνια, αφόντας
έφυγε εκείνος κείθε κι άφησε τη γη την πατρική μου.
Μα κι έτσι θα σου πω τον άντρα σου στο νου μου πως διανεύει:
Τον Οδυσσέα το θείο με κόκκινο, σγουρό μαντί θυμούμαι,
διπλόφαρδο, ψηλά που το ΄κλεινε χρυσό το κλειδωτήρι
με δυο θηλύκια, κι είχε απάνω του στολίδι σκαλισμένο·
σκύλος στα δυο του πόδια παρδαλό κρατούσε λαφομόσκι,
που όπως το δάγκανε, σπαρτάριζε· κι όλοι θαμάζαν που ήταν
από χρυσάφι, κι όμως έβλεπες το σκύλο να το πνίγει,
και να ταράζει αυτό τα πόδια του, ζητώντας να γλιτώσει.
θυμούμαι εφόρειε κι ένα λιόφωτο χιτώνα στο κορμί του,
τη γυαλιστή τη φλούδα ως να ΄βλεπες από ξερό κρομμύδι·
τόσο αγανός μαθές σου φάνταζε, να λάμπει σαν τον ήλιο.
Πολλές νοικοκυρές θωρώντας τον τη χάρη του θαμάξαν.
Κάτι άλλο τώρα εγώ θα σου ΄λεγα, και συ στο νου σου βαλ ΄το:
Δεν ξέρω αν ο Oδυσσέας στο σπίτι του φορούσε τέτοια ρούχα,
για αν κάποιος σύντροφος του τα ΄δωκε, μες στο γοργό καράβι
καθώς κινούσε, για και φίλος του· και ποιος δεν αγαπούσε
τον Οδυσσέα; Πολλοί δε βρέθηκαν Αργίτες να του μοιάζουν!
Χαλκό σπαθί κι εγώ του χάρισα, κι ακροσειραδωμένο
χιτώνα, κι άλικο, διπλόφαρδο μαντί πανώριο, κι έτσι
στο καλοκούβερτο τον ξέβγαλα καράβι τιμημένα.
Κι ένας μαζί του κράχτης πήγαινε, σα λίγο πιο μεγάλος·
και να σου πω κι αυτός πως έδειχνε: με στρογγυλούς τους ώμους,
μελαχροινός, και στο κεφάλι του σγουραίναν τα μαλλιά του.
Τον κράζαν Ευρυβάτη· ανάμεσα στους συντρόφους του τούτον
ξεχώριζε ο Oδυσσέας, τι ταίριαζε με τη δικιά του γνώμη.»
Είπε, κι ακόμα πιο της ξάναψε του θρήνου τη λαχτάρα,
τ΄ αλάθευτα σημάδια ως γνώρισε στα λόγια του Οδυσσέα.
Κι όντας εκείνη πια αποχόρτασε το δάκρυ και το θρήνο,
γυρνώντας τέτοια του αποκρίθηκε, του μίλησε και του ΄πε:
«απ΄ την αρχή κι αν σε συμπόνεσα, μα τώρα πια θα σου ΄χω
τιμή κι αγάπη πάντα, ξένε μου, στο αρχοντικό μου μέσα.
Τα ρούχα που ΄πες του τα δίπλωσα, πριν του τα δώσω; ατή μου
στην κάμαρά μας, και τους κάρφωσα το κλειδωτήρι απάνω
το στραφτερό, για να το χαίρεται. Δε θα τον δω να γέρνει
ωστόσο εκείνον στο παλάτι του, στη γη την πατρική του!
Άραχλη μοίρα λέω τον έσπρωξε τον Οδυσσέα να φύγει
στην Κακοτροία την αμελέτητη στο βαθουλό καράβι!»
Γυρνώντας τότε ο πολυμήχανος της μίλησε Oδυσσέας:
«Του αρχοντικού Οδυσσέα συντρόφισσα, κυρά μου τιμημένη,
πια μη χαλνάς τ΄ ωραίο σου πρόσωπο, μη λιώνεις την καρδιά σου!
Αλήθεια, δεν παραξενεύουμαι που κλαις για κείνον τόσο·
τι κι άλλες που ΄χασαν τους άντρες τους κι είχαν παιδιά γεννήσει
πλαγιάζοντας μαζί τους, δάρθηκαν, κι ας μη θύμιζαν διόλου
τον Οδυσσέα, που, ως λεν, συνόμοιαζε με τους θεούς περίσσια.
Όμως παράτα πια τα κλάματα, τα λόγια μου ν΄ ακούσεις.
Θα σου μιλήσω αλήθεια, τίποτα δε θέλω να σου κρύψω:
Πολύς καιρός δεν είναι που άκουσα πως γύρισε ο Oδυσσέας
και βρίσκεται κοντά, στων Θεσπρωτών τη μυριοπλούσια χώρα,
και ζει, και κουβαλά αξετίμητα πολλά μαζί του πλούτη,
γύρα απ΄ τον κόσμο που τα σύναξε· μα τους πιστούς συντρόφους
και το καράβι του — όλα τα ΄χασε στο πέλαο το κρασάτο
απ΄ το νησί του Γήλιου φεύγοντας· ο Δίας μαζί του οργίστη
κι ο Γήλιος, μου ΄λεγαν, που του ΄σφαξαν τα βόδια οι σύντροφοί του.
Στην πολυκυματούσα θάλασσα χάθηκαν όλοι εκείνοι,
κι αυτόν τα κύματα τον πέταξαν, πιασμένο απ΄ την καρένα,
στων Φαίακων το νησί, που η φύτρα τους με των θεών λογιέται.
Εκείνοι ολόκαρδα ως αθάνατο τον τίμησαν, και πλήθια
του δώκαν δώρα κι αποφάσισαν ατοί τους να τον στείλουν
στον τόπο του άβλαβο· και σίγουρα θα ΄χε ο Οδυσσέας διαγείρει
από καιρό, μα συφερότερο στοχάστηκε στο νου του,
σε πλήθος χώρες τριγυρίζοντας να μάσει πρώτα πλούτη·
τι απ΄ όλους τους ανθρώπους πιότερο πως να κερδίζει ξέρει, ᾿
κι ούτε θνητός κανένας βρίσκεται να μετρηθεί μαζί του.
Εμένα αυτά μου τα ΄πε ο Φείδωνας, των Θεσπρωτών ο ρήγας.
Στον ίδιο εμένα ορκίστη, ως έκανε σπονδή στο αρχοντικό του,
πως είχαν ρίξει κιόλας τ΄ άρμενο στο κύμα, κι οι σύντροφοι
πρόσμεναν έτοιμοι, στον τόπο του τον Οδυσσέα να πάνε.
Εμένα μ΄ έστειλε πρωτύτερα, τι βρέθηκε καράβι
θεσπρωτικό για το πολύσταρο Δουλίχι να σαλπάρει.
Ως και τα πλούτη ακόμα μου ΄δειξε που ΄χε ο Oδυσσέας συνάξει·
γενιές ακέριες δέκα θα ΄φταναν να θρέψουν όλα ετούτα·
τόσο μεγάλο βιος τον πρόσμενε στου ρήγα το παλάτι.
Προσώρας στη Δωδώνη, μου ΄λεγε, βρισκόταν, για να πάρει
βουλή απ΄ το Δία, το δρυ του ακούγοντας τον ψηλοφουντωμένο,
μετά από τόσα χρόνια που ΄λειπε, το πως θα γύρναε πίσω,
κρυφά για φανερά, στα χώματα της γης της πατρικής του.
Έχει λοιπόν γλιτώσει, κι έρχεται, κι όπου και να ΄ναι φτάνει,
και βρίσκεται κοντά, κι ο τόπος του κι όλοι οι δικοί του άνθρωποι
πια θα τον δουν σε λίγο να ΄ρχεται — κι όρκο από πάνω παίρνω:
Μάρτυς μου ο Δίας, απ΄ τους αθάνατους ο πιο τρανός κι ο κάλλιος,
και του Οδυσσέα το τζάκι του άψεγου, που εδέχτη εμέ τον ξένο,
πως όσα σου ιστορώ απαράλλαχτα θα βγουν μιαν άκρη ως άλλη.
Δε θα γυρίσει χρόνος και θα δεις τον Οδυσσέα να φτάνει,
σ΄ αυτού του φεγγαριού τη λίγωση, στην πιάση του καινούργιου.»
Κι η Πηνελόπη τότε η φρόνιμη γυρνάει κι απηλογιέται:
«Αμποτε, ξένε, αυτός ο λόγος σου σωστός να βγει ως την άκρη!
Θα ΄βλεπες τότε την αγάπη μου και πόσα θα χαιρόσουν
δώρα από μένα, να σε βλέπουνε και να σε μακαρίζουν.
Όμως εγώ ψυχανεμίζουμαι τα μέλλουνται να γενούν:
Μήτε ο Oδυσσέας θα στρέψει σπίτι του μήτε και συ κανέναν
για συνεβγάλτη θα ΄βρεις, τι έλειψαν πια απ΄το παλάτι οι αφέντες,
σαν που ήταν ο Oδυσσέας — αν έζησε μαθές κι αυτός ποτέ του!
να συνεβγάζει για να δέχεται τους τιμημένους ξένους.
Μα ελάτε τώρα, βάγιες, πλύντε τον και στρώστε του κλινάρι,
στρώματα βάλτε, βάλτε λιόφωτα σεντόνια και φλοκάτες,
που να τον έβρει η Αυγή η χρυσόθρονη στα ρούχα ζεσταμένο.
Και την αυγή, ως χαράξει, λούστε τον κι αλείφτε τον με μύρο,
κι έπειτα δίπλα στον Τηλέμαχο να κάτσει στο τραπέζι,
στο αρχονταρίκι εντός· κι αλίμονο κανένας από κείνους
αν τον πειράξει μελετώντας του κακό· στο σπίτι τούτο
πια δε θα καταφέρει τίποτα, κι ας βράζει απ΄ το θυμό του!
Ξένε, και πως θα καταλάβαινες, αν μέσα στις γυναίκες
τις άλλες έχω αλήθεια ξέχωρα και νου και φρονιμάδα,
αν έτσι σε άφηνα στο σπίτι μου να τρως κακοντυμένος,
λερός κι αφρόντιστος; Στον άνθρωπο γοργά η ζωή διαβαίνει·
κανείς αν είναι ατός του ανέσπλαχνος κι ανέσπλαχνη έχει γνώμη,
τον καταριέται ο κόσμος, πίσω του πολλά να βρει τυράννια,
όσο ΄ναι στη ζωή, κι ως πέθανε, κακά του σέρνει λόγια.
Ομως γι΄ αυτόν που ατός του είναι άψεγος κι έχει άψεγη τη γνώμη,
του διαλαλούν οι ξένοι τ΄ όνομα, κι η δόξα του σκορπιέται
σε όλο τον κόσμο, και μελέτησαν πολλοί την αρχοντιά του.»
Γυρνώντας τότε ο πολυμήχανος της μίλησε Oδυσσέας:
«Του αρχοντικού Οδυσσέα συντρόφισσα, κυρά μου τιμημένη,
φλοκάτες και σεντόνια λιόλαμπρα καθόλου δε μ΄ αρέσουν
απ΄τον καιρό που τα χιονόσκεπα της Κρήτης όρη αφήκα
κι έφυγα απάνω στο μακρόκουπο καράβι για τα ξένα.
Λέω να πλαγιάσω ως τότε, ξάγρυπνες που οι νύχτες μου διάβαιναν
δεν είναι λίγες που ΄χω σε άβολο πλαγιάσει ως τώρα στρώμα,
τη θείαν Αυγή την ομορφόθρονη να φτάσει καρτερώντας.
Μηδέ και θέλω, ως λες, ποδόλουτρο στα πόδια μου να κάνουν,
μηδέ καμιά από τις γυναίκες σου το πόδι μου ν΄ αγγίξει,
απ΄ όσες στο παλάτι βρίσκουνται και κάνουν τις δουλειές σου.
Εξόν γριά καμιά κι αν βρίσκεται κοντά σου μυαλωμένη,
γριά πολύ, που να ΄χει βάσανα, καθώς εγώ, περάσει·
σ΄ αυτήν μετά χαράς τα πόδια μου ν΄ αφήσω να τ΄ αγγίξει.»
Και τότε η Πηνελόπη η φρόνιμη γυρνάει κι απηλογιέται:
«Ξένε καλέ, κανείς στο σπίτι μου δεν ήρθε απ΄ άλλα μέρη
ξένος, που πιο να τον συμπάθησα για την πολλή του γνώση·
τι είναι ό,τι βγάζεις απ΄ το στόμα σου στοχαστικά και δίκιο,
Έχω στ᾿ αλήθεια μια γερόντισσα με νου κυβερνημένο,
αυτή που εβύζαξε κι ανάστησε το δόλιο εκείνο, η πρώτη,
που σαν τον γέννησε η μητέρα του, τον δέχτηκε στα χέρια·
τούτη, κι ας είναι δίχως δύναμη, τα πόδια θα σου πλύνει.
μον΄ έλα τώρα, σήκω, πλύνε τον, Ευρύκλεια μυαλωμένη,
το συνομήλικο του αφέντη σου. Ποιος ξέρει, κι ο Οδυσσέας
τέτοια μπορεί ποδάρια σήμερα και τέτοια χέρια να ΄χει·
γερνούν τον άνθρωπο τα βάσανα μαθές και πριν της ώρας.»
Αυτά είπε εκείνη, κι η γερόντισσα τα κλάματα κινούσε,
την όψη μες στα χέρια κρύβοντας, κι αυτά θρηνώντας είπε:
«Αχ, γιε μου, εγώ για σένα η δύστυχη! Πιο απ΄ όλους τους ανθρώπους
το φόβο των θεών κι ας ένιωθες, σ΄ οχτρεύτη ο Δίας αλήθεια!
Κανείς στο Δία τον κεραυνόχαρο δεν έχει κάψει τόσα
παχιά μεριά, βοδιών δεν πρόσφερε τρανές θυσίες κανένας,
καθώς εσύ, και δέουσουν, κάποτε σε γερατιά να φτάσεις
μακαρισμένα και περίλαμπρο το γιο σου ν΄ αναστήσεις·
και τώρα μόνο εσένα αρνήστηκε του γυρισμού τη μέρα!
Ποιος ξέρει, να του φέρνουνται άσκημα μπορεί κι εκείνου οι δούλες,
σα φτάνει σε τρανό αρχοντόσπιτο, μακριά στα ξένα κάπου —
καθώς και σένα δα σου φέρθηκαν οι σκύλες τούτες όλες.
Για να ξεφύγεις τα τακρόλογα και την καταλαλιά τους,
δε θέλεις να σε πλύνουν κι έσπρωξεν, όχι άθελα μου, εμένα
η Πηνελόπη τώρα, η φρόνιμη του Ικάριου θυγατέρα.
Και για χατίρι της αφέντρας μου και για δικό σου θέλω
τα πόδια να σου πλύνω· μέσα μου ξεσηκώθηκαν τόσοι
τώρα καημοί! Μα ομπρός, το λόγο μου ν΄ ακούσεις θέλω τώρα:
Βασανισμένοι πλήθος έφτασαν στα αρχοντικό μας ξένοι,
μα λέω πως άλλον δεν αντίκρισα ποτέ μου, του Οδυσσέα
τόσο στα πόδια και στο ανάριμμα και στη φωνή να μοιάζει!»
Γυρνώντας τότε ο πολυμήχανος της μίλησε Oδυσσέας:
«Όσοι μας βλέπουν με τα μάτια τους, γερόντισσα, μπροστά τους
παρόμοια λόγια λένε· μοιάζουμε πολύ συνάλληλώς μας,
καθώς και συ το παρατήρησες μονάχη και μας το ΄πες.»
Αυτά είπε, κι έφερε η γερόντισσα στραφταλιστό λεβέτι,
που το ΄χε πάντα για ποδόλουτρο, και κρύο νερό του χύνει
μέσα πολύ, κι απάνω του έριξε ζεστό· μα από το τζάκι
κάθισε αλάργα εκείνος στρέφοντας στο σκότος το κορμί του·
φοβήθηκε πως αν τον άγγιζε, μπορούσε το σημάδι
να καταλάβει, κι έτσι να ΄βγαινε το κάθε τι στη φόρα.
Κι εκείνη ζύγωσε και βάλθηκε το ρήγα της να πλένει·
αμέσως το σημάδι εγνώρισε, που του ΄χε αφήσει ο κάπρος
στον Παρνασό, για τον Αυτόλυκο σαν πήγε και τους γιους του,
τον αντρειανό γονιό της μάνας του, που άλλος κανείς στους όρκους
και στην κλεψιά δεν του παράβγαινε· θεός του το ΄χε δώσει,
ο Ερμής, το δώρο αυτό· τι του ΄καιγε μεριά από αρνιά και ρίφια
της αρεσκιάς του, του παράστεκε λοιπόν κι αυτός με αγάπη.
Ό Αυτόλυκος μια μέρα φτάνοντας στην καρπερήν Ιθάκη
την κόρη του με γιο νιογέννητο λεχώνα βρήκε· κι ήταν
η Ευρύκλεια τότε που του απίθωσε στα γόνατα τ΄ αγγόνι,
το δείπνο ως τέλεψε, του μίλησε κι αυτά τα λόγια του ΄πε:
«Αυτόλυκε, μονάχος τ΄ όνομα να βρεις, για να το δώσεις
στου τέκνου σου το τέκνο· το ΄θελες από καρδιάς τ΄ αγγόνι!»
Πήρε το λόγο τότε ο Αυτόλυκος κι απηλογήθη κι είπε:
«Γαμπρέ και κόρη, νοματίστε τον καθώς σας πω το γιο σας·
εδώ που με θωρείτε, έχω οργιστεί με πλήθος κόσμο ως τώρα,
κι είναι πολλοί που δυσαρέστησα στη γη, γυναίκες κι άντρες·
για τούτο κι Οδυσσέα το αγόρι σας να πείτε, κι ως μεστώσει
και γίνει παλικάρι, στο τρανό της μάνας του παλάτι
στον Παρνασσό ας έρθει· απ΄ τα πλούτη μου που εκεί φυλάω, θα πάρει
τόσα απ΄ το χέρι μου, που ολόχαρο θα τον καλοστρατίσω.»
Έτσι ο Οδυσσέας μια μέρα κίνησε, να πάρει τα πανώρια
δώρα που του ΄ταξε. Κι ο Αυτόλυκος κι οι γιοί του, σαν τον είδαν,
ποκαρδιάς το χέρι του ΄σφιγγαν και τον καλωσόριζαν.
Κι ήρθε η Αμφιθέα και τον αγκάλιασε, της μάνας του η μητέρα,
και στο κεφάλι τον εφίλησε, στα δυο πανώρια μάτια.
Κι ο Αυτόλυκος αμέσως πρόσταξε τους δοξασμένους γιους του
το γιόμα να συντάξουν, κι άκουσαν τους ορισμούς του εκείνοι·
αρσενικό, πενταχρονίτικο να σφάξουν βόδι φέρνουν,
κι αφού το γδάραν, το συγύρισαν και το ΄κοψαν πιδέξια,
το λιάνισαν μετά και πέρασαν στις σούβλες τα κομμάτια·
κι ως στη φωτιά με τέχνη τα ΄ψησαν, χώριζαν τις μερίδες.
Έτσι, ως του ήλιου τα βασιλέματα καθούμενοι, όλη μέρα,
τρώγαν και πίναν, κι είχε, ως ταίριαζε, καθείς το μερτικό του.
Κι όντας ο γήλιος πια βασίλεψε και πήραν τα σκοτάδια,
πλάγιασαν έπειτα και φράθηκαν την άγια του ύπνου χάρη.
Κι η Αυγή σα φάνη η πουρνογέννητη και ροδοδαχτυλάτη,
κυνήγι είπαν να βγουν, και τράβηξαν λαγωνικά κι ατοί τους
οι γιοί του Αυτόλυκου, και πίσω τους ερχόταν ο Οδυσσέας·
στο απόγκρεμο, το δασοφούντωτο του Παρνασού ανεβήκαν
βουνό και φτάσαν στ᾿ ανεμόδαρτα φαράγγια του σε λίγο.
Την ώρα ο γήλιος που πρωτόριχνεν, απ΄ το βαθύ κινώντας
τον Ωκεανό τον αργοσάλευτο, το φως του στα χωράφια,
φτάναν σε λόγγο οι κυνηγάρηδες· οι σκύλοι ομπρός τους παίρναν
κι οσμίζουνταν τ΄ αχνάρια τρέχοντας, κι οι γιοί ξοπίσω έρχονταν
του Αυτόλυκου, κι ο αρχοντογέννητος πλάι στα σκυλιά Oδυσσέας
μαζί τραβούσε, το μακρόισκιωτο κοντάρι του κουνώντας.
Στο λόγγο μέσα κάπρος βρέθηκε να κείτεται μεγάλος·
οι άνεμοι οι νοτεροί δεν έφταναν εκεί βαθιά φυσώντας,
μηδέ κι ο Γήλιος με τις διάφωτες αχτίδες το περνούσε,
μηδέ η βροχή το χώμα ενότιζε· τόσο πυκνός ο λόγγος,
κι ακόμα είχε ένα γύρο αρίφνητα στη γη πεσμένα φύλλα.
Το ποδοβόλι τότε ακούγοντας, που έκαναν κυνηγώντας
οι αγριμολόοι κι οι σκύλοι, χύθηκεν όξω απ΄ το λόγγο αντίκρυ,
με σηκωμένη τρίχα, κι έβγαζαν φωτιές τα δυο του μάτια·
μα ως κοντοζύγωσε, κατάττρωτος του ρίχτηκε ο Οδυσσέας
στο δυνατό κρατώντας χέρι του τ΄ ολόμακρο κοντάρι
ψηλά, να τον χτυπήσει· πρόλαβε, λοξά χιμώντας, όμως
ο κάπρος και τον βρήκε, κι έσκισε το δόντι του τη σάρκα
πάνω απ΄ το γόνατο κι ανέβλαβο το γόνατο του αφήκε.
Μα κι ο Oδυσσέας τον κάπρο πέτυχε δεξιά στην πλάτη απάνω,
κι απ΄ το κοντάρι του το λιόφωτο βγήκε ο χαλκός αντίκρυ.
Μουγκρίζοντας στις σκόνες έπεσε και πέταξε η ψυχή του.
Τον κάπρο ευτύς οι γιοι του Αυτόλυκου να συγυρίσουν τρέξαν,
και την πληγή του ισόθεου, του άψεγου γνοιάστηκαν Οδυσσέα·
πεδέξια του τη δέσαν, κι έπειτα με ξόρκι σταμάτησαν
τα μαύρο γαίμα, πριν στου κύρη τους διαγείρουν το παλάτι.
Κι ο Αυτόλυκος μετά τον κοίταξε μαζί, με τους υγιούς του
καλά να γιάνει, και περίλαμπρα του δώσαν δώρα, κι έτσι
γοργά χαρούμενοι χαρούμενο τον στέλναν στην Ιθάκη.
Κει πέρα ο κύρης του κι η μάνα του χάρηκαν που τον είδαν,
ωστόσο το σημάδι βλέποντας καταλεπτώς ρωτούσαν
τι του ΄γινε· κι αυτός ιστόρησε με τη σειρά τα πάντα,
πως για κυνήγι με του Αυτόλυκου τους γιους ανέβη απάνω
στον Παρνασσό κι εκεί τον λάβωσε με τ΄ άσπρο δόντι ο κάπρος.
Τώρα τα χέρια της γερόντισσας του άγγιξαν το σημάδι,
κι ως ψαχουλεύοντας το γνώρισε, του αμόλησε το πόδι·
κι η γάμπα τρύπησε το χάλκινο λεβέτι, που απ΄ την άλλη
βροντώντας έγειρε και χύθηκαν στο χώμα τα νερά του.
Χαρά και πόνος της ξεχείλισαν τα φρένα, της επιάστη
η φωνή η γάργαρη, πλημμύρισαν τα δυο της μάτια δάκρυα,
και το πιγούνι του ακραγγίζοντας στον Οδυσσέα μιλούσε:
«Αχ, ο Oδυσσέας εσύ ΄σαι, γιόκα μου! Πιο πριν δε σ΄ είχα νιώσει,
κι έπρεπε ολάκερο το ρήγα μου να ψαχουλέψω πρώτα!»
Μιλώντας γύρισε τα μάτια της κατά την Πηνελόπη,
για να της γνέψει για τον άντρα της, πως βρίσκεται στο σπίτι·
μα αυτή μπροστά να δει δε δονούνταν κι ουδέ να νιώσει, τι είχε
στρέψει η Παλλάδα σε άλλα πράματα το νου της· κι ο Oδυσσέας
τη γριά με το δεξιό του ψάχνοντας απ΄ το λαρύγγι πιάνει,
με τ΄ άλλο πάνω του την τράβηξε, κοντά του να ΄ρθει, κι είπε:
«Κυρούλα, το χαμό μου θέλησες; Δε μ΄ έχεις θρέψει ατή σου
σ΄ αυτό το στήθος; Τώρα διάγειρα στα είκοσι χρόνια απάνω
μετά από χίλια μύρια βάσανα στη γη την πατρική μου.
Μα αφού με γνώρισες και το ΄βαλε θεός στο νου σου, κράτα
κλειστό το στόμα σου, στο σπίτι μας κανείς να μην το μάθει.
Αλλιώς θα πω ένα λόγο κι άκου τον, τι σίγουρα θα γένει:
Αν τους τρανούς μνηστήρες ο θεός μου δώσει ν΄ αφανίσω,
δε θα γλιτώσεις, κι ας με βύζαξες, από το χέρι ετούτο,
σα θα σκοτώνω στο παλάτι μου τις άλλες μου τις δούλες.»
Κι η Ευρύκλεια τότε του αποκρίθηκε και του ΄πε, η μυαλωμένη:
«Ποιος λόγος, γιόκα μου, σου ξέφυγε της δοντωσιάς το φράχτη;
Κατέχεις πόσο αμετασάλευτη κι αλύγιστη η ψυχή μου·
θα κρατηθώ καθώς το σίδερο, καθώς ο στέριος βράχος.
Κάτι άλλο τώρα εγώ θα σου ΄λεγα, και συ στο νου σου βαλ᾿ το:
Αν τους τρανούς μνηστήρες ο θεός σου δώκει ν΄ αφανίσεις,
θα σου μιλήσω για τις δούλες σου μια μια μες στο παλάτι,
ποιες απόμειναν ακριμάτιστες και ποιες σε ξεψηφούνε.»
Γυρνώντας τότε ο πολυμήχανος της μίλησε Oδυσσέας:
«Τι θα μου πεις εσύ, κυρούλα μου; Δεν είναι αυτό δουλειά σου!
Μια μια θα τις γνωρίσω μόνος μου και θα τις καταλάβω·
μόνο κλειστό το στόμα κράτησε και στους θεούς μπιστέψου.»
Αυτά είπε, κι η γριά την κάμαρα προσδιάβη, για να φέρει
νερό, να πλύνει τα ποδάρια του, μια και το πρώτο εχύθη·
κι αφού του τα ΄πλυνε και τ΄ άλειψε με λάδι πλούσια, κείνος
ξανά με το σκαμνί του εσίμωσε να ζεσταθεί στο τζάκι,
κι είχε το νου του τα κουρέλια του να κρύβουν το σημάδι.
Το λόγο η Πηνελόπη η φρόνιμη ξανά κινούσε πρώτη:
«Ακόμα κάτι, ξένε, θα᾿ θελα μικρό να σε ρωτήσω΄
της βλογημένης της ξεκούρασης η ώρα σε λίγο φτάνει
γι΄ αυτόν που μ΄ όλα του τα βάσανα σε ύπνο γλυκό απογέρνει·
όμως εμένα ο θεός σε αρίφνητα τυράννια μ΄ έχει ρίξει·
τις μέρες γόζουμαι και δέρνουμαι, κι άλλη χαρά δέν έχω,
και μόνο τις δουλειές μου γνοιάζουμαι και πιστατώ τις δούλες.
Μα σαν πλακώσει η νύχτα κι οι άνθρωποι να ξαποστάσουν γέρνουν,
μονάχα εγώ στο στρώμα κοίτουμαι, και την καρδιά μου τρώνε
έγνοιες ακοίμητες, ως μύρουμαι, βαριές, σπαράζοντάς τη.
Η κόρη του Πανδάρεου τ΄ όμορφο τραγούδι πως αρχίζει,
η Αηδόνα η χλωροπράσινη, άνοιξη σα φτάσει, μες στα φύλλα
των δέντρων τα πυκνά καθούμενη, κι αφήνει τη φωνή της
τη δυνατή ν΄ απλώσει ολόγυρα, κι όλο σκοπούς αλλάζει,
καί το παιδί της κλαίει τον Ίτυλο, του βασιλιά του Ζήθου
το γιο, που από αστοχία της κάποτε τον είχε θανατώσει·
έτσι και μένα ο νους διχόγνωμος μια δω, μια κει με σέρνει·
τάχα κοντά στο γιο μου μένοντας τα πάντα ν΄ αφεντεύω,
το βιος μου, το τρανό άαηλόροφο παλάτι και τις δούλες,
και να ντραπώ την κλίνη του άντρα μου και τις φωνές του κόσμου;
για ν΄ ακλουθήξω τον τρανότερο, που πιο πολλά θα δώσει
απ΄ όσους Αχαιούς γυναίκα τους γυρεύουν να με πάρουν;
Κι ο γιος μου, πρώτα που ήταν άπλερος, μωρό παιδί, στο σπίτι
του αντρός μου μ΄ έδενε, δε μ΄ άφηνε να παντρευτώ, να φύγω,
Μα τώρα πια που μου μεγάλωσε και γίνη παλικάρι,
θέλει να φύγω από το σπίτι μας, στα πατρικά να στρέψω·
το βιος μαθές του κακοφαίνεται που του το τρων οι Αργίτες.
Μα τώρα τ΄ όνειρο ξεδιάλυνε που είδα στον ύπνο — γρίκα!
Μες στην αυλή μου χήνες είκοσι το μουσκεμένο στάρι
μου τρώγαν, κι η καρδιά μου εχαίρουνταν που τις θωρούσα· ξάφνου
αϊτός απ΄ το βουνό κατέβηκε, γιγάντιος, γαντζομύτης,
και το λαιμό ολονώ τσακίζοντας νεκρές τις ρίχνει χάμου
σωρό μες στην αυλή, κι υψώθηκε μετά στο θείον αιθέρα.
Κι εγώ βογγούσα μέσα στ᾿ όνειρο, τα κλάματα με πνίγαν
κι οι καλοπλέξουδες Αργίτισσες με ζώσαν, που θρηνούσα
γεμάτη πίκρα για τις χήνες μου, που ΄χεν ο αϊτός σκοτώσει.
Κι αυτός γυρνώντας πίσω κάθισε κατακορφής της στέγης,
και με λαλιά μιλούσε ανθρώπινη και με παρηγορούσε:
"Κόρη του Ικάριου του περίλαμπρου, κουράγιο! κι είναι αλήθεια
αυτά που βλέπεις, δεν είναι όνειρο, θα βγουν σωστά σε λίγο.
Ο αϊτός ο που ΄δες ήταν ο άντρας σου, κι οι χήνες οι μνηστήρες·
είμαι ο καλός σου, που ξανάγεψα στη γη την πατρική μου
και σ΄ όλους τους μνηστήρες θάνατο κακό γοργά θα δώσω."
Αυτά είπε, κι ο γλυκός που μ΄ έδενε μεμιάς μ΄ αφήκεν ύπνος,
κι είδα, τα μάτια όπως κυκλόφερα, τις χήνες στην αυλή μου
να τρώνε δίπλα στο σκαφίδι τους, καθώς και πριν, το στάρι.»
Γυρνώντας τότε ο πολυμήχανος της μίλησε Oδυσσέας:
«Ποιος θα μπορούσε αλήθεια τ΄ όνειρο, κυρά, να ξεδιαλύνει
αλλιώς γυρνώντας το; το ξήγησε τώρα ο Oδυσσέας ατός του,
πως θα ΄βγει· πια χαμός αεύγατος ζυγώνει τους μνηστήρες
όλους· τη μοίρα και το θάνατο δε θα γλιτώσει ουτ᾿ ένας!»
Κι η Πηνελόπη τότε η φρόνιμη γυρνάει κι απηλογιέται:
«Μωρόλογα και κούφια, ξένε μου, πολλά ειν᾿ απ΄ τα όνειρά μας·
το κάθε τι μαθές που βλέπουμε δε βγαίνει αλήθεια πάντα.
Τα ονείρατα τ΄ αγεροφάνταχτα διπλές τις πόρτες έχουν,
τη μια από κέρατο, από φίλντισι την άλλη· κι όσα τύχει
να βγουν περνώντας απ΄ το φίλντισι το καλοδουλεμένο,
μας αναμπαίζουν, λόγια ψεύτικα και κούφια φέρνοντας μας.
Μα όσα απ΄ τις πόρτες που από κέρατο μαστορεύτηκαν βγαίνουν,
σε όποιον θνητό τα ιδεί ξεδιάλυναν αληθινά σε λίγο.
Ωστόσο εκείθε εμένα τ΄ ονειρο το φοβερό, φοβούμαι,
δεν ήρθε, που χαρά θα γέμιζε και μένα και το γιο μου.
Κάτι άλλο τώρα εγώ θα σου ΄λεγα, και συ στο νου σου βαλ᾿ το:
Ζυγώνει, να τη, η αυγή η κατάρατη, που απ΄ του Οδυσσέα το σπίτι
θα με χωρίσει· το αποφάσισα πια τώρα εγώ, δοκίμι
θα βάλω τα πελέκια, που άλλοτε σαν καραβιού παγίδια
στύλωνε εκείνος, κι ήταν δώδεκα σε μια γραμμή στημένα,
κι από μακριά πολύ σαϊτεύοντας τα διαπερνούσεν όλα.
Τέτοιο δοκίμι τώρα μελετώ να βάλω στους μνηστήρες·
όποιος τανύσει απ΄ όλους εύκολα στα χέρια το δοξάρι,
και τη σαγίτα από τα δώδεκα πελέκια διαπεράσει,
μ΄ αυτόν μαζί θα πάω, μακραίνοντας από το σπίτι ετούτο,
που μ΄ είδε νιόπαντρη, πανέμορφο κι από αγαθά γεμάτο,
και που κι αργότερα, σαν στ᾿ όνειρο, θαρρώ θα το θυμούμαι.»
Γυρνώντας τότε ο πολυμήχανος της μίλησε Oδυσσέας:
«Του αρχοντικού Οδυσσέα συντρόφισσα, κυρά μου τιμημένη,
πια το δοκίμι στο παλάτι σου ν΄ αργήσει μην αφήνεις·
τι πριν το τορνεμένο αγγίξουνε δοξάρι, και την κόρδα
πουν να τανύσουν κι η σαγίτα τους το σίδερο περάσει,
θα ΄χει διαγείρει ο πολυμήχανος στο σπίτι του Oδυσσέας.»
Κι η Πηνελόπη τότε η φρόνιμη γυρνάει κι απηλογιέται:
«Ξένε μου, αν ήθελες καθούμενος στην κάμαρα κοντά μου
να μ΄ αλαφρώνεις, δε θα σκέπαζε τα βλέφαρα μου ο γύπνος.
Μα ανύπνωτοι οι θνητοί δε γίνεται να μένουν έτσι πάντα·
έχει το κάθε τι την ώρα του· τέτοιος μαθές ο νόμος
που όρισαν στους θνητούς οι αθάνατοι στη γη την καρποδότρα.
Είναι καιρός λογιάζω, ξένε μου, στο ανώι ν΄ ανέβω απάνω
και να πλαγιάσω στο κρεβάτι μου τα πολυστέναχτά μου,
το μουσκεμένο από τους θρήνους μου κι από την πρώτη μέρα
στην Κακοτροία την αμελέτητη που κίνησε ο Oδυσσέας.
Εκεί λέω να πλαγιάσω· πλάγιασε και συ στο σπίτι μέσα
στρώνοντας χάμω, ξον αν ήθελες κρεβάτι να σου στήσουν.»
Σαν είπε αυτά, ν΄ ανέβει εκίνησε στα λιόφωτα τ΄ ανώγια,
όχι μονάχη· κι άλλες κίνησαν να παν μαζί της βάγιες.
Κι όπως ανέβη με τις βάγιες της στο ανώι, για να πλαγιάσει,
τον Οδυσσέα θυμήθη κι έκλαιγε, τον άντρα της, ωσότου
της έχυσε η Αθηνά η γλαυκόματη γλυκό στα μάτια γύπνο.