Οδύσσεια, μετάφραση Σίδερη, ραψωδία ε

 

ε 1
ε 2
ε 3
ε 4
ε 5
ε 6
ε 7
ε 8
ε 9
ε 10
ε 11
ε 12
ε 13
ε 14

ε 15
ε 16
ε 17
ε 18
ε 19

ε 20
ε 21
ε 22
ε 23
ε 24
ε 25
ε 26
ε 27
ε 28
ε 29
ε 30
ε 31
ε 32
ε 33
ε 34
ε 35
ε 36
ε 37
ε 38
ε 39
ε 40
ε 41
ε 42
ε 43
ε 44
ε 45
ε 46
ε 47
ε 48
ε 49
ε 50
ε 51
ε 52
ε 53
ε 54
ε 55
ε 56
ε 57
ε 58
ε 59
ε 60
ε 61
ε 62
ε 63
ε 64
ε 65
ε 66
ε 67
ε 68
ε 69
ε 70
ε 71
ε 72
ε 73
ε 74
ε 75
ε 76
ε 77
ε 78
ε 79
ε 80
ε 81
ε 82
ε 83
ε 84
ε 85
ε 86
ε 87
ε 88
ε 89
ε 90
ε 91
ε 92
ε 93
ε 94
ε 95
ε 96
ε 97
ε 98
ε 99
ε 100
ε 101
ε 102
ε 103
ε 104
ε 105
ε 106
ε 107
ε 108
ε 109
ε 110
ε 111
ε 112
ε 113
ε 114

ε 115
ε 116
ε 117
ε 118
ε 119
ε 120
ε 121
ε 122
ε 123
ε 124
ε 125
ε 126
ε 127
ε 128

ε 129
ε 130
ε 131
ε 132
ε 133
ε 134

ε 135
ε 136
ε 137
ε 138
ε 139
ε 140
ε 141
ε 142
ε 143
ε 144
ε 145
ε 146
ε 147
ε 148
ε 149
ε 150
ε 151
ε 152
ε 153
ε 154

ε 155
ε 156
ε 157
ε 158
ε 159
ε 160
ε 161
ε 162
ε 163
ε 164
ε 165
ε 166
ε 167
ε 168
ε 169
ε 170
ε 171
ε 172
ε 173
ε 174

ε 175
ε 176
ε 177
ε 178
ε 179
ε 180
ε 181
ε 182
ε 183
ε 184
ε 185
ε 186
ε 187
ε 188
ε 189
ε 190
ε 191
ε 192
ε 193
ε 194
ε 195
ε 196
ε 197
ε 198
ε 199
ε 200
ε 201
ε 202
ε 203
ε 204
ε 205
ε 206
ε 207
ε 208
ε 209
ε 210
ε 211
ε 212
ε 213
ε 214
ε 215
ε 216
ε 217
ε 218
ε 219
ε 220
ε 221
ε 222
ε 223

ε 224
ε 225
ε 226
ε 227
ε 228
ε 229
ε 230
ε 231
ε 232
ε 233
ε 234
ε 235
ε 236
ε 237
ε 238
ε 239

ε 240
ε 241
ε 242
ε 243
ε 244
ε 245
ε 246
ε 247
ε 248
ε 249
ε 250
ε 251
ε 252
ε 253

ε 254
ε 255
ε 256
ε 257
ε 258
ε 259
ε 260
ε 261
ε 262
ε 263
ε 264
ε 265
ε 266
ε 267
ε 268
ε 269
ε 270
ε 271
ε 272
ε 273
ε 274
ε 275
ε 276
ε 277
ε 278
ε 279
ε 280
ε 281
ε 282
ε 283
ε 284
ε 285
ε 286
ε 287
ε 288
ε 289
ε 290
ε 291
ε 292
ε 293
ε 294

ε 295
ε 296
ε 297
ε 298

ε 299
ε 300
ε 301
ε 302
ε 303
ε 304
ε 305
ε 306
ε 307
ε 308
ε 309
ε 310
ε 311
ε 312
ε 313
ε 314
ε 315
ε 316
ε 317
ε 318
ε 319


ε 320
ε 321
ε 322
ε 323
ε 324

ε 325
ε 326
ε 327
ε 328
ε 329
ε 330
ε 331
ε 332
ε 333
ε 334
ε 335
ε 336
ε 337
ε 338
ε 339
ε 340
ε 341
ε 342
ε 343
ε 344
ε 345
ε 346
ε 347
ε 348
ε 349

ε 350
ε 351
ε 352
ε 353
ε 354
ε 355
ε 356
ε 357
ε 358
ε 359
ε 360
ε 361
ε 362
ε 363
ε 364
ε 365
ε 366
ε 367
ε 368
ε 369
ε 370
ε 371
ε 372
ε 373
ε 374

ε 375
ε 376
ε 377
ε 378
ε 379
ε 380
ε 381
ε 382
ε 383
ε 384
ε 385
ε 386
ε 387
ε 388
ε 389

ε 390
ε 391
ε 392
ε 393
ε 394
ε 395
ε 396
ε 397
ε 398
ε 399
ε 400
ε 401
ε 402
ε 403
ε 404
ε 405
ε 406
ε 407
ε 408
ε 409
ε 410
ε 411
ε 412
ε 413
ε 414
ε 415
ε 416
ε 417
ε 418
ε 419
ε 420
ε 421
ε 422
ε 423
ε 424
ε 425
ε 426
ε 427
ε 428
ε 429

ε 430
ε 431
ε 432
ε 433
ε 434
ε 435
ε 436
ε 437
ε 438
ε 439
ε 440
ε 441
ε 442
ε 443
ε 444
ε 445
ε 446
ε 447
ε 448
ε 449

ε 450
ε 451
ε 452
ε 453
ε 454
ε 455
ε 456
ε 457
ε 458
ε 459

ε 460
ε 461
ε 462
ε 463
ε 464

ε 465
ε 466
ε 467
ε 468
ε 469
ε 470
ε 471
ε 472
ε 473
ε 474
ε 475
ε 476
ε 477
ε 478
ε 479
ε 480
ε 481
ε 482
ε 483
ε 484
ε 485
ε 486
ε 487
ε 488
ε 489
ε 490
ε 491
ε 492
ε 493

Κι απ' του λεβέντη Τιθωνού την αγκαλιά η Αυγούλα
σηκώνουνταν να φέρει φως σ' όλους, θεούς κι ανθρώπους.
Τότε βουλή είχανε οι θεοί, κι ο ψηλοβρόντης Δίας
στη μέση, ως παντοδύναμος, καθόταν, κι η Παλλάδα
θυμούνταν και τους έλεγε τα πάθια του Δυσσέα.
Γιατί νοιαζόνταν πόμενε στο σπίτι της νεράιδας.
«Δία πατέρα κι οι άλλοι εσείς, μακαριστοί κι αιώνιοι,
ας μη βρεθεί πια βασιλιάς στον κόσμο σκηπτροφόρος,
πράος, γλυκός, καλόγνωμος, το δίκιο ας μην το ξέρει,
μόν' πάντα ας κάνει τ' άνομα κι ας είναι ένας δυνάστης. 
Πόσο κανείς πια το θεϊκό Δυσσέα δεν τον θυμάται,
απ' όσους όριζε λαούς και σαν πατέρας ήταν
καλός. Μα τώρα βρίσκεται σ' ένα νησί κλεισμένος,
πικρά φαρμάκια πίνοντας στο σπίτι της νεράιδας,
της Καλυψώς, που στανικώς εκεί τον εμποδίζει, 
και δεν μπορεί στην ποθητή πατρίδα να γυρίσει,
γιατί δεν έχει με κουπιά καράβι ουδέ συντρόφους
στα στήθια απάνω τα πλατιά να φύγει του πελάγου.
Και τώρα πάλε μελετούν τ' ολάκριβο παιδί του
να το χαλάσουν, σα γυρνά στον τόπο του, που πήγε
για τον πατέρα του είδηση, τι γίνεται, να μάθει
στην πλούσια Λακεδαίμονα και στη θεϊκιά την Πύλο».
Κι ο Δίας της απάντησε ο συγνεφοσυνάχτης·
«Παιδί μου, πώς τα λόγια αυτά σου φεύγουν απ' το στόμα;
Ατή σου δεν την έκαμες την σκέψη αυτή στο νου σου,
πως ο Δυσσέας σπίτι του σαν πάει να τους πλερώσει;
Φέρ' τα εσύ τώρα βολικά -γιατί μπορείς- στο γιο του,
άβλαβος στην πατρίδα του να φτάσει, κι οι μνηστήρες
άπραχτοι με το γλήγορο καράβι να γυρίσουν».
Έτσι είπε, και στο γιο του Ερμή γυρίζει και του κάνει
«Ερμή, και σ' άλλα εσύ σωστός μαντατοφόρος μου είσαι.
Σύρε να πεις στην Καλυψώ την άσειστη βουλή μας,
πώς να γυρίσει ο τολμηρός Δυσσέας στην πατρίδα,
δίχως τη συνοδειά θεών μήτε θνητών ανθρώπων,
παρά μ' ένα καλόδετο σκαφί, περνώντας πάθια, 
σε είκοσι μέρες στη Σχεριά την καρπερή να φτάσει,
όπου οι Φαιάκοι κατοικούν, απ' των θεών το γένος.
Απ' την καρδιά τους σα θεό θα τον τιμήσουν όλοι
και με καράβι στη γλυκιά πατρίδα θα τον στείλουν,
αφού του δώσουν αρκετά, χαλκό, χρυσό και ρούχα, 
πολλά, κι όσα δε θα 'παιρνε ποτέ του κι απ' την Τροία
στο μερτικό του λάφυρα, κι αν άβλαβος γυρνούσε.
Γιατί του γράφει η μοίρα του να ιδεί τους ποθητούς του,
να φτάσει στην πατρίδα του και στο ψηλό του σπίτι».
Είπε, κι υπάκουσε ο γοργός του Δία αποκρισάρης. 
Κι έδεσε ευτύς στα πόδια του τα δυο όμορφα σαντάλια,
χρυσά κι αιώνια που μαζί με την πνοή του ανέμου,
παντού, σε ατέλειωτες στεριές και πέλαγα τον πάνε.
Έπειτα πήρε το ραβδί, που ανθρώπων -όσους θέλει-
μαγεύει μάτια ή και ξυπνά πάλε άλλους κοιμισμένους. 
Μ' αυτό στα χέρια ο δυνατός Αργοφονιάς πετούσε.
Κι απ' την Πιερία σαν πέρασε χύθηκε απ' τον αιθέρα
στο πέλαγο και πήγαινε στο κύμα σαν το γλάρο,
που μες στου αστέρευτου γιαλού τους αφρισμένους κόρφους
ψάρια ζητά και τα πυκνά φτερά του βρέχει η άρμη.
Έτσι όμοιος πήγαινε ο Ερμής στα κύματα τα πλήθια.
Σαν έφτασε στ' απόμακρο νησί βγήκε όξω τότε
απ' το γαλάζιο πέλαγο και στη στεριά τραβούσε,
όσο που βρήκε μια σπηλιά μεγάλη, όπου η νεράιδα
καθόντανε η λαμπρόμαλλη και μέσα εκεί την ήβρε.
Φωτιά μεγάλη είχε στη στια και μια ευωδιά απ' αλάργα
μοσκοβολούσε στο νησί, κέδρου κι αφράτης θούγιας
που καίγουνταν. Κι η Καλυψώ, μ' ολόχρυση σαΐτα
στον αργαλειό της ύφαινε και γλυκοτραγουδούσε.
Φούντωνε γύρω στη σπηλιά δροσολουσμένο δάσος 
με κυπαρίσσια ευωδιαστά, με πεύκες και με σκλήθρα,
όπου πλατύφτερα πουλιά φωλιάζανε εκεί πάντα,
γεράκια κι ανοιχτόφωνες κουρούνες, βαρδολούπες
θαλασσοπούλια που αγαπούν τα πέλαγα να σκίζουν.
Κι ολόγυρα στην κουφωτή σπηλιά ήταν απλωμένη, 
κληματαριά πολύβλαστη σταφύλια φορτωμένη.
Τέσσερεις βρύσες στη στεριά γλυκό νερό αναβρύζαν,
κοντά-κοντά, κι άλλη απ' αλλού κυλούσε τα νερά της.
Κι ανθούσαν γύρω στη σειρά λιβάδια με γιοφύλια
και σέλινα, που αν τα 'βλεπε κι αθάνατος ακόμα, 
θα σάστιζε και μέσα του θα ξάνοιγε η καρδιά του.
Εκεί στεκόντανε ο Ερμής και θάμαζε θωρώντας.
Κι όλα πια σαν τα χόρτασαν τα μάτια του να βλέπουν,
μπήκε στην απλωτή σπηλιά, κι η λατρευτή νεράιδα,
όπως τον είδε αγνάντια της, τον γνώρισε ποιος ήταν. 
Γιατί οι αθάνατοι θεοί ξέρουν ένας τον άλλο,
κι ανίσως κάθεται κανείς σ' απόμακρα παλάτια.
Μα εκεί το μεγαλόκαρδο Δυσσέα δεν τον βρήκε,
μόν' στ' ακρογιάλι κάθουνταν, σαν πάντα, και θρηνούσε,
με κλάμα, πόνους, στεναγμούς σπαράζοντας στα στήθια, 
κι έχυνε δάκρυα βλέποντας τα πέλαγα τα στείρα.
Ρώτησε τότε τον Ερμή κι η Καλυψώ η νεράιδα,
σε λαμπροσκάλιστο θρονί να κάτσει βάζοντάς τον·
«Και πώς μας κόπιασες, Ερμή, χρυσόραβδε, ακριβέ μου
και σεβαστέ; Γιατί συχνά δε μας πολυθυμάσαι. 
Πες τι ορίζεις; Θα γενεί, σου τάζω, ό,τι προστάξεις,
αν γίνεται η δουλειά που θες κι αν μου περνά απ' το χέρι.
Μόν' έλα μέσα, κόπιασε να σε φιλέψω κάτι».
Έτσι είπε κι έστρωσε η θεά τραπέζι με αμβροσία
γεμάτο, κι ένα κόκκινο τον κέρασε νεχτάρι, 
κι έτρωγε κι έπινε ο γοργός του Δία αποκρισάρης.
Σαν έφαγε και χάρηκε με το φαΐ η καρδιά του,
τότε με λόγια φιλικά της μίλησε έτσι κι είπε·
«Θεά, θεό με ρώτησες γιατί ήρθα, κι ως το θέλεις,
την πάσα αλήθεια θα σου πω κι εγώ μετά χαράς σου. 
Μ' έστειλε εδώ του Κρόνου ο γιος, χωρίς να θέλω να 'ρθω.
Ποιος τόση πικροθάλασσα, που τελειωμό δεν έχει,
θα την περνούσε αυτόθελα; Μήτε έχει καν στο δρόμο
ανθρώπων χώρες, που σφαχτά και διαλεχτές θυσίες
πολλές προσφέρουν στους θεούς. Μα τ' ασπιδάτου Δία
άλλος τη γνώμη δεν μπορεί ν' αλλάξει ή να μην κάμει.
Λέει πως κοντά σου ο πιο πικρός απ' όλους ζει τους άντρες,
που χρόνια εννιά πολέμησαν στη χώρα του Πριάμου,
κι όταν το κάστρο κάψανε το δέκατο πια χρόνο,
για την πατρίδα κίνησαν. Μα στο ταξίδι απάνω 
φταίξανε στη θεά Αθηνά, και σήκωσε ένα αγέρα
γι' αυτούς κακοταξίδευτο και κύματα αφρισμένα.
Τότε όλοι οι άλλοι θαρρετοί συντρόφοι του χαθήκαν,
κι αυτόν εδώ τον έφερε το κύμα κι ο αγέρας.
Τώρα να φύγει στη στιγμή ζητά να τον αφήσεις. 
Γιατί δε γράφει η μοίρα του, αλάργα απ' τους δικούς του
να κλείσει εδώ τα μάτια του, μόν' είναι ριζικό του
να ιδεί πατρίδα και δικούς και τ' αρχοντόσπιτό του».
Έτσι είπε, κι όλο πάγωσε της Καλυψώς το αίμα
και κράζοντάς τον του 'λεγε με θυμωμένα λόγια· 
«Σκληροί θεοί, ζηλιάρηδες, πιο πάνω σεις απ' όλους,
που σκάζετε με τις θεές αν με θνητό πλαγιάσουν
κι ανίσως κάμει ομόκλινο καμιά τον ποθητό της.
Κι η ροδοδάχτυλη Αυγή τον Κυνηγό όταν πήρε,
έτσι οι γλυκόζωοι θεοί ζουλέψατε όλοι, ωσότου 
η Άρτεμη, η χρυσόθρονη παρθένα, με σαΐτες
πυκνές χτυπώντας, τη ζωή στην Ορτυγία του πήρε.
Έτσι κι όταν η Δήμητρα, με τις σγουρές πλεξούδες,
πήγε σε βαθυχόρταρο χωράφι να πλαγιάσει
με το Γιασίονα αγκαλιά, καμένη απ' την αγάπη, 
το 'μαθε ο Δίας στη στιγμή, και μ' ένα αστροπελέκι
καυτό χτυπώντας, του 'σβησε τη νιότη του κι εκείνου.
Τώρα έτσι πάλε σκάσατε, θεοί, μαζί μου, πόχω
άντρα θνητόν. Όμως εγώ τον έσωσα, όταν έρμος
σε μια καρίνα ερχόντανε καβάλα καθισμένος, 
γιατί με κεραυνό καυτό στη μέση του πελάγου
του 'σπασε το γοργόδρομο καράβι ο γιος του Κρόνου.
Τότε όλοι οι άλλοι διαλεχτοί συντρόφοι του χαθήκαν,
και μόνο του τον έφερε το κύμα εδώ κι ο αγέρας.
Τον φίλευα, τον έθρεφα και το 'λεγα μονάχη
αθάνατο κι αγέραστο για πάντα να τον κάμω.
Όμως τη γνώμη αν δεν μπορεί τ' ασπιδοφόρου Δία
να την αλλάξει άλλος θεός, ή να την παρακούσει,
ας φύγει, αφού το πρόσταξε κι έτσι τ' ορίζει εκείνος,
στ' αστέρευτο το πέλαγος. Εγώ όμως δεν τον στέλνω. 
Γιατί δεν έχω με κουπιά καράβι ουδέ συντρόφους
που θα τον πάνε στα πλατιά της θάλασσας τα στήθια.
Μα πρόθυμα μια συμβουλή -το τάζω- θα του δώσω,
πώς άβλαβος στην ποθητή πατρίδα του να φτάσει».
Τότε έτσι πάλε ο δυνατός Αργοφονιάς της είπε 
«Στείλε τον τώρα. Το θυμό του Δία συλλογίσου,
μη σου κακιώσει στα στερνά και θέλει να σε βλάψει».
Έτσι είπε κι έφυγε ο γοργός του Δία αποκρισάρης.
Πήγε κι η νύφη η σεβαστή, τον άφοβο Δυσσέα
ζητώντας, όταν άκουσε την προσταγή του Δία. 
Τον ήβρε που καθόντανε κοντά στ' ακροθαλάσσι
κι ούτε στιγμή του στέγνωναν τα μάτια του απ' τα δάκρυα,
και του 'σβηνε η γλυκιά ζωή στου γυρισμού τον πόνο,
γιατί του γύρισε η καρδιά να ζει με τη νεράιδα.
Μόνο απ' ανάγκη στη βαθιά σπηλιά μ' αυτή τις νύχτες 
αθέλητά του πλάγιαζε, κι ας τον ποθούσε εκείνη.
Όμως τη μέρα κάθουνταν σε βράχους, σ' ακρογιάλια,
με κλάμα, πόνους, στεναγμούς σπαράζοντας τα στήθια,
κι έβλεπε, δάκρυα χύνοντας, τα πέλαγα τα στείρα.
Σιμά του στάθηκε η θεά και λυπημένα του 'πε·
«Καημένε, εδώ όλο πια μην κλαις, μη λιώνεις τη ζωή σου,
κι ήρθε ο καιρός που πρόθυμα να φύγεις θα σε στείλω.
Μόν' έλα κόψε με μπαλτά ξύλα χοντρά, να φτιάσεις
βάρκα πλατιά και το σκαρί ψηλά να της το χτίσεις,
μες στο γαλάζιο πέλαγο να πας. Κι εγώ για σένα 
ψωμί, νερό και κόκκινο κρασί θα βάλω μέσα,
όλα άφθονα, να μην πεινάς, και ρούχα θα σε ντύσω,
και θ' απολύσω πίσω της ένα αεράκι πρύμο,
έτσι άβλαβος στην ποθητή πατρίδα σου να φτάσεις,
αν το θελήσουν οι θεοί, των ουρανών οι αφέντες, 
που 'ναι από μένα ανώτεροι να κρίνουν, να φροντίσουν».
Είπε, και πάγωσε ο θεϊκός πολύπαθος Δυσσέας,
κι έτσι με λόγια πεταχτά της είπε κράζοντάς την·
«Άλλο, θεά, θα μελετάς μ' αυτά, κι όχι ταξίδι,
ενώ μου ορίζεις με σκαφί της θάλασσας το πλάτος 
να πάρω αυτό, τ' ατέλειωτο και φοβερό, που μήτε
γοργά καράβια ισόμετρα δεν το περνούν, που τρέχουν
χαρούμενα στον άνεμο. Μα εγώ, θεά, ποτέ μου
δε θα πατήσω στο σκαφί, χωρίς το θέλημά σου,
ανίσως και δε μου ορκιστείς τον πιο μεγάλο σου όρκο 
πως άλλο δε μου μελετάς πάθος φριχτό να πάθω».
Είπε, και χαμογέλασε στα λόγια του η νεράϊδα
και τρυφερά τον χάιδεψε, και του 'πε αγαπημένα
«Α, τετραπέρατο κορμί, που κόβει ο νους σου πάντα.
Τι λόγια που σοφίστηκες να βγάλεις απ' το στόμα! 
Ναι, μάρτυράς μου ας είναι η γη και τα ψηλά τα ουράνια,
και το τρεχάμενο νερό της Στύγας, που 'ναι ο όρκος
ο πιο μεγάλος, πιο φριχτός των αθανάτων όλων,
πως άλλο δε σου μελετώ πάθος κακό να πάθεις.
Και μόνο αυτά στοχάζομαι όσο κι εγώ η ίδια 
στον εαυτό μου θα 'βρισκα, σε τόση ανάγκη αν ήμουν.
Γιατί είναι η γνώμη μου καλή και νιώθω μες στα στήθια
να 'χω ψυχόπονη καρδιά, δεν έχω σιδερένια».
Είπε και πήγαινε η θεά, στη στράτα αυτή οδηγώντας
γοργά, κι αυτός στ' αχνάρια της ξοπίσω ακολουθούσε, 
κι έφτασαν στη βαθιά σπηλιά, μαζί η θεά κι ο άντρας.
Έκατσε εκείνος στο θρονί που 'χε ο Ερμής αφήσει,
κι εμπρός του η νύφη του 'βαλε κάθε λογής προσφάγια,
να τρώει, να πίνει που οι θνητοί θέλουν να τρώνε οι άντρες.
Κι η ίδια αγνάντια κάθισε στο θεϊκό Δυσσέα 
κι οι παρακόρες έφεραν νεχτάρι κι αμβροσία.
Τότε στα έτοιμα άπλωναν φαγιά στρωμένα εμπρός τους.
Κι αφού χαρήκανε έπειτα να τρώνε και να πίνουν,
άρχισε πρώτη η Καλυψώ κι έτσι είπε λυπημένα·
«Γιε του Λαέρτη, θεϊκέ πολύτεχνε Δυσσέα, 
έτσι λοιπόν, στο σπίτι σου και στη γλυκιά πατρίδα,
θέλεις πια γρήγορα να πας. Θεός μαζί σου ωστόσο.
Αν όμως όλα τα 'ξερες, όσα πικρά φαρμάκια
θα σε ποτίσει η μοίρα σου, πριν φτάσεις στην πατρίδα,
μαζί μου θα 'θελες σ' αυτό να κάθεσαι το σπίτι, 
κι αθάνατο θα σ' έκανα, μ' όσον καημό κι αν έχεις,
να πας να ιδείς το ταίρι σου που λαχταράς αιώνια.
Θαρρώ δα πως χειρότερη δεν είμαι εγώ από κείνη,
στ' ανάστημα και στο κορμί, μήτε ταιριάζει κιόλας,
να παραβγαίνουν οι θνητές με τις θεές στα κάλλη».
Τότε έτσι κι ο πολύσοφος απάντησε ο Δυσσέας·
«Συμπάθα, λατρευτή θεά. Καλά κι εγώ το ξέρω
σαν πόσο φαίνεται άσχημη μπροστά σου η Πηνελόπη,
στ' ανάστημα και στη μορφή, τις δυο όποιος σας συγκρίνει.
Θνητή είναι εκείνη, μα θεά κι αγέραστη είσαι ατή σου. 
Μα κι έτσι πάντα λαχταρώ να φτάσω στην πατρίδα
και να τη δουν τα μάτια μου του γυρισμού τη μέρα.
Κι ανίσως πάλε αθάνατος κανένας με τσακίσει
μες στο κρασάτο πέλαγος, κι αυτό θα το βαστάξω,
γιατί είναι μες στα στήθια μου καρτερικιά η καρδιά μου.
Κι άλλα πολλά που πέρασα, πολλά έχω τραβηγμένα
στις μάχες και στη θάλασσα. Κι αυτό μες στ' άλλα ας έρθει».
Είπε, κι ο ήλιος βούτηξε και πήρε το σκοτάδι,
και τότε στης βαθουλωτής σπηλιάς το βάθος πήγαν,
και την αγάπη χάρηκαν αγκαλιασμένοι οι δυο τους. 
Σαν ήρθε η ροδοδάχτυλη νυχτοθρεμμένη Αυγούλα,
τότε ο Δυσσέας φόρεσε χλαμύδα και χιτώνα,
κι η Καλυψώ μακρόσυρτο χιονόλευκο φουστάνι,
χαριτωμένο και ψιλό και μια μαλαματένια
ζώνη όμορφη στη μέση της και μπόλια στο κεφάλι, 
και το ταξίδι ετοίμαζε του τολμηρού Δυσσέα.
Μεγάλο του 'δωσε μπαλτά που του 'ρχονταν στη χούφτα,
ολόχαλκο και δίστομο που 'χε όμορφο στειλιάρι
μέσα μπηγμένο ελίτικο, με τέχνη σφηνωμένο.
Στο χέρι του 'δωσε έπειτα σκεπάρνι ακονισμένο
και για την άκρη του νησιού πήρε το δρόμο πρώτη,
όπου πολλά φυτρώνανε ψηλά μεγάλα δέντρα,
σκλήθρα και λεύκες κι έλατα ουρανοκαρφωμένα,
στεγνά από χρόνια, ολόξηρα, φύλλα στο κύμα απάνω.
Κι όταν το μέρος του 'δειξε που φύτρωναν τα δέντρα,
γύρισε πίσω η Καλυψώ στο σπίτι, κι ο Δυσσέας
έκοβε καραβόξυλα και πρόκοβε η δουλειά του.
Έκοψε απ' όλα ως είκοσι, τα χαλκοπελεκούσε
με τέχνη, τα σκεπάρνισε, στη στάφνη ισώνοντάς τα.
Τότε η νεράιδα η Καλυψώ του φέρνει ένα τρυπάνι, 
κι όλα σαν τα τρυπάνισε και τα 'δεσε ενωμένα,
με ξυλοκάρφια ταίριαζε τη σκάφη και δαβίδια.
Κι όσο πλατιά την πατωσιά σε φορτηγό καράβι
τη σημαδεύει όποιος καλά ξυλουργική γνωρίζει,
τόσο πλατιά τη σκάρωσε τη σκάφη κι ο Δυσσέας.
Και τα σκαριά σαν έστησε, κοντά κοντά, κατόπι
κάρφωσε τα στραβόξυλα και δούλευε το σκάφος·
και τέλειωσε όταν κάρφωσε και τα μακριά μαδέρια.
Κατάρτι τότε πελεκά κι αντένα της ταιριάζει,
και το τιμόνι ετοίμασε να κυβερνά τη σκάφη,
κι ολόγυρα την έφραξε με λυγαριάς κλωνάρια,
για να μην μπαίνει η θάλασσα και φόρτωσε σαβούρα.
Τότε ένα καραβόπανο φέρνει η θεά, να κάμει
μ' αυτό πανιά και τεχνικά τα ετοίμασε ο Δυσσέας.
Σκότες της έδεσε έπειτα κι απλές και ξάρτια βάζει
και με λοστούς την έριξε στ' αφροντυμένο κύμα
Τέσσερεις μέρες πέρασαν και τα 'χε όλα τελέψει.
Την πέμπτη, απ' το νησί η θεά τον αποχαιρετούσε.
Του 'δωσε ρούχα ευωδιαστά, τον έλουσε μονάχη,
του 'βαλε μέσα σ' ένα ασκί μαύρο κρασί και σ' άλλο 
μεγάλο του 'βαλε νερό και μέσα σε ταγάρι
θροφές κι όλο το γέμισε με πληθερά προσφάγια,
κι ένα αεράκι απόλυσε γλυκόπνευτο και πρύμο.
Άνοιξε τότε τα πανιά χαρούμενα ο Δυσσέας
και στο τιμόνι καθιστός με τέχνη κυβερνούσε,
και μήτε ο ύπνος του 'κλεινε τα μάτια, ενώ την Πούλια
αγνάντευε και το Βοσκό, που αργεί να βασιλέψει,
και την Αρκούδα, που πολλοί κι Αμάξι τήνε κράζουν
και πάντα αυτού κλωθογυρνά τον Κυνηγό θωρώντας,
και μόνη αυτή δε λούζεται στου Ωκεανού το κύμα. 
Γιατί η νεράιδα του 'λεγε τ' αστέρι εκείνο να 'χει
σαν αρμενίζει στο γιαλό, στ' αριστερό του χέρι.
Μέρες τραβούσε δεκαφτά στης θάλασσας τα πλάτια.
Στις δεκαοχτώ φανήκανε της χώρας των Φαιάκων
τα βαθιοΐσκιωτα βουνά στο πιο κοντά του μέρος
και σα θολούρα φαίνουνταν στο θάμπος του πελάγου.
Γυρνώντας τότε ο Σαλευτής της γης απ' τους Αιθιόπους,
αλάργα ακόμα, απ' τα βουνά τον είδε των Σολύμων
που αρμένιζε στη θάλασσα και ξάναψε ο θυμός του,
κι έτσι μονάχος του έλεγε κουνώντας το κεφάλι:
«Αχ, οι θεοί την άλλαξαν τη γνώμη τους στο τέλος
για το Δυσσέα, όταν εγώ στους Αιθιόπους ήμουν.
Να, στων Φαιάκων σίμωσε τη χώρα, όπου γραφτό του
είναι να τα ξεφύγει εκεί του χάρου τα πλεμάτια.
Όμως, το τάζω, συμφορές να τον χορτάσω ακόμα». 
Έτσι είπε και τα σύγνεφα συνάζει, και στα χέρια
την τρίαινά του αδράχνοντας, το πέλαο συνταράζει,
κι όλες τις μπόρες σήκωσε κάθε λογής ανέμου
και σκέπασε στεριά μαζί και θάλασσα με νέφια.
Απ' τα ουράνια χύθηκε σκοτάδι και φυσούσαν
μαζί ο Σιρόκος κι η Νοτιά κι ο Ζέφυρος, αέρας
φουρτουνιασμένος, κι ο Βοριάς που φέρνει παγοκαίρι,
θεριά μεγάλα κύματα στο διάβα του κυλώντας.
Γόνατα τότε κι η καρδιά κοπήκαν του Δυσσέα,
κι είπε, βαριά στενάζοντας στην άφοβη ψυχή του· 
«Αλίμονό μου ο δύστυχος! Στο τέλος τι θα γίνω;
Φοβούμαι αλάθευτα η θεά μη μου τα πρόβλεψε όλα,
που μου 'λεγε πως συμφορές στα πέλαγα θα πάθω,
πριν φτάσω στην πατρίδα μου. Να που αληθεύουν όλα.
Ο Δίας με τι σύγνεφα τον ουρανό σκεπάζει,
και τάραξε τη θάλασσα κι όλες φυσούν οι μπόρες
του κάθε ανέμου. Αχ, τώρα πια, πάει, γλιτωμό δεν έχει.
Χίλιες φορές οι Δαναοί πιο καλοτυχεροί μου
που μες στην Τροία χάθηκαν για τους δυο γιους τ' Ατρέα.
Έτσι είθε να 'πεφτα κι εγώ την ώρα που χιλιάδες 
τα χάλκινα κοντάρια τους οι Τρώες μου πετούσαν
για τ' Αχιλλέα το νεκρό. Μνημούρι τότε θα 'χα
κι οι Αχαιοί τη δόξα μου παντού θα τη σκορπούσαν.
Μα τώρα γράφει η μοίρα μου ν' αδικοθανατίσω».
Έτσι είπε και κατάκορφα τον χτύπησε άγριο κύμα, 
με λύσσα ορμώντας φοβερή, που τράνταξε όλη η σκάφη,
και πέρα μες στα κύματα τον πέταξε τον ίδιο,
και του ‘φυγε απ' τα χέρια του το διάκι που κρατούσε,
και το κατάρτι του 'σπασε στη μέση η ανεμοζάλη,
που απ' των ανέμων πλάκωσε το πάλεμα με λύσσα, 
κι έπεσε αλάργα το πανί στο κύμα κι η αντένα.
Ώρα πολλή κατάπατα τον είχε βυθισμένον,
και μήτε μπόρεσε εύκολα να ξενερίσει απάνω,
όπως τον χτύπησε με ορμή το φουσκωμένο κύμα.
Γιατί τον βάραιναν πολύ τα ρούχα, που δοσμένα 
του 'χε η νεράιδα η Καλυψώ. Κι αργά πια βγήκε απάνω,
φτύνοντας απ' το στόμα του πικρή χολή την άρμη,
που απάνω στο κεφάλι του σα βρύση κελαηδούσε.
Μα το σκαφί δεν ξέχασε, κι ας έβγαινε η ψυχή του,
μόν' χύθηκε στα κύματα και πιάστηκε από πάνω, 
και μες στη μέση κάθισε το χάρο να ξεφύγει,
ενώ το κύμα εδώ κι εκεί το πέταε στην ορμή του...
Πώς χινοπωρινός βοριάς σαρώνει μες στον κάμπο
τ' αγκάθια κι όλα γίνουνται κουβάρι ένα με τ' άλλο,
έτσι έδερναν οι άνεμοι στη θάλασσα τη σκάφη. 
Πότε την έπαιρνε ο Βοριάς απ' το Νοτιά σπρωγμένη,
πότε κυνήγι ο Ζέφυρος την πέταε στο Σιρόκο.
Τον είδε η κρουσταλλόποδη Ινώ, του Κάδμου η κόρη,
η Λευκοθέα, που θνητή πριν ήταν και μιλούσε
και τώρα δόξα απ' τους θεούς μέσα στα πέλαγα είχε, 
και του Δυσσέα πόνεσε τα πάθια που τραβούσε.
Και σαν την πάπια πεταχτή βγήκε απ' τα κύματα όξω
και στο καλόδετο σκαφί κάθισε απάνω κι είπε·
«Γιατί, καημένε, θύμωσε μαζί σου ο Κοσμοσείστης
έτσι βαριά και με πικρά φαρμάκια σε ποτίζει; 
Μα κι αν λυσσάξει απ' το θυμό δε θα σου φάει το μάτι.
Μόν' έτσι κάμε γλήγορα θαρρώ πώς κόβει ο νους σου.
Βγάλε τα ρούχα που φορείς κι αμόλα στους ανέμους
να παραδέρνει το σκαφί και πάντα κολυμπώντας
προσπάθησε πώς θα βρεθείς στη χώρα των Φαιάκων
όπου γραφτό είναι να σωθείς. Πάρε κι αυτό ν' απλώσεις
κατάσαρκα στα στήθια σου τ' αθάνατο μαντίλι.
Δεν έχεις φόβο να πνιγείς μήτε κακό να πάθεις.
Κι όταν αγγίξεις στη στεριά τα χέρια σου, το λύνεις
και πίσω μες στα κύματα το ρίχνεις τ' αφρισμένα, 
αλάργα απ' την ακρογιαλιά και στρέψε αλλού να βλέπεις».
Είπε και του 'δωσε η θεά τ' αθάνατο μαντίλι
και βούτηξε στη θάλασσα την αφροκυματούσα,
όμοια με πάπια, κι άξαφνα τη σκέπασε το κύμα.
Τότε έτσι κι ο πολύπαθος Δυσσέας συλλογιούνταν 
κι είπε, βαριά στενάζοντας, στην άφοβη ψυχή του:
«Αλί μου, πάλε αθάνατος κανείς καινούρια απάτη
μου πλέκει, ενόσω μου ζητά όξω να βγω απ' τη σκάφη.
Μα ακόμα δε θα γελαστώ, γιατί η στεριά είναι αλάργα,
όπου μου πρόβλεψε η θεά καταφυγή, πως θα 'βρω.
Μόν' άλλο πιο καλύτερο μου φαίνεται θα κάμω.
Όσο τα ξύλα στους αρμούς είναι ενωμένα ακόμα,
θα μείνω αυτού και θα βαστώ, στα βάσανα χωμένος.
Κι όταν τη σκάφη ολότελα τα κύματα χωρίσουν,
θα κολυμπήσω, πιο καλό να κάμω αφού δεν έχω».
Κι εκεί που τέτοια ανάδευε μες στης καρδιάς τα βάθη
σήκωσε ο Σαλευτής της γης ένα πελώριο κύμα,
όρθιο, σκαστό, καμαρωτό, κι απάνω του έπεσε όλο.
Κι όπως σαρώνει τ' άχυρα της θημωνιάς, σαν πιάσει
σφοδρός αέρας, κι άλλα αλλού της τ' ανεμοσκορπίζει, 
έτσι της σκάφης τα μακριά της σκόρπισε τα ξύλα.
Τότε ο Δυσσέας κάθισε καβάλα σ' ένα ξύλο
σα να 'ταν άτι τρεξιμιό κι έβγαλε ευτύς τα ρούχα
που του 'χε δώσει η Καλυψώ κι άπλωσε το μαντίλι
στα στήθια του και πέφτοντας στη θάλασσα τα μπρούμτα
τα χέρια κλειούσε κι άνοιγε να κολυμπά ζητώντας.
Τον είδε τότε ο Σαλευτής της γης ο Ποσειδώνας
κι έτσι έλεγε μονάχος του κουνώντας το κεφάλι·
«Έτσι χορτάτος βάσανα στο πέλαο τώρα τράβα,
ωσότου θεογέννητους ανθρώπους ν' απαντήσεις. 
Μα κι έτσι μ' όσα τράβηξες, παράπονο δε θα 'χεις».
Είπε και τα καλότριχα χτυπώντας άλογά του,
πήγε τρεχάτος στις Αιγές πού 'χε ακουστό ναό του.
Τότε άλλο σκέφτηκε η θεά Παλλάδα με το νου της.
Έκοψε κάθε ανέμου ορμή κι όλοι είπε να λαγιάσουν 

και το γλυκόπνευτο Βοριά ξεσήκωσε μονάχο,
κι έσπασε εμπρός τα κύματα ωσότου πια ο Δυσσέας
να πάει να βρει τους Φαίακες τους θαλασσοθρεμμένους
απ' το χαμό γλιτώνοντας κι απ' τη βαριά του μοίρα.
Στα φουσκωμένα κύματα δυο μέρες και δυο νύχτες 
παράδερνε κι αντίκρισε χίλιες φορές το χάρο.
Σαν έφεξε η ροδόχρωμη αυγή την τρίτη μέρα
έπαψε τότε ο άνεμος κι ήρθε άπνευτη γαλήνη.
Τότε είδε τη στεριά κοντά, με μια γοργή ματιά του,
όπως τον σήκωσε ψηλά το φουσκωμένο κύμα.
Πώς είναι του πατέρα η γεια γλυκιά για τα παιδιά του,
που κείτεται βαριάρρωστος και λιώνει μες στους πόνους
χρόνια και χρόνια και πικρή τον βασανίζει μοίρα,
μα τον γλιτώνουν οι θεοί χαρούμενα απ' το χάρο,
έτσι τα δένδρα κι η στεριά τρισπόθητα φανήκαν 
και στο Δυσσέα, κι έπλεκε γοργά στη γη να φτάσει.
Κι όταν πια τόσο ήταν κοντά που ακούνε όταν φωνάξεις,
τότε άκουσε της θάλασσας τους χτύπους στ' ακροβράχια.
Βαριά βογγούσαν στη στεριά τα κύματα αφρισμένα
χτυπώντας, κι όλα τα 'κρυβε της θάλασσας η άχνα. 
Γιατί δεν είχε απόσκεπα λιμάνια μήτε κόρφους,
μόν' ακροβράχια πρόβελναν, φαγώματα και πέτρες.
Γόνατα τότε και καρδιά κοπήκαν του Δυσσέα
κι είπε, βαριά στενάζοντας, στην άφοβη καρδιά του·
 «Αλί μου, κι αν ανέλπιστα μου 'δωσε ο γιος του Κρόνου
να ιδώ στεριά και πέρασα το βάθος του πελάγου,
το έβγα όμως δεν φαίνεται απ' τ' αφρισμένο κύμα.
Τα βράχια είναι έξω κοφτερά και γύρω τους μουγγρίζουν
τα κύματα άγρια κι αρχινούν απότομες οι πέτρες,
κι είναι άπατα όξω τα ρηχά, μήτε κι υπάρχει τρόπος 
στα δυο μου πόδια να σταθώ για να σωθώ απ' το χάρο,
μήπως σε πέτρα αγκαθωτή το κύμα με χτυπήσει,
καθώς θα βγαίνω, αρπώντας με και πάει χαμένη η ορμή μου.
Κι αν κολυμπήσω παρακεί, κάπου να ξεδιαλύνω
ακρογιαλιά απαλόστρωτη και σφαλιστό λιμάνι, 
φοβούμαι πάλε ορμητικά μήπως μ' αρπάξει η αντάρα
κι ενώ βογγώ στο πέλαγος με πάει το ψαροθρόφο,
ή και τρανό θεριόψαρο μου βγάλει, εμπρός μου η μοίρα,
απ' όσα θρέφει αμέτρητα της θάλασσας το βάθος.
Γιατί το ξέρω τι θυμό βαστάει για μένα ο Σείστης».
Κι εκεί που τέτοια ανάδευε στα βάθη της καρδιάς του,
κύμα σκαστό τον πέταξε στ' ανώμαλα ακροβράχια.
Θα 'σπαζε εκεί τα κόκαλα και θα 'γδερνε τις σάρκες,
αν η λιοθώρητη Αθηνά δε φώτιζε το νου του.
Από 'να βράχο πιάστηκε με τα γερά του χέρια, 
χυμώντας και κρατήθηκε με την ψυχή στο στόμα,
όσο που πέρασε γοργό τ' αφροντυμένο κύμα.
Έτσι το ξέφυγε. Μα ευτύς ξανάστροφα γυρνώντας
τον χτύπησε και στου γιαλού τον πέταξε το βάθος.
Πώς, το χταπόδι όταν τραβούν απ' το θαλάμι του όξω,
πετράδια αμέτρητα κολλούν απάνου στα βυζιά του,
έτσι στο βράχο κόλλησαν απ' τα γερά του χέρια
οι σάρκες και τον σκέπασε το φουσκωμένο κύμα.
Γραφτό του θα 'ταν να χαθεί τότε ο πικρός Δυσσέας,
αν η λιοθώρητη Αθηνά δε φώτιζε το νου του.
Σα βγήκε απάνω στον αφρό, πιο πέρα κολυμπούσε,
προς τη στεριά κοιτάζοντας αν θ' αντικρίσει κάπου
ακρογιαλιά απαλόστρωτη και σφαλιστό λιμάνι.
Σε ποταμού γοργότρεχου σαν ήρθε κολυμπώντας
το στόμα, ο τόπος βολικός του φάνηκε πως ήταν,
αμμουδερός κι απάνεμος κι ένιωσε που κυλούσε
ο ποταμός κι άρχισε ευτύς παράκληση να κάνει·
«Σώσε με, αφέντη, όποιος εσύ κι αν είσαι, που σε βρήκα
μπροστά μου πολυπόθητο, ζητώντας να ξεφύγω
του Ποσειδώνα το θυμό στης θάλασσας τα βάθια. 
Απ' τους παντοτινούς θεούς ο πολυπλανεμένος
παίρνει τη χάρη που ζητά, καθώς κι εγώ που τώρα
στο ρέμα σου, στα πόδια σου προσπέφτω απ' τα δεινά μου.
Ελέησέ με, αφέντη μου, προστάτη μου σε κράζω.»
Είπε, κι εκείνος έκοψε αμέσως την ορμή του, 
το κύμα κράτησε κι εμπρός έκαμε στο Δυσσέα
γαλήνη και τον γλίτωσε στου ποταμού το στόμα
κι εκεί στη γης γονάτισε και κρέμασε τα χέρια,
γιατί στο κύμα απόκαμε κι ήταν πρησμένος όλος
κι ανάβρυζε απ' το στόμα του κι απ' τα ρουθούνια η άρμη.
Δίχως πνοή, δίχως λαλιά και λιγοθυμισμένος
κείτονταν κι απ' την κούραση πονούσε το κορμί του.
Κι ως πήρε ανάσα κι η καρδιά συνέφερε στα στήθια
τότε έλυσε από πάνου του το θεϊκό μαντίλι
και στο θαλασσοφλοίσβιστο τ' απόλυσε ποτάμι,
κι αμέσως κύμα φουσκωτό το πήρε στην ορμή του
κι η Λευκοθέα τ' άρπαξε στα τρυφερά της χέρια.
Απ' το ποτάμι αλάργεψε και πλάγιασε στα βούρλα
κι εκεί φιλούσε σκύβοντας τη γης την καρποδότρα
κι είπε, βαριά στενάζοντας, στην άφοβη καρδιά του·
«Αλί μου, τι θα πάθω πια; Στο τέλος τι θα γίνω;
Αν την πολύπικρη νυχτιά περάσω στο ποτάμι,
ψυχρή θα μ' έβρει παγωνιά και παγερή δροσούλα
τη λιγωμένη μου καρδιά να μου την παραλύσουν,
Απ' το ποτάμι την αυγή φυσάει ψυχρό τ' αγιάζι. 
Κι αν στη βουνοπλαγιά ανεβώ και στο ισκιερό λαγκάδι
να κοιμηθώ μες στα πυκνά χαμόκλαδα, αν μ' αφήσει
το τούρτουρο κι η κούραση κι ύπνος βαθύς με πάρει,
τρέμω μην πέσουν τα θεριά και δε μ' αφήσουν σκλίδα».
Κι εκεί που τέτοια ανάδευε, καλύτερό του βρήκε 
να πάει στο δάσος και κοντά το βρήκε στο ποτάμι,
σε μια κορφή και τρύπωσε σε δυο από κάτω δέντρα
μαζί βγαλμένα, το 'να ελιά και τ' άλλο ήταν αγρέλα.
Ποτέ δεν τα 'πιανε η ορμή του νοτισμένου ανέμου,
μήτε κι ο ήλιος τα 'φρυγε με τις λαμπρές του αχτίδες, 
μήτε περνούσε κι η βροχή στη ρίζα τους να φτάσει.
Τόσο πυκνά που φύτρωναν πλεγμένα ένα με τ' άλλο.
Κάτω ο Δυσσέας τρύπωσε, και με τα δυο του χέρια
στοίβιασε στρώμα απλόχωρο -γιατί είχε εκεί χυμένα
σωρό τα φύλλα που και δυο και τρεις θα φυλαγόνταν
μες στου χειμώνα την καρδιά κι ας φρένιαζε φυσώντας.
Τόειδε και χάρηκε ο θεϊκός πολύπαθος Δυσσέας
κι εκεί στη μέση πλάγιασε κι απάνου του με φύλλα
σκεπάστηκε. Κι όπως κανείς χώνει στη μαύρη στάχτη
δαυλί μες στ' ακροχώραφο, γειτόνους αν δεν έχει,
για να φυλάξει τη φωτιά, να μη γυρεύει απ' άλλους,
έτσι ο Δυσσέας χώθηκε στα φύλλα. Κι η Παλλάδα
ύπνο στα μάτια του 'χυνε, για να τον ξαποστάσει
απ' τη βαριά του κούραση, τα βλέφαρά του κλειώντας.