Περιεχόμενα Α περίληψη Α 1-53 Α 54-306 Α 307-431α Α 431β-612 Β Περίληψη Γ Περίληψη Γ 121-244 Δ Περίληψη Δ 422-544 Ε Περίληψη Ε 270-430 Ζ Περίληψη Ζ 119-236 Ζ 369-529 Η Περίληψη Η 206-315 Θ Περίληψη Ι Περίληψη Ι 225-431 Κ Λ Μ Ν Ξ Περίληψη Ο Περίληψη Ο 1-79 Π Περίληψη Π 1-100 Π 684-867 Ρ Περίληψη Ρ 424-458
Ιλιάδα, Τ 1-152, Η συμφιλίωση του Αχιλλέα με τον Αγαμέμνονα

Ιλιάδα, Σ 478-616, Ο Ήφαιστος κατασκευάζει την πανοπλία του Αχιλλέα-Περιγραφή της ασπίδας

Η Ιλιάδα διαρκεί 51 ημέρες. Στην ενότητα διανύουμε τις παρακάτω μέρες:

1

2

3

4

5

6

7

8

9

10

11

12

13

14

15

16

17

18

19

20

21

22

23

24

25

26

27

28

29

30

31

32

33

34

35

36

37

38

39

40

41

42

43

44

45

46

47

48

49

50

51

 

 

 

 
     

Α' Κείμενο

ΚΥΡΙΑ ΘΕΜΑΤΑ:

  • Μια ακόμη συνάντηση Αχιλλέα και Θέτιδας: ο ήρωας δέχεται από τη μητέρα του την καινούρια πανοπλία και συμβουλές

  • Η απόρρησις της μήνιδος - Η συμφιλίωση

  • Τη θέση του θυμού παίρνει η δίψα για εκδίκηση

 
 

Α' Κείμενο

 

Η Θέτιδα παραδίδει στον Αχιλλέα τη νέα πανοπλία του

Άφηνε του Ωκεανού τα βάθ' η ροδισμένη
Ηώς να φέρει των Θεών το φως και των ανθρώπων·
κι έφερ' η Θέτις του θεού τα δώρ' αυτά στα πλοία
Ήβρε σιμά στον Πάτροκλο τον ποθητόν υιόν της
5. πικρά να κλαίει, και πολλοί τριγύρω του εθρηνούσαν
σύντροφοι, κι η ασύγκριτη θεά σιμά τους ήλθε.
Το χέρι του 'πιασε σφικτά, προσφώνησέ τον κι είπε:
«Παιδί μου, αυτόν ν' αφήσομε, με όλο μας τον πόνο,
να κείτεται, ως τον δάμασε η βουλή των αθανάτων·
10. του Ηφαίστου τώρα δέξου εσύ τ' άρματα τα ωραία,
που όμοια δεν εφόρεσε κανείς θνητός ακόμη».
Είπε και καθώς έθεσεν εμπρός στον Αχιλλέα
τ' άρματα τα καλότεχνα, κείν' αντηχήσαν όλα.
Οι Μυρμιδόνες τρόμαξαν, κανείς να τ' αντικρίσει
15. δεν ετολμούσε κι έφυγαν· και άμα τα είδ' εκείνος,
μέσα του εχόχλασε η χολή βαθύτερα και αστράψαν
ωσάν φωτιά τα μάτια του· κι ευφραίνετο να πιάνει
τα ωραία δώρα του θεού· και αφού να τα θωράει
τα εξαίσια κείνα θαύματα μες στην ψυχήν του ευφράνθη,
20. είπε προς την μητέρα του: «Τ' άρματα, ως μητέρα,
τέτοια τα χάρισε ο θεός, καθώς να είναι αρμόζει
έργα θεών, και οπού θνητός δεν τα κατασκευάζει.
Και τώρα εγώ θ' αρματωθώ· μόνον πολύ φοβούμαι
μήπως εις τον ανδράγαθον υιόν του Μενοιτίου

25. στες ανοικτές λαβωματιές αισχρές βοηθήσουν μύγες
και τα σκουλήκια γεννηθούν και τον νεκρόν να φθείρουν,
αφού τον άφησε η ψυχή, και όλο σαπεί το σώμα».
Κι η ασημόποδη θεά σ' εκείνον αποκρίθη:
«Παιδί μου, αυτόν τον στοχασμόν ποσώς μη βάλει ο νους σου. 1
30. Από τες μύγες, άγριες σπορές που κατατρώγουν
τον σκοτωμένο μαχητήν, εγώ θα τον φυλάξω·
κι εάν σταθεί κειτόμενος, όσο να κλείσει ο χρόνος,
άβλαπτο και καλύτερο θα στέκεται το σώμα.
Κάλεσε ωστόσο εις σύνοδον των Αχαιών τους πρώτους
35. και βάλε κάτω τον θυμόν που έχεις στον Ατρείδη,
κι ευθύς ρίξου στον πόλεμον και περιζώσου ανδρείαν».
Είπε και τον εγέμισεν ανδραγαθία και θάρρος
και στα ρουθούνια του νεκρού ρόδινο στάζει νέκταρ
και αμβροσίαν
, άφθαρτο το σώμα να κρατήσει.




Ο Αχιλλέας συγκαλεί συνέλευση του στρατού

40. Και παίρνει την ακρογιαλιάν ο θείος Αχιλλέας 2
και με κραυγή τρομακτική σηκώνει τους Αργείους.
Και αυτοί που πάντοτ' έμεναν στην περιοχή των πλοίων,
και όσοι τα πλοία κυβερνούν και στρέφουν το πηδάλι,
οι οικονόμοι, οι μοιρασταί του σίτου, ετρέξαν όλοι
45. στην σύνοδον που εφάνηκε και πάλιν ο Πηλείδης
που τόσον έλειπε καιρόν απ' τον σκληρόν αγώνα.
Με χωλό πόδι εβάδιζαν του Άρη δυο βλαστάρια,
Τυδείδης ο ανδράγαθος και ο θείος Οδυσσέας,
και ακούμπαν στα κοντάρια τους, ως ήσαν λαβωμένοι,
50. και της συνόδου εκάθισαν στες έδρες που 'ναι οι πρώτες.
Κατόπιν ήλθεν ύστερος ο μέγας Αγαμέμνων,
είχε κι εκείνος λάβωμα που στον σκληρόν αγώνα
με κονταριά τού άνοιξεν ο Αντηνορίδης Κόων·

 

Η συμφιλίωση:
Ο λόγος του Αχιλλέα

και ως όλοι ομού συνάχθηκαν οι Αχαιοί, σηκώθη
55. στη μέση τους και ομίλησεν ο θείος Αχιλλέας:
«Ατρείδη, τάχα ωφέλησεν εκείνο εμάς τους δύο,
εσέ, κι εμέν' ότ' άναψε φαρμακερή διχόνοια
τα σωθικά μας και ο θυμός, εξ αφορμής της κόρης;
Να 'χε την σβήσ' η Άρτεμις με βέλος την ημέρα
60. που επόρθησα την Λυρνησσόν, και δούλη την επήρα·
τότε δεν θα εδάγκαναν τόσοι Αχαιοί το χώμα
κάτω απ' τες λόγχες των εχθρών, κι ήτ' ο θυμός μου αιτία.
Ο Έκτωρ απ' την έχθρα μας εκέρδισε και οι Τρώες,
αλλ' οι Αχαιοί πολύν καιρόν θαρρώ θα την θυμούνται.
65. Αλλ' ό,τι εγίνη αφήνομεν, αν και μας έχει πλήξει
και πρέπει να δαμάσομεν στα στήθη την ψυχή μας.
Παύω εγώ τώρα την χολήν ότι ποσώς δεν πρέπει
θυμόν να τρέφω αιώνιον· συ μην αργείς ωστόσο
στον πόλεμον τους Αχαιούς αμέσως να σηκώσεις·
70. ότι τους Τρώας άντικρυ θα δοκιμάσω αν θέλουν
να ξενυκτούν στα πλοία μας· θαρρώ που όσοι προφθάσουν
να φύγουν απ' τη λόγχη μου και απ' τον δεινόν αγώνα
πολλή χαρά θενά αισθανθούν τα γόνατα να κλίνουν».
Είπεν αυτά κι εχάρηκαν οι Αχαιοί γενναίοι
75. που άφησε ο μεγαλόψυχος Πηλείδης το θυμό του.

 

Ο λόγος του Αγαμέμνονα

Και προς αυτούς ομίλησεν ο μέγας Αγαμέμνων
εκείθεν όπου εκάθονταν, χωρίς να προχωρήσει:
«Ήρωες φίλοι Δαναοί, θεράποντες του Άρη,
ν' ακούετ' ανεμπόδιστος όποιος τον λόγον έχει
80. η τάξις θέλει· κι έμπειρον η διακοπή πειράζει·
να ειπεί, ν' ακούσει ποιος μπορεί στον θόρυβον που κάνουν
τα πλήθη; Και ψηλόφωνος δειλιάζει δικηγόρος.
Εις τον Πηλείδην τώρα εγώ θα εξηγηθώ κι οι άλλοι
Αργείοι κείνο οπού θα ειπώ καλά νοήσετ' όλοι.
85. Πολλές φορές οι Αχαιοί μ' ονείδισαν για τούτο,
αλλ' αίτιος δεν είμ' εγώ· αλλά είναι ο Ζευς κι η Μοίρα 3
και η νυκτοπλάνητη Ερινύς, που την αγρίαν Άτην
τότε μέσα στη σύνοδον εβάλαν εις τον νουν μου,
και του Αχιλλέως πήρα εγώ ο ίδιος το βραβείον.
90. Και τι θα έκανα; Ο θεός τα πάντα κατορθώνει.
Σεβαστή κόρη του Διός η Άτ' η ολεθρία
κατάρατη αερόποδη, το χώμα δεν εγγίζει
ανάερ' από τες κεφαλές γυρίζει των ανθρώπων
για να τους βλάψει, και άσφαλτα έν' απ' τους δυο τους δένει·
95. τον Δί' ακόμη έβλαψε, που υπέρτατον τον λέγουν
και οι θνητοί και οι αθάνατοι· όμως και αυτόν η Ήρα
απάτησε, αν και αδύνατη, με δόλον την ημέραν
εκείνην, οπού έμελλε στην πυργωμένη Θήβην
του Ηρακλή την δύναμιν η Αλκμήνη να γεννήσει.
100. Ότ' είπε αυτός καυχώμενος στους αθανάτους όλους:
"Σεις όλοι αθάνατοι θεοί, θεές και σεις, ακούτε
ό,τι στα στήθη μου η ψυχή να ειπώ παρακινεί με·
θα φέρει σήμερα στο φως η ωδινοφόρα Ειλείθυια
άνδρα που γύρω των λαών θα βασιλεύσει όλων·
105. κατάγεται απ' το αίμα μου και από την γενεάν μου".
Κι η Ήρα του 'πε η σεβαστή με δόλον εις τον νουν της:
"Θα φανείς ψεύτης, δεν θα ιδείς ο λόγος σου να γίνει.
Κι όρκον, Ολύμπιε, δυνατόν, αν θέλεις όμοσέ μου
που όλων τριγύρω των λαών θα βασιλεύσει εκείνος
110. που μες στα πόδια γυναικός την σήμερον θα πέσει
που να 'ναι από το αίμα σου και από την γενεάν σου".
Είπε και δεν ενόησεν ο Ζευς ποσώς τον δόλον,
και όρκον μέγαν όμοσε, και αυτό κακό τού εγίνη.
Κι η Ήρ' από την κορυφήν του Ολύμπου εχύθη στ' Άργος
115. το Αχαϊκόν, που εγνώριζεν εκεί του Περσηιάδου
Σθενέλου
την ασύγκριτην γυναίκα, οπού βαστούσε
μες στην γαστέρα της παιδί κι εμέτρα επτά φεγγάρια·
και αν και λειπόμηνον, στο φως τον έβγαλεν η Ήρα
και της Αλκμήνης κράτησε τη γέννα και τους πόνους
120. κι η ίδια το 'πε του Διός: "Πατέρ' αστραποφόρε,
άκουσε κάτι· πρόωρα άνδρας λαμπρός γεννήθη
ο Ευρυσθεύς, που βασιλεύς θα είναι των Αργείων,
πατέρας του είναι ο Σθένελος και πάππος ο Περσέας,
γένος σου· και του στέκεσαι το σκήπτρο των Αργείων".
125. Είπε· στα σπλάχνα του Διός δριμύς εμπήκε πόνος.
Την Άτην άρπαξεν ευθύς απ' τες λαμπρές πλεξίδες
με την χολήν εις την καρδιά και όμοσε μέγαν όρκον:
"Ποτέ στ' αστέρια τ' ουρανού και στες κορφές του Ολύμπου
η Άτη, όλεθρος κοινός, στο εξής να μην πατήσει".
130. Είπε και με το χέρι του την πέταξε από τ' άστρα
σφενδονιστικά κι έφθασε αυτή στους τόπους των ανθρώπων.
Πάντοτ' εστέναζε απ' αυτήν όταν τον ποθητόν του
εβασανίζαν οι απρεπείς αγώνες του Ευρυσθέως.
Ομοίως κι εγώ πάντοτε όταν ο μέγας Έκτωρ
135. ακράτητος εθέριζε στες πρύμνες τους Αργείους,
η Άτη, που μ' ετύφλωσε δεν έβγαινε απ' τον νου μου.
Κι εάν τότ' ετυφλώθηκα και ο Ζευς τον νου μου επήρε,
να το διορθώσω θέλω εγώ με ξαγοράν πλουσίαν·
αλλά σήκω στον πόλεμον και σήκωσε τα πλήθη.
140. Και όλα τα δώρα είν' έτοιμα, κείνα που στη σκηνή σου
εχθές που ήλθε σου 'ταξεν ο θείος Οδυσσέας·
και, αν θέλεις, στάσου, κράτησε της μάχης την ορμή σου,
τα δώρα οι θεράποντες απ' το δικό μου πλοίον
θενά σου φέρουν για να ιδείς που εξαίσια θα τα δώσω».



 

Ο Αχιλλέας βιάζεται
να μπει στη μάχη

145. Και ο πτεροπόδης Αχιλλεύς σ' εκείνον αποκρίθη:
«Τα δώρα είναι στο χέρι σου να δώσεις, ως αρμόζει, 4
ή να κρατήσεις· τώρα εμείς στην μάχην ας χυθούμε·
δεν πρέπει εδώ να τρίβομε με λόγια τον καιρό μας·
το μέγα έργον άπρακτον ακόμη μένει οπίσω·
150. και όπως και πάλι πρόμαχον θα ιδείτε τον Πηλείδην 5
να κόβει με τη λόγχη του τες φάλαγγες των Τρώων·
μ' αυτό στον νουν ανδράγαθα καθείς ας πολεμήσει».

 

 

 

 

Σημειώσεις

 
 

στ. 2 Ηώς: η αυγή. Η εμφάνιση της Αυγής στην αρχή της ραψωδίας υπονοεί ίσως την αλλαγή στην εξέλιξη της δράσης, αφού σε λίγο ο Αχιλλέας θα εγκαταλείψει το θυμό του.
στ. 9 ως τον δάμασε η βουλή των αθανάτων: αφού σκοτώθηκε με τη θέληση των θεών.
στ. 16 μέσα του εχόχλασε η χολή βαθύτερα: αγρίεψε βαθιά μέσα του η δίψα για εκδίκηση πιο πολύ, γιατί τώρα είχε μπροστά του τα όπλα με τα οποία θα μπορούσε να την ικανοποιήσει.
στ. 23-24 πολύ φοβούμαι... υιόν του Μενοιτίου: ο Αχιλλέας δε βιάζεται να φορέσει τη νέα πανοπλία, αλλά ενδιαφέρεται για το νεκρό σώμα του Πάτροκλου: η ιδιότητα του στρατιώτη υποχωρεί μπροστά στη φιλία.
στ. 29 ποσώς: καθόλου.
στ. 29-39 συμπληρωματικά σχόλια: η Θέτιδα, αφού με θαυμαστό τρόπο φροντίζει, ώστε το νεκρό σώμα του Πάτροκλου να προφυλαχτεί από τη σήψη, δίνει συμβουλές στο γιο της· αυτές προοικονομούν ό,τι θα ακολουθήσει στη συνέχεια (ραψωδίες Τ, Υ, Φ και Χ). Το πτώμα του Έκτορα θα συντηρηθεί με τον ίδιο τρόπο από την Αφροδίτη (Ψ 186-187, όπως επίσης του Σαρπηδόνα από τον Απόλλωνα (Π 680). Στις δύο αυτές περιπτώσεις όμως η αμβροσία και το νέκταρ αλείφονται στο σώμα του νεκρού.
στ. 38-39 νέκταρ και αμβροσίαν: όπως και στην περίπτωση του Σαρπηδόνα ( Π 670), το νέκταρ και η αμβροσία χρησιμοποιούνται εδώ ως μύρα που προφυλάσσουν τον νεκρό από τη σήψη.
στ. 40-41 συμπληρωματικά σχόλια: και στην Α ραψωδία, έπειτα από φώτιση της Ήρας, ο Αχιλλέας σε μια κρίσιμη στιγμή συγκάλεσε συνέλευση που στάθηκε καθοριστική για τις εξελίξεις. Σ' εκείνη τη συνέλευση συγκρούστηκε με τον Αγαμέμνονα και αποχώρησε από τον πόλεμο, ενώ η νέα συγκέντρωση του στρατού θα φέρει τη συμφιλίωση και θα σηματοδοτήσει την επιστροφή του στο πεδίο της μάχης. Και η σύγκρουση και η συμφιλίωση πρέπει να γίνουν μπροστά σε όλους τους Αχαιούς.
στ. 42 κ.εξ. Η πάνδημη συμμετοχή (πρβ. στ. 54), ακόμη και των μη μάχιμων, τονίζει τη μεγάλη σημασία αυτής της συνόδου.
στ. 47 με χωλό πόδι: κουτσαίνοντας. Ο Διομήδης πληγώθηκε από τον Πάρη (Λ 375 κ.εξ.), ο Οδυσσέας από τον Σώκο (Λ 434 κ.εξ.) και ο Αγαμέμνονας από τον Κόωνα (Λ 251 κ.εξ.).
στ. 61 δεν θα εδάγκαναν τόσοι Αχαιοί το χώμα: δε θα πέθαιναν τόσοι Αχαιοί.
στ. 73 τα γόνατα να κλίνουν: να ξαπλώσουν για να ξεκουραστούν.
στ. 77 εκείθεν όπου εκάθονταν: ο Αγαμέμνονας μιλάει από τη θέση του, χωρίς να προχωρήσει στο κέντρο της συνέλευσης, στο βήμα, ίσως επειδή τον πονούσε το τραύμα του.
στ. 80 κι έμπειρον η διακοπή πειράξει: ακόμη κι έναν έμπειρο ρήτορα είναι δυσάρεστο να τον διακόπτουμε, όταν μιλάει.
στ. 82 ψηλόφωνος δικηγόρος: ρήτορας με δυνατή φωνή.
στ. 86 συμπληρωματικά σχόλια: ο αρχιστράτηγος παρουσιάζει το αδίκημά του ως αποτέλεσμα εξωτερικών δυνάμεων: των θεών, της Μοίρας, της Ερινύας και της Άτης που θόλωσε το νου του. Να σημειωθεί, ωστόσο, ότι δεν αρνείται την ευθύνη του για ό,τι έγινε· έχει πληρώσει μάλιστα ακριβά το σφάλμα του με τις απώλειες του στρατού του (στ. 134-136) και είναι διατεθειμένος να ικανοποιήσει τον Αχιλλέα για το αδίκημα που του έκανε με όλα τα δώρα που του υποσχέθηκε στο Ι (Τ στ. 140-144).
στ. 87 η νυκτοπλάνητη Ερινύς: η θεά που τιμωρεί τους άδικους. Επειδή ήταν θεά του Κάτω κόσμου χαρακτηρίζεται εδώ νυκτοπλάνητη (= που περπατάει στα σκοτεινά). Ο Αγαμέμνονας αποδίδει τη συμπεριφορά του σε υπερφυσικές δυνάμεις: στον Δία, στη Μοίρα και στην Άτη.
στ. 91 η Άτ’ η ολεθρία: η Άτη, την οποία περιγράφει αλληγορικά εδώ ο ποιητής, ήταν κόρη του Δία και ασκούσε τη δύναμή της ακόμη και εναντίον του. Πρόκειται για την παραφορά και την τύφλωση του νου που στέλνει η θεία δίκη, όταν θέλει να τιμωρήσει κάποιον. Τις συμφορές που προκαλούσε μπορούσαν να τις επανορθώσουν μόνο οι Λιτές (= ικεσίες), πρβ. Ι 504 κ.εξ.
συμπληρωματικά σχόλια: «Ο ομηρικός άνθρωπος δεν ασχολείται με προθέσεις, βούληση, κίνητρα κ.τ.ό. (δεν τα έχει συνειδητοποιημένα αυτά τα πράγματα), βλέπει μόνο την πράξη κι αυτή μετράει γι' αυτόν. Κι αν η πράξη είναι ανεξήγητη, αποδίνει εύκολα την αιτία της σε δυνάμεις έξω από τον πράξαντα, απ' όπου όμως κι αν είναι υποκινημένη μια πράξη, οι συνέπειές της βαραίνουν αυτόν που την έκανε· κι απ' αυτό το βάρος μπορεί ν' απαλλαγεί μόνο πληρώνοντας, γι' αυτό και είναι πρόθυμος να το κάνει.» (Μ. Σαμαρά, Ομήρου Ιλιάδα, σελ. 258) ,) «Στη συνέχεια, ο ποιητής θέλει τον Αγαμέμνονα να επικαλείται ένα μυθικό παράδειγμα [...]. Έτσι ο Αγαμέμνονας βγαίνει από την αμηχανία του, καθώς αιτιολογεί την άπρεπη συμπεριφορά του. Συνοψίζουμε: ο Αγαμέμνονας αρχικά ενοχοποιεί το Δία, τη Μοίρα και την Ερινύα, στη συνέχεια κάνει λόγο για την Τύφλα (Άτη) και τέλος επανέρχεται στην Τύφλα και στον Δία. Ο Αγαμέμνονας επιστρατεύει λοιπόν όλες τις ανώτερες δυνάμεις, που μπορούν να οδηγήσουν έναν άνθρωπο σ' ένα βαρύ σφάλμα, όμως αυτό δε σημαίνει πως δεν είναι και ο ίδιος υπεύθυνος για την πολιτεία του. Πολύ ανθρώπινα, ο Αγαμέμνονας δε θέλει να παραδεχτεί πως ευθύνεται ο ίδιος για το σφάλμα του. Μήπως το ίδιο δεν κάνουμε και εμείς σε ανάλογες περιπτώσεις;» (Κακριδή Ε.Ι. -Λάτα-Μακρη Β., «Ιλιάδα: Λύσεις...», σελ. 411-412)
στ. 98 πυργωμένη: που την περικλείουν τείχη.
στ. 103 η ωδινοφόρα Ειλείθυια: η θεά της γέννας που έδινε τις ωδίνες, δηλαδή τους πόνους του τοκετού.
στ. 115-116 του Περσηιάδου Σθενέλου: στην Αργολίδα, πριν από τον Ατρέα την εξουσία είχε η γενιά του Περσέα, του οποίου γιος ήταν ο Σθένελος (αυτός δεν είχε καμιά σχέση με τον Σθένελο το γιο του Καπανέα και σύντροφο του Διομήδη).
στ. 117 εμέτρα επτά φεγγάρια: ήταν επτά μηνών έγκυος.
στ. 119 της Αλκμήνης τη γέννα: τη γέννηση του Ηρακλή.
στ. 140-141 Βλ. Ι 121 κ.εξ.
στ. 146-147 συμπληρωματικά σχόλια: ο Αχιλλέας δέχεται τα δώρα, αλλά δεν γυρίζει εξαιτίας τους στη μάχη· ο λόγος που προκαλεί την επιστροφή του πρέπει να είναι αντάξιος του ήθους του και αυτός είναι η διάθεση του να εκδικηθεί το θάνατο του αγαπημένου του συντρόφου. Γι' αυτό ζητάει να βιαστούν· τα δώρα μπορούν να περιμένουν, το χρέος του απέναντι στον Πάτροκλο όχι.
«Η απάντηση του Αγαμέμνονα στην αναγνώριση εκ μέρους του Αχιλλέα του λάθους του δεν ήταν και τόσο ευγενική· τώρα ο Αχιλλέας με τη σειρά του επιδεικνύει αδιαφορία, ακόμα και περιφρόνηση (149-150) για την παραλαβή των δώρων και τη δημόσια επίδειξή τους, στάση που εξευτελίζει τον δωρητή μιας τόσο μεγάλης περιουσίας.» (M.W. Edwards σε Kirk, τόμ. Ε', σελ. 408)
στ. 149 το μέγα έργον: η εκδίκηση για το θάνατο του Πάτροκλου, ο φόνος δηλαδή του Έκτορα.
στ. 150 συμπληρωματικά σχόλια: προοικονομείται και πάλι η αριστεία του ήρωα.

 

 

 

Β' Παράλληλα Κείμενα

 
   

Η Άτη (Τύφλωση) και οι Παρακλήσεις (Λιτές)

Ο Φοίνικας, δάσκαλος του Αχιλλέα, προσπαθεί να πείσει τον ήρωα να αποκηρύξει την οργή του και να δεχτεί τα δώρα και τη συγγνώμη του Αγαμέμνονα:

«Γιατί 'ναι κόρες κι οι Παράκλησες του Δία τον τρισμεγάλου, 
κουτσές, με αλλήθωρα τα μάτια τους, με μούτρα ζαρωμένα, 
και πολεμούν να φτάσουν τρέχοντας ξοπίσω από την Τύφλα. 
Μα η Τύφλα, δυνατή, με ολόγερα ποδάρια, τρέχει απ' όλες 
πολύ πιο μπρος στη γης αλάκερη, και στους θνητούς προφταίνει 
κακό να κάνει, κι οι Παράκλησες ξοπίσω τους γιατρεύουν. 
Κι όποιος του Δία τις κόρες σέβεται, μπροστά του ως καταφτάνουν, 
έχει απ' αυτές μεγάλο τ' όφελος κι ακούνε τις ευκές του. 
Μα ο που τις διώξει πεισματώνοντας και τις παραψηφίσει, 
πάνε στο γιο του Κρόνου τρέχοντας, στο Δία, παρακαλώντας 
τη συφορά να στείλει πίσω του, να πάθει, να πλερώσει».

(Ιλιάδα Ι 502-512, μτφρ. Ν.Κ. Καζαντζάκης - Ι.Θ. Κακριδής, ΟΕΔΒ 1983)

Η ιστορία του Ηρακλή στην Ιλιάδα


α) Τληπτόλεμος (γιος του Ηρακλή, Ε 638-642):
«Για τον τρανό ποτέ δεν άκουσες τον Ηρακλή να λένε,
τον αντρειωμένο, λιοντόκαρδο πατέρα εμένα, ως τώρα;
Κάποτε εδώ τον Λαομέδοντα να πάρει τ' άτια εδιάβη
κι είχε έξι μοναχά πλεούμενα και λιγοστούς συντρόφους.»
Το κάστρο ωστόσο το διαγούμισε κι ερήμωσε τις στράτες.»
 

 Αθηνά (Θ 362-369):
«Και δε θυμάται εγώ πως γλίτωσα τόσες φορές το γιο του,
σαν ο Ευρυσθέας με τις αγγάρειες του βαριά τον τυραννούσε;
κι έκλαιγε αυτός στα ουράνια ασκώνοντας την κεφαλή,
και μένα ψηλά απ' τα ουράνια ο Δίας με πρόσταζε βοηθός του να κατέβω.
 Όμως εγώ όλα αυτά αν τα κάτεχα μες στα βαθιά μου φρένα,
σύντας στον Άδη τον ξαπόστειλε τον κλειδαμπαρωμένο,
το σκύλο του άγριου του Άδη απ' το Έρεβος να πάει να φέρει απάνω,
τα κρεμαστά νερά δε γλίτωνε της Στύγας, όξω να 'βγει!»

(Μτφρ. Ν. Καζαντζάκης - Ι.Θ. Κακριδής)

 

 

Γ' Θέματα για συζήτηση

 
 

1. Στο έπος συναντάμε συχνά το στοιχείο του «θαυμαστού», αυτού δηλαδή που συμβαίνει «καθ' υπέρβασιν» της φυσικής τάξης και των φυσικών νόμων. Να επισημάνετε το στοιχείο του «θαυμαστού» στους στ. 1-39 και να το περιγράψετε με λίγα λόγια.

2. Ποιες είναι οι υποδείξεις της Θέτιδας προς το γιο της (στ. 29-36); Να επισημάνετε στη συνέχεια της ενότητας (στ. 40-153) τους στίχους στους οποίους ο Αχιλλέας υλοποιεί τις εντολές της μητέρας του.

3
.
Να συγκρίνετε την εικόνα του Αγαμέμνονα και του Αχιλλέα όπως παρουσιάζονται και οι δύο στην πρώτη συνέλευση των Αχαιών (Α 56 κ.εξ.) με την εικόνα τους στην παρούσα (Τ 54 κ.εξ.). Να σημειώσετε τις ομοιότητες και να δικαιολογήσετε τις διαφορές.

4
.
Ο Αγαμέμνονας για να δικαιολογηθεί αποδίδει τη συμπεριφορά του στην Άτη και αναφέρει ένα ανάλογο πάθημα του ίδιου του Δία. Να διηγηθείτε με λίγα λόγια το πάθημα του θεού και να σημειώσετε τις αντιστοιχίες που παρατηρείτε με την περίπτωση του Αγαμέμνονα.

5
.
Λαμβάνοντας υπόψη σας τα κριτήρια που χρησιμοποιούμε για να ηθογραφήσουμε ένα πρόσωπο,  να ηθογραφήσετε τον Αχιλλέα: α) από τη συμπεριφορά του απέναντι στο νεκρό φίλο του, β) από τα λόγια και τη στάση του απέναντι στη μητέρα του και γ) από τους λόγους του στη συνέλευση των Αχαιών. Να στηρίξετε τις απόψεις σας με στοιχεία από το κείμενο της ενότητας (στ. 1-152).
Κριτήρια ηθογράφησης: Η ηθογράφηση των ηρώων του έπους, όπως και κάθε λογοτεχνικού κειμένου, δηλαδή η περιγραφή και αξιολόγηση της συμπεριφοράς και της δράσης τους, προκύπτει:
α) τόσο από τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τα λόγια και τις πράξεις των ίδιων
β) όσο και από τις κρίσεις και τα συναισθήματα των άλλων ηρώων ή
γ) του ποιητή/αφηγητή.

6
.
Ο ομηρικός άνθρωπος, για να δικαιολογήσει την ανάρμοστη συμπεριφορά του, αποδίδει κάποιες άσχημες πράξεις του στην Άτη, στην τύφλωση δηλαδή του νου που παρασύρει τον άνθρωπο να πει λόγια που δε θα έλεγε, να κάνει πράξεις που δε θα έκανε, αν ήταν κύριος του εαυτού του. α) Αφού διαβάσετε τους στ. 91-94 της ενότητας και Ι 502-512 (βλ. Παράλληλο κείμενο), να δώσετε τα κύρια χαρακτηριστικά της Τύφλωσης (Άτης) και να προσδιορίσετε τη σχέση της με τις Παρακλήσεις (Λιτές). β) Καταφεύγοντας ο ομηρικός άνθρωπος στην Άτη για να δικαιολογήσει την άσχημη συμπεριφορά του, απαλλάσσεται από την ευθύνη των ενεργειών του; Να αιτιολογήσετε τις σκέψεις σας με στοιχεία από το κείμενο.

 

 

Δ Κείμενα από τη Βιβλιογραφία

 
 

1. Π ασπίδα του Αχιλλέα (α)

«Η περιγραφή αυτή της ασπίδας του Αχιλλέα εγέννησε πλήθος προβλήματα στους φιλόλογους και στους αρχαιολόγους. Άλλοι πίστεψαν πως ο Όμηρος περιγράφει εδώ μια πραγματική ασπίδα, παρεξηγώντας μάλιστα κάπου κάπου τ' απεικονίσματά της. Άλλοι παρατήρησαν πως η τεχνική της διακόσμησης και ορισμένα θέματα προδίνουν μυκηναϊκή καταγωγή και γι' αυτό υποστήριξαν πως η ασπίδα ολόκληρη πρέπει να είναι μυκηναϊκή, ορθογώνια λοιπόν, όχι κυκλική. Βρέθηκαν άλλοι που πίστεψαν πως έτσι που η περιγραφή της Ασπίδας με τις ειρηνικές της σκηνές κόβει απότομα την έντονη πολεμική δράση της Ιλιάδας, δεν μπορεί να είναι γνήσιο έργο του Ομήρου, αποτελούσε λοιπόν αρχικά ένα αυθυπόστατο μικρό έπος, που προστέθηκε αργότερα στο σώμα της Ιλιάδας.

Φυσικά, εδώ δεν μπορούμε να συζητήσουμε τις γνώμες αυτές· θα δώσουμε μόνο τι πιστεύουμε σήμερα για την ασπίδα κι έπειτα θα προχωρήσουμε στην ανάλυσή της.

Ο Όμηρος δεν περιγράφει εδώ μια πραγματική ασπίδα. Ζώντας τον 8ο π.Χ. αιώνα ξέρει βέβαια τις σύγχρονές του κυκλικές ασπίδες, που η διακόσμησή τους γίνεται σε επάλληλους όπως κι αυτή κύκλους- από την άλλη μεριά η τεχνική της Ασπίδας και μερικά από τα θέματά της δείχνουν πόσο δυνατή είναι ακόμα η θύμηση της μυκηναϊκής τέχνης μέσα στην παράδοση ύστερα από τέσσερις αιώνες. Η γενική όμως σύλληψη και η οργάνωση του υλικού είναι έργο του Ομήρου: τα δάνεια στοιχεία αναχωνεύτηκαν, ανακατώθηκαν με επι��οήματα του ίδιου του ποιητή και —το σπουδαιότερο— από στοιχεία των εικαστικών τεχνών μετασχηματίστηκαν σε στοιχεία της τέχνης του λόγου. Γιατί οι εικαστικές τέχνες —ζωγραφική, πλαστική κλπ. — εργάζονται μέσα στο χώρο, όχι στο χρόνο, κι έτσι από ένα θέμα που αναπτύσσεται μέσα στο χρόνο δεν μπορούν να δώσουν παρά μια στιγμή του μόνο, ας είναι και την κορυφαία.

Αντίθετα ο Όμηρος, σαν ποιητής που είναι, δίνει το θέμα του στη χρονική συνέχειά του. Στην πολεμική σκηνή να πούμε της πολιτείας που βρίσκεται πολιορκημένη έχουμε πρώτα το τελεσίγραφο του εχθρικού στρατού να τους παραδώσουν τα μισά πλούτη που κρύβει μέσα η πόλη, αλλιώς θα την κουρσεύαν ολάκερη πατώντας τη. Οι πολιορκημένοι αρνιούνται κι ετοιμάζονται για καρτέρι. Αφήνουν τα γυναικόπαιδα και τους γέροντες μέσα στην πολιτεία κι οι άντρες ξεκινούν, φτάνουν στον ποταμό κι εκεί κρύβονται περιμένοντας τα βόδια και τ' αρνιά των πολιορκητών. Κι όταν τα κοπάδια κατεβαίνουν στο ποτάμι για να ποτιστούν, εκείνοι χύνονται, τ' αρπάζουν και σκοτώνουν τους βοσκούς. Ο άλλος στρατός, ακούγοντας τη φασαρία, τρέχει, τους προφταίνει, κι έτσι αρχίζει η μάχη. — Όλη αυτή τη μακριά ιστορία πώς θα μπορούσε ποτέ ένα έργο της εικαστικής τέχνης να την κλείσει σε μιαν εικόνα μέσα;

Ο κεντρικός κύκλος παράσταινε τη γη και τη θάλασσα, τον ήλιο και το φεγγάρι και τ' αστέρια - την εξωτερική πάλι ζώνη τη γέμιζε το πλατύ ρέμα του Ωκεανού. Ανάμεσα στα κοσμικά στοιχεία αυτά βρίσκεται κλεισμένη η ζωή του ανθρώπου, όπως παρουσιάζεται στις τρεις μεσαίες ζώνες. Μήπως και στην πραγματικότητα η ανθρώπινη ζωή δε βρίσκεται περιορισμένη και καθορισμένη από τα φυσικά στοιχεία; Ο άνθρωπος παλεύει δουλεύοντας πάνω στη γη και —σπανιότερα — πάνω στη θάλασσα. Γύρω του —κατά την αντίληψη των αρχαίων— κυλάει τα νερά του ο Ωκεανός, πάνω του απλώνεται ο ουρανός. Ο ήλιος βγαίνοντας και βασιλεύοντας του καθορίζει τις ώρες δουλειάς και ανάπαψης. Του φεγγαριού οι φάσες τον οδηγούν να προσδιορίσει τους μήνες και τα χρόνια που γυρίζουν, τ' αστέρια να ταξιδεύει μέσα στη νύχτα και ακόμα να βρίσκει πότε ν' αρχίσει την κάθε δουλειά του χωραφιού.

Από τις σκηνές που παρασταίνονται στους μεσαίους κύκλους οι πρώτες αναφέρονται στην κοινωνική ζωή του ανθρώπου: απονομή δικαιοσύνης και γάμος· σε αυστηρήν αντιστοιχία το τελευταίο θέμα από τις σκηνές αυτές είναι πάλι παρμένο από την κοινωνική ζωή: χορός. Εκεί, μέσα στη συνοδεία του γάμου, τραγουδούσαν οι νιοι χορεύοντας στους ήχους του αυλού και της κιθάρας· εδώ χορεύουν νιοι και νιες μαζί, και το χορό τους τον ρυθμίζει ο θείος αοιδός με το τραγούδι του και την κιθάρα. Κι όπως εκεί οι γυναίκες βγαίνουν στην πόρτα περίεργες να ιδούν τη νύφη και ν' ακούσουν τα τραγούδια και τις μουσικές —πόσο γνήσια ελληνική η σκηνή αυτή!—, έτσι κι εδώ γύρω στους νέους στέκει ο κόσμος και παρακολουθεί καμαρώνοντας το χορό τους — μήπως η σκηνή αυτή είναι λιγότερο ελληνική;

Οι καθαυτό μεσαίες σκηνές παρουσιάζουν τις βασικές μορφές της γεωργικής ζωής του ανθρώπου: όργωμα, θερισμός, τρύγος, κτηνοτροφία. Νιώθεις όλο το μόχθο του ανθρώπου που δουλεύει τη γη, μαζί του όμως ζεις και τη χαρούμενη ικανοποίηση που δίνει η δουλειά και καθαυτή και για την καλή σοδειά που θα φέρει. [...]

Ο αρχαίος Έλληνας νιώθει πως δεν μπορεί να εξαντλήσει την πληρότητα της ζωής παρά μόνο με την κατάφαση όλων των αντιθέσεων που κλείνει. Έτσι κι εδώ βλέπουμε τον Όμηρο ν' αναπλάθει τον κόσμο ολόκληρο χύνοντας το φως των στίχων τον στη ζωή των ανθρώπων της πολιτείας και στη ζωή των ξωμάχων, στη ζωή των αντρών —δικαστήριο— και στη ζωή των γυναικών —γάμος—, στα έργα του πολέμου και στα έργα της ειρήνης, στη σοβαρή δουλειά με το μόχθο της και στη γιορτή με τις χαρές της, στις οιμωγές των λαβωμένων και στα τραγούδια των χαροκόπων.

Μέσα στην αποκλειστικά πολεμική ατμόσφαιρα της Ιλιάδας, μέσα στα ηρωικά κατορθώματα και στο θάνατο τόσων παλικαριών, η περιγραφή της ασπίδας τον Αχιλλέα μας ανοίγει μια σειρά από εικόνες, όπου ο πόλεμος είναι μια μόνο φάση της ζωής και όχι η πιο σημαντική· οι ειρηνικές σκηνές υπερισχύουν εδώ. Και οι μεγάλοι ήρωες με τα τιμημένα ονόματα παραμερίζονται για μια στιγμή· ο ποιητής μας μιλεί τώρα για τις χαρές και τους καημούς τον απλού ανώνυμου λαού. Αυτό δε θα πει πως άλλος πρέπει να είναι ο ποιητής της Ασπίδας και άλλος ο ποιητής της υπόλοιπης Ιλιάδας. Ένας μεγάλος δημιουργός, όπως στάθηκε ο Όμηρος, είναι πάντα πολύφωνος· γι' αυτό μπορεί να κλείνει μέσα στην ψυχή τον όλο τον κόσμο, όλες τις ομορφιές του, όλες τις χάρες τον κι όλους τους πόνους του. Ωστόσο, σαν να ήθελε να υποδηλώσει πως όσο και να ψάλλει πολέμους μια φορά η καρδιά του δεν ανήκει σ' αυτούς, πως η αγριότητά τους είναι ξένη με την ψυχή του, παρουσίασε τον ίδιο του εαυτό τον να ψάλλει —μοναδική φορά μέσα στην Ιλιάδα — όχι στο στρατόπεδο των Ελλήνων, ούτε μέσα στην πολιορκημένη Τροία, παρά μέσα στην Ασπίδα, ανάμεσα στους νέους και στις κοπέλες που χορεύουν — ο θείος αυτός τραγουδιστής [...].»

(Κακριδής Ι.Θ., Ομηρικά θέματα, σελ. 67-71)


Η ασπίδα του Αχιλλέα (,)

 

«Ακριβώς αντίθετη γραμμή από τον ποιητή της ησιόδειας περιγραφής της Ασπίδας ακολουθεί ο Όμηρος. Δεν τον ενδιαφέρει το χτυπητό αποτέλεσμα ούτε επιδιώκει μιαν εντύπωση που να ξεσηκώνει άμεσα την ψυχή. Ο Όμηρος περιγράφει, αφήνοντας τον αναγνώστη να βλέπει και να αναγνωρίζει· και αυτό που τον αφήνει να βλέπει και να αναγνωρίζει είναι το αληθινό. Γι' αυτό ο ποιητής, που είχε να δώσει επάνω σε μιαν ασπίδα μιαν εικόνα της ζωής, απόφυγε κάθε μαγική αποτροπιαστική εικόνα, από αυτές που τόσο συχνά παρουσιάζουν οι πραγματικές ασπίδες.

Ακόμα ο Όμηρος δεν χάνεται στις λεπτομέρειες· η πληρότητα που πλάθει είναι μια πληρότητα που προχωρεί καθαρά εξελιχτικά και με τάξη. Ο Όμηρος μένει λιτός· όσο ζεστά κι αν βγαίνουν τα πράγματα από το χέρι τον, πάντα μένει κοντά στα πράγματα, και ακριβώς η λιτότητα αυτή κάνει την προσφορά τον τόσο ουσιαστική, τόσο σημαντική.

Τέλος: μέσα σε όλη την περιγραφή της Ασπίδας του Ομήρου επικρατεί από τη μιαν άκρη ως την άλλη μια τάξη· η τάξη όμως αυτή ξεπηδάει από μοναχή της από τη συνοχή και την εσωτερική ουσία των πραγμάτων. Έτσι δεν την προσέχει κανείς καθόλου το μόνο που νιώθει είναι η ζωή· γιατί δεν εισβιάζει τα ζωντανά στοιχεία — τα οδηγεί μόνο και τα στερεώνει σε μια πιο υψηλή, ουσιαστική ζωή.

Αυτό που ο Όμηρος παρουσιάζει είναι οι βασικές μορφές του κόσμου και της ζωής. Είναι τακτοποιημένες σύμφωνα με την αρχή της αντίθεσης. Η αντίθεση όμως αυτή δεν είναι απλή συμμετρία και τυπική αντίθεση - είναι εσωτερική πόλωση, όπου τα αντιθετικά στοιχεία προσδιορίζουν και στηρίζουν το ένα το άλλο, μια πόλωση που κάθε φορά παρουσιάζει το καθολικό.

Δίπλα στις βασικές μορφές, τα απλά στοιχειώδη γεγονότα. Ο ποιητής τα αναπτύσσει διατρέχοντας τις χαρακτηριστικές τους φάσεις. Το καθένα από αυτά που παρασταίνει έτσι σε λίγες εικόνες είναι πάλι ένα σύνολο, το σύνολο αυτού που συμβαίνει. Καθώς όμως εμφανίζεται η μία αντίθεση αντίκρυ στην άλλη, και η μία φάση ακλουθεί την άλλη, ο ποιητής μας οδηγεί κάθε φορά σε κάτι καθολικό. Και από το ένα καθολικό στο άλλο ανεβαίνουμε στο καθολικό που τα κλείνει όλα μέσα τον. Έτσι χαλκεύει ο Ήφαιστος την καινούρια ασπίδα για τον Αχιλλέα. [...] Δύο χαρακτηριστικά της ανθρώπινης δραστηριότητας φαίνεται να λείπουν από την εικόνα τον Ομήρου: η ναυσιπλοΐα και τα επαγγέλματα. Και αν όμως τον καιρό εκείνο είχαν κιόλας αρχίσει τα τολμηρά υπερπόντια ταξίδια για ανακαλύψεις και κατακτήσεις, μια φορά το ναυτικό εμπόριο δεν ανήκε στα παλιά βασικά στοιχεία της ζωής που ενδιαφέρουν τον ποιητή. Ακόμα και στην Οδύσσεια έμπορος είναι κυρίως ο κάτοικος την Φοινίκης, που παρουσιάζεται με μελανά χρώματα. Όσο για τα επαγγέλματα, δεν είναι καθόλου σύμπτωση ότι στο τέλος ολόκληρης της περιγραφής παρουσιάζεται σε μια παρομοίωση ο αγγειοπλάστης.

Η τελευταία εικόνα είναι ο περίτεχνος χορός, που οι πολύπλοκες φιγούρες του θυμίζουν τους πολύπλοκους διαδρόμους του λαβύρινθου. Ύστερα από τη δουλειά λοιπόν ακλουθεί σαν κατακλείδα μια γιορτή, μια γιορτή σε τονισμένα λεπτή, πλούσια και σεμνή μορφή. Η γιορτή στους Έλληνες είναι τις πιο πολλές φορές δεμένη με τη λατρεία-στη γιορτή βρίσκει την ανάπτυξή της η τέχνη και η διασκέδαση, που ενώνει όλους μαζί τους ανθρώπους. Έτσι, στο τέλος της περιγραφής μας ξαναφέρνει στην αρχή: στην ειρηνική πόλη με τις γαμήλιες πομπές της. Στο πρόσωπο του θείου τραγουδιστή όμως, που ανάμεσα στο λαό παίζει τη λύρα του —θα έλεγε κανείς πως είναι ο ίδιος ο Όμηρος— παρουσιάζεται στο τέλος και η υψηλή τέχνη, η ποίηση. [.]

[...] Βέβαια, στον Αγαμέμνονα τον αρχιστράτηγο και ο Όμηρος έδωσε μιαν ασπίδα που εκφράζει τη φοβερότητα του ήρωα. Πρόκειται όμως πραγματικά για μια καθαρή, άσχετη διακόσμηση, όταν αντίθετα ο πιο μεγάλος ήρωας τον Ομήρου έχει στην ασπίδα του αντί για οποιοδήποτε μαγικό αποτροπιαστικό αντικείμενο μιαν απεικόνιση της ζωής και του κόσμου; Η επίσκεψη της Θέτιδας στο εργαστήρι του Ήφαιστου, που τελειώνει με την περιγραφή της Ασπίδας, βρίσκεται σχετικά με τα γεγονότα της Ιλιάδας σε μια πολύ σημαντική θέση. Στην αρχή της ραψωδίας, ύστερα από το θάνατο του Πάτροκλου, ο θυμός του Αχιλλέα έχει καταλαγιάσει. Η απόφασή του να πολεμήσει και να πάρει εκδίκηση από τον Έκτορα είναι η προετοιμασία για το μεγάλο δραματικό γεγονός που αρχίζει στο Τ με τη συμφιλίωση του Αχιλλέα με τον Αγαμέμνονα και τελειώνει στο Χ με το θάνατο τον Έκτορα. Και είναι τη νύχτα, πριν ξημερώσει η μεγάλη αυτή μέρα, που ο Ήφαιστος χαλκεύει τα όπλα για τον Αχιλλέα.

Η θεώρηση της ασπίδας μάς προσφέρεται έτσι αμέσως, πριν αρχίσει να προχωρεί η δράση, παίρνοντας όλο και πιο γρήγορο ρυθμό· στην ορμητική ροή της δράσης αυτής η περιγραφή της ασπίδας αποτελεί μιαν ανάπαυλα. Μας απομακρύνει από την ψυχική αγωνία του ήρωα- παύουμε να βλέπουμε το αδιέξοδο μιας στενόχωρης κατάστασης, όπου μόνο η δράση μπορεί ν' ανοίξει ένα δρόμο, και αντικρίζουμε την ταχτοποιημένη απλωσιά του κόσμου. Η Ασπίδα μάς θυμίζει αυτή την τάξη ακριβώς τη στιγμή που όλα έχουν με τρόπο φοβερό μπλεχτεί. Η Θέτιδα στα λόγια που λίγο πιο πριν απευθύνει στον Ήφαιστο θυμάται την τραγικότητα της ζωής του γιου της (429-461). Η περιγραφή λοιπόν της Ασπίδας του Ομήρου ανήκει σ' εκείνες τις σκηνές που πολλές φορές, βαλμένες ανάμεσα στις σκηνές της δράσης στην Ιλιάδα, διασπούν με την ηρεμία τους την αναταραχή των γεγονότων που τις περιβάλλουν. Και είναι καλλιτεχνική σοφία, όταν στη σκηνή αυτή αποφεύγονται το υψηλό ύφος και τα θέματα του ηρωικού κόσμου, ακριβώς όπως αποφεύγονται και στις παρομοιώσεις και στις παρένθετες μικροδιηγήσεις, όπως του Φοίνικα στο Ι ή του Νέστορα στο Λ. Ωστόσο, ο ποιητής είχε κάτι ακόμα πιο μεγάλο στο νου του:

Με την απόφαση να εκδικηθεί τον Έκτορα για τον νεκρό του φίλο ο Αχιλλέας αποφασίζει να πεθάνει και ο ίδιος· απ' εδώ και εμπρός ο θάνατος στέκεται στο πλευρό του. Αυτήν τη στιγμή ο θεός τού δίνει μιαν ασπίδα που γνώρισμά της είναι η ίδια η ζωή.» (Schadewaldt W., τόμ. Β', σελ. 194-203)
 

2. Η επική άποψη της ζωής

 

«Το έργον του Ομήρου εμπνέεται ολόκληρον από μίαν φιλοσοφίαν, η οποία κατανοεί την ανθρωπίνην φύσιν και τους αιωνίους νόμους της παγκοσμίου πορείας, μίαν φιλοσοφίαν η οποία είδε και έκρινε κάθε ουσιαστικόν παράγοντα της ανθρωπίνης ζωής. Μελετά κάθε γεγονός και κάθε χαρακτήρα υπό το φως της καθολικής γνώσεως, της υφισταμένης αιωνίας αληθείας. Η αγάπη της ελληνικής ποιήσεως προς τα γνωμικά αποφθέγματα, η τάσις της να εκτιμά κάθε γεγονός βάσει ενός γενικού προτύπου και να προχωρεί λογικώς εκ του γενικού προς το ειδικόν και η συχνή χρήσις παραδοσιακών παραδειγμάτων ως γενικών τύπων και ιδανικών — όλαι αυταί αι τάσεις αρχίζουν με τον Όμηρον. Η τελειοτάτη έκφρασις της επικής απόψεως της ζωής του ανθρώπου είναι αι παραστάσεις επί της ασπίδος του Αχιλλέως, αι οποίαι περιεγράφησαν πλήρως εις την Σ ραψωδίαν (στ. 478 κ.ε.) της Ιλιάδος. [.]

Αυτή η βαθεία αίσθησις της αρμονίας μεταξύ ανθρώπου και φύσεως, η οποία εμπνέει την περιγραφήν της ασπίδος του Αχιλλέως, κυριαρχεί εις τον τρόπον, καθ' ον ο Όμηρος συλλαμβάνει τον κόσμον. Εις μέγας ρυθμός διεισδύει διά του κινουμένου συνόλου. Καμία ημέρα δεν είναι τόσο πλήρης ανθρωπίνου μόχθου, ώστε να λησμονήσει ο ποιητής να μας είπει, πώς ο ήλιος ανατέλλει και δύει, πάνω από την ταραχήν, πώς ο μόχθος και η μάχη της ημέρας ακολουθείται από την ανάπαυσιν και πώς η νύκτα, η οποία χαλαρώνει τα μέλη των ανθρώπων με τον ύπνον, αγκαλιάζει όλους τους θνητούς. Ο Όμηρος δεν ρέπει ούτε προς τον νατουραλισμόν ούτε προς την ηθογραφίαν. Ούτε παρασύρεται μακράν, χωρίς στήριγμα, εις τα χαώδη κύματα της ζωής, ούτε ίσταται, γαλήνιος παρατηρητής, εις την ακτήν. Φυσικαί και πνευματικαί δυνάμεις είναι εξ ίσου πραγματικαί δι' αυτόν. Έχει μίαν οξείαν και αντικειμενικήν ενόρασιν μέσα εις τα ανθρώπινα πάθη. Γνωρίζει την βιαιότητα των στοιχείων των, τα οποία υπερνικούν τον ίδιον τον άνθρωπον και τον παρασύρουν μακράν, όταν τον αρπάζουν. Αλλ' αν και αυτή η δύναμις φαίνεται συχνά να υπερχειλίζει τας όχθας της, πάντοτε συγκρατείται όπισθεν στερεών φραγμάτων. Διότι διά τον Όμηρον, και διά τους Έλληνας γενικώς, τα έσχατα ηθικά σύνορα δεν είναι απλοί κανόνες ηθικής υποχρεώσεως, αλλά θεμελιώδεις νόμοι του Είναι. Εις αυτήν την έννοιαν της εσχάτης πραγματικότητος, εις αυτήν την βαθυτέραν γνώσιν του νοήματος του κόσμου, παρά την οποίαν όλοι οι "ρεαλισμοί" φαίνονται αδύνατοι και μη πραγματικοί, το Ομηρικόν έπος οφείλει την υπερισχύουσαν επίδρασίν του.» (Jaeger, τόμ. Α', σελ. 84-86)
 

 

 
 

 
   
   

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αρχική
Α' 1-53
Α' 54-306
307-431α
Α' 431β-612
Περίληψη Β
Περίληψη Γ
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
Περίληψη Ο
Ο 1-79
23
24
25
26
27
28
29
30
31
31α
32
33
34