© Μαρία Κοντογιώργη
Δεν είχα ιδέα από όσα άκουγα στο μάθημα. Δεν είχα ιδέα για όσα έλεγα στο μάθημα της Ιστορίας. Δεν είχα ιδέα από Ιστορία, γενικότερα.
Δε θυμάμαι αν είχα κριτική σκέψη ή αν είχα μόνο σκέψη. Εκείνο που σίγουρα είχα ήταν πειθαρχία. Πειθαρχία και άρνηση. Σ’ αυτό βοηθούσε «το σύστημα», ένα πρόγραμμα που με (εκ)παίδευε χρόνια και που συνέχιζε να με παιδεύει και μετά το 2003, χρονιά που αποφοίτησα απ’ το Λύκειο. Από μια φυλακή, όπως έλεγα τότε. Και που ακόμα το λέω.
Έξι δύσκολα χρόνια, με αφετηρία το Γυμνάσιο. Στο Γυμνάσιο είχα έναν Δάσκαλο. Το μάθημα της Ιστορίας ήταν φρικτό μαζί του. Δε χρησιμοποιούσε την έδρα, δε χρησιμοποιούσε βιβλίο, δεν χρησιμοποιούσε «μπλοκάκι» και «κριτήρια αξιολόγησης». Ρωτούσε ποιοι είναι εκείνοι που θέλουν να μείνουν στην τάξη και ποιοι θέλουν να φύγουν, χωρίς απουσία. Πολλοί συμμαθητές μου αποχωρούσαν τότε.
Δεν τόλμησα ποτέ μου να φύγω. Μπορεί από φόβο, μπορεί από ευγένεια. Μπορεί κι απ’ τα δύο! Ήμουν η μαθήτρια του πρώτου θρανίου και της πρώτης γραμμής παρελάσεων. Κι είχα χρέος να μείνω. Να εκπληρώσω πολλές προφητείες! Είχα σπίτι μου συλλογή από «επαίνους».
Μα, σ’ εκείνο το μάθημα δεν τα πήγα καλά. Η Ιστορία, έτσι κι αλλιώς, δε μου άρεσε. Ειδικά στο Γυμνάσιο. Ήταν μόνιμο άγχος. Και ο Δάσκαλος το 'βλεπε. Είχε δει τη «ρυτίδα» στα μάτια μου και μια μέρα μου το 'πε. Σ’ ένα διάλειμμα, επάνω, ύστερα από ένα βαρετό και παράξενο τρίωρο, ήταν πάντα διπλά και τριπλά τα μαθήματα εκείνου στο Πρόγραμμα: Λογοτεχνία και Ιστορία και Αρχαία και Γλώσσα. Όλα σαν να ήτανε ένα. Σαν να ήτανε διάλογος, όλα!
Κι άκουγες τότε, ένα σωρό φωνές, κι ένα σωρό απόψεις. Άκουγες τον «κακό» μαθητή απ’ το πίσω θρανίο κι απορούσες που βρισκόταν στην αίθουσα. Κανείς δάσκαλος άλλος, δεν τολμούσε να μιλήσει μαζί του. Για τους άλλους, η τάξη μου ήταν μια ατυχής συγκυρία. Μας το 'λέγαν κατάμουτρα: «από τόσα σχολειά, είστε εσείς το χειρότερο».
Εγώ; Εγώ ήμουν η εξαίρεση! Από μένα περιμένανε θαύμα. Ήταν μόνο για μένα το μάθημα και το βλέμμα τους πάνω σ’ εμένα. Τα 40 λεπτά στα ρολόγια τους, μένανε ώρες εκεί κολλημένα. Είχαν μια τακτική, μια συνήθεια, όλοι! Να ρωτούν, να απαντώ, να γυρνάμε σελίδα. Αν δεν είχα απάντηση, θα το πλήρωνε η τάξη.
Ορισμένα παιδιά με κοιτούσανε με απορία, ορισμένα με οργή, κάποια με θαυμασμό, κάποια άλλα με φθόνο. Αλλά όλα, με πολλή αγωνία, μη τυχόν και δεν έχω διαβάσει. Τα δικά μου αισθήματα; Ήταν τότε οι γνώμες των άλλων. Είχα μάθει «το μάθημα», ακριβώς, στις γραμμές του βιβλίου. Κι είχα πάντα τον ρόλο μου. Πάντα εγώ! Πάντα εκείνοι!
Αλλά το μάθημα της Ιστορίας, δεν ήταν εύκολη υπόθεση για μένα. Ο Δάσκαλος έλεγε τόσα που δεν καταλάβαινα. Δεν υπήρχαν πουθενά στο βιβλίο. Τότε δεν έμαθα Ιστορία. Ήταν τότε που έμαθα να Σκέφτομαι!
Η κριτική σκέψη δε με βοήθησε να μπω στο Πανεπιστήμιο. Η πειθαρχία μου με βοήθησε και η δασκάλα που είχα στο Λύκειο, που κρατούσε σφιχτά το βιβλίο στα χέρια της, που υπαγόρευε τις ερωτήσεις, που υπογράμμιζε τις απαντήσεις. Έχω ακόμα τις «σπουδαίες» αυτές σημειώσεις!
Ούτε τότε έμαθα Ιστορία. Τότε, πήρα πτυχίο.
Είχα πια διαβατήριο. Αλλά, όχι Ταυτότητα.

Εικόνα. Αναπαράσταση ταυτότητας και ετερότητας σε πολυπολιτισμικό πλαίσιο.
Πηγή: Teaching History Sources (Luisa Black, σ. 17).