Είσοδος Ιστορία

Κεφάλαιο 3

Συγκεντρωτική ανά κατηγορίες παρουσίαση 3ου κεφαλαίου



 


χρονολόγιο

716| 717| 726| 730| 732| 740| 741| 747| 763| 775| 780| 787| 790| 797| 800| 802| 811| 812| 813| 815|
820| 823| 829| 838| 842| 860| 863| 864| 867| 870| 879| 886| 887| 895| 912| 913| 920| 943| 951| 959|
961| 962| 963| 965| 968| 969| 975| 976| 989| 997| 1002| 1014| 1018| 1025| 1028| 1028| 1034| 1041|
1042| 1055| 1056ιμε


Εξωτερική πολιτική, εχθροί, αντιμετώπισή τους

α. Οι Άραβες

Τα σύνορα μεταξύ Βυζαντίου και Χαλιφάτου σταθεροποιήθηκαν στις παρυφές της Μ. Ασίας, στη στεριά, και κατά μήκος της γραμμής Κιλικία-Κύπρος-Κρήτη, στη θάλασσα. Στα μέσα του 9ου αι. άρχισε η βυζαντινή αντεπίθεση στη Μ. Ασία. Στα Βαλκάνια, το Βυζάντιο αντιμετώπισε με επιτυχία τη βουλγαρική απειλή, ενώ συγχρόνως άρχισε να αφομοιώνει τους σλαβικούς πληθυσμούς.

Ως τα μέσα του 9ου αιώνα το Βυζάντιο βρισκόταν συνεχώς σε θέση άμυνας απέναντι στους Άραβες, οι οποίοι πραγματοποιούσαν εισβολές και λεηλασίες στις μικρασιατικές επαρχίες. Αποκορύφωμα των καταστροφών αποτέλεσε η άλωση από τους Άραβες του Αμορίου, του ισχυρότερου φρουρίου της Μ. Ασίας και πατρίδας της άρχουσας δυναστείας (838). Το γεγονός προκάλεσε ισχυρότατη εντύπωση στους συγχρόνους του. Ο αυτοκράτορας Θεόφιλος (829-842) προσπάθησε να κινητοποιήσει τους Χριστιανούς της Ανατολής και της Δύσης σε μια γενική συμμαχία κατά του Ισλάμ.

Λίγο αργότερα άρχισε η βυζαντινή αντεπίθεση. Ο βυζαντινός στρατός πέρασε τον Ευφράτη (859) και νίκησε τον εμίρη της Μελιτηνής (863).

Στα χρόνια του Ρωμανού Λεκαπηνού εγκαινιάζεται η μεγάλη στρατιωτική αντεπίθεση των Βυζαντινών κατά των Αράβων. Ο στρατηγός Ιωάννης Κουρκούας κατέλαβε την Έδεσσα της Συρίας (943). Η επιτυχία αυτή προετοίμασε τις επικές νίκες του Νικηφόρου Φωκά, του Ιωάννη Τζιμισκή και του Βασιλείου Β'.
Οι τρεις αυτοί άνδρες που ενσάρκωναν τον τύπο του στρατηγού-αυτοκράτορα ανέκτησαν τις μεγαλονήσους Κρήτη (961) και Κύπρο (965), τις πόλεις της Κιλικίας και τμήματα της Συρίας και της Παλαιστίνης. Η ανάκτηση όλων των παλαιών ρωμαϊκών εδαφών της Εγγύς Ανατολής ήταν ο απώτερος σκοπός των εκστρατειών αυτών.

Για την αντιμετώπιση των Αράβων ο Κωνσταντίνος Ζ' προσπάθησε να εξασφαλίσει συμμάχους στη Δύση και έτσι αντάλλαξε πρεσβείες με τους ηγέτες της. Ωστόσο νικήθηκε στρατιωτικά από τους Άραβες (μέσα 10ου αι.).

β. Οι Βούλγαροι

Οι φιλικές σχέσεις με τους Βουλγάρους, έγιναν εχθρικές, όταν ανήλθε στον βουλγαρικό θρόνο ο ελληνομαθής, αλλά φιλόδοξος Συμεών. Ο Συμεών πολιόρκησε την πρωτεύουσα, επιδιώκοντας να ιδρύσει μια βουλγαροβυζαντινή αυτοκρατορία στη θέση της βυζαντινής και αυτοτιτλοφορήθηκε βασιλεύς Βουλγάρων και Ρωμαίων. Ο θάνατός του ματαίωσε τις φιλοδοξίες του. Ο διάδοχός του Πέτρος συνήψε με το Βυζάντιο συνθήκη ειρήνης και νυμφεύτηκε τη Μαρία, ανεψιά του Ρωμανού Λεκαπηνού

Η ειρήνη έδωσε τη θέση της στον πόλεμο, όταν ο τσάρος Σαμουήλ ίδρυσε νέο Βουλγαρικό Κράτος με επίκεντρο, αυτή τη φορά, την περιοχή της Αχρίδας. Ο αγώνας αυτός υπήρξε μακρός και δύσκολος για τον αυτοκράτορα Βασίλειο Β', τερματίστηκε όμως με τη συντριβή των Βουλγάρων στις μάχες Σπερχειού (997) και Κλειδίου (1014). Η Βουλγαρία υποτάχθηκε πλήρως (1018) και οργανώθηκε σε δύο θέματα. Τα σύνορα του Βυζαντίου έφτασαν και πάλι στον Δούναβη.

γ. Αγώνες για τη διατήρηση των ιταλικών κτήσεων

Το ελληνικό στοιχείο, που κατά την αρχαιότητα κατοικούσε στη Σικελία και τη Ν. Ιταλία (Μεγάλη Ελλάς), ενισχύθηκε κατά τον 7ο και τον 8ο αι. με μετοικεσίες πληθυσμών από την Ελλάδα εξαιτίας των σλαβικών επιδρομών.
Στις αρχές του 10ου αι. οι Άραβες ολοκλήρωσαν την κατάκτηση της Σικελίας. Στο Βυζάντιο απέμεινε η Ν. Ιταλία. Σικελιώτες, που εγκατέλειψαν τις εστίες τους μπροστά στις αραβικές επιθέσεις, πύκνωσαν το ελληνικό στοιχείο της περιοχής.
Η βυζαντινή Ν. Ιταλία περιλάμβανε τα θέματα Λογγοβαρδίας, Καλαβρίας και Λουκανίας και συνόρευε στο Βορρά με κρατίδια που προσπαθούσαν να κρατήσουν την αυτονομία τους έναντι του Βυζαντίου και του Γερμανικού Κράτους.

δ. Σχέσεις με τους Γερμανούς

Η δυτική ή ιταλική πολιτική των Μακεδόνων αποσκοπούσε στη διατήρηση και την επέκταση των κτήσεών τους στην Ιταλία και στην απόκρουση των αραβικών επιθέσεων και της γερμανικής απειλής. Η βυζαντινή Ν. Ιταλία περιλάμβανε τα θέματα Λογγοβαρδίας, Καλαβρίας και Λουκανίας και συνόρευε στο Βορρά με κρατίδια που προσπαθούσαν να κρατήσουν την αυτονομία τους έναντι του Βυζαντίου και του Γερμανικού Κράτους.

Ο Νικηφόρος Φωκάς έναντι των Αράβων της Σικελίας και των Γερμανών ακολούθησε αμυντική τακτική, στηριζόμενος σε συμμαχίες με Ιταλούς ηγεμόνες και στη βοήθεια του τοπικού πληθυσμού.

Η απειλή για τις βυζαντινές κτήσεις στην Ιταλία έγινε έντονη, όταν ο γερμανός ηγεμόνας Όθων Α' ανακηρύχτηκε βασιλεύς Ιταλίας (951) και στέφθηκε από τον πάπα στη Ρώμη αυτοκράτωρ Ρωμαίων (962).

Μετά την ανταλλαγή πολλών πρεσβειών, ο πρεσβευτής του Όθωνα Λιουτπράνδος, επίσκοπος Κρεμώνας, ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη (Δεκέμβριος 968), για να προτείνει ειρήνη και γάμο του γερμανού διαδόχου με μια βυζαντινή πριγκήπισσα, με προίκα τις βυζαντινές κτήσεις της Ν. Ιταλίας. Οι Νικηφόρος Φωκάς απέρριψε τις προτάσεις αυτές, επικαλούμενος τη γερμανική επιθετικότητα εναντίον των ιταλικών του κτήσεων, και επιφύλαξε πολλές ταπεινώσεις στον Λιουτπράνδο που επέστρεψε άπρακτος στη Δύση.

Ο Ιωάννης Τζιμισκής συνένωσε τα τρία ιταλικά θέματα και ίδρυσε το κατεπανάτο Ιταλίας (περί το 975). Ο κατεπάνω (δηλ. ο διοικητής) της Ιταλίας έδρευε στο Μπάρι. Συγχρόνως ο Τζιμισκής ακολούθησε μετριοπαθή πολιτική έναντι των Γερμανών. Το 972 η Θεοφανώ, ανεψιά του αυτοκράτορα, νυμφεύτηκε στη Ρώμη τον Όθωνα Β', διάδοχο του γερμανικού θρόνου.

Ο Όθων Β' (973-983) ωστόσο έδειξε αλαζονεία και διέσχισε τη Νότια Ιταλία που αποτελούσε βυζαντινό έδαφος, συντρίφτηκε όμως από τους Άραβες σε ναυμαχία που έγινε κοντά στον Κρότωνα, λιμάνι της Ν. Ιταλίας (982). Μετά το θάνατο του οι σχέσεις των δύο κρατών αποκαταστάθηκαν. Η επιρροή του βυζαντινού πολιτισμού στη Γερμανία ήταν πολύ έντονη στα χρόνια που η Θεοφανώ επιτρόπευε τον ανήλικο γιό της (983-992).

Ο Βασίλειος Β' αντιμετώπισε αποτελεσματικά τις εξωτερικές απειλές με τη βοήθεια των Βενετών και των Πισατών. Στους Βενετούς παραχώρησε μάλιστα τα πρώτα εμπορικά προνόμια, τα οποία αργότερα διευρύνθηκαν από τους Κομνηνούς. Στα μέσα του 11ου αι. εμφανίστηκε το πρόβλημα των Νορμανδών που είχαν κατακτήσει πολλά εδάφη στη Ν. Ιταλία και είχαν γίνει επικίνδυνοι για τις βυζαντινές κτήσεις.

 

 


Νομοθεσία

Θέματα

Οργανώθηκαν περαιτέρω οι κεντρικές διοικητικές υπηρεσίες του κράτους. Η σημαντικότερη από αυτές ήταν αρμόδια για την εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής. Συγχρόνως τα θέματα γενικεύτηκαν στη Μ. Ασία και επεκτάθηκαν στα Βαλκάνια. Ο στρατηγός-διοικητής κάθε θέματος με τη δύναμη που διέθετε, απέβαινε, όχι σπάνια, επικίνδυνος για την κεντρική εξουσία. Πολλές εξεγέρσεις οργανώθηκαν από στρατηγούς. Ο στρατός του θέματος αποτελούνταν από στρατιώτες-αγρότες που είχαν δικά τους κτήματα και σε περίπτωση εχθρικής επίθεσης ήταν υποχρεωμένοι να παρουσιαστούν για υπηρεσία. Η ανάπτυξη των θεματικών στρατών είχε σημαντικές συνέπειες: Οι μισθοφόροι περιορίστηκαν δραστικά και συνάμα στη βυζαντινή ύπαιθρο κυριάρχησε η μικρή και μεσαία αγροτική ιδιοκτησία.

Νομοθετικά μέτρα του Νικηφόρου Α' (802-811) αποτελούν οι κακώσεις, όπως ονομάστηκαν από τους εχθρούς του τα τολμηρά οικονομικά του μέτρα που απέβλεπαν στην ανάκαμψη του εμπορίου και την αύξηση των εσόδων του κράτους.



Οικονομία

Ανάκαμψη της οικονομίας στο 8ο και 9ο αι.

Οι πρώτες ενδείξεις οικονομικής ανάκαμψης παρουσιάστηκαν στα χρόνια του Κωνσταντίνου Ε' (741-775). Στο μεταίχμιο από τον 8ο προς τον 9ο αι. ο πληθυσμός του Βυζαντίου είχε αυξηθεί αισθητά σε σχέση με τον 7ο αι., ενώ είχε ξεπεραστεί η κρίση στην οικονομία. Αυξήθηκαν τα κρατικά έσοδα και αναζωογονήθηκαν το εμπόριο και η βιοτεχνία. Ωστόσο ο χαρακτήρας της οικονομίας παρέμεινε κυρίως αγροτικός.

Η κατάσταση και οι ανάγκες της βυζαντινής οικονομίας στις αρχές του 9ου αι. φανερώνονται στις κακώσεις του Νικηφόρου Α' (802-811), όπως ονομάστηκαν από τους εχθρούς του τα τολμηρά οικονομικά του μέτρα που απέβλεπαν στην ανάκαμψη του εμπορίου και την αύξηση των εσόδων του κράτους.

Οικονομικές συνέπειες από τους πολέμους εναντίον των Βουλγάρων

Οι κατακτήσεις του βυζαντινού στρατού και η επέκταση των βυζαντινών συνόρων ευνόησαν την άνθηση της οικονομίας. Νέα εδάφη, παραγωγικό δυναμικό και έσοδα προστέθηκαν στο κράτος, ενώ η διακοπή των αραβικών επιδρομών επέτρεψε την ειρηνική καλλιέργεια της γης. Έτσι πολλαπλασιάστηκαν η παραγωγή και τα νομισματικά αποθέματα του Βυζαντινού Κράτους. Ο πλούτος έφερε ευμάρεια και χλιδή, ενίσχυσε τις δυνατότητες και το διεθνές κύρος της αυτοκρατορίας και γέννησε αισθήματα αυτοπεποίθησης και περηφάνειας στους υπηκόους της.

Η οικονομία κατά τη διάρκεια της δυναστείας των Μακεδόνων

α. Οικονομία και κοινωνία της υπαίθρου

Οι γαιοκτήμονες-αριστοκράτες του ύστερου Ρωμαϊκού Κράτους φαίνεται ότι χάθηκαν κατά τις εχθρικές εισβολές του 7ου αι. Στο μεταίχμιο από τον 8ο προς τον 9ο αι. άρχισε να σχηματίζεται μια νέα αριστοκρατία της γηςεπαρχιακή), κοντά στην οποία υπάρχει και η αριστοκρατία των αξιωμάτωναστική).

Επέκταση οικογενειακών επωνύμων και συγκρότηση βυζαντινής αριστοκρατίας (8ος -11ος ι.)

Χρόνος εμφάνισης
επωνύμων

Αριθμός
επωνύμων

Ποσοστό %

8ος αι.

6

4%

9ος αι.

16-17

10%

900-976

25

16%

976-1025

45-50

30%

1025-1100

60

40%

σύνολο

147-153

100%

Ο πίνακας δείχνει τη βαθμιαία επέκταση οικογενειακών επωνύμων, η οποία συνδέεται στενά με τη διαμόρφωση της νέας βυζαντινής αριστοκρατίας (8ος-11ος αι.). Οι δύο ομάδες της αριστοκρατίας συνήθιζαν να συνδέονται με επιγαμίες και συγχωνεύτηκαν σε ενιαία τάξη στα τέλη του 10ου αι. Είναι οι δυνατοί. Σ' αυτούς περιλαμβάνονταν οι πολιτικοί, οι στρατιωτικοί και οι θρησκευτικοί άρχοντες και οι διαχειριστές της κρατικής, της αυτοκρατορικής, της εκκλησιαστικής και μοναστικής περιουσίας.

Οι αγροτικές μάζες, οι πένητες, αποτελούνταν από ελεύθερους γαιοκτήμονες, ακτήμονες γεωργούς που μίσθωναν γη για καλλιέργεια και παροίκους που ήταν δεμένοι με τη γη ή είχαν προσωπική εξάρτηση από τους κυρίους της.

Από τις αρχές του 9ου αι. η αγροτική κοινότητα και οι ανεξάρτητοι αγρότες άρχιζαν να κινδυνεύουν τόσο από τη συνήθεια των μεγαλοκτηματιών να αποκτούν τα κτήματα των μικρομεσαίων γαιοκτημόνων με νόμιμους (αγορά ή κληροδοσία) ή και παράνομους τρόπους όσο και από τη φορολογική πίεση που ασκούσε το κράτος.

Τα μεγάλα κτήματα δεν ήταν ενιαία, αλλά αποτελούνταν από πολυάριθμες διάσπαρτες εκτάσεις, τα χωρία ή προάστεια που καλλιεργούσαν ελεύθεροι ενοικιαστές ή πάροικοι. Με τα έσοδα από τα κτήματά τους και με τους μισθούς που έπαιρναν από το κράτος ως αξιωματούχοι, οι ευγενείς ζούσαν ζωή γεμάτη χλιδή. Από την άλλη μεριά ήταν απρόθυμοι να δαπανήσουν χρήματα, για να βελτιώσουν τις εγκαταστάσεις των υποστατικών τους και τα μέσα και τις τεχνικές της παραγωγής.

Όλα αυτά συνέβαλαν ώστε η αγροτική παραγωγή στο Βυζάντιο να παραμείνει στάσιμη και ευάλωτη στις κρίσεις που άρχισαν να εκδηλώνονται στα μέσα του 11ου αι.

β. Οικονομία και κοινωνία των πόλεων

Αντίθετα, μεγάλη ανάπτυξη, με επίκεντρο τις πόλεις, γνώρισε η αστική οικονομία που ήταν, όπως και η αγροτική, εκχρηματισμένη σε μεγάλο βαθμό. Από τις αρχές του 9ου αι. παλιές πόλεις, όπως η Πάτρα και η Σπάρτη, ανοικοδομήθηκαν, ενώ ιδρύθηκαν και νέες. Οι πόλεις άρχισαν να ξαναβρίσκουν την οικονομική τους λειτουργία. Κάστρα, όπως το Άρτζε (Γεωργία) και το Άνιον (Αρμενία), έγιναν αστυκώμαι ή αγροτοπόλεις, δηλ. αστικά κέντρα με ημιαγροτικό χαρακτήρα. Μεγαλύτερη εμπορική κίνηση είχαν οι πόλεις Έφεσος, Ευχάϊτα, Τραπεζούς κ. ά., όπου διεξάγονταν ετήσιες εμποροπανηγύρεις.

Οι έμποροι και οι βιοτέχνες ήταν οργανωμένοι σε συντεχνίες ή επαγγελματικά σωματεία (συστήματα). Το ύψος της παραγωγής και οι τιμές των προϊόντων ήταν προκαθορισμένες. Η λειτουργία των συστημάτων στην Κων/λη καθοριζόταν από το Επαρχικόν Βιβλίον, συλλογή διατάξεων των αρχών του 10ου αι. Οι περισσότερες βιοτεχνίες αφορούσαν τον τομέα των τροφίμων. Από το 10ο αι. εμφανίστηκαν επιχειρήσεις σχετικές με την επεξεργασία και εμπορία ειδών πολυτελείας (μετάξι, μπαχαρικά, πολύτιμοι λίθοι).

Το βυζαντινό εξωτερικό εμπόριο αναβίωσε από τα μέσα του 10ου αι. Η ακτίνα της δράσης του μεγάλωνε συνεχώς. Αναπτύχτηκαν εμπορικές σχέσεις με τους Βουλγάρους, τους Ρώσους, τις ιταλικές πόλεις, ιδίως τη Βενετία, και το Χαλιφάτο. Οι βυζαντινοί έμποροι ταξίδευαν μέχρι το Κάιρο και άλλους τόπους του Χαλιφάτου, για να προμηθευτούν τα περιζήτητα και πολύ επικερδή μπαχαρικά. Αλλά και οι μουσουλμάνοι έμποροι μετέφεραν μπαχαρικά, αρώματα και βαφικές ύλες στο Βυζάντιο. Ο εκτελωνισμός τους γινόταν στην Τραπεζούντα, εμπορική πύλη της Μ. Ασίας προς Ανατολάς.

Η συνεχής ανάπτυξη της αστικής οικονομίας οδήγησε στη δημιουργία της μεσαίας τάξης (τάξης των επιχειρηματιών), αποτελούμενης από εμποροβιοτέχνες, ναυκλήρους και τραπεζίτες. Οργανωμένη σε συντεχνίες ή αδελφότητες υποκινούσε συχνά λαϊκά κινήματα κατά των ευγενών και έφτασε στο απόγειο της κοινωνικής και πολιτικής της επιρροής στα μέσα του 11ου αι.

Οι πολυάριθμες λαϊκές μάζες των πόλεων (δήμος) αποτελούνταν από φτωχούς που εργάζονταν περιστασιακά ή ήταν άνεργοι.



Θρησκεία

α. Εικονομαχία 8ος-9ος αι.

Από τις αρχές του 8ου ως τα μέσα του 9ου αι. το Βυζάντιο συγκλονίστηκε από τη διαμάχη της Εικονομαχίας, πνευματικής κίνησης που συνδέθηκε στενά με το ακόλουθο ερώτημα: Είναι σύμφωνη με τις παραδόσεις της Ορθοδοξίας ή όχι η λατρεία των εικόνων;

Πρωτεργάτες της εικονομαχικής κίνησης υπήρξαν οι αυτοκράτορες Λέων Γ' (717-741) και Κωνσταντίνος Ε' (741-775). Ο Λέων, ο οποίος καταγόταν από την Γερμανίκεια της Β. Συρίας, και ο γιος του φαίνεται ότι είχαν επηρεαστεί από τις ανεικονικές αντιλήψεις (αντίθετες στη λατρεία των εικόνων) της ιουδαϊκής και της ισλαμικής θρησκείας και γι' αυτό απέρριπταν τη λατρεία των εικόνων ως εκδήλωση ειδωλολατρική.

Οι ανεικονικές αντιλήψεις ήταν πολύ διαδεδομένες στους αγρότες της γειτονικής με το Ισλάμ Μ. Ασίας, που σήκωναν το κύριο βάρος της άμυνας κατά των Αράβων. Οι Ίσαυροι είχαν κάθε λόγο να ευνοήσουν τους πληθυσμούς αυτούς.

Άλλοι παράγοντες που οδήγησαν στην απαγόρευση των εικόνων ήταν πιθανώς οι δεισιδαιμονίες και οι υπερβολές, που είχαν εκδηλωθεί γύρω από τη λατρεία των εικόνων, η επιθυμία των Ισαύρων να περιορίσουν την επιρροή των μοναχών και η ιδέα ότι οι επιτυχίες των εχθρών του Βυζαντίου, προέρχονταν από τη δίκαιη οργή του Θεού για ό,τι συνέβαινε στο χώρο της λατρείας.

α. Φάσεις

Η πρώτη φάση της Εικονομαχίας (726-787) άρχισε με την απομάκρυνση της εικόνας του Χριστού από την Χαλκή Πύλη της Πόλης, πράξη που προκάλεσε τις διαμαρτυρίες του λαού της πρωτεύουσας. Το πρώτο αυτοκρατορικό διάταγμα κατά της λατρείας των εικόνων δημοσιεύτηκε το 730. Οι εικονόφιλοι, όπως ονομάστηκαν οι οπαδοί των εικόνων, τιμωρήθηκαν με εξορίες, φυλακίσεις και δημεύσεις περιουσιών.
Την υπόθεση των εικονολατρών υπερασπίστηκε θεωρητικά ο μεγαλύτερος θεολόγος της εποχής του, ο Ιωάννης Δαμασκηνός, που έζησε στην επικράτεια του αραβικού Χαλιφάτου και πέθανε γύρω στα 750.
Η ένταση της διαμάχης των δύο παρατάξεων κορυφώθηκε επί Κωνσταντίνου Ε', που εξαπέλυσε εκστρατεία τρομοκράτησης των μοναχών και καταστροφής των μονών που ήταν προπύργια εικονολατρίας.
Η πρώτη φάση τερματίστηκε με την Ζ' Οικουμενική Σύνοδο (787). Η σύνοδος αυτή, η οποία συγκλήθηκε με πρωτοβουλία της αυτοκράτειρας Ειρήνης της Αθηναίας (780-802), αποκατέστησε πανηγυρικά τις εικόνες, διευκρινίζοντας ότι στις εικόνες απονέμεται μόνο τιμητική προσκύνηση.

Η δεύτερη φάση (815-843), η οποία δεν είχε τη διάρκεια ούτε και την ένταση της πρώτης εγκαινιάστηκε από τον Λέοντα Ε' τον Αρμένιο. Αυτός απέδωσε στην εικονολατρία τις ήττες των Βυζαντινών στα πεδία των μαχών.
Και αυτή η φάση τερματίστηκε από μια αυτοκράτειρα, αυτή τη φορά από την αυγούστα Θεοδώρα, μητέρα του ανήλικου Μιχαήλ Γ'. Η σύνοδος του 843 προχώρησε στην οριστική και πανηγυρική αποκατάσταση και αναστήλωση των εικόνων.

β. Σημασία της ήττας των εικονοκλαστών

Η αποκατάσταση των εικόνων θεωρείται ως νίκη της ελληνικής πνευματικής παράδοσης που ευνοούσε την απόδοση της θείας μορφής πάνω στην ανεικονική ασιατική παράδοση.

Η αναστήλωση των εικόνων τερμάτισε τις θρησκευτικές διαμάχες και εγκαινίασε περίοδο γόνιμης συνεργασίας του κράτους με την εκκλησία, που αφοσιώθηκε στο ιεραποστολικό της έργο. Τα μοναστήρια άρχισαν να πολλαπλασιάζονται και να πλουτίζουν. Παράλληλα όμως περιορίστηκαν και οι υπερβολές στη λατρεία των εικόνων και των λειψάνων.

γ. Συνέπειες της εικονομαχίας

Η Εικονομαχία δίχασε τον βυζαντινό λαό και είχε ολέθριες συνέπειες στους τομείς της εξωτερικής πολιτικής και του πολιτισμού. Η Εκκλησία της Ρώμης δυσαρεστημένη από τους εικονομάχους αυτοκράτορες, "γύρισε την πλάτη" στο Βυζάντιο, απομακρύνθηκε από αυτό και αναζήτησε στήριξη στους ηγεμόνες των Φράγκων, αναδυόμενη τότε πολιτική δύναμη της Δυτικής Ευρώπης.
Στη διάρκεια της εικονομαχίας απαγορεύτηκε η αναπαράσταση θείων προσώπων στους τοίχους των εκκλησιών και η ανάρτηση εικόνων και διατάχθηκε η καταστροφή τους. Πολλά έργα τέχνης καταστράφηκαν τότε και οι εκκλησίες διακοσμήθηκαν με ζώα, φυτά και διακοσμητικά μοτίβα. Συγχρόνως υποχώρησε η ενασχόληση με τα γράμματα, ενώ, μετά τη νίκη των εικόνων, καταστράφηκαν πολλά σημαντικά κείμενα των εικονομάχων.

β. Ο εκχριστιανισμός των Μοραβών (862-3)

Ο εκχριστιανισμός των Σλάβων, ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του βυζαντινού πολιτισμού, ξεκίνησε από τη Μοραβία. Ο ηγεμόνας αυτής της χώρας Ραστισλάβος ζήτησε από το Βυζάντιο ιεραποστόλους, για να διδάξουν στο λαό του το Χριστιανισμό (862/3). Επιθυμούσε να στηριχτεί στο Βυζάντιο, για να αντισταθμίσει την απειλή των Γερμανών και των Βουλγάρων.
Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Γ' και ο πατριάρχης Φώτιος αντιλήφθηκαν τα οφέλη της πρότασης του Ραστισλάβου. Το Βυζάντιο θα μπορούσε να επεκτείνει την επιρροή και την πνευματική του ακτινοβολία στην κεντρική Ευρώπη. Η αποστολή ανατέθηκε στους δύο αδελφούς από τη Θεσσαλονίκη Μεθόδιο και Κωνσταντίνο (που αργότερα πήρε το μοναστικό όνομα Κύριλλος). Ήταν έμπειροι διπλωμάτες και γνωστοί λόγιοι και γνώριζαν άριστα τη σλαβική και άλλες γλώσσες.
Οι δύο αδελφοί έφτασαν στη Μοραβία το θέρος του 863. Ο Κωνσταντίνος δημιούργησε ένα σλαβικό αλφάβητο που απέδιδε όλες τις φωνητικές ιδιαιτερότητες της σλαβικής.
Ο Κωνσταντίνος δεν αρκέστηκε σ' αυτό, αλλά απέδωσε στα σλαβικά τη Θεία Λειτουργία και τα ιερά βιβλία.
Η χρήση της σλαβικής διευκόλυνε τους Μοραβούς να κατανοήσουν το κήρυγμα και τη λειτουργία και εξασφάλισε τεράστια επιτυχία στο ιεραποστολικό έργο.

Σημασία του εκχριστιανισμού

Οι δύο αδελφοί οργάνωσαν τη σλαβική εκκλησία (863-866) και μύησαν τους Σλάβους στο πολιτιστικό σύστημα των Ελλήνων και του Χριστιανισμού. Ο εκχριστιανισμός συντέλεσε επίσης στην ενότητα των Σλάβων, καθώς ενίσχυσε την κοινότητα της φυλής με την κοινότητα της πίστης.

γ. Ο εκχριστιανισμός των Βουλγάρων (864)

Στο ζήτημα του εκχριστιανισμού των Βουλγάρων η βυζαντινή εκκλησία συγκρούστηκε με τον πάπα, ο οποίος επιδίωκε την επέκταση της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας στην άμεση γειτονιά του Βυζαντίου. Ο βυζαντινός στρατός υποχρέωσε το Βούλγαρο ηγεμόνα Βόρη να δεχτεί τον Χριστιανισμό από την Κωνσταντινούπολη και να βαπτιστεί μάλιστα ο ίδιος με ανάδοχο τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ' (864).
Ωστόσο, λίγο αργότερα με πρόσκληση του Βόρη, ο πάπας έκανε νέα επέμβαση στα ζητήματα της Βουλγαρικής Εκκλησίας. Τότε ο πατριάρχης Φώτιος, υπερασπιζόμενος την ανεξαρτησία της βυζαντινής εκκλησίας και τα ζωτικά συμφέροντα του Βυζαντινού Κράτους, κατήγγειλε την επέμβαση της Ρώμης στη Βουλγαρία και κατηγόρησε τη ρωμαϊκή εκκλησία για λειτουργικά και δογματικά λάθη.
Η σύνοδος του έτους 867 αναθεμάτισε τον πάπα, απέρριψε το δόγμα περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού (filioque) και καταδίκασε την επέμβαση της Ρώμης στη Βουλγαρία. Με απόφαση της συνόδου του 870 η εκκλησία της Βουλγαρίας υπάχθηκε οριστικά στη δικαιοδοσία του πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης.

δ. Ο εκχριστιανισμός των Ρώσων (989)

Για να συντρίψει την εξέγερση της μικρασιατικής αριστοκρατίας, ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β' ζήτησε τη βοήθεια του Ρώσου ηγεμόνα Βλαδιμήρου, υποσχόμενος να του δώσει ως σύζυγο την αδελφή του Άννα. Το επικουρικό στρατιωτικό σώμα που έστειλαν οι Ρώσοι συνέτριψε την ανταρσία των βυζαντινών γαιοκτημόνων (δυνατών), αλλά ο Βασίλειος λησμόνησε την υπόσχεσή του.
Μόνο όταν ο Βλαδίμηρος κατέλαβε τη Χερσώνα, ο αυτοκράτορας συναίνεσε στο γάμο, με την πρόσθετη προϋπόθεση ότι ο Βλαδίμηρος θα ασπαζόταν το Χριστιανισμό. Η νύφη ταξίδεψε στη Χερσώνα, όπου έγιναν η βάπτιση του Βλαδιμήρου και ο βασιλικός γάμος. Επακολούθησε η ομαδική βάπτιση των Ρώσων στα νερά του Δνειπέρου (989).

Με τον εκχριστιανισμό των Ρώσων μια τεράστια έκταση εντάχθηκε στη σφαίρα επιρροής της Ορθοδοξίας και του βυζαντινού πολιτισμού. Η μεταβολή αυτή επηρέασε καθοριστικά τη νοοτροπία και τον πνευματικό και υλικό πολιτισμό των Ρώσων. Οι εμπορικές ανταλλαγές με το Βυζάντιο εντατικοποιήθηκαν, ενώ αυξήθηκε κατά πολύ ο αριθμός των βαράγγων και ρώσων μισθοφόρων που υπηρετούσαν στην αυτοκρατορική φρουρά και το βυζαντινό στρατό.



Πολιτισμός

α. Ίδρυση της σχολής της Μαγναύρας

Η ίδρυση της ανώτερης σχολής της Μαγναύρας, με πρωτοβουλία του Βάρδα, αποτελεί σταθμό στην ιστορία της βυζαντινής εκπαίδευσης. Τη διεύθυνση της σχολής ανέλαβε ο Λέων Φιλόσοφος ή Μαθηματικός, διάσημος επιστήμονας της εποχής του. Επειδή είχε μεγάλη φήμη, προσκλήθηκε, όπως λέγεται, από το χαλίφη Μαμούν να διδάξει στη Βαγδάτη, δεν αποδέχτηκε όμως την πρόσκληση (περί το 830). Το πανεπιστήμιο περιλάμβανε τις σχολές της φιλοσοφίας, της γεωμετρίας, της αστρονομίας και της γραμματικής.

β. Ενδιαφέρον για τους κλασικούς

Οι λόγιοι κατά την περίοδο αυτή άρχισαν να αναζητούν, να συλλέγουν, να μελετούν και να αντιγράφουν χειρόγραφα με έργα της αρχαίας γραμματείας. Ο πιο αξιόλογος από αυτούς ήταν ο Φώτιος που ανήκε στον πνευματικό κύκλο του Λέοντος Μαθηματικού.

Το σημαντικότερο έργο του είναι η Μυριόβιβλος: περιέχει περί τα 300 φιλολογικά δοκίμια για έργα ελάχιστα γνωστά στους συγχρόνους του. Ο Φώτιος «μας μιλάει για τα αρχαία έργα με τόση χαρά και δροσιά σαν να ήταν τα τελευταία φιλολογικά νέα». Έγραψε επίσης ένα λεξικό, ομιλίες και θεολογικά έργα. Υπό τη φωτισμένη ηγεσία του η βυζαντινή εκκλησία πραγματοποίησε το μεγαλόπνοο εγχείρημα του εκχριστιανισμού των Σλάβων.

γ. Ακριτική ποίηση

Οι συνεχείς πόλεμοι στα σύνορα με τους Άραβες προμήθευσαν πλούσιο υλικό για τη διαμόρφωση της βυζαντινής επικής ποίησης. Ανώνυμοι τραγουδοποιοί συνέθεσαν άσματα που εξυμνούν τους αγώνες των ακριτών, δηλ. των στρατιωτών που προστάτευαν τα ανατολικά σύνορα (άκραι) του Βυζαντίου, και ιδίως του Διγενή Ακρίτα. Αξιομνημόνευτο είναι επίσης ένα σύντομο έπος που εξυμνεί τους άθλους του Αρμούρη. Ο ήρωας δεν έχει ταυτιστεί με βεβαιότητα, αλλά φαίνεται ότι έχει στενή σχέση με το Αμόριο της Φρυγίας.

Τα ηρωικά άσματα αυτού του είδους, τα οποία, όπως μας πληροφορεί ο επίσκοπος Καισαρείας και σπουδαίος λόγιος Αρέθας (μέσα 9ου μέσα 10ου αι.), έψαλλαν τραγουδιστές, περιφερόμενοι στις επαρχίες της Μ. Ασίας, θεωρούνται τα σημαντικότερα δείγματα της δημώδους ή λαϊκότροπης λογοτεχνίας των Βυζαντινών, η οποία αναπτύσσεται παράλληλα με τη λόγια Γραμματεία.