ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Συλλογές ιστορικών δημοτικών τραγουδιών

Συλλογή Σπυρ. Ζαμπέλιου


 
Άσματα δημοτικά της Ελλάδος, Σπυρίδων Ζαμπέλιος, 1852
Έγινε ορθογραφική αναπροσαρμογή.
Οι αριθμοί στις παρενθέσεις παραπέμπουν στον αριθμό σελίδας του βιβλίου.

Πληκτρολογήστε τη λέξη που ψάχνετε

Σύρτε στον πίνακα για να δείτε όλο το περιεχόμενο.

1. Η ΑΛΩΣΙΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ (599) 

Σημαίνει ο Θιος, σημαίνει η γη, σημαίνουν τα 'πουράνια,
Σημαίνει κι η Αγια-Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι
Με τετρακόσια σήμαντρα κι εξηνταδυό καμπάνες
Κάθε καμπάνα και Παπάς, κάθε Παπάς και Διάκος,
Να μπούνε στο Χερουβικό και να βγει ο Βασιλέας.
Περιστερά κατέβηκεν από τα μέσ' ουράνια.
—«Πάψετε το Χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τ' Άγια!
Παπάδες πάρτε τα ιερά και σεις κεριά σβηστείτε,
Γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει.
Μόν' στείλτε λόγο στη Φραγκιά να 'ρθουνε τρία καράβια,
Το 'να να πάρει το Σταυρό και τ' άλλο το Βαγγέλιο,
Το τρίτο το καλύτερο την Άγια Τράπεζά μας,
Μη μας την πάρουν τα σκυλιά και μας τη μαγαρίσουν»
Η Δέσποινα εταράχτηκε κι εδάκρυσαν οι 'κόνες.
— «Σώπασε Κυρά Δέσποινα και σεις 'κόνες μην κλαίτε
Πάλε με χρόνους με καιρούς, πάλε δικά σας είναι».
2. Έτερον (600) 

Καλόγρια εμαγέρευε ψαράκια στο τηγάνι,
Και μια φωνή ψιλή φωνή απανωθιό της λέγει·
— «Πάψε γριά το μαγερειό κι η Πόλη θα τουρκέψει»
— «Όταν τα ψάρια πεταχτούν και βγουν και ζωντανέψουν,
Τότε και ο Τούρκος θέλει μπει κι η Πόλη θα τουρκέψει.»
Τα ψάρια επεταχτήκανε, τα ψάρια ζωντανέψαν,
Κι ο Αμιράς εισέβηκεν ατός του καβαλάρης.
3. Ο ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΛΕΦΤΟΥ (600-601) 

«Μάνα σου λέω δεν ημπορώ τους Τούρκους να δουλεύω,
Δεν ημπορώ δε δύναμαι, εμάλλιασ' η καρδιά μου·
Θα πάρω το ντουφέκι μου, να πάω να γένω Κλέφτης,
Να κατοικήσω στα βουνά και στες ψηλές ραχούλες,
Να 'χω τους λόγγους συντροφιά, με τα θεριά κουβέντα,
Να 'χω τα χιόνια για σκεπή, τους βράχους για κρεβάτι,
Να 'χω με τα κλεφτόπουλα καθημερνό λημέρι.
Θα φύγω, μάνα και μην κλαις, μόν' δώ 'μου τηv ευχή σου,
Κι ευχήσου με, μανούλα μου, Τούρκους πολλούς να σφάξω·
Και φύτεψε τρανταφυλλιά και μαύρο καρυοφύλλι 1,
Και πότιζέ τα ζάχαρη και πότιζέ τα μόσκο·
Κι όσο π' ανθίζουν, μάνα μου και βγάνουνε λουλούδια,
Ο υιός σου δεν απέθανε και πολεμάει τους Τούρκους·
Κι αν έρθει μέρα θλιβερή, μέρα φαρμακωμένη,
Και μαραθούν τα δυο μαζί και πέσουν τα λουλούδια,
Τότε κι εγώ θα λαβωθώ, τα μαύρα να φορέσεις».
Δώδεκα χρόνοι επέρασαν και δεκαπέντε μήνες
Που ανθίζαν τα τριαντάφυλλα κι ανθίζαν τα μπουμπούκια.
Και μιαν αυγή ανοιξάτικη, μια πρώτη του Μαΐου,
Που κελαδούσαν τα πουλιά κι ο ουρανός γελούσε,
Με μιας αστράφτει και βροντά και γένεται σκοτάδι·
Το καριοφίλι εστέναξε, τρανταφυλλιά δακρύζει,
Με μιας ξεράθηκαν τα δυο κι επέσαν τα λουλούδια·
Μαζί μ' αυτά σωριάστηκε κι η δόλια του η μανούλα.

[Ο Ν. Πολίτης αναφέρει ότι δεν είναι δημοτικό αλλά του Παύλου Λάμπρου]
 
4. ΤΟ ΠΑΛΛΙΚΑΡΙ ΤΗΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΕΩΣ (601-602) 

— «Βασίλη, κάτσε φρόνιμα να γένεις νοικοκύρης,
Για ν' αποχτήσεις πρόβατα, ζευγάρια κι αγελάδες,
Χωριά κι αμπελοχώραφα, κοπέλια να δουλεύουν!»
— «Μάνα μου, 'γώ δεν κάθομαι να γένω νοικοκύρης,
Να κάμω αμπελοχώραφα, κοπέλια να δουλεύουν,
Και να 'μαι σκλάβος των Τουρκών, κοπέλι των σκυλώνε!
Φέρε μου το βαριό σπαθί και τ' αλαφρό τουφέκι,
Να πεταχτώ σαν το πουλί ψηλά στα κορφοβούνια,
Να πάρω δίπλα τα βουνά, να περβατήσω 2 λόγγους,
Να βρω λημέρια των Κλεφτών, γιατάκια 3 Καπετάνων·
Να πάω να βρω τον Μάνταλο, να σμίξω τον Μπαστέκη,
Που πολεμούν με την Τουρκιά και με τους Αρβανίτες,
Να μπω με δαύτους σύντροφος στα Τούρκικα κεφάλια!
Με μια σπαθιά να κόφτω τρεις, με το τουφέκι πέντε,
Και με το γιαταγάνι 4 μου, σαράντα και πενήντα»
Πουρνό φιλεί τη μάνα του, πουρνό ξεπροβοδιέται.
— «Γεια σας βουνά με τους κρεμούς λαγκάδια με τες πάχνες!»
— «Καλώς το τ' άξιο το παιδί και τ' άξιο παλληκάρι!»
Οι Τούρκοι τον αγνάντεψαν και παγανιά 5 του στέλνουν
Πήγαν και τον καρτέρεσαν σ' έν' άγριο μονοπάτι,
Κι εστοχαστήκαν τα σκυλιά πως ήταν σαν και δαύτους,
Σκοινιά 'χαν να τον δέσουνε, σαν να 'τανε κριάρι.
Μα κείνο τ' άξιο το παιδί, τ' άξιο παλληκάρι,
Σα βγάζει το βαριό σπαθί και τζόκαμε 6 γιουρούσι 7,
Σα θεριστής εφάνηκεν όταν θερίζει αστάχυα.
Μ' αντίς αστάχυα θέριζε τα τούρκικα κεφάλια.
Θερίζει Τούρκους δεκοχτώ κι ελάβωσε τριάντα,
Τους πήρε και τα πλιάτζικα 8 κι εγίνη Καπετάνιος.
5. Η ΤΕΧΝΗ ΤΩΝ ΚΛΕΦΤΩΝ (602) 

Εβγήκε ο Νάννος στα βουνά, ψηλά στα κορφοβούνια
Κι εμάζωνε κλεφτόπουλα, παιδιά και παλικάρια.
Τα μάζωξε, τα σύναξε, τα 'καμε τρεις χιλιάδες,
Κι ολημερίς τα δίδαχνε και ολημερίς τους λέγει·
—«Ακούστε, παλικάρια μου κι εσείς παιδιά δικά μου!
Κλέφτες δε θέλω για τραγιά, Κλέφτες για τα κριάρια·
Μόν' θέλω Κλέφτες για σπαθί, Κλέφτες για το τουφέκι,
Να κάνουν χήρες κι ορφανά στων Τούρκωνε τα σπίτια,
Εδώ να κάνουν 'ξαγορά κι εκεί χωριά να καίνε!»
6. ΕΠΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΠΑΘΙΟΥ ΤΟΥ ΚΟΝΤΟΙΑΝΟΥ ΚΛΕΦΤΟΥ (603) 

Όποιος τυράννους δεν ψηφεί,
Κι ελεύθερος στον κόσμο ζει,
Δόξα, τιμή, ζωή του
Είν' μόνον το σπαθί του.
7. ΤΑ ΟΠΛΑ ΤΟΥ ΚΛΕΦΤΟΥ (603) 

Τ' ανδρειωμένου τ' άρματα
Δεν πρέπει να πουλιόνται,
Μόν' πρέπει τους στην Εκκλησιά
Κι εκεί να λειτουργιόνται.
Πρέπει να κρέμονται ψηλά
Σ' αραχνιασμένον πύργον·
Η σκούρια να τρώει τ' άρματα
Κι η γη τον αντρειωμένο.
8. Ο ΑΔΑΜΑΣΤΟΣ ΚΛΕΦΤΗΣ (604) 

Κι αν τα Δερβένια ετούρκεψαν, τα πήραν Αρβανίτες
Ο Στέριος είναι ζωντανός, πασάδες δεν ψηφάει.
Όσο χιονίζουνε βουνά και λουλουδίζουν κάμποι,
Κι έχουν οι ράχες κρύα νερά, Τούρκους δεν προσκυνούμε!
Πάμε να λημεριάσομεν όπου φωλιάζουν λύκοι,
Σε κορφοβούνια, σε σπηλιές, σε ράχες και ραχούλες!
Σκλάβοι στες χώρες κατοικούν και Τούρκους προσκυνούνε,
Και 'μείς για χώραν έχομε 'ρημιές κι άγρια λαγκάδια.
Παρά με Τούρκους, με θεριά καλύτερα να ζούμε!
9. Έτερον επί του αυτού (604) 

Οι Κλέφτες επροσκύνησαν κι εγίνηκαν ραγιάδες·
Άλλοι φυλάγουν πρόβατα κι άλλοι βοσκούνε γίδια·
Κι ένα μικρό Κλεφτόπουλο, της ερημιάς καμάρι,
Του λαγκαδιούνε σύντροφος δε θε να προσκυνήσει.
Tο πλάγι πλάγι πήγαινε, τον ταμπουρά 9 λαλούσε·
— «Εγώ ραγιάς δε γένομαι, Τούρκους δεν προσκυνάω,
Δεν προσκυνώ τους Άρχοντες και τους Κοτζαμπασήδες.
Μόν' καρτερώ την άνοιξη, να 'ρτουν τα χιλιδόνια,
Να βγουν οι Βλάχες στα βουνά, να βγουν οι Βλαχοπούλες!»
10. Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ (605) 

Ο Όλυμπος κι ο Κίσσαβος, τα δυο βουνά μαλώνουν,
Το 'να παινιέται στα σπαθιά και τ' άλλο στα τουφέκια.
Γυρίζει ο γέρος Όλυμπος και λέγει του Κισσάβου·
— «Μη με μαλώνεις, Κίσσαβε, βρε Τουρκοπατημένε,
Που σε πατούν οι Τούρκισσες τσιγγάνες των Κονιάρων!
Εγώ 'μαι ο γέρος Όλυμπος στον κόσμον ξακουσμένος,
Έχω σαράντα δυο κορφές κι εξήντα δυο βρυσούλες,
Κάθε κορφή και φλάμπουρο 10, κάθε κλαδί και Κλέφτης,
Και στην ψηλή μου την κορφή αετός είν' καθισμένος
Οπού κρατεί στα νύχια του κεφάλιν ανδρειωμένου.
— «Κεφάλι τ' είναι πόκαμες κι είσαι κριματισμένο;
Πώς σου 'ρτε κι εκατάντησες στα νύχια τα δικά μου;»
— «Φάγε πουλί τα νιάτα μου, φάγε και την αντρειά μου,
Να κάμεις πήχη το φτερό και πιθαμή το νύχι!
Στα Χάσια και στον Όλυμπο δώδεκα χρόνους Κλέφτης·
Στον Λούρο, στον Ξερόμερον Αρματολός εστάθην·
Εξήντ' Αγάδες σκότωσα κι έκαψα τα χωριά τους·
Kι όσους στον τόπον άφηκα και Τούρκους κι Αρβανίτες
Είναι πολλοί, πουλάκι μου, και μετρημούς δεν έχουν.
Τώρ' άρτ' η αράδα μου κι εμέ στον πόλεμο να πέσω!»
11. Ο ΛΑΒΩΜΕΝΟΣ ΚΛΕΦΤΗΣ (606) 

Ροβόλα 11 κάτου στον γιαλό, κάτου στο περιγιάλι,
Βάλε τα χέρια σου κουπιά, τα στήθη σου τιμόνι,
Και το λιγνό σου το κορμί κάμε το για καράβι·
Κι αν κάμει ο Θιος κι η Παναγιά να πλέξεις, να περάσεις,
Και φτάσεις στα λημέρια μας, οπ' όχομε καβούλι 12,
Που ψήσαμε τα δυο τραγιά, τον Φλώρα και τον Τόμπρα,
Αν σ' ερωτήσει η συντροφιά τίποτε για τ' εμένα,
Μην τους ειπείς πως χάθηκα, πως πέθανα ο καημένος,
Πήρα την πλάκα πεθερά, τη μαύρη γη γυναίκα,
Κι αυτά τα μαυροσκούληκα πήρα γυναικαδέρφια!
12. Έτερον επί του αυτού (Του Γιώτη) (606-607) 

Σηκώνομαι πολύ ταχιά δυ' ώρες όσο να φέξει·
Παίρνω νερό και νίβομαι, νερό να ξαγρυπνήσω.
Ακούου τα πεύκια που βροντούν και τες οξιές που τρίζουν,
Και τα γιατάκια 13 των Κλεφτών που κλαίν' τον Καπετάνο·
— «Για σήκω απάνου, Γιώτη μου και μη βαριοκοιμάσαι!
Μας πλάκωσεν η παγανιά 14, το καραούλι 15 σκούζει·
— «Εγώ σας λέγω δεν μπορώ και σεις μου λέτε σήκω!
Για πιάστε με να σηκωθώ, βάλτε με να καθίσω,
Και στρώστε μου δεντρού κλαρί ν' αναπαγώ λιγάκι,
Φέρτε μου και τον ταμπουρά 16 να ψιλοτραγουδήσω,
Να πω το μοιρολόγι μου και το στερνό τραγούδι·
— «Μουστάκι μου καραμπογιά 17 και φρύδια μου γραμμένα
Και συ τζαμπά 18 περήφανε, που 'σαι μακρύς στες πλάτες,
Αχ! θα σας φάγ' η μαύρ' η γη, το έρημο το χώμα!
— Παιδιά, με τα χαντζάρια 19 σας φτιάστε μου το κιβούρι, 20
Φτιάστε μου το κιβούρι μου ίσια με δύο νομάτους,
Να στέκω ορτός να πολεμώ κι ολόρτος να γιομίζω·
Και στη δεξιά μου τη μεριά ν' αφήστε παραθύρι,
Να κρούζει ο ήλιος το ταχύ, τη νύχτα το φεγγάρι,
Να λάμπουν τα τζαπράζια 21 μου, ν' αστράφτει το σπαθί μου,
Κι όταν περνούν κλεφτόπουλα να με καλημερίζουν·
— «Καλή σου μέρα Γώτη μου! — καλώς τα παλικάρια!»
13. Έτερον επί του αυτού (607) 

Ο ήλιος εβασίλευε κι ο Δήμος διατάζει·
— «Σύρτε, παιδιά μου, στο νερό, ψωμί να φάτ' απόψε.
Και συ Λαμπράκη μου ανιψιέ, κάθισ' εδώ κοντά μου·
Να τ' άρματά μου, φόρεσ' τα και ιδές να τα τιμήσεις!
Και σεις παιδιά μου, πάρετε το έρμο το σπαθί μου,
Κόψετε πράσινα κλαδιά, στρώστε μου να καθίσω,
Και φέρτε τον πνευματικό να με 'ξομολογήσει,
Για να του 'πω τα κρίματα οσά 'χω καμωμένα·
Τριάντα χρόνι' Αρματολός κι είκοσι πέντε Κλέφτης,
Και τώρα μου 'ρτε θάνατος και θέλω ν' απεθάνω.
Κάμετε το κιβούρι 22 μου πλατύ, ψηλό να γένει,
Να στέκω ορτός να πολεμώ και δίπλα να γεμίζω.
Κι από το μέρος το δεξί ν' αφήστε παραθύρι,
Τα χιλιδόνια να 'ρχονται, την άνοιξη να φέρνουν,
Και τ' αηδονάκια τον καλό τον Μάη να κελαηδούνε!»
14. Έτερον επί του αυτού (608) 

«Φάτε και πιέτε βρε παιδιά και μην παραπονιέστε,
Τι εγώ δεν έχω τίποτε, μόν' είμαι λαβωμένος!
Κακό που 'ναι το λάβωμα, κακό που 'ναι το βόλι!
Για πιάστε με να σηκωθώ και βάλτε με να κάτζω
Βάλτε με 'κεί στο κρύο νερό, στη ρίζα του πλατάνου,
Και φέρτε και γλυκό κρασίν από τους Παπαδάδες
Να πλύνω τες λαβωματιές, ν' αλλάξω τους γεράδες.
Κι αν αποθάνω, βρε παιδιά, πέντε πήγαν για μένα,
Μα 'δω να μη μ' αφήσετε στον έρημο τον τόπο.
Μόν' πάρτε με και σύρτε με στο πρώτο σταυροδρόμι,
όθε διαβαίνουν φίλοι μου, περνούνε παλικάρια,
Τα παλικάρια να πονούν κι οι φίλοι μου να κλαίγουν!»
15. Η ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ (608) 

— «Τ' έχεις, καρδιά, και μου πονείς, τ' έχεις κι αναστενάζεις;
Καρδιά, δεν παίζεις, δε γελάς σαν που 'σουν μαθημένη;
— «Το τι καλό μου 'ρθε μπροστά να παίξω να γελάσω,
Ή που 'ρθε η ώρα για σκλαβιά κι η ώρα για τα ξένα;
Χωρίζ' η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα,
Χωρίζονται τ' αντρόγυνα τα πολυαγαπημένα,
Κι εκεί που ξεχωρίζονται χορτάρι δε φυτρώνει.»
16. Ο KAZABEPNΗΣ (609) 

Ανάμεσα στη Χιλιαδού, ζερβιά μεριά της Γούρας,
Ο Καζαβέρνης πολεμά με δύο, με τρεις χιλιάδες,
Mε Σέρας, μ' όλον τον Καζά, με τ' όρημο το Πράβι.
Τρεις μέρες κάνει πόλεμο, τρεις μέρες και τρεις νύκτες,
Δίχως ψωμί, δίχως νερό, δίχως κανέν μιντάτι 23.
Τα παλικάρια 'ρώστησαν, δε θε να πολεμήσουν,
Βάνουν στη θήκη τα σπαθιά, δράζουνε 24 τα τουφέκια,
Και κάνουν τον κατήφορο, μες τα γεφύρια πάγουν·
Βρίσκουν τες πόρτες κλειδωτές, τους άλυσους ριμένους.
Kι ο Καζαβέρνης χούγιαζεν 25 από το μετερίζι 26,
— «Παιδιά, καϊρέτι 27 κάμετε, καρδιά και πολεμάτε,
Τι σήμερα 'ν' ο θάνατος, τι σήμερα 'ν' ο χάρος,
Σήμερα γεννηθήκαμε, σήμερα να χαθούμε!
Δυο παλικάρια ας τρέξουνε, φαγί να κυνηγήσουν.
Πιάνουν αλάφια, ψήνουν τα, στα παλικάρια δίνουν.
Σαν τα λιοντάρια πολεμούν μια μέρα και μια νύχτα·
Σκοτώνουν Τούρκους άμετρους, σκορπίζουνε τους Τούρκους,
Κι ο Καζαβέρνης γύριζε το βράχο τραγουδώντας.
17. Ο ΛΙΑΚΟΣ (609-610) 

— «Προσκύνα, Λιάκο, τον πασά, προσκύνα το βεζίρη,
Να γένεις πρωταρματολός, Δερβέναγας να γένεις!
— «Όσο ναι Λιάκος ζωντανός, πασά δεν προσκυνάει·
Πασά 'χει Λιάκος το σπαθί, βεζίρη το τουφέκι.»
Αλή πασάς σαν τ' άκουσε, βαριά του κακοφάνη·
Γράφει χαρτί και προβοδά, μαύρα μαντάτα στέλνει·
— «Σ' εσένα Βελή Γκέκα μου στες χώρες, στα χωριά μου·
Τον Λιάκο θέλω ζωντανόν, ή κάνε πεθαμένον.»
Ο Γκέκας βγαίνει παγανιά 28 και κυνηγάει τους Κλέφτες·
Διαβαίνει λόγγους και βουνά, τους βρίσκει στο Λημέρι,
Π' άλλοι γυαλίζαν τα σπαθιά κι άλλοι φουσέκια 29 εφτιάναν.
Κοντογιακούπης φώναξεν από το μετερίζι 30·
— «Καρδιά, παιδιά μου, κάμετε γιουρούσι 31 στα κριάρια!»
Ο Λιάκος επετάχτηκε, σαν αητός πετιέται,
Σκούζει και τρέμουν τα βουνά κι αντιβογούν οι κάμποι·
Μέρα και νύχτα πολεμούν, τρεις μέρες και τρεις νύχτες.
Εκλάψαν Αρβανίτισσες στα μαύρα φορεμένες.
Ο Βελή Γκέκας γύρισε στο αίμα του πνιμένος,
Κι o Μουσταφάς λαβώνεται στο γόνα και στο χέρι.
18. Ο ΠΛΙΑΣΚΑΣ (610-611) 

Κείτετ' ο Πλιάσκας κείτεται στην έρημη τη βρύση·
Πίνει νερό να δροσιστεί, πάλε νερό γυρεύει·
Με τα πουλιά συντύχαινε και με τα χελιδόνια·
— «Τάχα πουλιά, θα γιατρευθώ; τάχα, πουλιά, θα γιάνω;»
—«Πλιάσκα μου, αν θέλεις γιάτρεμα, να γιάνουν οι πληγές σου,
Έβγα ψηλά στον Όλυμπο, στον καθαρόν αγέρα·
Αντρείοι εκεί δεν αρρωστούν κι οι άρρωστοι αντρειώνουν·
Εκεί 'ν' οι Κλέφτες οι πολλοί, τα τέσσαρα πρωτάτα,
Εκεί μεράζονται φλωριά 32 κι εκεί καπετανάτα!»
Του Νίκου πέφτει η Ποταμιά, του Χρήστου η Αλασσόνα,
ο Τόλιος καπιτάνεψε φέτος στην Κατερίνη,
Και το μικρό Λαζόπουλο πήρε την Πλαταμώνα.»
Κι ο Πλιάσκας, ο κακόμοιρος, ο κακομοιριασμένος,
Τον Τούρναβο κατέβαινε στον Όλυμπο να πάγει,
Κι οι Τούρκοι που 'ταν πίσω του τρεις τουφεκιές του ρίξαν,
Τον καρτερούνε σύντροφοι τον κλαίνε τα λαγκάδια.
19. ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΤΣΙΚΟΓΙΑΝΝΗ (611) 

Το λένε οι κούκοι στα κλαδιά κι οι πέρδικες στα πλάγια,
Το λένε κι οι Πλαγιώτισσες το μαύρο μοιρολόγι.
— «Τ' είν' το κακό που γένεται, τι ταραχή μεγάλη;
Πολλά τουφέκια πέφτουνε και θλιβερά βροντούνε·
Μήνα σε γάμο πέφτουνε, μήνα σε πανηγύρι;»
— «Μήτε σε γάμο πέφτουνε, μήτε σε πανηγύρι,
Μόν' πέφτουν στους Αρματολούς, στους Κατσικογανναίους.»
— «Δεν το 'ξερα Μπεκίρ Αγά πως έτζι με σκοτώνεις,
Να μάσω τα μπουλούκια μου κι όλον τον ταϊφά 33 μου,
Κι απέ ν' ακούσεις πόλεμο και κλέφτικο τουφέκι,
Βροχή το λιανοτούφεκο, τα βόλια σα χαλάζι!
20 Η ΕΚΔΙΚΗΣΙΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΗ (612) 

Πολλά τουφέκια αντιβογούν, μιλιόνα 34, καροφίλια,
Αλή Τσεκούρας χαίρεται και ρίχνει στο σημάδι.
Διαβαίνει ο Χρόνης για να ιδεί πηγαίνοντας στο σπίτι·
— «Πολλά τα έτη μπουλούκμπαση 35!»—«Καλώς τονε τον Χρόνη!
— Πώς τα 'χεις Χρόνη μ' τα παιδιά, τι κάνουν τα παιδιά σου;»
— «Σε προσκυνούν, μπουλούκμπαση και σου φιλούν τα χέρια·
Δώδεκα μέρες έλειπα τι κάνουνε δεν ξέρω.»
— «Αν θέλεις, Χρόνη μου, να ιδείς όμορφα κεφαλάκια.
Τήραξε μέσα στον τορβά να ιδείς αγγελουδάκια!»
Ο Χρόνης ανατρίχιασε, τον έφαε μαύρο φίδι·
Πάγει, τηράζει στον τορβά 36, τηράζει και τι βλέπει;
Βλέπει το πρώτο του παιδί μικρό παλικαράκι·
Ο νους του σκοτεινιάστηκε, τα χείλη του παγώνουν·
Τηράζει κι άλλη μια φορά, τ' άλλο παιδί του βλέπει.
Πέφτει στραβός με το σπαθί στο Τούρκικο τ' ασκέρι,
Βαρεί δεξιά, βαρεί ζερβιά, βαρεί μπροστά και πίσω,
Σφάζει Αρβανίτες δώδεκα και δυο μπουλουκπασάδες.
Ο Αλή Τσεκούρας έπεσε και τρεις απανωθιό του.
21. Ο ΑΔΑΜΑΣΤΟΣ ΚΛΕΦΤΗΣ (613) 

«Σήμερα, Δήμο, Πασχαλιά, σήμερα πανηγύρι·
Τα παλικάρια στο χορό, τ' αγόρια στο σημάδι,
Και συ, μέσα στα Γιάννινα, στην πόρτα του βεζίρη,
Στην άλυσο, στο κούτζουρο, στο έρμο το τρουμπούκι 37»!
Όλος ο κόσμος το 'λεγαν και Τούρκοι και Ρωμαίοι·
— «Μπρε Δήμο κάτζε φρόνιμα, να 'χεις τ' αρματολίκι!
— «Να 'στε καλά, μωρές παιδιά, που με ψυχοπονιέστε,
Σπολλάιτη 38 στην αγάπη σας και στην καλή σας γνώμη.
Να δώσ' ο Θιος κι η Παναγιά κι ο αφέντης Αϊ-Γιώργης
Να γιάνει το χεράκι μου, να ζώσω το σπαθί μου!
Κι όταν γυρίσει η άνοιξη κι ερτεί το καλοκαίρι,
οπού φουντώνουν τα κλαδιά και κλειούν τα μονοπάτια,
Άιντε τουφέκι μου γερό και συ βαρύ σπαθί μου!
Θα ματαπάρω τα βουνά, ψηλά τα κορφοβούνια,
Κι αν ματαψήσω πρόβατο κι αν ματαφάω κριάρι,
Θα κάμω μάνες δίχως γιους, νυφάδες δίχως άντρα».
22. Η ΕΞΟΔΟΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ (614-615) 

Θέλεις ν' ακούσεις κλάματα, γυναίκεια μοιρολόγια;
Πέρασ' από το Κάραλο κι από το Μισολόγγι!
Κι εκεί ν' ακούσεις κλάματα, γυναίκια μοιρολόγια,
Πώς κλαιν οι μάνες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες.
Δεν κλαίνε για τον σκοτωμό που θε να σκοτωθούνε,
Μόν' κλαίνε για τον σκλαβωμό που θε να σκλαβωθούνε.
Ήταν Σαββάτο από βραδίς, ανήμερα Λαζάρου,
Τρανό τελάλη 39 εβάρεσαν μέσα στο Μισολόγγι.
Στες Εκκλησιές μαζώχτηκαν άνδρες, μικροί, μεγάλοι
Κι ένας τον άλλον έλεγε κι ένας τον άλλο λέγει·
«Αδέρφια τι θα κάμομε στο χάλι που μας ηύρε;
Είκοσι μέρες πέρασαν π' ο ζαϊρές 40 εσώθη,
Φάγαμ' ακάθαρτα σκυλιά και γάτους και ποντίκια·
Το Βασιλάδιν έπεσε, τ' Αντολικόν 41 εχάθη,
Ήλθαν και τα καράβια μας και πάλαι πίσω πάνε».
Θανάσης Κότζκας φώναξε· Θανάσης Κότζκας λέει·
«Αδέρφια, ας πολεμήσομε τους Τούρκους σα λιοντάρια,
Και το γιουρούσι 42 ας κάμομε, πάει και διαβούμε πέρα.
Μπροστά θα να 'βγουν οι γεροί, στη μέσην οι γυναίκες».
— Εγίνηκε το τσάκισμα μες του Μακρή την τάπια 43,
Και το γεφύρι χάλασαν και τα παιδιά τζου επνίξαν·
Άρρωστοι μέσα εμείνανε μαζί με το Δεσπότη·
Φωτιά στο κάστρο εβάλανε· κανένας δε σκλαβώθη.
23. Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΑΘΑΣ (614) ναυτικό 

Μαύρο καράβιν έπλεε στα μέρη της Κασσάντρας,
Που 'χε τα νέφη για πανιά, τον ουρανό παντιέρα,
Κι ομπρός κορβέτα 44 μ' άλικο 45 μπαϊράκι του προβαίνει·
«Μάινα 46, φωνάζει, τα πανιά! ρίξτε τα πανιά κάτου!
— «Δεν τα μαϊνάρω τα πανιά κι ουδέ τα ρίχνω κάτου,
Μη λέτε κι είμαι νιόνυφη, νύφη να προσκυνήσω·
Εγώ 'μ' ο Γιάννης του Σταθά, γαμπρός του Μπουκοβάλλα,
Τράκο 47, λεβέντες· ρίξετε στη πλώρη το καράβι!
Να χύσομ' αίμα Τούρκικο, να φάνε κι οι κοράκοι!»
24. ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑΝΤΑ 

«Λεβέντες δυο, λεβέντες τρεις, λεβέντες που περνάτε,
Μην είδετε τον Κωσταντά στους κάμπους καβαλάρη;»
«Εμείς εχθές τον είδαμε σ' ένα χορό πιασμένον
Και σήμερα τον είδαμε στον άμμο ξαπλωμένον.
Μαύρα πουλιά τον τρώγανε, κι άσπρα τον τρογυρίζαν,
Κι ένα πουλί, καλό πουλί δεν ήθελε να φάγει».
«Φάτε πουλιά μου φάτε με! φάτε, χορτάστεμέτε,
Kι αφήτε μου τη γλώσσα μου, και το δεξί μου χέρι,
Να κάμω τρία γράμματα, τρία φαρμακωμένα
Το 'να να πάει στη μάνα μου, στη δόλια μου τη μάνα,
Και τ' άλλο στον πατέρα μου να κλάψουνε για μένα
Το τρίτο το φαρμακερό να πάει στη σαστικιά μου.»
25. Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΛΑΜΠΡΟΣ (615) 
πλ.
Στους Καλαρρύτες τα βουνά σκώνονται μοιρολόγια,
Κι εκεί σιμά στα Γιάννινα μεγάλα ξόδια 48 ακούω·
Οντζάκι 49 των Καλαρρυτών πραματευτή μεγάλον
Το Γιάννη Λάμπρο ξακουστόν τον τρανοξαϊκουσμένον
Στα Γιάννινα στη φυλακή τον έχουνε ρεέμι 50,
Κι αποφασίσαν τα σκυλιά τον δόλιο να κρεμάσουν·
Κι ένα πουλί σαν τ' άκουσεν επέταξε κι επήγε
Στα κάγκελα της φυλακής και τόδωσε χαμπέρι 51.
Πουλί πετούμενο ήτανε κι ανθρώπινα λαλούσε·
— «Γιάννο μ' αν έχεις κρίματα και αν έχεις αμαρτίες,
Για κράξε τον πνευματικό για να σε ξαγοράσει·
Κι αν έχεις και μηνύματα στ' αϊτέρι 52 σου να στείλεις,
Πες μου τα μένα, Γιάννο μου, παγαίνω της τα λέγω!»
26. Η ΚΛΕΦΤΟΠΟΥΛΑ (616-617) (γυναίκα που φανερώνεται δες 110) 

Στον Αϊ-Λια, στον Πλάτανο, ψηλά στην κρύα τη βρύση,
Έχουν οι Κλέφτες μάζωμα, τα τρία καπιτανάτα,
Έχουν αρνιά που ψένουνε, κριάρια σουβλισμένα,
Έχουνε και γλυκό κρασί, για το καλό το κέφι,
Έχουν και κόρην όμορφη που τους κερνάει και πίνουν,
Κόρη σαν ήλιος όμορφη, ξανθή και μαυρομάτα.
Τέσσαρους χρόνους περπατεί μ' Αρματολούς και Κλέφτες
Κανείς δεν την εγνώριζεν από την συντροφιά της·
Κι εκεί που ρίχνουνταν στες τρεις κι ερίχναν το λιθάρι
Από τη ζόρη 53 την πολλή κι απ' την πολλήν αντρειά της
Ξεθληκωθήκαν 54 τα κομπιά, τζ' εβγήκαν τα τσαπράζια 55,
Και της φανήκαν τα βυζιά, σαν κίτρα, σα λεϊμόνια.
Οι Καπετάνοι την κοιτούν κι όλα τα παλικάρια,
Ο 'νας τηράει τον άλλονε, το τι να πουν δεν ξέρουν.
Αρχίνησαν και τη ρωτούν κι όλοι την εξετάζουν·
«Κόρη μ' τι μάνα σ' έκαμε, τι μάνα σ' έχει κάμει;»
— «Παιδιά μου μη θυμιάνεστε 56, μη παραξενευτείτε,
Κι εμέ μάνα μ' εγέννησε, μάνα σαν τη δική σας·
Έκαμα Τούρκες ορφανές, έκαμα Τούρκες χήρες,
Τώρα που βγήκε ο κόρφος μου καλόγρια πάω να γένω.
27. Η ΑΓΓΕΛΙΚΗ (617) 

Το λεν οι Καραμπάρισσες, το λεν κι οι Ζαγορίσιες,
Το λεν κι οι Κιγαδιότισσες, το λεν το μοιρολόγι,
Το λεν και τα Ζακόπουλα πέρα στη Βαλακάρδα,
Που πήραν την Μπαλάναινα και την κυρα-Φροσύνη,
Με δώδεκα συντρόφισσες και με σαράντα δούλες.
Κι η Αγγελική της Κούμαινας η πολυχαϊδεμένη
Όλες πηγαίνουν εμπροστά και αυτή 'πομένει πίσω.
— «Περβάτει κυρ'-Αγγελική και μη 'πομένεις πίσω,
Μήνα τα ρούχα σου βαρούν, μήνα και τα τουμάνια 57
— «Ουδέ τα ρούχα μου βαρούν, ουδέ και τα τουμάνια.
Μόν' μου βαρεί η ξυποδησιά 58· δεν ήμουν μαθημένη·
Ανάθεμα στον άντρα σας και στον δικό μου αντάμα,
Το πώς μας εκατάντησαν στα Κλέφτικα τα χέρια».
Στη μέση τες εβάλανε και τες συχνορωτούνε
Το ποια 'χει τον αξιώτερον και ποια 'χει παλικάρι;
Η Αγγελική της Κούμαινας έχει άντρα παλικάρι,
Σαν Έλληνας έχει τζαμπά 59 και στήθια σα λιοντάρι.
28. ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ (618-619) 

Ο Κέντρος εσηκώθηκε μ' εξήντα παλικάρια.
— «Ισάτε, παλικάρια μου, να πάμε στην Κατούνα,
Που 'ναι ψητά, που 'ναι βραστά, κριάρια σουβλισμένα,
Πόχει ο παπάς και λυγερή κρασί να μας κερνάει».
Μπαίνουνε βράδυ στο χωριό και στου παπά κονεύουν 60.
— «Γεια και χαρά ντελή παπά» — «Καλώς τονε τον Κέντρο.
— Παπά ψωμί, παπά φαγί, να φαν τα παλικάρια,
Και φέρε και την τζούπρα 61 σου κρασί να μας κερνάει».
«Εδώ ψωμί κι εδώ φαγί κι ας φαν τα παλικάρια,
Μα τζούπρα δεν έχει ο παπάς κρασί να σας κερνάσει».
— «Τι λες μωρέ ντελή 62 παπά; τον Κέντρο τονέ ξέρεις;
Φέρε την τζούπρα τη μικρή που 'ναι δεκάξι χρόνων!»
Επήγε και την έφερε σα νύφη στολισμένη.
Έχει τα μάγουλα φωτιά, τα μάτια δεν τα σκώνει.
Κερνάει τον Κέντρο δύο φορές, τα παλικάρια μία,
Και το λεγένιν 63 άπλωσε και τα φλωριά 64 μαζώνει.
Της ρίχνει ο Κέντρος δυο φλωριά, τα παλικάρια του ένα,
Κι ένα πρωτοπαλίκαρο της ρίχνει δεκαπέντε.
Του Κέντρου εκακοφάνηκε και τ' άρματα τηράζει.
— «Τι τα τηράζεις τ' άρματα, τα έρμα σου τσαπράζια 65;
Σα θέλεις πάρε το σπαθί και παίρνω το δικό μου,
Και πάμε να παλέψομε σε μαρμαρένιο αλώνι,
Εσύ δεξιά κι εγώ ζερβιά κι η τσούπρα μες τη μέση».
Με τα σπαθιά τους βγαίνουνε και πάνε να παλέψουν,
Παίρνουν την κόρη του παπά σα νύφη στολισμένη,
Στη μέση τηνέ βάνουνε σε μαρμαρένιο αλώνι·
Απ' το πουρνό επαλεύανε κι επήρ' ο ήλιος μέρα,
Και μπρος το γέρμα της μερός ο Κέντρος ελαβώθη.
Ο Κέντρος ελαβώθηκε στο πόδι και στο χέρι·
Ψιλή φωνήν εφώναξεν όσον κι αν εδυνότουν·
— Τουφέκι μου περήφανο, πιστόλα μου ασημένια
Και συ σπαθί μου δαμασκί 66 σε τι χέρια θα πέσεις»!
29. Ο ΝΤΕΛΗ ΙΣΚΟΣ (619) 

Λαλούν οι κούκοι στα βουνά κι οι πέρδικες στα δάση,
Τι να λαλήσουν, τι να 'πουν και τι να 'μολογήσουν;
Ο Ντελή Ίσκος στα βουνά, ψηλά στα κορφοβούνια,
Τα παλικάρια μάζωνεν, όλ' αρβανιτοπαίδια.
Με τα σπαθιά τα δαμασκιά 67, τουφέκια καριοφίλια.
— «Παιδιά, ποιος θέλει λεβεντιά, ποιος θε να καζαντίσει 68;
Κρασί μην παραπίνετε, σε χήρες να μην πάτε·
Βάλτε τζελίκι 69 στην καρδιά και σίδερα στα πόδια,
Τριών μερών περπατησιά, μια νύχτα να το πάρτε,
Να πάμε να πατήσομε του Νικολού τα σπίτια».
— «Γεια σου χαρά σου Νικολό! — «Καλώς τον Ντελή Ίσκο!»
— «Κονάκι 70 θέλουν τα παιδιά, κρασί τα παλικάρια,
Κι ατός μου θέλω πέντ' αρνιά και δυο παχιά κριάρια,
Θέλω την κόρη του παπά, κρασί να μας κεράσει».
— «Κορίτζι μην ακαρτερείς, κορίτζι μην ελπίζεις·
Η κόρη του παπά 'φυγε, πήγε στο μοναστήρι,
Πήγε να γένει καλογριά, ν' αγιάσει την ψυχή της.
30. ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΚΛΕΦΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΣ (620) 

«Παιδιά μας πήρ' η χαραγή, μας πήρε μεσημέρι,
Και πού θα λημεριάσομε, πού θα λημεριαστούμε;»
«Σε κείν' τη ράχη την ψηλή, που 'ναι μια κρύα βρυσούλα
Πόχει τα πεύκα τα πολλά και τες οξιές που τρίζουν,
Εκεί θα λημεριάσομε και θα λημεριασθούμε.»
«Άιντ', αδερφέ μ', να φύγομε! άιντε κοσσί να πάμε,
Τι ο κόρακας μας πλάκωσε με δύναμες μεγάλες.»
Τον λόγο δεν απόσωσε, τον λόγο δεν τελειώνει,
Τρία τουφέκια τόριξαν τα τρία αράδα αράδα.
Το 'να τον πήρε ξώδερμα, τ' άλλο μες την παλάσκα 71,
Το τρίτο το φαρμακερό τον πήρε στην καρδούλα.
Το στόμα τ' αίμα γιόμισε· τα χείλη του φαρμάκι.
Κι ακόμα η γλώσσα του λαλεί και την καλή του κράζει.
31. ΣΥΜΒΟΥΛΑΙ ΤΟΥ ΤΟΤΖΚΑ (620-621) 

Εψές προψές επέρασα 'πό κλέφτικο λημέρι,
Κι άκουσα που δασκάλευε Τότζκας τα παλικάρια.
«Παιδιά μην προσκυνήσετε σ' αυτόν το Δελβικότζη,
Που 'ναι βελής 72 στα Τρίκαλα και Βόϊβοντας 73 στη Λάρσα!
Παιδιά κι αν προσκυνήσετε σ' αυτόν το Δελβικότζη,
Παιδιά κι αν θέλετε σπαθί κι αν θέλετε παλούκι
Ελάτε να σας κόψω 'γώ και να σας παλουκώσω!
Κι αν ακουστεί στα Γραβανά, σ' όλα τα βιλαέτια 74
Ο Τότζκας πως ελύσαξε, σκοτώνει παλικάρια,
Πέστε το πως εχάλασε τον άξιον τον ταϊφά 75 του,
Γιατί δεν θέλει στη Τουρκιά να καταντήσουν σκλάβοι.»
32. ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΓΥΦΤΑΚΗ (621) 

Διψούν οι κάμποι για νερό και τα βουνά για χιόνια,
Και τα γεράκια για πουλιά κι οι Τούρκοι για κεφάλια.
—«Κύριε μου, τι να γίνηκεν η μάνα του Γυφτάκη,
Οπ' όχασε 76 τα δυο παιδιά, τον αδερφό της, τρία;
Και τώρα παλαβώθηκε και περπατεί και κλαίει,
Μήτε στους κάμπους φαίνεται, μήτε στα κορφοβούνια;»
— «Μας είπαν πέρα διάβηκε, πέρα στα Βλαχοχώρια.
Κι εκεί τουφέκια επέφτανε και θλιβερά εβροντούσαν.
Μήτε σε γάμους πέφτουνε, μήτε σε πανηγύρια,
Μόνε το Γύφτη λάβωσαν στο γόνα και στο χέρι.
Σα δέντρον εραγίστηκε, σαν κυπαρίσσι πέφτει.
Ψιλή φωνούλαν έβγαλε σαν παλικάρι οπού 'ταν.»
—«Πού 'σαι συ δόλιε μ' αδερφέ και πολυαγαπημένε;
Γύρισε πίσω πάρε με, πάρε μου το κεφάλι,
Να μην το πάρει η παγανιά 77 και ο Γιουσούφ Αράπης,
Και μου το πάει στα Γιάννινα τ' Αλή πασά του σκύλου».
33. ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΚΙΝΑ (622) 

«Βουνά τι δε μαραίνεστε; λημέρια τι δεν κλαίτε;
Τον Κοσκινά βαρέσανε ψηλά στο Μακρυκάμπι.
Τρεις τουφεκιές του δώσανε, τες τρεις αράδα αράδα.
Η μία τον πήρε ξώδερμα κι η άλλη στο κεφάλι,
Κι η τρίτη η φαρμακερή τον πήρε στην καρδούλα.
Το στόμα τ' αίμα γιόμισε, τα χείλη του φαρμάκι,
Κι η γλώσσα τ' αηδονολαλεί μοιρολογάει και λέει·
Πού 'στενε σεις λεβέντες μου, παιδιά μου αντρειωμένα;
Πάρτε μου το κεφάλι μου, σύρτε το στο Βραχώρι,
Να 'χουν οι οχτροί να χαίρονται κι οι φίλοι μου να κλαίνε,
Να κλαίει κι η δόλια η Κοσκινού, να κλαίνε τα παιδιά μου!»
34. Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΗΛΙΟΝΗΣ (622-623) 

Τρία πουλάκια κάθουνταν στη ράχη στο λημέρι·
Το 'να τηράει τον Αρμυρό, τ' άλλο κατά το Βάλτο,
Το τρίτο, το καλύτερο, μοιριολογάει και λέει·
«Κύριε μου, τι να γίνηκεν ο Χρήστος ο Μηλιόνης;
Μήτε στο Βάλτο εφάνηκε, μήτε στη Κρύα βρύση»
— Μας είπαν πέρα επέρασε και εμπήκε μες την Άρτα,
Κι επήρε σκλάβο τον Κατήν 78, επήρε και τσ' Αγάδες 79.
Κι ο Μουσελίμης τ' άκουσε, βαριά του κακοφάνη.
Το Μαυρομάτην έκραξε και τον Μουχτάρ Κλεισούραν.
— «Εσείς αν θέλετε ψωμί κι αν θέλετε πρωτάτα,
Τον Χρήστο να σκοτώσετε, τον καπετάν Μηλιόνη.
Έτζι προστάζει ο βασιλιάς και μόστειλε φερμάνι 80».
Παρασκευή ξημέρωνε (ποτέ να μ' είχε φέξει!)
Ο Σουλεϊμάνης βάλθηκε να πάει να τονέ φέρει.
Στον Αρμυρό τον έφτασε κι ως φίλοι εφιληθήκαν,
Ολονυκτίς επίνανε όσο να ξημερώσει,
Κι οπόταν έφεξ' η αυγή κι επήγαν στα λημέρια
Ο Σουλεϊμάνης φώναξε του Καπετάν Μηλιόνη·
—«Χρήστο, σε θέλει ο βασιλιάς, σε θέλουν κι oι Αγάδες.»
— «Όσο 'ν' ο Χρήστος ζωντανός, Τούρκο δεν προσκυνάει».
Με το τουφέκι ετρέξανε ο ένας να φάει τον άλλο.
Φωτιάν εδώσαν στη φωτιά, πέφτουν κι οι δυο στον τόπο.
35. ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ ΓΡΑΙΚΩΝ (623-624) 

Τι 'ν το κακό που γένεται κι η ταραχή η μεγάλη;
Η Αρβανιτιά εμαζώχτηκε κι εσήκωσε κεφάλι.
Το 'χουν οι πρώτοι απόκρυφο κι οι ταπεινοί στο φόρο 81·
Βάνουν τον Χόδο μπήμπαση 82, γκιουλέκα σερασκέρη 83·
Κι ο βασιλιάς σαν το 'μαθε πολύ του κακοφάνη·
Στέλνει τον Σερασκέρπασα κονεύει στο Μπεράτι,
Πιάνει και καίγει τα χωριά, πιάνει και καίει τα σπίτια,
Πιάνει και δένει την πρωτιά και τους μικρούς νιζέμι 84·
Στο Δέλβινο τους κίνησε χωρίς ένα τουφέκι,
Στέλνει και τον Χουσίν Πασά κονεύει 85 στους Φιλιάτες,
Μαζώνει και τους Τζάμηδες όλους με την αράδα·
Σαν την κοπή 86 τα πρόβατα και τα παχιά κριάρια
Στα Γιάννινα τους κίνησε, στην Πόλη να τους πάει.
Αχμετάχαγας βγαίνει πεζός, Ντζιαφάραγας καβάλα.
Κλαίουν μανάδες για παιδιά, γυναίκες για τους άντρες,
Κλαίει και του Τζελήμαμα η άχαρη η Κυρά του·
—«Αχ πού 'σαι και δε φαίνεσαι, καμαρωμένε αφέντη,
Τρεις μήνες σ' εκαρτέρεσα, τρεις μήνες που παθιάζω!»
36. ΡΗΓΑ ΘΟΥΡΙΟΣ (624-627) 

Ως πότε παλικάρια να ζούμεν στα στενά,
Mονάχοι, σαν λιοντάρια, στες ράχες στα βουνά;
Σπηλιές να κατοικούμεν, να βλέπομεν κλαδιά;
Nα φεύγομε τον κόσμον για την πικρή σκλαβιά;
N' αφήνομεν αδέλφια, πατρίδα και γονείς,
Tους φίλους, τα παιδιά μας κι όλους τους συγγενείς;
Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
Παρά σαράντα χρόνων σκλαβιά και φυλακή.
Τι σ' ωφελεί, να ζήσεις και να 'σαι στη σκλαβιά;
Στοχάσου πως σε ψένουν καθ' ώραν στην φωτιά·
Βεζίρης, Δραγουμάνος, αυθέντης κι αν γενείς,
O Tύραννος αδίκως σε κάμνει να χαθείς.
Δουλεύεις όλ' ημέρα, εις ό,τι κι αν σ' ειπεί,
Kι αυτός κοιτάζει πάλιν το αίμα σου να πιει.
Ο Σούτσος κι ο Μουζούρης, Πετράκης, Σκαναβής,
Γκίκας και Μαυρογένης, καθρέπτης, είν' να ιδείς.
Ανδρείοι καπετάνοι, παπάδες, λαϊκοί,
Εσφάχθηκαν κι αγάδες, απ' άδικον σπαθί.
Kι αμέτρητ' άλλοι τόσοι και Τούρκοι και Ρωμιοί
Zωήν και πλούτον χάνουν χωρίς τιν' αφορμή.
Ελάτε μ' έναν ζήλον, εις τούτον τον καιρόν,
Nα κάμομεν τον όρκον, επάνω στον Σταυρόν!
Συμβούλους προκομμένους με πατριωτισμόν
Nα βάλομεν εις όλα να δίδουν ορισμόν.
Oι Νόμοι να 'ν' ο πρώτος και μόνος οδηγός,
Kαι της πατρίδος ένας να γένει αρχηγός·
Ότι κι η αναρχία, ομοιάζει την σκλαβιά,
Να τρώγ' ένας τον άλλον, σαν τ' άγρια τα θηριά·
Και τότε με τα χέρια, ψηλά στον ουρανόν,
Να πούμ' από καρδίας ταύτα προς τον Θεόν·
«Ω βασιλεύ του κόσμου, ορκίζομαι σε σε,
Στην γνώμην των τυράννων, να μην ελθώ ποτέ.
Μήτε να τους δουλεύσω, μήτε να πλανεθώ,
Eις τα ταξίματά των να μη παραδοθώ·
Ενόσω ζω στον κόσμον, ο μόνος μου σκοπός,
Του να τους αφανίσω, θε να είναι σταθερός·
Πιστός εις την πατρίδα συντρίβω τον ζυγόν,
Κι αχώριστος να ζήσω από τον στρατηγόν.
Κι αν παραβώ τον όρκον, ν' αστράψ' ο ουρανός,
Kαι να με κατακαύσει, να γέν' ωσάν καπνός.»
Σ' ανατολήν και δύσην και νότον και βοριάν,
Δια την πατρίδα όλοι να 'χομεν μίαν καρδιάν·
Βουλγάροι κι Αρβανίται και Σέρβοι και Ρωμιοί,
Νησιώται κι Ηπειρώται, με μίαν κοινήν ορμή,
Για την ελευθερίαν να ζώσομεν σπαθί·
Πως είμασθ' ανδρείοι, παντού να ξακουσθεί.
Kαι όσοι του πολέμου την τέχνην αγροικούν,
Eδώ ας τρέξουν όλοι τυράννους να νικούν.
Εδώ Ελλάς τους κράζει μ' αγκάλας ανοικτάς,
Τους δίδει βίον, τόπον, αξίας και τιμάς.
Ως πότε οφικιάλος εις ξένους βασιλείς;
Έλα να γένεις στύλος της ίδιας σου φυλής.
Κάλλιο για την πατρίδα κανένας να χαθεί,
Ή να κρεμάσει φούντα για ξένον στο σπαθί.
Σουλιώται και Μανιώται, λεοντάρια ξακουστά,
Ως πότε στες σπηλιές σας κοιμάσθε σφαλιστά;
Μαυροβουνιού καπλάνια, Ολύμπου σταυραετοί,
Kι Αγράφων τα ξεφτέρια, γενείτε μια ψυχή.
Του Σάβα και Δουνάβου, αδέλφια Xριστιανοί,
Mε τ' άρματα στα χέρια, καθείς σας ας φανεί.
Tο αίμα σας ας βράσει, με δίκαιον θυμόν,
Mικροί μεγάλ' ομώστε, τυράννων τον χαμόν.
Ανδρείοι Μακεδόνες, ορμήστε ως θηριά,
Το αίμα των τυράννων ροφήσατε με μια.
Δελφίνια της θαλάσσης, ασδέρια των νησιών,
Ως αστραπή χυθείτε, κτυπάτε τον εχθρόν.
Θαλασσινά της Ύδρας και των Ψαρών πουλιά,
Kαιρός είν' της πατρίδος, ν' ακούστε την λαλιά.
Κι όσ' είσθε στην αρμάδα, σαν άξια παιδιά,
O νόμος σάς προστάζει, να βάλετε φωτιά.
Με μία καρδία όλοι, μια γνώμη, μια ψυχή,
Kτυπάτε, του τυράννου η ρίζα να χαθεί.
Ν' ανάψομεν μίαν φλόγα, εις όλην την Τουρκιάν,
Nα τρέξ' από την Βόσναν, έως την Αραπιάν.
Ψηλά εις τας σημαίας, σηκώστε τον Σταυρόν,
Kαι σαν αστροπελέκια, κτυπάτε τον εχθρόν.
Ποτέ μη στοχασθείτε, ότ' είναι δυνατός·
Kαρδιοκτυπά και τρέμει σαν τον λαγόν κι αυτός.
Τρακόσιοι Κιρζαλήδες, τον έκαμαν να ιδεί,
Πως δεν μπορεί με τόπια, μπροστά τους να σταθεί.
Λοιπόν γιατί αργείτε, τι στέκεσθε νεκροί;
Ξυπνήσετε μην είσθε, ενάντιοι, εχθροί.
Ως οι προπάτορές μας, ορμούσαν σαν θηριά,
Για την ελευθερίαν, πηδούσαν στην φωτιά.
Ούτω κι ημείς, αδέλφια, ν' αρπάξομεν με μια,
T' όπλα, να εβγούμεν από πικρήν σκλαβιά.
Να σφάξομεν τους λύκους, που τον ζυγόν βαστούν,
Kαι Έλληνας τολμώσι σκληρά να τυραννούν.
Στερεάς και στα πελάγη να λάμψει ο Σταυρός,
Να 'λθει δικαιοσύνη, να λείψει ο εχθρός.
O κόσμος να γλιτώσει, από φρικτήν πληγήν,
Kι ελεύθεροι να ζώμεν, αδέλφια εις την γην.
37. ΤΟΥ ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑ (627) 

Τι χτύπος είν' που γένεται και βρονταριά μεγάλη,
Πολλά τουφέκια πέφτουνε και στα βουνά βροντούνε·
Μήνα σε γάμο πέφτουνε, μήνα σε πανηγύρι;
— Ούτε σε γάμο πέφτουνε, ούτε σε πανηγύρι.
Ο Μπουκοβάλλας πολεμά μ' οχτώ, μ' εννιά χιλιάδες.
Κι ο Μπουκοβάλλας φώναξεν από ψηλή ραχούλα·
«Πάψτε παιδιά τον πόλεμο, πάψτε και τα τουφέκια.
Να κατακάτσει ο κονιορτός, να μετρηθούν τ' ασκέρια.»
Μετρούνται οι Τούρκοι τρεις φορές και λείπουν δυο χιλιάδες.
Μετρούνται κι οι Αρματολοί και λείπουν εβδομήντα.
38. Έτερον του αυτού (628) 

Χρυσός αετός εκάθουνταν στον ήλιο κι εμαδιόνταν,
Κι άλλος αετός τονέ ρωτάει και τον βαριοξετάζει·
— «Τ' έχεις, μπρε, τ' έχεις σταυραετέ και στέκεις μαραμένος;»
— «Απόψε είδα στον ύπνο μου, στον ύπνο που κοιμόμουν,
Το πως επήγα στον πασά, στον Κούρτη, στο Μπεράτι,
Κι άκουσα το μουσαβερέν 87 όλων των Αρβανίτων,
Πως θε να 'λθούνε στ' Άγραφα τους Κλέφτες να βαρέσουν»·
Ο Μπουκοβάλλας τ' άκουσε, στον κάμπο κατεβαίνει,
Μαζώνει τα μπουλούκια του κι όλον τον ταϊφά 88 του,
Τους λέει το κακό τ' όνειρο, τους βάνει να ορκιστούνε,
Τούρκο ποτέ μην πιστευθούν όσον καιρό κι αν ζούνε.
Ακόμα λόγος έστεκε και συντυχιά κρατούνταν,
Το καραούλι 89 φώναξεν από το μετερίζι 90·
— «Παιδιά πάρετε τ' άρματα, χτενίστε τους Τσαπάδες,
Γιατί μας πλάκωσε Τουρκιά, ως δώδεκα χιλιάδες·»
Κι ο Μητρομάρας σκώνεται και των παιδιών φωνάζει·
— «Λεβέντες κάμετε καρδιά, σα Χριστιανοί φανείτε,
Τους Τούρκους να παστρέψομε 91, να πέσουνε στον τόπο».
Σαν τα λιοντάρια εσκούξανε, σαν τα λιοντάρια εβγήκαν·
Τους Τούρκους παίρνουνε μπλαστί 92, σα γίδια τους σκορπίζουν.
Σκοτώθηκαν κι επιάστηκαν όσο για δυο χιλιάδες,
Σκοτώθηκε κι ο Κωσταντής κι άλλοι του δυο συντρόφοι,
Που 'ταν στα Γούρα Αρματολός και στον Ζυγό 'ταν Κλέφτης.
Τον κλαιν οι κάμποι, τα βουνά, τον κλαίνε τα λαγκάδια,
Και τα κορίτσια του Φουρνά με τα πολλά τα νάζια,
Τον κλαιν και τα κλεφτόπουλα στα μαύρα τα λημέρια.
39. Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΠΟΥΚΟΒΑΛΑΣ (629) 

—«Τι να 'ν' ο αχός που γένεται κι η ταραχή η μεγάλη!
Μήνα βουβάλια σφάζονται, μήνα θεριά μαλώνουν;
— «Ουδέ βουβάλια σφάζονται κι ουδέ θεριά μαλώνουν·
Ο Μπουκοβάλλας πολεμά με χίλιους πεντακόσους
Στη μέση στο Κεράσοβο και στην Καινούρια χώρα.
Πέφτουν τα βόλια σα βροχή, πέφτουνε σα χαλάζι»·
Και ξανθή κόρη εχούγιαξεν από το παραθύρι.
—«Πάψε Γιαννή τον πόλεμο, πάψε και το τουφέκι,
Να κατακάτζ' ο κορνιαχτός να σηκωθεί η αντάρα,
Να μετρηθεί τ' ασκέρι σου, να ιδούμε πόσοι λείπουν.»
Μετρούνται οι Τούρκοι τρεις φορές και λείπουν πεντακόσιοι·
Μετρούνται τα κλεφτόπουλα και λείπουν τρεις λεβέντες.
Ο 'νας επήγε για νερό κι άλλος ψωμί να φέρει·
Ο τρίτος ο καλύτερος στέκεται στο τουφέκι.
40. Έτερον του αυτού (629-630) 

Στον πάτο, στο Κεράσοβο, όξ' απ' το Μισολόγγι,
Ο Μπουκοβάλλας πολεμά με χίλιους πεντακόσους,
Κι ένα πουλάκι εφώναξεν από ψηλό κλαράκι·
—«Πάψε, Γιαννή, τον πόλεμο, πάψε και το τουφέκι,
Να κατακάτσ' ο κορνιαχτός να μετρηθεί τ' ασκέρι.»
Μετρούνται οι Τούρκοι τρεις φορές και λείπουν πεντακόσιοι
Στερνά μετρούνται οι Χριστιανοί και τσόλειπε ο Γιαννάκης.
Να κι ο Γιαννάκης πόρχεται 'πό μέσα από τους Τούρκους,
Με τ' άλογό του παίζοντας, με το σπαθί βαμμένο.
41. ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΚΛΕΦΤΗ ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΛΥΜΠΟ (630) 

Ανέβηκα στον Όλυμπο κι αγνάντεψα τριγύρου,
Απ' ένα μέρος θάλασσα κι απ' άλλο oι Αρβανίτες,
Κι από μακριά κλεφτόπουλα με τα σπαθιά στο χέρι.
Ομπρός να πάγω σκιάζομαι 93, πίσω να πάω φοβούμαι,
Και πάλε πίσω γύρισα στα κλέφτικα λημέρια.
Βρίσκω λημέρια έρημα, χωριά χορταριασμένα,
Με πήρε το παράπονο και κάθομαι και κλαίω·
Ψιλή φωνίτζαν έσυρα, όσον και αν ημπορούσα·
— «Πού 'στε, καημένη συντροφιά, καημένα παλικάρια;
Το τι να 'γίν' ο Αλεξαντρής και ο ψυχογιός ο Γιώργος;»
Ο Γιώργος τότε μ' έκρινεν από ψηλή ραχούλα·
— «Αλεξαντρής δεν είν' εδώ, πήγε στην Αλασσόνα,
Κι εγώ με τ' άλλα τα παιδιά τον πόλεμο κρατούμε».
42. Η ΚΛΕΦΤΟΠΟΥΛΑ (631) 

Διψούν οι κάμποι για νερό και τα βουνά για χιόνια,
Διψάει κι η δόλια η Αρετή ψηλά στα κορφοβούνια,
Δώδεκα μέρες νηστικιά και δέκα διψασμένη,
Κι η μάνα της της έλεγε κι η μάνα της της λέγει·
— «Δώσ' μ' Αρετή μ' τον λόγο σου για να σ' αρραβωνιάσω».
— «Δε σ' το 'πα μάνα μια φορά, δε σ' το 'πα τρεις και πέντε
Δεν πάω 'γώ στη Δήμητζα κι ούτε στη Δημητζάνα,
Θα πάγω στα Καλάβρυτα που 'ναι τα παλικάρια,
Οπού φορούν τα τζάμικα, τες ασημοπιστόλες,
Οπού φορούν τες φέρμελες 94 κι έχουν βαριά τουφέκια!»
43. ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΔΙΑΚΟΥ (631-632) 

Τρία πουλάκια κάθουνταν κάτω στην Αλαμάνα.
Το 'να τηράει τη Λειβαδιά και τ' άλλο το Ζητούνι,
Το τρίτο το καλύτερο μοιριολογάει και λέγει.
— «Σήκω να φύγεις Διάκο μου, στην Λειβαδιά να πάμε·
Μας πλάκωσεν Ομέρ πασάς, Ομέρμπεης Βρυώνης».
— «Ας έρτει αν θέλει ο κερατάς κι ας φανιστεί ο μουρτάτης 95,
Ν' ακούσει μαύρον πόλεμο κι Αρματολών τουφέκια,
Ν' ιδεί του Διάκου το σπαθί πως παίζει μες το αίμα!»
Σαν άρχισαν τον πόλεμον απ' το ταχύ ως το βράδυ,
Αφήκαν τα τουφέκια τους κι εβγάλαν τα σπαθιά τους·
Κι ερίχτηκαν μες την Τουρκιά σαν τ' άγρια τα λιοντάρια.
Μετριόνται οι Τούρκοι τρεις φορές και λείπουν τρεις χιλιάδες·
Μετριόνται κι οι αρματολοί και λείπουν τρεις λεβέντες·
Κάνε σε γάμο λείπουνε, κάνε σε πανηγύρι.
Ο Διάκος τότε φώναξεν, όσο κι αν εδυνήθη·
— «Πού 'σαι Βασίλη μ' αδερφέ και Γούρα αγαπημένε!
Το αίμα τους να πάρετε απ' τον Ομέρ Βριόνη,
Κι ως τόσο φέρτε τον Σταυρόν όλοι ν' ανασπαστούμε!»
44. ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑΚΟΥ (632-633) 

— «Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα,
Μην' ο Καλύβας έρχεται, μην' ο Λεβεντογιάννης;»
— «Ουδ' ο Καλύβας έρχεται, ουδ' ο Λεβεντογιάννης·
Ομέρ Βρυώνης πλάκωσε με δεκοχτώ χιλιάδες.»
Ο Διάκος σαν τ' αγροίκησε, πολύ του κακοφάνη·
Ψιλή φωνήν εσήκωσε, τον Πρώτο του φωνάζει·
— «Τον ταϊφά 96 μου μάζωξε, μάσε τα παλικάρια,
Δώσ' τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τες φούχτες·
Και γλήγορα, να πιάσομε κάτω στην Αλαμάνα,
Καλά ταμπούρια 97 δυνατά κι όμορφα μετερίζια 98».
Παίρνουνε τα 'λαφρά σπαθιά και τα βαριά τουφέκια,
Στην Αλαμάνα φτάνουνε και πιάνουν τα ταμπούρια.
— «Καρδιά, παιδιά μου, φώναξε, παιδιά, μη φοβηθείτε,
Σταθείτ' ανδρεία, σαν Έλληνες και σα Γραικοί σταθείτε»!
Εκείνοι εφοβηθήκανε κι εσκόρπισαν στους λόγγους,
Έμειν' ο Διάκος στην φωτιά με δεκοχτώ λεβέντες,
Τρεις ώρες επολέμουνε με δεκοχτώ χιλιάδες.
Σχίστηκε το τουφέκι του κι εγίνηκε κομμάτια,
Σέρνει και το 'λαφρό σπαθί και στη φωτιά χουμάει 99.
Έκοψε Τούρκους άπειρους κι εφτά μπουλουκπασάδες.
Και το σπαθί του εσχίστηκεν απάνου από τη φούχτα,
Κι έπεσε ο Διάκος ζωντανός εις των εχθρών τα χέρια.
Χίλιοι τον παίρνουν απ' εμπρός και δυο χιλιάδες πίσω.
Κι Ομέρ Βρυώνης μυστικά στον δρόμο τον ερώτα·
—«Γένεσαι Τούρκος, Διάκο μου, την πίστη σου ν' αλλάξεις;
Να προσκυνάς εις το τζαμί, την εκκλησιά ν' αφήσεις;»
Κι εκείνος τ' απεκρίθηκε και με θυμό του λέγει·
— «Πάτε κι εσείς κι η πίστη σας, μουρτάτες, να χαθείτε!»
εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θα ν' απεθάνω,
Στην εκκλησιά μ' εμύρωσαν κι εκεί θα να με κλάψουν.
Αν θέλετε χίλια φλωριά 100 και χίλιους μαχμουντιέδες 101,
Μόνον εφτά μερών ζωή θέλω να μου χαρίστε,
Όσο να φθάσει ο Οδυσσεύς κι ο Βάγιας ο Θανάσης».
Σαν τ' άκουσ' ο Χαλίλμπεης, αφρίζει και φωνάζει·
— «Χίλια πουγκιά σας δίνω 'γώ κι ακόμα πεντακόσια,
Ευτύς να τον χαλάσετε τον φοβερό τον Κλέφτη,
Γιατί θα σβήσει την Τουρκιά κι όλο μας το Δεβλέτι».
Το Διάκο τότε παίρνουνε και στο σουβλί τον βάζουν·
Ολόρθο τον εστήσανε κι αυτός χαμογελούσε,
Τους έβριζε την πίστη τους, τους έλεγε μουρτάτες 102·
— «Σκυλιά κι αν με σουβλίσετε, ένας Γραικός εχάθη,
Ας είν' καλά ο Οδυσσεύς κι ο Καπετάν Νικήτας,
«Αυτοί θα φάνε την Τουρκιά, θα κάψουν το Δεβλέτι».
45. ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΑΚΗ (634) (κουμπαριά) 

Ανάρια, ανάρια ρίχτουνε οι Κλέφτες τα τουφέκια,
Γιατ' είν' οι μαύροι μετρητοί, γιατ' είν' οι μαύροι λίγοι,
Κι αν δεκαφτά κι αν δεκοχτώ κι αν είκοσι νομάτοι.
Κι ουδέ κι ο Γιώργος είν' εδώ, πήγε στο Μοναστήρι·
Εκεί βαφτίζ' ένα παιδί, να 'χει και αυτός κουμπάρο,
Να κάμ' ο μαύρος γύρισμα, φίλο για να γυρίζει·
Τα παλικάρια τ' απ' εδώ φώναξαν και απ' εκείθε·
— «Άσε, Γεωργάκη, το παιδί κι άρπαξε το τουφέκι·
Τι η παγανιά 103 μας πλάκωσε, πεζούρα και καβάλα 104
— «Βαστάτ' ο Γιώργης, φώναξε, με το σπαθί στο χέρι!
Τον τόπον πιάστε δυνατά, πιάστε τα μετερίζα!
Κι αν κάμ' ο Θεός κι η Παναγιά να κάμομε γιουρούσι 105,
Τον Μιτζομπόνον ζωντανόν κοιτάξτε να μου πιάστε!»
46. ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ ΤΟΥ ΚΙΑΜΗΛ ΜΠΕΗ (634-635) 

Πήραν τα κάστρα, πήραν τα, πήραν και τα δερβένια
Πήραν και την Τριπολιτσά, την ξακουσμένην χώρα.
Κλαίουν στους δρόμους Τούρκισσες, κλαίουν κι Εμιροπούλες,
Κλαίει και μια Χαμούμισσα, τον δόλιον τον Κιαμίλην.
—«Αχ! Πού σαι και δε φαίνεσαι, καμαρωμέν' αφέντη;
Ήσουν κολόνα στον Μωριά και φλάμπουρον 106 στην Κόρθον,
Ήσουν και στην Τριπολιτσά θεμελιωμένος πύργος.
Στην Κόρθο πλια δε φαίνεσαι κι ουδέ μέσ' τα σαράγια 107·
Ένας παπάς σου τα 'καψε τα έρμα τα παλάτια.
Κλαίουν τ' αχούρια γι' άλογα και τα τσαμιά γι' αγάδες.»
Κλαίει και η Κιαμίλαινα τον δόλιο της τον άντρα·
Σκλάβος ραγιάδων έπεσε και ζει ραγιάς ραγιάδων.
47. ΤΟΥ ΚΑΛΙΑΚΟΥΔΑ (635) 

Να ήμουν πουλί να πέταγα, να πήγαινα του ψήλου,
Ν' αγνάντευα προς την Φραγκιά, το έρμο το Θιάκι,
Ν' άκουγα κει την Λούκαινα, του Λούκα την γυναίκα,
Πώς κλαίει και πώς μοιριολογά, πώς μαύρα δάκρυα χύνει.
Σαν περδικούλα θλίβεται κι ωσάν παπί μαδιέται,
Σαν των κοράκων τα φτερά έχει τη φορεσιά της.
Στα παραθύρια κάθεται, τα πέλαγα αγναντεύει,
Κι όσα καράβια κι αν περνούν, στενάζει κι ερωτάει.
— «Βαρκούλες και καράβια μου, γλήγορα περγαντίνια 108,
Αυτού που πάτε κι έρχεστε στον Κόρφο και στον Βάλτο,
Μην είδετε τον άντρα μου τον Λούκα Καλιακούδα;»
— «Εμείς ψες τον αφήσαμε πέρα στο Γαυρολίμι·
Είχαν αρνιά κι εψένανε, κριάρια σουβλισμένα.
Είχαν και πέντε μπέηδες, τες σούβλες να γυρίζουν.»
48. ΕΛΕΥΘΕΡΩΣΙΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΣΑΣ (636-637) 

Ήταν ημέρα βροχερή και νύχτα χιονισμένη,
Όταν για την Τριπολιτσά ξεκίνησε ο Κιαμίλης.
Νύκτα σελώνει τ' άλογον, νύχτ' το καλιγώνει 109·
Και μες τον δρόμον τον Θεό παρακαλεί και λέγει·
— «Θεέ μ', εκεί τους προεστούς κι εκεί τους δεσποτάδες
Να βρω, μη στο κεφάλι τους πάρουνε τους ραγιάδες,
Να μη σηκώσουν άρματα και πάγουν με τους Κλέφτες»
Σαν έφθασε, είχαν οι Γραικοί το κάστρο πλακωμένο,
Τους Τούρκους έκλεισαν στενά, βαριά τους πολεμούσαν.
Κολοκοτρώνης φώναξεν από το μετερίζι 110.
— «Προσκύνησε, Κιαμίλμπεη, στους Κολοκοτρωναίους,
Να σου χαρίσω τη ζωήν, εσέ και τα παιδιά σου,
Εσέ και τα χαρέμια σου κι όλη τη γενεά σου.»
— «Μετά χαράς σας Έλληνες κι εσείς Καπεταναίοι,
Ευθύς να προσκυνήσομεν στους Κολοκοτρωναίους».
Μπουλούκμπασης 111 εφώναξεν απάν' από την τάπια 112·
— «Δεν προσκυνούμεν, άπιστοι, σ' εσάς βρωμοραγιάδες·
«Έχομε κάστρα δυνατά και βασιλιά στην Πόλην.
Έχομ' ασκέρι ξακουστό και Τούρκους παλικάρια,
Που τρώνε πέντε στο σπαθί και δέκα στο τουφέκι,
Και δεκαπέντε στ' άλογον, διπλούς στο μετερίζι.»
— «Τώρα να ιδείτ', εφώναξε τότ' ο Κολοκοτρώνης,
Να ιδείτ' ελληνικό σπαθί και κλέφτικο τουφέκι,
Να ιδείτε, σαν το θέλετε, τι φίδι θα σας φάγει!»
Τρίτη, Τετράδη θλιβερή, Πέφτη φαρμακωμένη,
Παρασκευή ξημέρωσε (ποτέ να μ' είχε φέξει!)
Εβάλαν οι Γραικοί βουλή το κάστρο να πατήσουν.
Σαν αετοί επηδήσανε κι εμπήκαν σαν πετρίτες 113,
Κι αδειάσαν τα τουφέκια τους, την λιανομπαταρία.
Κολοκοτρώνης φώναξεν απ' τ' Αϊ-Γιωργιού την πόρτα·
— «Μολάτε τα τουφέκια σας, σύρετε τα σπαθιά σας·
Βάλετε την Τουρκιάν μπροστά, σαν πρόβατα στην μάντραν.»
Τους πήγαν και τους έκλεισαν στην τάπια τη μεγάλη.
Απολογάτ' ο Κεχαγιάς προς τον Κολοκοτρώνη·
— «Κάμε νισάφι στην Τουρκιάν, κόψε, μόν' άφσε κι όλας.»
— «Τι τζαμπουνάς βρωμότουρκε; τι λες παλιομουρτάτη;
«Νισάφιν έκαμες 114 εσύ στη μαύρη τη Βοστίτσα,
«Οπόσφαξες τ' αδέλφια μας κι όλους τους εδικούς μας;»
49. Ο ΤΑΣΣΟΥΛΑΣ (637-638) 

Ανάθεμα σας γέροντες, γερόντοι Λαπανιώτες,
Που στείλαταν τα γράμματα κι εστείλταν τα μαντάτα,
— «Να 'ρθεις να 'ρθεις, Τασούλα μου, να 'ρθεις να προσκυνήσεις,
Μη σου χαλάσουν τον υγιό, το μοναχό παιδί σου,
Τον γιο τον Κωνσταντάκη σου, καλό παλικαράκι.»
Τον πήρε το παράπονο και κίνησε να πάγει.
Τον ψυχογιό του φώναξε τον ψυχογιό του κράζει,
— «Για πάρε το τουφέκι σου και ζώσε το σπαθί σου,
Κι άιντε να προσκυνήσομε τον μπέη του Ταΐρη.»
Στην στράτα που παγαίνανε, στην στράταν που παγαίναν,
Βρίσκουν τον Μπέη που λούζονταν, πόπλενε τα ποδάρια·
— «Καλή σου μέρα, Μπέη μου» — «καλώς τον τον Τασούλα.
Τασούλα μ' τι μας άργησες τόσο για να σε ιδούμε;»
— «Τι να σου πω, βρε Μπέη μου, τι να σου 'μολογήσω
Ανάθεμα την τέχνη μας, την ανυποταγή μας,
Δε μας αφήνουνε τ' αρνιά και τα παχιά κριάρια,
Δε μας αφήνουν τα νερά στους ίσκιους στα πλατάνια.»
«Τασούλα μ' τι μας έφερες που 'ρθες να προσκυνήσεις;»
— «Σας έφερα χίλια φλωριά 115 και πεντακόσα γρόσα,
Έφερα κι ασημόκουπα, ζάρφια 116 μαλαματένια.»
Κι ο Μπέης τζελάτην 117 έκραξε κρυφά τον κουβεντιάζει·
— «Για τράβα το βαρύ, σπαθί και πάρ' του το κεφάλι.»
Κι ο ψυχογιός του το 'νιώσε και τον Τασούλα κράζει·
— «Σήκω Τάσιο να φύγομε, σήκω Τάσιο να πάμε.»
Στο παραθύρι ρίχθηκαν, στον δρόμον εβρεθήκαν.
— «Αν σε τζακώσω Μπέη μου, στη σούβλα θα σε ψήσω!
50. Ο ΚΑΤΣΑΝΤΩΝΗΣ (638) 

— «Απόψε είδα στον ύπνο μου, στον ύπνο που κοιμόμουν,
θολό ποτάμι απέρναγα και πέρα δεν εβγήκα·
Είχε θολά τα ρέματα και τα νερά βαμμένα,
Κεφάλια εκύλουνε μπροστά, κεφάλια κι απ' οπίσω·
Ξήγα τ', Αντώνη μ', ξήγα το τ' όνειρο που μ' εφάνη!»
— «Παιδιά μου μη σκοτίζεστε κι εγώ σας το ξηγάω·
Τούρκους πολλούς θα κόψομε, θα πάρουμε και πλιάτζκα 118
51 Ο ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗΣ (639) 

Τίνος μανούλα θλίβεται; τίνος μανούλα κλαίει;
Του Γιώργη η μάνα θλίβεται· του Γιώργη η μάνα κλαίει.
Στο παραθύρι κάθεται, τους κάμπους αγναντεύει·
— «Σ' όλον τον κόσμον ξαστεριά, σ' όλον τον κόσμον ήλιος
Στα ριζοβούνια του Αχονού πολύς καπνός κι αντάρα·
Μην' απ' τα χιόνια τα πολλά, μήν' από τες βροχάδες;
Μήτ' απ' τα χιόνια τα πολλά, μήτε από τες βροχάδες,
Το Δελιγιώργη εκλείσανε Τούρκοι ως εννιά χιλιάδες.
— «Έβγα, Γιώργη, προσκήνυσε, τζουράκι 119 να σε κάμω!»
— «Δεν είμαι νύφη Πατρινιά να βγω να προσκυνήσω·
Χίλιες φορές το αίμα μου τη γη να κοκκινήσει,
Παρά να δώσω τ' άρματα, το έρμο μου νταλιάνι 120
52 ΟΙ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΙ (639-640) 

Στη Λιάκουρη, στη Λειβαδιά κικιόνη του Σαλώνου,
Και στα Βαρδούσα τα ψηλά πο' χουν τες καταβόθρες 121,
Εσώσανε την Κλεφτουριά, τους μαύρους Ανδρουτσέους,
Τον Δρόσο τον περήφανο, τον Γιώργο Μωραΐτη,
Τον Γιάννη από τους Ξυλικούς και τον Βλαχοθανάση,
Που ήταν μπαϊράκια 122 στα βουνά και φλάμπουρα 123 στους κάμπους
Κι ανάμεσα απ' τον ταϊφά 124 πανώρια κυπαρίσσα!
— «Βουνά μου μη χιονίσετε, κάμποι μη παχνιστείτε 125,
Και σεις, χελιδονάκια μου, να ζείτε, μη λαλείτε!
Μόν' πέστε της Ανδρούτζαινας της μικροπανδρεμένης
Να μην αλλάξει τη Λαμπρή και τα φλωριά 126 μη βάλει,
Και να μην πλέξει τα μαλλιά, στην Εκκλησιά μην πάγει,
Τι ο Ανδρούτζος αποκλείστηκε στο μέγα Μοναστήρι·
— Φέρνουν τόπια 127 απ' την Έγριπο, μπόμπες απ' τες Αθήνες
Να ρίξουν να σκορπίσουνε το μέγα Μοναστήρι·
Κι ο Ανδρούτσος έτρωε κι έπινε κι έστριφτε το μουστάκι.
53. ΤΟ ΑΝΑΠΛΙ (640) 

— «Ανάπλι τι δε χαίρεσαι και δε βαρείς παιγνίδι;»
— «Σαν πώς μου λες να χαίρομαι και να βαρώ παιγνίδι,
Οπού 'μαι Ανάπλι ξακουστό κι Ανάπλι παινεμένο,
Πόχω τα τόπια 128 για χαρά, τουφέκια για παιγνίδι,
Και συ με θέλεις για ραγιά, με θες χαρατζωμένο 129
— «Ανάπλι δώσ' τα τα κλειδιά, Ανάπλι παραδώσου,
Γιατί όσο αίμα κι αν χυθεί θα το 'χεις στο λαιμό σου!»
— «Δεν παραδίνω 'γώ κλειδιά και δεν έχω χαμπάρι 130·
Στο Παλαμήδι κρέμονται και σύρε να τα πάρεις!»
54. Η ΜΕΤΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΩΝ ΠΑΡΓΙΩΝ (641) 

— «Μαύρο πουλάκι πόρχεσαι από τ' αντίκρυ μέρη
Πες μου τι κλάψες θλιβερές, τι μαύρα μοιρολόγια
Από την Πάργα βγαίνουνε, που τα βουνά ραγίζουν;
Μήνα την πλάκωσε Τουρκιά και πόλεμος την καίει;»
— «Δεν την επλάκωσε Τουρκιά, πόλεμος δεν την καίει·
Τους Παργινούς επούλησαν σα γίδια, σα γελάδια,
Κι όλοι στην ξενιτιά θα παν να ζήσουν οι καημένοι·
Θ' αφήσουνε τα σπίτια τους, τον τάφο του γονιού τους,
Θ' αφήσουν το προσκύνημα Τούρκοι να το πατήσουν.
Τραβούν γυναίκες τα μαλλιά, δέρνουν τ' άσπρα τους στήθια,
Μοιριολογούν οι γέροντες με μαύρα μοιρολόγια,
Παπάδες με τα δάκρυα γδύνουν τες εκκλησιές τους.
Βλέπεις εκείνην την φωτιά, μαύρον καπνόν που βγάνει;
Εκεί καίγονται κόκαλα, κόκαλα ανδρειωμένων,
Που την Τουρκιά ετρομάξανε και το βεζίρη εκάψαν!
Εκεί 'ναι κόκαλα γονιού που το παιδί τα καίει,
Να μην τα βρούνε Λιάπηδες 131, Τούρκοι μην τα πατήσουν!
Ακούς τον θρήνον τον πολύν οπού βογκούν τα δάση,
Και τον δαρμό που γένεται, τα μαύρα μοιρολόγια;
Είναι π' αποχωρίζονται την δόλια την πατρίδα,
Φιλούν τες πέτρες και τη γη κι ασπάζονται το χώμα!»
55 ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙ ΤΗΣ ΠΑΡΓΑΣ (642) 

Τρία πουλιά απ' την Πρέβεζα διαβήκαν εις την Πάργα·
Το 'να κοιτάει την ξενιτιά, τ' άλλο τον Αϊ-Γιαννάκη,
Το τρίτο το κατάμαυρο, μοιριολογάει και λέει·
«Πάργα, Τουρκιά σ' επλάκωσε, Τουρκιά σε τριγυρίζει·
Δεν έρχεται για πόλεμο, με προδοσιά σε παίρνει·
Βεζίρης δεν σ' ενίκησε με τα πολλά τ' ασκέρια 132·
Έφευγαν Τούρκοι σα λαγοί το Παργινό τουφέκι,
Κι οι Λιάπηδες 133 δεν ήθελαν να 'λθουν να πολεμήσουν.
Είχες λεβέντες σα θεριά, γυναίκες αντρειωμένες,
Πότρωγαν βόλια για ψωμί, μπαρούτι για προσφάγι.
Τ' άσπρα πουλήσαν το Χριστό, τ' άσπρα πουλούν κι εσένα.
— «Πάρτε μανάδες τα παιδιά, παπάδες τους Αγίους·
Άστε λεβέντες τ' άρματα κι αφήστε το τουφέκι·
Σκάψτε πλατιά, σκάψτε βαθιά όλα σας τα κιβούρια 134,
Και τ' αντρειωμένα κόκαλα ξεθάψτε του γονιού σας.
«Τούρκους δεν επροσκήνυσαν· Τούρκοι μην τα πατήσουν!»
56. Έτερον επί του αυτού (642-644) 

Μαύρο μαντάτο εδώθηκε
Στους Παργινούς ειπώθηκε,
Όλοι για να ρωτηθούνε
Αν εδώ θα να σταθούνε.
Κι όσοι θελήσουν να σταθούν,
Στον Τούρκο θα να 'ποταχθούν,
Kι όσοι θα να σηκωθούνε,
Στα νησιά να μερασθούνε·
Εκάμαν την ερώτηση,
Και δίνουν τέτοια απόκριση·
Παιδιά κι άνδρες με μια γνώμη
Σαν το σίδερο στ' αμόνι·
«Εμείς αποφασίζομε,
Το θέλομε, τ' ορίζομε,
Πως παρά να σκλαβωθούμε,
Απ' την Πάργα να σκωθούμε.
Γιατί οι Τούρκοι είναι κακοί,
Βάνουν όλους στο σπαθί,
Που τους είχαμεν διωγμένους,
Στους πολέμους νικημένους.
Και θα μας ψήσουν τα παιδιά,
Παλουκωμένα στα σουβλιά.
Κι αν μας πάρουνε στο χέρι,
Μας περνούν απ' το μαχαίρι.»
Η Άγια μέρα η Λαμπρή,
Ήτανε μέρα φλογερή·
Που στην Εκκλησιάν επήγαν,
Και τα μάτια τους δακρύζαν.
Κι ένας τον άλλο ελέγανε·
«Αχ τι επάθαμε οι καημένοι
Κι οι πολυβασανισμένοι!
Χάνομε τα σπίτια μας,
Τη γλυκιά πατρίδα μας,
Που 'ναι χώρα στολισμένη,
Και στον κόσμο ξακουισμένη!
Πόχει τόσα κρύα νερά,
Κήπους, δροσερούς αέρες,
Κι αξετίμωτους μπαχτσέδες!»
Στες Απριλίου είκοσι επτά,
Έδωκ' η Πάργα τα κλειδιά,
Του Χαμίμπεη τα δίνει,
Παρευθύς σεισμός εγίνη.
57. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΒΟΤΣΑΡΗ (644) 

— Τι είναι τούτα τα κλάματα κι αυτά τα μοιρολόγια,
Κύριε μου τι να γίνηκε στο δόλιο Μισολόγγι;
— Τούτα τα κλάματα ρωτάς κι αυτά τα μοιρολόγια;
Γι' αυτόν τον Μάρκο γένονται τον ελευθερωτή μας.
Όσοι Ρωμαίοι κι αν το 'μαθαν κι όσοι τ' αφουκρασθήκαν,
Όλοι στα μαύρα εμπήκανε, τα μελανά εφορέσαν.
Κίτσος Τσαβέλλας φώναξε και τους παρηγορούσε·
«Παιδιά μου, μην πικραίνεστε και μας πλακώσει αρρώστια,
Και να μας ζήσει ο Κωσταντάς κι ο γιος του Καπετάνιου,
Πρώτον να τονέ κάμομε σαν που 'χαμε τον Μάρκο.
Έτζι το 'χει η πατρίδα μας, έτζι το Σούλι το 'χει,
Από τουφέκι και σπαθί κανείς να μη γλιτώσει.
Καθώς κι οι πατεράδες μας, έτζι κι εμείς να πάμε!»
58. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΟΥ (645) 

Τρεις περδικούλες κάθουνται στον κάμπο της Αθήνας,
Είχαν τα νύχια κόκκινα και τα φτερά γραμμένα,
Είχαν και τα κεφάλια τους στο αίμα βουτισμένα,
Από βραδίς μοιρολογούν και το ταχύ φωνάζουν·
«Τρίτη, Τετράδη θλιβερή, Πέφτη φαρμακωμένη,
Παρασκευή ξημέρωνε, να μ' είχε ξημερώσει,
Αφέντες έβαλαν βουλή τον πόλεμο να πιάσουν·
Καραϊσκάκης φώναξεν απάνω απ' τ' άλογό του·
— «Πού 'στε βρε Ρουμελιώτες μου, παιδιά μου αντρειωμένα,
Γυμνώστε τα 'λαφρά σπαθιά και ρίξτε τα ντουφέκια,
Βάλτε μου Τούρκους στα μπροστά και κόψτε και σκοτώστε»!
Ήρτε μαντάτι των Τουρκών πεζοί και καβαλάροι·
Δεν ήταν λίγοι ουδέ πολλοί, ήταν εννιά χιλιάδες·
Πρώτο γιουρούσι 135 πόκαμαν, δεύτερο τράκο 'κάμαν,
Λαβώνεται ο Καραϊσκάς κι ο καπετάν Νικήτας·
Κι ο Καραΐσκος φώναξε, ψιλή φωνίτζα βγάζει·
—«Έλληνες μην κιοτέζετε 136, παιδιά μη φοβηθείτε,
Και πάρ' το γιούχα 137 η Τουρκιά κι ερθεί και μας χαλάσει.
Σαν Έλληνες βαστάξετε κι ωσάν Γραικοί σταθείτε,
Κι εγώ αν ελαβώθηκα κι αν είμαι πληγωμένος,
Τώρα θα πάω στην Κουλούρη και στη Φανερωμένη
Που 'ναι βασιλικός ιατρός, πάει και με γιατρέψει»!
59. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΙΤΣΟΥ ΜΠΟΤΣΑΡΗ (646) 

Τρία πουλάκια κάθουνταν στης Άρτας το γιοφύρι,
Το 'να τηράει τα Γιάννενα, τ' άλλο κατά το Σούλι,
Το τρίτο το καλύτερο μοιρολογάει και λέγει.
— «Ο Μπότσαρης εκίνησε στα Γιάννενα να πάγει,
Για να βουλώσει μπουγιουρδί 138, στο Βουλγαρέλι να 'ρτει,
Για να μαζώξει τ' άσπρα 139 του οπού είχε δανεισμένα.
Κι από την Άρτα διάβηκε κονάκι να του κάμουν 140.
Κι εκεί κονάκι τόκαμαν στου παπουτσή του Ρίζου,
Κι εκεί τραπέζι βάλανε ψωμί για να δειπνήσουν.
Τρία τουφέκια τόριξαν, τα τρί' αράδα αράδα,
Το 'να τον παίρει στο πλευρό, τ' άλλο μέσα στα στήθη,
Το τρίτο το φαρμακερό, τον παίρει μες το στόμα.
Το στόμα του αίμα γιόμωσε και κηλαδεί και λέγει.
«Καθίστε παλικάρια μου και συ βρε ψυχογιέ μου,
Τι τούτο δεν είναι για σας· πάρτε μου το κεφάλι,
Να μην το πάρει ν η Τουρκιά, το φέρει του Βεζίρη,
Το ιδούν οχθροί κι αγαλλιαστούν, φίλοι και λυπηθούνε.»
60. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΥ (647) 

Στου Θοδωράκη την αυλή στου Μέτρου το σαράγι 141
Κόσμος πολύς μαζώνεται, πολλοί 'ναι μαζωμένοι,
— «Μήνα και γάμος γένεται, μήνα και πανηγύρι»;
— «Μήτε και γάμος γένεται μήτε και πανηγύρι,
Μόν' είναι ο Μήτρος άρρωστος βαριά για να πεθάνει,
Εμπαινοβγαίνουν οι γιατροί και γιατρεμό δεν έχει,
Τον κλαιν τα παλικάρια του, τον κλαίει κι η αδελφή του,
Τον κλαίει κι η μανούλα του κι ο δόλιος τ' ο πατέρας.
— «Αν θέλεις Μήτρο πάντρεμα, γυναίκα να σου δώσω.
— «Δε θέλω μάνα πάντρεμα, σκύψε να σε φιλήσω,
Να μ' όχεις έγνοια τα παιδιά, τα μαύρα παλικάρια,
Φέρε μου το σπαθάκι μου, μάνα, να το φιλήσω,
Και φέρε το τουφέκι μου, να τ' αποχαιρετήσω!
Ο Χάρος μ' αρραβώνιασε, μ' έχει αρραβωνιασμένο,
Μόχει την πλάκα πεθερά το μνήμα για γυναίκα·
Κι αυτά τα μαυροσκούληκα αδέρφια και ξαδέρφια.
61. Ο ΤΟΜΠΑΖΗΣ (648) 

Μαρτυράτε το Φραντζέζοι
Πέστε το και σεις Ιγγλέζοι,
Πως μια σκούνα του Τομπάζη
Την Τουρκιά τηνέ τρομάζει!
62 ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΙΣΜΟΣ (648) 

Φεγγαράκι μου λαμπρό,
Φέγγε και περπάτειγε,
Για να σ' ερωτήσομε,
Για τα δυο Γραικόπουλα,
Τα Γρεβενητόπουλα.
Χήρα Τούρκα δούλευαν,
Όλ' ημέρα στο ζυγό,
Το βραδύ στον κρεμασμό.
«Βρε παιδιά Γραικόπουλα,
Και Γρεβενητόπουλα,
Γένεστε Τουρκόπουλα,
Να χαρείτε την Τουρκιά,
Τ' άλογα τα γλήγορα,
Τα σπαθιά τα δαμασκιά 142
— «Βρε κυρά μου Τούρκισσα,
«Κάλλιο γένε συ Ρωμιά,
Να χαρείς τη Λαμπριά,
Με τα κόκκινα τ' αυγά!
Να χαρείς την Εκκλησιά,
Τη χρυσή την Κοινωνιά!
63. Έτερον επί του αυτού (649) 

Ένα μικρό Τουρκόπουλο, του Βασιλιώς κοπέλι,
Μια Ρωμιοπούλα αγάπησε και κείνη δεν το θέλει·
Παίρνει τες ράχες εμπροστά και τα βουν' απ' οπίσω,
Κι η τύχη της την έβγαλε μες τ' Α-Γιωργιού την πόρτα.
Άγιε μου Γιώργη βόηθα με οχ των Τουρκών τα χέρια,
Τα κοφτερά τους τα σπαθιά, τα μυτερά μαχαίρια.
Τα μάρμαρα εσχιστήκανε κι εμπήκε η κόρη μέσα.
Να τος κι ο Τούρκος πόρχεται στον Αϊ-Γιώργη απάνου·
Στον Αϊ-Γιώργη ανέβηκε, σκύφτει και προσκυνάει·
— «Άγιε μου Γιώργη λυτρωτή, συχώρεσε κι εμένα,
Κι εγώ να πάω να βαφτιστώ και Χριστιανός να γένω,
Να πάρω και τη λυγερή, να 'ναι Κυρά μεγάλη.
64. Η ΕΡΩΜΕΝΗ ΤΟΥ ΑΓΩΝΙΣΤΟΥ (649) 

Θέλω να πάω στο Νιόκαστρο που γένονται πολέμοι,
Και πάλε συλλογίζομαι και πάλε συλλογιόμαι,
Που αν λαβωθώ 'γώ τ' ορφανό κι αν λαβωθώ το μαύρο,
Δεν έχω μάνα να με κλαίει και να πονεί για μένα·
— «Σε κλαιν οι φίλοι σ', ξένε μου, σε κλαιν και τα μπραζέλια 143
Σε κλαίω και 'γώ από κοντά στα μαύρα φορεμένη,
Τρεις χρόνους κάνω ξέπλεγη 144, τρεις χρόνους και τρεις μήνες,
Κι αν με ρωτήσει η μάνα μου κι η δόλια η αδερφή μου,
Πού 'ν' ο άντρας μου;— στο Νιόκαστρο που γένονται οι πολέμοι·
Δεν ξέρω αν ελαβώθηκε κι αν είναι λαβωμένος.»
65. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΩΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΥ (650) 

Ποιος θε ν' ακούσει κλάιματα δάκρυα και μοιρολόγια;
Διαβάτ' από την Λειβαδιά και σύρτε στη Βελίτσα,
Κι εκεί ν' ακούστε κλάιματα δάκρυα και μοιριολόγια.
Ν' ακούστε την Ανδρούτζαινα την μάνα του Δυσσέα,
Πώς σκούζει, πώς μοιριολογά και σαν τρυγόνι κλαίει!
Σαν περδικούλα θλίβεται κι ωσάν παπί μαδιέται,
Σαν του κοράκου τα φτερά μαυρίζει η φορεσιά της!
— «Δεν σ' το είπα 'γώ Δυσσέα μου, δεν σ' το είπα 'γώ παιδί μου!
Με τη Βουλή μην πιάνεσαι με τους Καλαμαράδες!
Κάνουν τον Γούρα Κεχαγιά και τον Νικόλα πρώτο;»
66. Ο ΝΙΚΗΤΑΡΑΣ (650) 

Καπετάν Νικηταρά,
Πόχεις στα νύχια σου φτερά,
Πιάνεις και γράφεις γράμματα·
— «Τούρκοι για δώστε τ' άρματα!
Για δώστε Τούρκοι τ' άρματα
Να γλύσουν 145 τα παιδιά σας!
— «Τ' άρματα δεν τα δίνομε·
Το αίμα μας το χύνομε!»
67. Ο ΚΑΤΑΡΡΑΧΙΑΣ (651-652) 

Δεν είν' ο περσινός καιρός, δεν είν' ο Ταφίλ Μπούζης,
Να περβατεί 146 Δερβέναγας, να περβατεί καβάλα!
Φέτο το λεν Καταρραχιά, το λένε Καραμέτζο,
Το λεν παιδιά Τζαπόπουλα, Δημήτρη και Γιωργάκη,
Το λένε και Ζακόπουλο, το λεν Μαμαλυγγίδη!
Γράφουν οι Κλέφτες γράμματα, στα Τρίκαλα τα στέλνουν·
«Σ' εσέ κυρ-Νάσσο προεστέ, σ' εσάς Κοτζαμπασήδες!
Να στείλετε την ξαγορά, μια 'κατοστή πουγκι' άσπρα 147,
Να μην καούνε τα χωριά, Φανάρι και Καρδίτζα,
Κι εμπούμε και στα Τρίκαλα και κάμομέ σας σκλάβους.»
Σιαμήμπεης σαν τ' άκουσε βαριά χολοτάρτη 148 ·
Πιάνει τους κάνει γράμματα και βάνει μαύρη βούλα·
«Τι 'ξαγορά γυρεύετε; τι 'ξαγορά ζητάτε;
Αν δε σας πιάσω ζωντανούς κι αν δε σας παλουκώσω!»
Καταρραχιάς σαν τ' άκουσε με τον Γιωργάκη Τζάπο
Τα κριθαράκια επιάσανε και τα ταμπούρια 149 φτιάνουν,
Φτιάνουν ταμπούρια με κλαριά, με φτέρες και με δέντρα·
Κι όντ' έκαμαν κι αγνάντεψαν τους κάμπους των Τρικάλων,
Βλέπουν τον Σιάμη που 'ρχεταν μ' Αρβανιτιά, μ' ασκέρι 150.
Καταρραχιάς εχούγιαξε 151 με τον Γιωργάκη Τζάπο·
«Τουφέκια να μη ρίξομε, τραγούδια μην ειπούμε
Όσο να 'ρθει ο Σιαμήμπεης να πιάσει το τουφέκι,
Να 'ρτει κοντά, τόσο κοντά να φθάνει το μολύβι.»
Κι όντ' έκαμαν κι εζύγωσαν κι έφτανε το μολύβι,
Καταρραχιάς εφώναξε με τον Γιωργάκη Τζάπο·
—«Πού πας, βρε Σιάμη βρομερέ, πού πας μωρέ παμπάσα 152;
Που σκότωσες τον μπάρμπα μου κι αυτήν την ανιψιά μου;»
Κι όντ' έκαμαν κι εθύμωσαν κι από τα δυο τα μέρη,
Κι επιάστηκεν ο πόλεμος κι έκαμαν το γιουρούσι 153,
Καταρραχιάς εφώναξε, πάλε ματαφωνάζει·
«Έβγα, βρε Σιάμη βρομερέ, οι δυο να κτυπηθούμε,
Έβγα να ιδείς τι πάει να πει παλικαρίσιο χέρι!»
Κι ένα καλό Κλεφτόπουλον από το μετερίζι 154
Βλέπει το Σιάμη πότρεχε στα Κλέφτικα ταμπούρια 155·
Κι εκεί στ' ακλουθογύρισμα μια τουφεκιά του στέλνει,
Και το μολύβι επίτυχεν ανάμεσα στα φρύδια.
Το στόμα τ' αίμα γιόμισε, τα χείλη του φαρμάκι.
Βάνουν τους Τούρκους ομπροστά· τους παίρνουν τους μπαϊνέδες.
Παίρνουν κεφάλια δεκοχτώ και τόσους λαβωμένους.
68. Ο ΣΥΝΤΡΟΣ (652-653) 

Ένα πουλάκι κάθουνταν στου Σύντρου το κεφάλι·
Δεν ελαλούσε σαν πουλί, σαν τ' άλλα τα πουλάκια,
Μόν' ελαλούσε λυγερά μ' ανθρώπινη λαλίτζα·
— «Σύντρο μ' εσ' ήσουν φρόνιμος, ήσουν και παλικάρι,
Ήσουν και πρώτος Έπαρχος σ' όλα τα Μοναστήρια,
Τόσα βουνά επερπάτησες, ούδε κι αετός αν ήσουν,
Γιατί δεν ηύρες στα βουνά τ' αθάνατο βοτάνι,
Που στο σκοτάδι μυριανθεί και την ημέρα κλειέται,
Να φας και συ, βαρυόμοιρε, ποτέ να μη πεθάνεις;»
— «Τι λες πουλί, κακό πουλί, γιατί με καταριέσαι;
Σαράντα χρόνους έζησα Αρματολός και Κλέφτης,
Τον Χάρο δε φοβήθηκα, τον Χάρο δε φοβούμαι·
Κι άλλους σαράντα να 'ζουνα, πάλ' είχα να πεθάνω.
Κι αν θα πεθάνω, βρε πουλί, δεν το 'χω πως πεθαίνω,
Μόν' το 'χω σε παράπονο και σ' εντροπή μεγάλη,
Που θα το μάθουν τα σκυλιά, να παν στην Αλασσόνα
Να μου χαλάσουν τα χωριά, τα 'ρημα βιλαέτια 156.
Παρακαλώ τη συντροφιά κι όλα τα παλικάρια
Να μου γνοιασθούν το σπίτι μου, τη δόλια μου γυναίκα,
Να μου κοιτάζουν το παιδί, τον μαύρο τον Δημήτρη
Που 'ναι μικρό κι ανήλικο και από Κλεφτιά δεν ξέρει».
69 Ο ΙΑΧΟΣ (653) 

Χρυσός αετός εκάθουνταν στον έρημο τον Λούρο·
Που κάθε μέρα κυνηγάει αηδόνια και περδίκια.
Στες δεκαπέντε του Μαγιού κυνήγι δε γυρεύει,
Μόν' μαραμένος κάθεται, χαλάει και τη φωλιά του·
Άλλος αετός εδιάβαινε και τον καλημερούσε·
— «Καλή σου μέρα, σταυραετέ!,—«Καλώς τον τον Σαΐνη!»
— «Τ' έχεις καημένε, σταυραετέ, χαλάς και τη φωλιά σου
— «Σαΐνη μ' αν μ' ερώτησες, να σου τ' ομολογήσω·
Απόψ' είδα στον ύπνο μου, στον ύπνο που κοιμόμουν,
Σα μάτ' επήγα στον πασά στον Κούρτη στον Μπεράτι,
Κι άκουσα τον μουσαβαρέ 157, του Ιάχου την κουβέντα.
Ο Ιάχος επροβόδουνε στον Βασιλιά στην Πόλη·
Όσα φλουριά κι αν θέλετε διπλά να σας τα δώσω,
Μόνο να γένω Βόιβοδας εγώ στο Μουλαλήκι,
Να διώξω τους Μπερατινούς, τον σκύλο Χασνατάρη.»
70. Ο ΚΙΤΣΟΣ ΚΑΙ Η ΜΗΤΗΡ ΤΟΥ (654) 

Του Κίτσου η μάνα κάθουνταν στην άκρη στο ποτάμι·
Με το ποτάμι μάλωνε και το πετροβολούσε·
— «Ποτάμι μ' ολιγόστεψε, ποτάμι μ' στρέψε πίσω,
Για να περάσω αντίπερα, να πάω στα Κλεφτοχώρια,
Οπο' χουν Κλέφτες σύνοδον, οπό 'χουν τα λημέρια!»
Τον Κίτσο τον επιάσανε και παν να τον κρεμάσουν.»
Χίλιοι τον παν απέ μπροστά και δυο χιλιάδες πίσω,
Κι όλο ξωπίσω πήγαινεν η μαύρη του η μανούλα·
Με τα μαλλιά της ξέπλεγα μοιριολογάει και λέει·
— «Κίτσο μου, πού 'ναι τ' άρματα, τ' άχαρα τα τσαπράζια 158 »
— «Μάνα λωλή, μάνα τρελή, μάνα ξεμυαλισμένη,
Δεν κλαις τα μαύρα νιάτα μου, δεν κλαις και την αντρειά μου,
Μόν' κλαις τα 'ρημα τ' άρματα και τ' άχαρα τζαπράζια 159
71. ΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΚΛΕΦΤΩΝ ΤΟΥ ΒΑΛΤΟΥ (654-655) 

Κάτου στου Βάλτου τα χωριά,
Ξηρόμερο και στ' Άγραφα,
Και στα πέντε βιλαέτια 160,
(Βάλτε βρε να πιούμ' αδέρφια!)
Εκ' είν' οι Κλέφτες οι πολλοί,
Όλοι ντυμένοι στο φλωρί 161.
Κάθουνται και τρων και πίνουν,
Και την Άρτα φοβερίζουν.
Πιάνουν και γράφουν μια γραφή
Χέζουν τα γένια του Κατή 162·
Γράφουνε και στο Κομπότι,
Προσκυνούνε τον Δεσπότη·
— «Συλλογιστείτε το καλά,
Γιατί σας καίμε τα χωριά!
Γλήγορα τ' αρματολίκι,
Γιατί πέφτομε σα λύκοι!»
72. Ο ΚΩΣΤΑΣ (655) 

Ο ήλιος βγαίνει κόκκινος, μαυρομελανιασμένος,
Κι οι Κλέφτες τον αγνάντευαν και τον συχνορωτούσαν·
— «Ήλιε μ' τι βγήκες κόκκινος, μαυρομελανιασμένος;»
— «Παιδιά σα μ' ερωτήσετε, να σας το μαρτυρήσω·
Εψές όντ' εβασίλεψα κι όντ' έγειρα τη ράχη,
Αγνάντεψα τα Τρίκαλα· κι ανάμεσα στα Χάσια,
Άκουσα μαύρα κλάματα, γυναίκεια μοιρολόγια·
Πως κλαιν' οι Καπετάνισσες για τους Καπεταναίους,
Πως κλαίει η μαύρη η Κώσταινα τον δόλιο της τον άντρα.
Στα Τρίκαλα τους πήγαιναν, στες μούλες 163 καβαλάρους,
Στες μούλες και στα σίδερα και πισταγκωνιασμένους·
Κι ο Σιλιχτάρης τσόλεγε παίζοντας και λεγώντας·
— «Καλώς τον Κώστα πόρχεται, καλώς τον τον Δημήτρη!
Πολλά σκιαέτια 164 μου φεραν, πολλά οι Κοτζαμπασήδες·
Κώστα δεν κάθουσουν καλά, σαν Καπετάνος που 'σουν,
Μόν' Κλεφτουριά πιθύμησες και Κλέφτικα γιατάκια 165
Και τον τζελάτην 166 έκραξε, τους κόβει και τους δύο.
73. ΟΙ ΚΛΕΦΤΑΙ ΚΑΙ ΟΙ ΚΟΤΖΑΜΠΑΣΗΔΕΣ (656) 

Οι Κλέφτες εσυνάζουνταν εις την Αγιά Τριάδα,
Ο Τζάπας απ' το Μέτζοβον, οι πέντε Μπαχλαβαίοι,
Ζακαίοι από τα Γραβανά κι οι τρεις Κοντογιανναίοι,
Γιωργάκης ο Ξερόμερος μ' αυτόν τον Σκυλοδήμο,
Σωτήρης από τ' Άγραφα κι όλοι οι Μπουκοβαλαίοι!
Πιάνουν και γράφουν γράμματα, τα στέλνουνε με βία·
«Σ' εσάς αρχόντοι Καστανιάς, σ' εσάς Κοτζαμπασήδες
Να στείλετε χίλια φλωριά 167 και χίλιες φουστανέλες,
Να φαν τα παλικάρια μας κι οι Κλέφτες να ντυθούνε.
Κι εκείνοι αποκριθήκανε σαν άρχοντες λεβέντες·
«Τουφέκια εμείς δε δίνουμε και μήτε φουστανέλες.»
Κι οι Κλέφτες εμανιώσανε 168, στην Καστανιά κινούνε·
Την Καστανιά την κάψανε κι αυτούς τους εσκλαβώσαν·
Επήραν τες Αρχόντισσες και τες Αρχοντοπούλες·
Μοιριολογούσαν κι έλεγαν, μοιριολογούν και λέγουν·
«Ανάθεμά σας Άρχοντες και σεις Κοτζαμπασήδες
Που μας επαραδώσετε σε Κλέφτικα λημέρια!
74. ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ (657) 

—«Δε σ' το 'πα Δήμο, μια και δυο, δε σ' το 'πα τρεις και πέντε,
Χαμήλωσε το πόσι 169 σου, σκέπασε τα τζαπράζια 170,
Να μη τα ιδεί η Αρβανιτιά, βάλουν και σε σκοτώσουν, .
Από τ' ασήμια τα πολλά κι από την περηφάνεια.»
Λαλούν οι κούκοι στα βουνά κι οι πέρδικες στα πλάγια.
Λαλεί κι ένα μικρό πουλί στου Δήμου το κεφάλι·
Δεν ελαλούσε σαν πουλί, μήτε, σα χελιδόνι,
Μόν εκελάηδουνε πικρά μ' ανθρώπινη λαλίτσα.
— «Δήμο μου τ' είσαι κίτρινος και τ' είσ' αραχνιασμένος;»
— «Πουλάκι κι αν μ' ερώτησες, να σου τ' ομολογήσω.
«Έγειρα ν' αποκοιμηθώ, ύπνον να πάρ' ολίγο·
Κι είδα στον ύπνο μου βαθιά, στον ύπνο που κοιμούμουν,
«Είδα τον ουρανό θολό και τ' άστρα ματωμένα,
Το δαμασκί 171 σπαθάκι μου βαμμένο μες το αίμα.»
75. Ο ΚΑΤΣΑΡΟΣ (657-658) 

«Μας πήρ' η μέρα κι η αυγή, μας πήρε μεσημέρι,
Και πού να λημεριάσομε, να κάμομε λημέρι;
Πέρα σ' εκείνο το βουνό και στην ψηλή ραχούλα,
Πόχει τα πεύκα τα ψηλά και τα νερά τα κρύα.»
Τον λόγο δεν απέσωσε, τον λόγο δεν απόειπε·
Ακούει τα πεύκα και βογκούν και τες οξιές και τρίζουν·
Ψηλή φωνίτσαν έσυρε, όσο κι αν ημπορούσε.
«Παιδιά μ', μας ήρτ' ο Κόρακας, ήρθε να μας βαρέσει.»
Τον λόγο δεν απέσωσε, τον λόγο δεν απόειπε,
Τρία τουφέκια το' δωκαν, τα τρία αράδ' αράδα.
Το 'να τον πήρε ξώδερμα και τ' άλλο στο κεφάλι,
Το τρίτο το φαρμακερό μες της καρδιάς τα φύλλα.
Το στόμα τ' αίμα γιόμισε, τα χείλη του φαρμάκι,
Κι η γλώσσα του αηδονολαλεί και θλιβερά φωνάζει·
Πού 'σ' ανιψιέ Καταρραχιά, το αίμα μου να πάρεις!»
76. Ο ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΑΙ ΦΑΡΜΑΚΗΣ (658-659) 

Μας ήρτ' η άνοιξη πικρή, το καλοκαίρι μαύρο,
Μας ήρτε κι ο χινόπωρος πικρός φαρμακωμένος.
Μαζί ν εσυμβουλεύονταν Γιωργάκης και Φαρμάκης·
— «Γιωργάκη, έλα να φύγομε, στη Μοσκοβιά 172 να πάμε».
— «Καλά το λες, Φαρμάκη μου, καλά το συντυχαίνεις,
Μα ναι μου φαίνετ' εντροπή κι ο κόσμος θα γελάσει.
Καλύτερα ας βαστάξομε σ' τούτο το μοναστήρι,
Όσο να βγει κι ο Μόσκοβας, να 'ρθει να μας βοηθήσει.»
Και τα λημέρια φώναξαν αντίπερα απ' του Σέκου·
— «Πολλή μαυρίλα πλάκωσε και τα βουνά μαυρίζουν,
Μήνα βοήθειες έρχονται; μήνα συντρόφοι φτάνουν;»
— «Ούτε βοήθειες έρχονται κι ούτε συντρόφοι φτάνουν,
Μονέ Τουρκιά μας πλάκωσε χιλιάδες δεκαπέντε».
Στου Σέκου καθώς έφτασαν κι επιάσανε τον τόπο,
Έστησαν τόπια 173 περισσά γύρου στο Μοναστήρι.
Πέντε το κρουν 174 από μεριά και πέντε από την πόρτα,
Τ' άλλα τα μεγαλύτερα το κρουν από τη ράχη
Ως χίλιοι Τούρκοι ν έπεσαν μέσα στο παλιοκλήσι.
Χίλι' άλλοι εσκοτωθήκανε μπροστά στο λιθοτείχι.
Τότ' η Τουρκιά ετραβήχτηκε πίσω στο Κομπουλάκι·
Μα ένας πασάς αγνάντευε πέρα μεριά του Σέκου,
Ψιλή φωνήν εσήκωσεν «—Αμέτη, Μωχαμέτη!
«Πιάστε τον τόπο δυνατά, ζώστε το μοναστήρι.»
Όση Τουρκιά κι αν ήτανε, όσοι και Γιανιτσάροι,
Τον τόπον όλον έζωσαν, εκλείσανε τον Σέκο.
Φαρμάκης επικράθηκε και βαριαναστενάζει.
Τα παλικάρια φώναξεν από το Μοναστήρι.»
— «Πού είστε, βρε παλικάρια μου, λεβέντες ξαϊκουσμένοι;
Πιάστε με, πάρτε τα φλωριά 175 και τα χρυσά γελέκια,
Πάρετε και τ' ασήμια μου, να ξελαφρώσω ολίγο,
Και τα σπαθιά σας σύρετε, σπάσετε τα φηκάρια 176,
Γιουρούσι 177 για να κάμομε, να διώξομε τους Τούρκους.»
Ένα πρωτοπαλίκαρο στέκεται και του λέγει·
—«Μαύρα μάς είναι τα σπαθιά, πικρά μας τα τουφέκια,
Είν' η Τουρκιάν αμέτρητη και τα βουνά μαυρίζουν.»
Τον λόγο δεν απόσωσε, τη συντυχιά δεν είπε,
Και ζωντανός επιάστηκεν ο Γιάννης ο Φαρμάκης.
— «Δε σ' το είπα Γιάννη, μια φορά, δε σ' το 'πα τρεις και πέντε,
Μην απομείνεις στη Βλαχιά, στου Σέκου μην καθίσεις;»
— «Πού να το ξέρω 'γώ ο πικρός, στο νου μου πού να μόρθει,
Πως οι Κονσόλοι 178 οι χριστιανοί έχουν να μας προδώσουν!
Εσείς πουλιά, που λεύτερα πετάτε στον αγέρα,
Είδηση δώστε στη Φραγκιά, στων Χριστιανών τους τόπους,
Δώστε και της Φαρμάκαινας 179 μαντάτα του θανάτου.»
77. Άλλο εις τους ίδιους (660) 

Πέντε πασάδες κίνησαν από την Ιμπραΐλα 180
Στράτεμα φέρνουν περισσό, πεζούρα και καβάλα 181.
Σέρνουν και τόπια 182 δώδεκα και βόλια χωρίς μέτρο·
Έρχεται κι ο Τσαπάνογλους από το Βουκορέστι,
Πόχει αντρειωμένο στράτεμα, όλο γιανιτσαραίους,
Στα δόντια παίρουν τα σπαθιά, στα χέρια τα τουφέκια.
Τότ' ο Γιωργάκης φώναξεν από το Μοναστήρι.
«Πού 'στε, βρε παλικάρια μου, λεβέντες ξακουσμένοι;
Γλήγορα ζώστε τα σπαθιά, πάρετε τα τουφέκια,
Πιάστε τον τόπο δυνατά, πιάστε τα μετερίζα 183,
Γιατί Τουρκιά μας πλάκωσε και θέλει να μας φάγει.»
Δίχως ψωμί, δίχως νερό, τρεις μέρες και τρεις νύχτες,
Βαριά βαρούσαν την Τουρκιά, κάτω στο Κομπουλάκι.
Τούρκων κεφάλια εκόψανε, Τούρκωνε τρεις χιλιάδες.
Τότε ο Φαρμάκης φώναξεν από το Μοναστήρι.
«Αφήστε τα τουφέκια σας, σύρετε τα σπαθιά σας,
«Γιουρούσι 184 απάνου κάμετε, στον Αϊ-Λιαν εβγάτε.»
Οι Τούρκοι το χαρήκανε, τρέχουν στο Μοναστήρι.
Τότε ο Φαρμάκης ζωντανός φώναξ' από του Σέκου.
«Πού 'σαι, μπρε Γιώργη μ' αδελφέ και πρώτε Καπετάνε;
«Τουρκιά πολλή μας πλάκωσε και θέλει να μας φάγει.
Πέφτουν τα τόπια 185 σα βροχή, τα βόλια σα χαλάζι.
Μα ο Γιώργης είχε σκοτωθεί, τα βόλια δεν τ' ακούει.
78 ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΡΟΥΠΑΚΙΑ (661) 

«Τι Καπετάνος είσαι συ; δε ρίχνεις δύο τουφέκια,
Να μαζωχτεί τ' ασκέρι σου κι όλοι οι Καπιταναίοι,
Να ιδούμε ποιος μας λείπεται από τα παλικάρια;»
«Ο Ρουπακιάς μας λείπεται με τον Γεροχουσάδα·»
Σε τι βουνά να βρίσκονται, σε τι κοντοραχούλες!
Σαν που να ψένουν πρόβατα, σαν 'που να ψένουν γίδια!
Τους κλαίνε χώρες και χωριά, τους κλαίνε βιλαέτια 186,
Τους κλαίγει η τζούπρα 187 του παπά, αυτή η μαυροματούσα,
Αυτ' η φεγγαρομέτωπη και χαμηλοβλεπούσα·
Με τα μαλλάκια ξέπλεγα, τα χέρια σταυρωμένα.
Σαν την τρυγόνα θλίβεται, σαν το παπί μαδιέται.
79. ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΚΑΤΑ ΚΛΕΦΤΩΝ (661-662) 

Κλέφτες γινήκαν μάζωξη και γίνηκαν μπουλούκι·
Φορτώσαν γρόσια 188 στ' άλογα κι όλο φλωρί 189 στες μούλες,
Στη θάλασσα κατέβηκαν και σε καράβι μπαίνουν.
Καραβοκύρης μάργιολης 190 μ' όλον τον ταϊφά 191 του,
Σα δυο σαν τρεις κουβέντιαζαν κι εκρυφοκουβεντιάζαν.
— «Βάλτε, παιδιά μου, τα κουπιά να βγούμε σε ζιαφέτι 192,
Και πάρτε να ψαρέψετε σ' εκειό το ξερονήσι·»
Σα δυο, σαν τρεις κουβέντιαζαν και ματακουβεντιάζαν.
Πήρε τους Κλέφτες κι άραξε σ' εκειό το ξερονήσι·
Τους άφησε χωρίς ψωμί, νωρίς κάνα μεντάτι 193.
Και στες σαράντα κι εμπροστά γυρίζει το καράβι.
Βρίσκει τον Γιώργο ζωντανό, τον Λια που ψυχομάχα,
Κι ένας τον άλλο τρώγουνταν και κόκαλα μασούσαν.
80. Ο ΚΛΕΦΤΗΣ ΚΟΥΜΠΑΡΟΣ (662) 

Αριά, αριά τα ρίχτουνε οι Κλέφτες τα τουφέκια,
Γιατ' είν' οι μαύροι μετρητοί, γιατ' είν' οι μαύροι ολίγοι,
Καν δεκαφτά, καν δεκοχτώ, καν είκοσι νομάτοι,
Κι ουδέ κι ο Γιώργος είν' μ' αυτούς, πήγε στο Μοναστήρι,
Για να βαφτίσ' ένα παιδί, να 'χει κι αυτός κουμπάρα,
Να κάμ' ο μαύρος γύρισμα κι ένα πιστό κονάκι 194.
Τα παλικάρια τ' απ' εδώ φώναξαν κι απ' εκείθε·
— «Άσε κυρ-Γιώργο, το παιδί και πάρε το τουφέκι,
Κι η παγανιά 195 μας πλάκωσε, πεζούρα και καβάλα 196
Αφήνει ο Γιώργος το παιδί, τον Μαύρο του σελώνει.
«Βαστάτε, παλικάρια μου, με την ψυχή στα δόντια!
Τον τόπο πιάστε δυνατά, πιάστε τα μετερίζια 197!
Κι αν κάμει ο Θεός κι η Παναγιά να κάμομε γιουρούσι 198,
Τον Μιτζομπόνο ζωντανό κοιτάξτε να μου πιάστε!»
81. Ο ΔΙΠΛΑΣ (663) 

Του Δίπλα οι φίλοι, ελέγανε και τον παρακαλούσαν·
«Σήκου να φύγεις, Δίπλα μου, πάρε τον Κατσαντώνη·
Τι Αλή πασάς σας έμαθε, στέλνει τον Μουχουρδάρη.»
Και τα λημέρια φώναξαν όσο κι αν ημπορούσαν.
«Ο Μουχουρδάρης έρχεται με τέσσαρες χιλιάδες,
Φέρνει Αρβανίτες του πασά, πολλούς τσοχαδαραίους 199·
Στα δόντια φέρνουν τα σπαθιά, στα χέρια τα τουφέκια!»
Κι ο Δίπλας αποκρένεται κι ο Δίπλας συντυχαίνει·
— «Ο Δίπλας είναι ζωντανός, πόλεμο δε φοβάται·
Έχει λεβέντες διαλεχτούς, όλους Κατσαντωναίους·
Τρων την μπαρούτι για ψωμί, τα βόλια για προσφάγι,
Σφάζουνε Τούρκους σαν τραγιά κι αγάδες σαν κριάρια!»
82. ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΘΩΜΟΥ (663-664) 

Ένα πουλάκι ξέβγαινε μέσα ν' από το Βάλτο,
Μέρα και νύχτα περπατεί, νύχτα και μέρα λέγει·
— «Θε μ', πού να βρω την Κλεφτουριά, τον Γιώργο τον Σπαρτιώτη;
Έχω δυο λόγια να του πω, πως θε να τον σκοτώσουν.»
— «Πού το 'μαθες, πουλάκι μου, πως θε να με σκοτώσουν;»
— «Εψές ήμουν στα Γιάννινα, στην πόρτα του Βεζίρη,
Πολλά σκιαέτια 200 πήγαινεν ο Γιάννης Γαραγούνης·
Άδικο, αφέντη μ' άδικον! από τον Γιωργοθώμο!
Τα πρόβατά σου μ' άρπαξε και μας επήρε σκλάβους!»
— «Να κάμεις σάμπρι 201, Γιάννη μου, πέντ' έξι, δέκα μέρες
Κι εγώ τον φέρνω ζωντανό, του παίρνω το κεφάλι.»
Γιουσούφ Αράπης κίνησε με δεκατρείς χιλιάδες.
Σαν έπιασαν τον πόλεμο, τρεις μέρες και τρεις νύχτες,
Πέφτουν τα βόλια σα βροχή, μολύβια σαν χαλάζι·
Τον Γιωργοθώμο λάβωσαν μες το δεξί το χέρι,
Δώδεκα τονέ ζώσανε και σκλάβο τον επήραν.
Ο Γιωργοθώμος φώναξε μέσα ν από τους Τούρκους·
— «Πού 'στε, βρε παλικάρια μου, λίγα κι αντρειωμένα ,
Πετάτε τα τουφέκια σας, σύρετε τα σπαθιά σας·
Γιουρούσι 202 μέσα κάμετε, πάρτε μου το κεφάλι,
Να μην το πάρει ν η Τουρκιά Γιουσούφ αγάς ο σκύλος!
83. ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΒΕΛΗΓΚΕΚΑ (664-665) 

Στες δεκαπέντε του Μαγιού, στες είκοσι του μήνα,
Ο Βελή Γκέκας κίνησε να πάει στον Κατσαντώνην.
Επάτησε κι εκόνεψε 203 σ' ενού παπά το σπίτι·
—«Παπά, ψωμί! παπά, κρασί! να πιουν τα παλικάρια.»
Κι εκεί που τρώγαν κι έπιναν κι εκεί που λακρεντίζαν 204.
Μαύρα μαντάτα του 'ρθανε από τον Κατσαντώνη.
Στα γόνατα γονάτισε. — «Γραμματικέ, φωνάζει,
Τα παλικάρια μάζωξε κι όλον τον ταϊφά 205 μου,
Κι εγώ παγαίνω από μπροστά, στην Κρύα τη Βρυσούλα».
Στη στράταν όπου πήγαινε, στη στράτα που παγαίνει,
Οι Κλέφτες τον καρτέρεψαν και τον γλυκορωτούσαν.
— «Πού πας, Βελή Μπουλούκπαση, ρετζάλι 206 του Βεζίρη;»
— Σ' εσέν' Αντώνη κερατά, σ' εσένα Κατσαντώνη»
Κι ο Κατσαντώνης φώναξεν από το μετερίζι 207"
— «Δεν είν' εδώ τα Γιάννενα, δεν είναι κι οι ραγιάδες,
Για να τους ψένεις σαν τραγιά, σαν τα παχιά κριάρια!
Εδώ 'ναι λόγγοι και βουνά και Κλέφτικα τουφέκια.»
Τρία τουφέκια τόδωκαν, τα τρί' αράδ' αράδα,
Το να τον πήρε ξώδερμα και τ' άλλο στο κεφάλι,
Το τρίτο, το φαρμακερό, τον πήρε στην καρδιά του·
Το στόμα τ' αίμα γιόμισε, τα χείλη του φαρμάκι.»
84. ΟΙ ΚΛΕΦΤΑΙ ΚΑΙ Ο ΙΜΗΝ ΠΑΣΑΣ (665-666) 

Τρία πουλάκια κάθονται στου Ράικου το γιοφύρι
Το 'να τηράει τα Γιάννενα, τ' άλλο τη Βαλητζήστα,
Το τρίτο το καλύτερο του Ιμήν πασά του λέγει·
— «Οι Τζάμηδες το σήκωσαν με τους Παραμυθιώτες,
έδιωξαν τον Ροζιάμπεη 'πο μέσα ωχ τους Φιλιάτες,
Και στην Βαλτζήστα πέρασε μ' έξι μ' εφτά νομάτους.»
Ροζιάμπεης περπάταγε τρεις μέρες επερπάτει,
Τον 'μην πασάν εγύρευε τον 'μην πασά γυρεύει,
Πάισε 208 και τον αντάμωσε μες τα Γραμμενοχώρια,
Σκύφτει, του κάνει τεμενά 209 και του φιλεί το μέστι 210·
— «Πολλά σου χρόνια 'μην πασά, να ζήσει ο Σατραζέμης!»
— «Οι Τζάμηδες το σήκωσαν με τους Παραμυθιώτες,
Στου Ράικου ρίξανε τ' ορδί 211 στου Ράικου το γιοφύρι.»
Πιάνουν και γράφουν γράμματα, στέλνουν στην Βαλητζήστα·
«Σε σας χωριό Βαλτζεστηνοί, σε σας κοτζαμπασήδες
Να μας μαζώξετε ψωμί, να φαν τα παλικάρια,
Γιατί σας καίμε το χωριό, σας παίρνομε και σκλάβους.»
Τον χαρτοφόρο 212 λάβωσαν στου Γιώργη Σιεμ τ' αλώνι·
Στον 'μην πασά τον πάισαν στον 'μην Πασά τον πάνε,
Κι ο 'μην πασάς τον ρώτησε και ο 'μην πασάς του λέγει·
— «Μωρέ παιδί τζαμόπουλο και γιε του Καπιτάνου,
Πόσες χιλιάδες έρχονται για να με πολεμήσουν;»
— «Εννιά χιλιάδες έρχονται για να σε πολεμήσουν·
Λεν να σε πιάσουν ζωντανόν, λεν να σε πάρουν σκλάβο»
Κι ο Ιμήν πασάς σαν τ' άκουσε βαριά του κακοφάνη,
Τους φύλακάς του φώναξε τους φύλακάς του κράζει
— «Για πάρτε τον τον κερατά, βάλτε τον στο κατώγι
Και ρίξτε του τα σίδερα, κόψτε του το κεφάλι.»
85. ΤΟΥ ΖΑΧΑΡΑΚΗ (666-667) 

— «Τι έχουν της Γούρας τα βουνά και στέκουν μαραμένα;
Χωρίς χιονιά χιονίζονται, χωρίς βροχή βροχιούνται;
— «Λένε τα δάκρυα των Κλεφτών, Κλέφτωνε μοιρολόγια,
Γιουσούφ Αράπης κίνησε και πάγει στο Ζητούνι.
Σέρνει τσεκούρια στ' άλογα, τσεκούρια στα μουλάρια,
Για να τσακίζει γόνατα και να συντρίβει χέρια.
Κι όσοι Ρωμιοί κι αν τ' άκουσαν πάνε να προσκυνήσουν,
Κι ο Ζαχαράκης το σκυλί δεν πάει να προσκυνήσει.
Πιάνει και γράφει μια γραφή κι ένα κομμάτι γράμμα,
Και πιάνει κι ένα ζωντανό, στέλνει του 'σούφ Αράπη.
—«Δε σε φοβούμαι, βρε σκυλί, δύο παραδών Αράπη,
Τι έχω τριακόσους στ' Αγραφα, χίλιους στο Καρπενήσι,
Κι ατός μου βγαίνω στα βουνά με χίλιους πεντακόσους,
Και δεκατίζω τα χωριά σένα του βρωμαράπη.
Τι κρύβεσαι Γιουσούφ Αγά, σαν τη παλιοπουτάνα;
Και περπατείς μες τα χωριά, παιδεύεις τους Ραγιάδες;
Έβγα να πολεμήσομε, σαν άξια παλικάρια!»
Ράχη σε ράχη περβατεί 213, λημέρι σε λημέρι,
Τα παλικάρια μάζωνε, με παλικάρια κρένει.
Σαν έπιασαν τον πόλεμον απ' το ταχύ ως το βράδυ,
Σκοτώνουν Τούρκους χιλιοστούς, πιάνουν και τον Τσαούση 214.
Σαν τ' άκουσεν ο Αλή Πασάς, πολύ του κακοφάνη.
Γράφει γραφή και μπουγιουρδί 215, στέλνει του 'σουφ Αράπη.
— «Γιουσούφ αράπη μασκαρά, γαϊδαρογεννημένε,
Σαν ήταν Κλέφτες δυνατοί, τι πάγενες κοντά τους;
Μου χάλασες τ' ασκέρι μου, τα πρώτα παλικάρια;»
86. ΑΠΟΣΤΑΣΙΑ ΚΛΕΦΤΩΝ (667) 

— «Νικόλα, κάτσε φρόνιμα, σαν Καπετάνος που 'σαι!
Μην τα μαλώνεις τα παιδιά, τον κόπο τους μην παίρνεις,
Τι εβάλανε κακή βουλή και θε να σε σκοτώσουν.»
—«Ποιος τα λογιάζει τα παιδιά και ποιος τα χαμπερίζει!
Αχ, πότε να 'ρτ' η άνοιξη, vα 'ρτει το καλοκαίρι,
Να βγω στα ζερολίβαδα και στα παλιά λημέρια,
Να πάρω και τη Μάρω μου, να πάρω την κοντούλα,
Να την εντύσω στο φλωρί 216 και στο μαργαριτάρι!»
Τα παλικάρια τ' άκουσαν, πολύ τους κακοφάνη,
Πως παρατάει τη συντροφιά και παίρνει την κοντούλα·
Τρεις τουφεκιές του δώσανε, τες τρεις φαρμακωμένες·
«Βαρείτε τον τον κερατά! βαρείτε τον τον πούστη!
Οπού μας πήρε τα φλωριά να παντρευτεί τη ρούσα 217,
Η ρούσα του 'ναι η πιστολιά και το σπαθί η κοντούλα.»
87. Ο ΠΑΠΑΣ ΚΛΕΦΤΗΣ (668) 

Ένας παπάς εβγήκε στην Ευρύπολι·
Αρματολούς μαζώνει, Κλέφτες κυνηγά,
Και τον παπά γυρεύει τον Γραμματικό.
— «Πού 'σαι, παπά μου Κλέφτη και Γραμματικέ;
Έλα να πολεμήσεις με τ' αδέρφια σου,
Και με τους εδικούς σου, τα ξαδέρφια σου!
Σε κλαιν τα μονοπάτια που περπάταγες,
Σε κλαιν οι κρυοβρυσούλες με το κρύο νερό!»
88. Ο ΤΟΤΖΚΑΣ (668) 

Μες του Γιαννούλη το μπαχτσέ πενούντ' οι γιανιτζάροι,
Είναι κι ο Τότζκας το σκυλί με δυο με τρεις χιλιάδες.
Έχουν αρνιά που ψένουνε, κριάρια σουβλισμένα,
Έχουνε και γλυκό κρασί στην πγάδα 218 που κρυώνει.
Έχουν κι ένα Τουρκόπουλο που τους κερνάει και πίνουν.
89. Ο ΔΗΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΜΑΥΡΟΣ ΤΟΥ (669) 

Στο Βαρδάρι, στο Βαρδάρι και στου Βαρδαριού τον κάμπο,
Δήμος ήταν ξαπλωμένος και του λέει ο πιστός Μαύρος·
— «Σήκω, αφέντη μου, να πάμε, γιατί φεύγει η συντροφιά μας!»
— «Δεν μπορώ, Μαύρε, να πάγω, τι κοντεύω να πεθάνω.
Σύρε σκάψε με τα νύχια, με τ' αργυροπέταλά σου,
Κι έπαρέ με με τα δόντια, ρίξε με μέσα στο χώμα!
Έπαρε και τ' άρματά μου, σύρε τα στα γονικά μου·
Έπαρε και το μαντίλι, το χρυσό το δαχτυλίδι,
Να τα πάγεις της κυράς μου, να με κλαίει όταν τα βλέπει!»
90. Έτερον όμοιον (669) 

— «Βρε Γιαννάκη, κυρ-Γιαννάκη, ποιος σ' ελάβωσε καημένε;»
— «Μες το Μπόμποβο 'που κάτου τα σκυλιά οι Παραμυθιώτες.
Μόδεσαν και τ' άλογό μου ξέμακρα σε ρίζα δέντρου.
'Κούω το γρίβα χλιμιτράει·» —«Σήκω, αφέντη, καβαλίκα!»
— «Δεν μπορώ, καημένε Γρίβα, γιατί μ' έχουν λαβωμένον
Τα σκυλιά οι Παραμυθιώτες στην καρδιά και στο κεφάλι.
Πάρε με, καημένε Γρίβα, πάρε μ' αν πονείς για μένα,
Κάμε λάκκο με τα νύχια, ρίξε με και σκέπασέ με!»
91. Ο ΣΚΥΛΟΔΗΜΟΣ (670) 

Ο Σκυλοδήμος έτρωγε στα έλατ' απουκάτου,
Κι είχε τη Ρείνη 219 στο πλευρό κρασί να τον κερνάει.
— «Κέρνα με Ρείνη μ' όμορφη, κέρνα μ' όσο να φέξει,
Όσο που να βγει ο αυγερινός, να πάγ' η πούλια γιόμα,
Κι απέ σε στέλνω σπίτι σου με δέκα παλικάρια.»
— «Δήμο, δεν είμαι δούλα σου, κρασί να σε κερνάω,
Εγώ 'μαι νύφη προεστών κι αρχόντων θυγατέρα.»
Κι αυτού προς τα χαράματα περνούσαν δυο διαβάτες·
Είχαν τα γένια τους μακριά, το πρόσωπό τους μαύρο.
Κοντά του στάθηκαν κι οι δυο και τονέ χαιρετούνε.
— «Καλή σου μέρα, Δήμο μου» — «Καλώς τους τους διαβάτες!»
— «Διαβάτες, πως το ξέρετε πως είμ' ο Σκυλοδήμος;»
— «Φέρνομε χαιρετίσματα από τον αδερφό σου.»
— «Διαβάτες, που τον είδεταν εσείς τον αδερφό μου;»
—«Στα Γιάννενα, στη φυλακή τον είδαμαν κλεισμένον,
Είχε στα χέρια σίδερα και κλάπες 220 στα ποδάρια.»
Ο Σκυλοδήμος δάκρυσε, πετιέται για να φύγει.
— «Πού πάγεις, Δήμο μ' αδερφέ, που πάγεις Καπετάνε;»
— «Τον βγάζω από τα σίδερα, ή πάω κι εγώ με δαύτον»
— «Εγώ 'μαι τ' αδερφάκι σου! έλα να φιληθούμε.»
Κι εκείνος τον εγνώρισε· στα χέρια του τον πήρε,
Γλυκά κι οι δυο φιλήθηκαν στα μάτια και στα χείλη.
Κι ο Δήμος τον ερώτησε κι ο Δήμος τον ρωτάει·
— «Κάθου, αδερφέ, κάθου πιστέ κι έλα μολόγησέ μας
Πώς έκαμες κι εγλίτωσες απ' Αρβανίτων χέρια.»
— «Νύχτα τα χέρια μ' έλυσα κι ετζάκισα τες κλάπες 221,
Κι εσύντριψα τη σιδεριά κι ερίχτηκα στον Βάλτον.
Εκεί 'βρα ένα μονόξυλο κι επέρασα τη Λίμνη,
Προψές τα Γιάννιν' άφησα και τα λαγκάδια πήρα»
92. Ο ΤΖΙΑΚΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΚΥΛΟΔΗΜΑΙΟΙ (671) 

Στην Κρανιά μες το μπογάζι 222 βγήκαν οι Σκυλοδημαίοι,
πάτησαν ένα καρβάνι 223, πήραν άσπρα, πήραν γρόσια 224,
Πήραν και μια Ρωμιοπούλα που 'ταν άσπρη σαν το χιόνι,
Που 'ταν άσπρη σαν το χιόνι, νόστιμη σαν το πεπόνι,
Νόστιμη σαν το πεπόνι κι όμορφη σαν το τρυγόνι.
Κει που μοίραζαν τα γρόσα, πλάκωσε κι ο Θοδωράκης,
Να κι ο Θόδωρος του Τζιάκα, μπαταριά 225 τους ρίχτει απάνου,
Πέντε δέκα λαβωμένους, τους Μακραίους σκοτωμένους.
— «Φέρτε κι ένα ντελή γρίβα 226 να τους βάλομε σα γίδια!»
93. ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΑΦΑΚΑ (671-672) (απίστησε) 

Ήταν η μέρα βροχερή κι η νύχτα χιονισμένη,
Σαφάκα Καπετάνο μου κι άξιο μου παλικάρι,
Πόφυγες απ' τα Γιάννενα οπού 'σουνε ρεέμι 227,
Και στην σαρτάνα πέρασες απάν' απ' το γεφύρι,
Και το Σταυρό σου ν έκανες, το Θιο παρακαλούσες,
Πότε, να 'βρεις τους φίλους σου και τον Σωτήρη Στράτο,
Τον έχεις φίλο κι αδερφό και βλάμη 228 στο Βαγγέλιο!
Πικρό καρτέρι σόκαμε στο μοναχό το δέντρο·
Τρία τουφέκια σόριξε, τα τρία αράδα αράδα.
Το 'να σε πήρε ξώδερμα και τ' άλλο μες το χέρι,
Το τρίτο το χειρότερο στη μέση από τα φρύδια.
— «Λόγγοι χαμπλώστε 229 τα κλαριά, βουνά αναμεριστείτε 230,
Να πάει η φωνή στη μάνα μου, στη μαύρη μου γυναίκα!
Και σεις αγέρες πάψετε ν' ακούσ' όλος ο κόσμος·
Βγήκε ο Σωτήρης άπιστος κι αρνήθη το Βαγγέλιο!
94. ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΤΕΡΟΥ ΚΛΕΦΤΟΥ (672) (κατάρα μάνας) 

Σαράντα Κλέφτες είμαστε, σαράντα χαραμήδες 231,
Κι εκάμαμ' όρκο στο σπαθί, τρεις όρκους στο τουφέκι,
Π' αν αρρωστήσει ο σύντροφος όλοι να τον βοηθούμεν,
Ως το 'θελεν η μοίρα του, το βαριοριζικό του.
Αρρώστησ' ο καλύτερος, ο πλούσιος κι αντρειωμένος.
Ένας τον άλλον κανονεί κι ένας τον άλλο λέγει·
— «Σύντροφοι, τι τον κάνουμε τον ξένον εις τα ξένα;»
Κι εκείνος αποκρίθηκε με τον καημό στα χείλη·
— «Παιδιά στα χέρια πάρτε με και μες την αγκαλιά σας,
Και με τα χέρια σκάψετε τη γη που θα με φάγει·
Φουχτιά χώμα και φίλημα, φουκτιά χώμα και δάκρυ·
Και ρίξτε με τα 'πίστομα 232 να μη σας δω που πάτε!
Κι αν δείτε τη μανούλα μου, την πολυκαταρούσα,
Οπού με καταριότουνε τες τρεις φορές τον χρόνο
Η μια ήταν του Βαγγελισμού, η άλλη του Βαγιώνε,
Κι η τρίτη η πλιο φαρμακερή με το Χριστός Ανέστη,
Μην πείτε πως απέθανα, μήτε πως μ' εσκοτώσαν,
Μόνε πως επαντρεύθηκα πολύ μακριά στα ξένα.»
95. ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑ (673) 

Ένα καπετανόπουλο τρανό και ξακουσμένο,
Πόκοψ' αγάδωνε κορμιά και μπέηδων κεφάλια,
Πόκαψε Τούρκισσων καρδιές, στον πόλεμο λαβώθη·
— «Παιδιά κι αν πάτε στο χωριό, στο έρμο βιλαέτι 233,
Τουφέκια να μη ρίξετε, τραγούδια μην ειπείτε,
Μη σας ακούσ' η μάνα μου κι η δόλια μου η γυναίκα.
Κι αν σας ρωτήσουν για τ' εμέ, πρώτη φορά μην πείτε·
Κι αν σας διπλορωτήσουνε και δεύτερη και τρίτη,
Μην πείτε που σκοτώθηκα, να μην κακοκαρδίσουν,
Μόν' πέστε πως απέθανα από βαριάν αρρώστια.»
96. Ο ΛΕΠΕΝΙΩΤΗΣ (673-674) 

Εσείς πουλιά άγρια και ήμερα, άγρια κι ημερωμένα,
Εσείς δουλειά δεν έχετεν αυτού στα Βλαχοχώρια,
Διαβάτε απάνου στ' Άγραφα πέρα απ' τα Βλαχοχώρια,
Να βρείτε τους Αρματολούς τους τρεις Λεπενιωταίους!
Σε τι βουνά να βρίσκονται, σε τι κεφαλοχώρια,
Τέτοιο κακό δεν καρτερούν, Τούρκους δεν παντυχαίνουν 234!
Ο Νακο-Θέος φώναξε 'πό μέσα από τον πύργο·
— «Βαρείτε τους Αρματολούς και τους Λεπενιωταίους!»
Δέκα τουφέκια πέφτουνε κι άλλα σαράντα πίσω,
Αχούνε κάμποι και βουνά και τα πουλιά σκορπίζουν.
— «Νάκο, σαν είχες πόλεμο, δε μόστελνες χαμπέρι 235,
Να μάσω τα μπουλούκια μου, που τα 'χω σκορπισμένα,
Τον Τριάγκα στην Ευρύπολη, Δραγκίστα στη Ρεντίνα,
Κι αυτόν τον Γιάννη Παταριά, που 'ναι στο πέρα κόλι 236,
Να 'βλεπες τι 'ναι πόλεμος και κλέφτικο γιουρούσι 237
97. ΤΙΜΩΡΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΔΟΤΟΥ ΚΛΕΦΤΟΥ (674) 

— «Κύριε μου, τι να γίνηκαν οι μαύρ' οι Κατζουδαίοι,
Π' ουδέ στην Πάτρα φαίνονται μήτε στον Αϊ-Σώστη;
Ο Φλώρος ο περήφανος, ο φοβερός Κατζούδας,
Που 'ταν στους κάμπους φλάμπουρο 238 και στες κορφές μπαϊράκι 239,
Που πέτουνε σαν αετός και σα λαγός περπάτει;»
— «Κατσούδας πάει στα Γιάννινα, πάει να προσκυνήσει».
— «Πολλά τα έτη, ντουβλετή 240!»— «Καλώς τον τον Κατσούδα!
Κατσούδα κάτζε, φάγε, πιε κι έλα να σε ρωτήσω·»
— «Μου δώκανε πουρνιάτικο 241 στου Δίβιτζου το σπίτι.»
— «Κατσούδα πάρε μπακλαβά και πάρε και σερμπέτι! 242»
— «Αφέντη, μου 'ρτεν ίλιγγας 243 από το φαγοπότι.»
— «Πολλά σκιαέτια 244 μου 'ρτανε 'π όλα τα βιλαέτια 245,
Απ' Άγραφα και Πατρινό, Βάλτο και Καρπενήσι·
Κατσούδα λεν πως έκαψες χωριά και σκλάβους πήρες!»
— «Αλήθεια, αφέντη μ', σου 'πανε κι ήρτα να προσκυνήσω·
Χίλια φλωριά 246 καζάντησα 247 κι εδώ 'μαι να σ' τα δώκω·
Κι αν θέλεις για τζουράκι 248 σου τον άξιov τον Κατσούδα,
Ας διώξομε τους Βαλτιανούς και τους Κοντογιανναίους.»
Ο Αλή πασάς σαν άκουσε, φωνάζει τον τσελάτη 249·
Και το κεφάλι τόπεσεν εκεί που προσκυνούσε.
98. Η ΚΩΣΤΑΙΝΑ (675) 

Δε φταίγεις, μαύρη Κώσταινα, δε φταις εσύ καημένη,
Μόν' φταίγει η σκύλα η πεθερά, που σου 'πε για να στρώσεις·
— «Στρώσε νυφούλα μ' στον οντά 250, στρώσε και το κρεβάτι.
Γιατί θα να 'ρτει ο Κωσταντής να σε γλυκοφιλήσει.»
Βαρούν τ' ασήμια στα βυζιά και τα κομπιά στα στήθη,
Και τότε τον κατάλαβε πως ήταν ο Ζαβέρης,
Βάνει και σκούζει τρεις βολές, όσον κι αν ημπορούσε·
— «Τ' έκαμες, σκύλα πεθερά, του Κωσταντή του γιου σου!»
99. Η ΑΝΔΡΕΙΑ ΕΡΩΜΕΝΗ (675-676) 

Τώρα Μαγιά, τώρα δροσιά, τώρ' άνοιξη κι αηδόνια·
Βγήκαν οι Βλάχοι στα βουνά, βγήκαν τα παλικάρια,
Να βγει κι ο Δήμος βούλεται στζη Κλεφτουριάς τη στράτα.
Νύχτα σελώνει τ' άλογο, νύχτα το καλιγώνει 251,
Βάνει ασημένια πέταλα, καρφιά μαλαματένια,
Βάνει και τα σκαλόλουρα 252 με το φιλί πλεμένα.
Κι η νια που τον αγάπουνε κι η νια που τονέ θέλει,
Κρατεί κερί και φέγγει του, ποτήρι και κερνά τον,
Κι όσα ποτήρια τον κερνά, τόσες φορές του λέγει·
— «Πάρε μ', αφέντη, πάρε με κι εμένα όπου παγαίνεις,
Να μαγερεύω να δειπνάς, να στρώνω, να ξεστρώνω,
Να σε κερνάγω βασιλιά, ρήγα να σε κοιμίζω!»
— «Κει που παγαίνω, λυγερή, κορίτζια δεν παγαίνουν,
Εκ' είναι λύκωνε φωλιές και συντυχιά θεριώνε,
Πάνε λιοντάρια Αρματολοί και Κλέφτες αντρειωμένοι!»
— «Πάρε μ', αφέντη, πάρε με κι εμένα όπου παγαίνεις·
Δω' μου πιστόλα Αρματολού και Κλέφτου καριοφίλι,
Στο πλάγι σου να πολεμώ, στον ίσκιο σου ν' αδειάζω!»
— «Κει που παγαίνω λυγερή, κορίτζια δεν παγαίνουν,
Πάνε λεβέντες ξακουστοί που τα σπαθιά τραβούνε.»
— «Για ντύσε με στα τζάμικα, βάλε μ' αντρίκια ρούχα,
Δώ' μου κι ένα γοργάλογο με σέλα χρυσωμένη,
Κι α δεν τραβήξω σαν εσέ, στείλε με πάλε πίσω!»
— «Κόρη, μην κλαις κι α βούλεσαι, σε παίρνω μετ' εμένα,
Κι ας περπατήσομε μαζί σε χιόνια και σε πάγους.»
100. Ο ΝΙΚΟΤΣΑΡΑΣ (676) 

Ο Νικοτσάρας πολεμάει με τρία βιλαέτια 253,
Τη Ζίχνα και τον Χάντακα, το έρημο το Πράβι·
Τρεις μέρες κάνει πόλεμο, τρεις μέρες και τρεις νύχτες,
Χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, χωρίς ύπνο στο μάτι.
Χιόν' έτρωγαν, χιόν' έπιναν και τη φωτιά βαστούσαν.
Τα παλικάρια φώναξε, τα παλικάρια κράζει·
— «Πού 'στενε, παλικάρια μου λίγα κι αντρειωμένα!
Σίδερο βάλτε στην καρδιά και χάλκωμα στα στήθη,
Τι πόλεμος μας καρτερεί με τα σκυλιά τους Τούρκους,
Κι αν τους βροντήσομε γερά, το πήραμε το Πράβι.»
Τον δρόμο πήραν σύνταχα κι εφτάσαν στο γιοφύρι·
Ο Νίκος με το δαμασκί 254 την άλυσο του κόφτει·
Φεύγουν οι Τούρκοι σαν τραγιά, πίσω το Πράβι αφήνουν.
101. Ο ΚΑΠΕΤΑΜΠΑΠΑΣ (677) 

Εσείς πουλιά του Γραβανού κι αηδόνια του Μετζόβου,
Εσείς καλά τον ξέρετεν αυτόν τον παπα-Θύμιο,
Που 'ταν μικρός στα γράμματα, μικρός στα πινακίδια,
Και τώρα στα γεράματα εβγήκε πρωτοκλέφτης.
Όλα τα κάστρα πάτησε κι όλα τα Μοναστήρια,
Και του Βαρλάμη το καστρί δε μπόρειε να πατήσει,
Τ' ήταν ψηλά σε μάρμαρα, ψηλά σ' ένα λιθάρι.
Τον γούμενον εφώναξε, τον γούμενο φωνάζει·
— «Κατέβα κάτου, γούμενε, να μας ξεμολογήσεις,
Γιατί έχομεν έναν άρρωστο βαριά για να πεθάνει!»
Παίρνει λαμπάδα ο γούμενος, βάνει και πετραχήλι
Και καταβαίνει στην αυλή για να ξεμολογήσει.
— «Πολλά τα έτη, γούμενε! —«καλώς τα παλικάρια!»
— «Βγάλ' τα τα ράσα, γούμενε, βγάλε το πετραχήλι,
Γιατί στη στράτα σου βαρούν, λόγκο θα να περνάσεις.
Πιστάγκωνα τον έδεσαν κι απ' την αυλή τον βγάζουν
Τέσσαροι πάνε απ' ομπροστά και τέσσαροι από πίσω.
102. ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΥΛΠΕΤΡΑ (677-678) 

Ποιος θε ν' ακούσει κλάματα, δάκρυα και μοιρολόγια;
Μοιρολογιέται μια κυρά, του Κύλπετρα η γυναίκα,
Σαν περδικούλα κάθεται και σαν παπί μαδιέται,
Σαν του κοράκου το φτερό βάφει τη φορεσιά της·
Στο παραθύρι ανέβηκε, τα πέλαγ' αγναντεύει,
Βλέπει βαρκούλες κι έρχουνταν, καΐκια κι αρμενίζαν.
— «Βαρκούλες που διαβαίνετε, καΐκια που περνάτε,
Μην είδετε τον Πέτρο μου, τον τζοβαϊρικό 255 μου;»
— «Εψές αργά τον είδαμε, τον παίρναν στου βεζίρη,
Τον παίρνανε δεμένονε εννιά μπουλουκπασάδες 256
Βεζίρης τον εξέταζε και πάλε τον 'ξετάζει·
— «Πες μου να ζήσεις, Κύλπετρα, μολόγα μου το βιος σου,
Να σου χαρίσω τη ζωή εσέ και των παιδιώ σου.»
— «Σα μου χαρίζεις τη ζωή, σου μολογάω το βιο μου·
Δώδεκα μούλες 257 φόρτωσα ασήμι και λογάρι 258.
Κι αρίθμητα διαμαντικά, ζαφείρια και ρουμπίνια.»
Πρώτη σπαθιά που τόδωσε του πήρε το κεφάλι.
103. Η ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ (678-679) 

Ερχόμαστ' απ' Ανατολή, σε μια χρυσή γαλιότα 259·
Πέντε πασάδες είχαμε, π' όμορφα τραγουδούσαν,
Κι είχαμε σκλάβους όμορφους στα σίδερα δεμένους,
Στα σίδερα, στες άλυσες και στες βαριές καδίνες 260.
Ο σκλάβος αναστέναξεν απ' της καρδιάς τα φύλλα·
Δίνει κι άλλον 'να στεναγμό κι εστάθηκ' η γαλιότα.
— «Αν είναι από τους ναύτες μου, ανάθεμά τους όλους,
Κι αν είναι από τους σκλάβους μου, να τον ελευτερώσω!
Σκλάβε πεινάς, σκλάβε διψάς, σκλάβε μου ρούχα θέλεις;»
— «Μήτε πεινώ, μήτε διψώ, μήτε και ρούχα θέλω.
Θυμήθηκα τη μάνα μου, τη δόλια μου γυναίκα,
Που 'μουνα δυο μερών γαμπρός, δώδεκα χρόνους σκλάβος.
— «Σκλάβο μου, για τραγούδησε για να σ' ελευθερώσω»
— «Πόσες φορές τραγούδησα κι ελευθεριά δεν είδα!
Μ' αν είναι για τη λευθεριά να ματατραγουδήσω.
Φέρτε μου το λαγούτο μου με τ' ασημένια τέλια 261,
Να τραγουδήσω και να πω για της σκλαβιάς τα πάθη!
Δώδεκα χρόνους έκαμα στης Μπαρμπαριάς τον άμμο,
Κι εννιά καρυές 262 εφύτεψα στης φυλακής την πόρτα,
Κι από τα εννιά καρπόφαγα κι ελευθεριά δεν είδα!
Αν έχεις μάνα και παιδιά, πασά λευθέρωσέ με!
104. Ο ΓΙΑΝΝΟΣ (679-680) 

Τρεις Τούρκοι, τρεις γιανίτζαροι κι οι τρεις μου τζελεπήδες 263,
Οι τρεις τον Γιάννο γύρευαν κι οι τρεις τον Γιάννο θέλουν.
Τον Γιάννο δε μπορούν να βρουν, βρίσκουνε την Καλή του,
Οπόπλενε τα χέρια της σ' ολόχρυσο λεγένι 264
— «Μωρή κρουστάλα του γιαλού και πάχνη του χειμώνα
Μωρή, το πού 'ν' το άντρα σου, το πού 'ναι το καλό σου;»
— «Θιαμαίνομαι 265, λογίζομαι για ποιόνε άντρα που λέτε,
Που 'γώ δεν επαντρεύτηκα και σαστικό 266 δεν έχω»
Τον λόγο δεν απόσωσε, τον λόγο δεν απόπε,
Νάτος κι ο Γιάννος πόρχεται στον κάμπο καβαλάρης·
Σπιθοβολούν τα πέταλα κι ο μαύρος χλιμιτράγει,
Τα 'μορφα στήθια της Καλής σαν το πουλί πετούσι.
— «Γεια σας, χαρά σας, μπέηδες, καλοί μου τσελεπήδες,
Θέτε φαγί, θέτε πιοτό, θέτε ψηλό τραγούδι;»
— 'Μεις για φαγί δεν ήρταμιε κι αλλ' ούτε για τραγούδι,
Για που φιρμάνι 267 σόχομε, βασιλικό φιρμάνι,
Ή σκοτωμένο ή ζωντανό στην Πόλη να σε πάμε,
Στην Πόλη να σε φέρομε, στην πόρτα του Σουλτάνου.
— «Σαν τι κακό τόκαμα 'γώ, στην Πόλη να με πάτε;
Εγώ κακό δεν έκαμα, κανένα δε φοβούμαι.
Παιδιά μου, σταματήσετε να γένουμε χαζίρι 268
Τραβιέται δυο πατήματα και παίρνει το σπαθί του·
Χύνεται σαν τη αστραπή, τους τρεις τους πετζοκόβει.
105. ΤΟ ΚΛΕΦΤΟΠΟΥΛΟΝ (680-681) 

Ο Κωσταντίνος ο μικρός κι Αλέξης ο μεγάλος,
Και το μικρό Βλασόπουλον αντάμα τρων και πίνουν.
Κι εκεί που τρων και πίνουνε και συχνοχαιρετιόνται,
Φωνή τους ήρτ' απ' ουρανού κι απ' Αρχαγγέλου στόμα·
— «Εσείς τρώτε και πίνετε κι οι Τούρκοι σας κουρσεύουν·
Πήραν τ' Αλέξη δυο παιδιά, του Κωσταντά τη μάνα,
Πήραν και του Βλασόπουλου την όμορφη αδερφή του.»
Όσο να στρώσει ο Κωσταντάς, να σαλιβώσει Αλέξης,
Το άξιο το Βλασόπουλο απάν' στη σέλα 'βρέθη.
Του παραγγέλνει ο Κωσταντάς, του παραγγέλνει Αλέξης·
— «Αν είναι χίλιοι σκότωσ' τους κι αν είναι δυο χιλιάδες,
Κι αν είν' και τρεις και τέσσαρες, γύρισε, μίλησέ μας!»
Ψηλή ραχούλ' ανέβαινε, κάθεται τους μετράει·
Μετράει τους Τούρκους και μετράει και μετρημούς δεν είχαν,
Και πάλε τους ματαμετράει κι ήταν εννιά χιλιάδες.
Να πάγει πίσω ντρέπεται, να πάγει οπρός φοβάται,
Κάνει σταυρό σα Χριστιανός και μέσα σ' αύτους μπαίνει,
— «Βόηθα μου, ευχή της μάνας μου, του δόλιου του κυριού μου
Κι ευχή του πρώτου μ' αδερφού, τους Τούρκους να κερδέσω!
Στ' άμπα του στράτες άνοιξε, στ' άβγα του μονοπάτια,
Και στον καλόν τον γυρισμό δεν είχε άλλους να κόψει.
Μόνε δυο αδέρφια γκαρδιακά και πολυαγαπημένα
Πίσω τον καρτερούσανε σ' ένα στενό σοκάκι·
Δυο τουφεκιές τοδώκανε μέσα στα σωθικά του·
Η μια τον παίρνει στην καρδιά κι η άλλη στα πλεμόνια.
— «Τρέξε, καημένε Κωσταντά και συ, αδερφέ μου Αλέξη,
Που μ' αδικοσκοτώσανε σ' ένα στενό σοκάκι·
Μοδώκανε δυο τουφεκιές μέσα στα σωθικά μου·
Η μια μ' επήρε στην καρδιά κι η άλλη στα πλεμόνια!»
106. Η ΧΗΡΑ (681) 

Βάνουν φωτιά στον Καπασά και καίγουν τ' αργαστήρια,
Παίρνουνε γρόσια 269 και φλωριά 270, παίρνουν και μαχμουντιέδες 271,
Παίρνουν μανάδες με παιδιά και πεθερές με νύφες,
Πήρανε και μια νιόνυφη, πέντε μερών νυφούλα,
Που 'χε τα νύχια κόκκινα και τα μαλλιά της τάλι. 271 α
Πήραν την και την πάισαν πισκέσι 272 του βεζίρη.
— «Πού πας, Λενίτζα μ', μοναχή, τώρα το βράδυ βράδυ;»
— «Παγαίνω για να γκρεμιστώ, παγαίνω να πεθάνω,
Τι μόκοψαν τον άντρα μου, μέσα στην αγκαλιά μου,
Κι εγιόμισαν τον κόρφο μου οχ το αίμα του καλού μου.»
Επήραν το κεφάλι του, στην Πόλη το παγαίνουν,
Βγήκαν αρχόντοι το τηρούν, κυράδες το θιαμαίνουν 273.
107. ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΠΕΤΑΝ ΓΛΗΓΟΡΗ ΛΙΑΚΑΤΑ (682) 

Χρυσός αετός τριγύριζεν όξ' οχ το Μισολόγγι·
Ρωτά στην τάπια 274 του Μακρή, στην τάπια του Δεσπότη·
— «Μην είδατε τον Λιάκατα, τον Καπετάν Γληγόρη;»
—«Σύρε, πουλί μ' στ' Αντολικό και κοίταξε τριγύρου,
Κι αγνάντεψε προς τον Τουλμά κι αντίκρυ από τον Πόρο·
Εκεί θα ιδείς άσπρα κορμιά και κόκαλα στον άμμο,
Κι αν ημπόρεσεις διάλεξε τον Καπετάν Γληγόρη!»
108. ΠΩΣ ΕΞΥΠΝΟΥΝ ΟΙ ΚΛΕΦΤΑΙ (682) 

Θέλω να πάρω ανήφορο, να πάρω και ραχούλα,
Βρίσκω κλαράκι φουντωτό και ριζιμνιό 275 λιθάρι.
Κι εκεί γερνώ να κοιμηθώ, τα μάτια να σφαλίσω,
Κι ακούω μιας πέρδικας λαλιά, μιας πέρδικας αντάρα.
Ξυπνώ και την ψιλορωτώ και την ψιλορωτάγω·
— «Το τ' έχεις περδικούλα μου και κλαις κι αναστενάζεις;»
— «Με κυνηγάει ένας αητός τη μαύρη να με φάγει».
— «Κάλλιο να φάει τα νύχια του, τα κλαδοπόδαρά του,
Παρά να φάει την πέρδικα, τέτοια γλυκοφωνούσα,
Που κελαηδεί κάθε πουρνό, το λέει και κάθε βράδυ,
Κράζει τα 'λάφια στη βοσκή, τ' αλούπια 276 στο κυνήγι,
Ξυπνάει πουρνό τη Λεβεντιά σύντας γλυκοκοιμάται!
109 Αλληγορία (683) 

Πέρα κει στον Όλυμπο,
Και στα κοντοέλατα,
Κάθουνταν γεράλαφος,
Π' ούλο κλαιν τα μάτια του,
Χύνουν δάκρυα κόκκινα,
Κόκκινα και πράσινα,
Κι ούλο καταγάλαζα.
Ζάρκαδος επέρναγε,
Στέκει και τον ρώταγε·
— «Τ' έχεις, βρε γεράλαφε,
Κι ούλο κλαίν' τα μάτια σου,
Χύνουν, δάκρυα κόκκινα,
Κόκκινα και πράσινα,
Κι ούλο καταγάλαζα;»
— «Ήρταν Τούρκοι στο χωριό,
Έχουν και λαγωνικά,
Εβδομήντα δυο σκυλιά.»
—«'γώ τα παίρνω στο κοντό,
Και τα ρίχνω στα νησιά,
Στα νησιά στα πέλαγα!
Ίσια με το δειλινό,
Πιάσανε το ζάρκαδο,
Κι ίσα με το θάμπωμα,
Πιάσαν τον γεράλαφο.
110. Η ΚΛΕΦΤΟΠΟΥΛΑ (684) 

Ποιος είδε ψάρι σε βουνό κι ελάφι σε λιμάνι,
Ποιος είδε Κόρη ανύπανδρη στα Κλέφτικα ντυμένη;
Δώδεκα χρόνους έκαμεν Αρματολός και Κλέφτης,
Κανείς δεν την ελόγιαζε, κανένας δεν την είδε.
Μια Κυριακή και μια Λαμπρή, μια 'πίσημην ημέρα,
Εβγήκαν τα κλεφτόπουλα να ρίξουν το λιθάρι·
Κι η κόρη από το πήδημα και απ' την πολλή τη ζώση,
Εκόπη το θελίκι της κι εφάνη το βυζί της,
Κι άλλοι το λένε μάλαμα κι άλλοι το λεν ασήμι,
— «Παιδιά δεν είναι μάλαμα, παιδιά δεν είν' ασήμι,
Μόν είν' της κόρης το βυζί, που λάμπει σα λογάρι 277
111. Ο ΑΣΗΜΗΣ ΚΑΙ Η ΚΟΡΗ (684) 

Το 'μάθεταν τι γίνηκε μέσα στο Δελβινάκι;
Μια θυγατέρα του παπά, κόρη του παπα-Γιώργη,
Εντύθηκε, αρματώθηκε στην εκκλησιά να πάγει·
Λαμποκοπάει το φέσι της και τα σγουρά μαλλιά της
Έχουν αράδες τα φλωριά 278 κι αράδες τα κοσάρια.
Κι Ασήμης την αγνάντεψε κι Ασήμης τη 'γναντεύει,
Πάησε και την καρτέρεσε στης εκκλησιάς την πόρτα.
— «Κόρη μ', για δώσ' μου φίλημα, δώσ' μου και μαύρα μάτια»
— «Απέρν' Ασήμη, 'πέρναγε, καθώς περνούσες πρώτα!»
112. ΟΙ ΣΟΥΛΙΩΤΑΙ (685) 

Επρασινήσαν τα βουνά κι ελάλησαν οι κούκοι,
Κι ο Αλέξης δεν εφάνηκε να βγει προς το Ζαγόρι,
Να μάσει Τούρκους ομπροστά, Ρωμαίους από πίσω·
Μόν' τον Κασήμη στο πλευρό κρυφά, τον κουβεντιάζει
— «Σύρε, Κασήμ', στα σπίτια μου στα έρημα σαράγια 279,
Κι αν σε ρωτήσει η μάνα μου κι η δόλια η αδερφή μου,
Να πεις πάγω στα Γιάννενα μέσα στο μπεζεστένι 280,
Να μάσω Σουλιωτόπουλα να βγω προς το Ζαγόρι.»
Τρία μπαϊράκια 281 ν έστησε στην ράχη στην Τζιοδίλα,
Το' να 'ταν του Ταΐραγα και τ' άλλο του Κασήμη·
Το τρίτο το καλύτερο ήταν του Κυρ-Αλέξη.
113. Ο ΚΟΥΤΖΟΝΙΚΑΣ ΚΑΙ Ο ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ (685-686) 

Τρία πουλάκια κάθονται στον Αϊ-Λια στη ράχη·
Το 'να τηράει τα Γιάννινα, τ' άλλο το Κακοσούλι,
Το τρίτο, το καλύτερο μοιριολογάει και λέγει·
«Αρβανιτιά μαζώχθηκε, πάγει στο Κακοσούλι.
Τρία μπαϊράκια 282 κίνησαν, τα τρί' αράδ' αράδα·
Το 'να 'ταν του Μουχτάρπασα, τ' άλλο του Μιτσομπόνου,
Το τρίτον, το καλύτερον, ήταν του Σελιχτάρη.»
Μια παπαδιά τ' αγνάντεψεν από ψηλήν ραχούλα·
— «Πού 'στε, παιδιά του Μπότσαρη, παιδιά του Κουτσονίκα;
Αρβανιτιά μας πλάκωσε, θέλει να μας σκλαβώσει,
Στο Τεπελένι να μας πάει, ν' αλλάξομε την πίστη.»
Ο Κουτσονίκας χούγιαξεν 283 από τον Αραβίκον.
—«Μην το φοβάσαι, παπαδιά, στο νου σου μην το βάνεις,
Τώρα να ιδείς τον πόλεμον, τα Κλέφτικα τουφέκια,
Πώς πολεμούν η κλεφτουριά κι αυτ' οι Κακοσουλιώτες!»
Τον λόγο δεν απόσωσε, τη συντυχιά δεν είπε,
Να ιδείς τους Τούρκους κι έφυγαν πεζούρα και καβάλα 284·
Άλλοι έφευγαν κι άλλοι έλεγαν· «Πασά μ', ανάθεμά σε!
Μέγα κακό μας ήφερες τούτο το καλοκαίρι·
Εχάλασες τόση Τουρκιά, σπαήδες 285 κι Αρβανίτες!»
Κι ο Μπότσαρης εφώναζε με το σπαθί στο χέρι,
«Έλα πασά! τι κάκιωσες και φεύγεις με μεντίλι 286;
Γύρισ' εδώ, στον τόπο μας, στην έρημην την Κιάφαν,
Εδώ να στήσεις το θρονί, να γένεις και Σουλτάνος.»
114. Η ΔΕΣΠΩ (686-687) 

— «Αχός βαρύς ακούεται, πολλά τουφέκια πέφτουν.
Μήνα σε γάμο ρίχνονται; μήνα σε χαροκόπι;
— «Ουδέ σε γάμον ρίχνονται κι ουδέ σε χαροκόπι.
Η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και μ' αγγόνια.
Αρβανιτιά την πλάκωσε στου Δημουλά τον πύργο.
— «Γεώργαινα, ρίξε τ' άρματα· δεν είν' εδώ το Σούλι.
Εδώ 'σαι σκλάβα του πασά, σκλάβα των Αρβανίτων.
— «Το Σούλι κι αν προσκύνησε κι αν τούρκεψεν η Κιάφα,
Η Δέσπ' αφέντες Λιάπηδες 287 δεν έκαμε, δεν κάνει.»
Δαυλί στο χέριν άρπαξε, κόρες και νύφες κράζει·
— «Σκλάβες Τουρκών μη ζήσομε· παιδιά μου αγκαλιαστείτε!»
Χίλια φουσέκια 288 ήταν εκεί κι αυτή φωτιά τους βάνει,
Και τα φουσέκια ανάψανε κι όλες φωτιά γενήκαν.
115. Ο ΤΣΑΒΕΛΛΑΣ (687-688) 

Εφώναξε μια παπαδιά μέσ' απ' τον Αβαρίκο·
— «Πού στε του Λάμπρου τα παιδιά, πού 'στεν' οι Μποτσαραίοι;
Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, πεζούρα και καβάλα 289.
Δεν είναι μια, δεν είναι δυο, δεν είναι τρεις και πέντε,
Είναι χιλιάδες δικοχτώ, χιλιάδες Αρβανίτες.»
— «Ας έρτουν οι παλιότουρκοι, τίποτε δε μας κάνουν,
Ας έρτουν, να ιδούν πόλεμο και Σουλιωτών τουφέκια,
Τι πάει να πει Λάμπρου σπαθί και Μπότσαρη τουφέκι,
Σουλιώτισσώνε τσάκισμα, λαβωματιά της Χάιδως!»
Ο πόλεμος αρχίνησε κι ανάψαν τα τουφέκια,
Του Ζέρβα και του Μπότσαρη εφώναξ' ο Τσαβέλλας·
— «Παιδιά, 'ρτε η ώρα του σπαθιού κι ας πάψει το τουφέκι.»
— «Δεν είναι, λέγει ο Μπότζαρης, σπαθιού καιρός ακόμα·
Παιδιά σταθείτε στο κουντρί 290, βαστάτε το λιθάρι,
Γιατ' είναι οι Τούρκοι αμέτρητοι κι ολίγοι 'ναι οι Σουλιώτες.»
— «Μωρές, τι σκιάζεστε 291, παιδιά, Τζαβέλλας ματαλέει
Ακόμα τους φυλάγομε τους σκύλους τσ' Αρβανίτες!»
Πιάνουν και σπάνουν όλοι τους τες θήκες των σπαθιών τους,
Βάνουν τους Τούρκους εμπροστά, τους βάνουν σαν κριάρια.
Βελή πασάς 292 τους φώναξε να μη γυρνούν τες πλάτες,
Κι εκείνοι τ' αποκρίνονταν πετώντας τα τουφέκια·
—«Δεν είν' εδώ το Δέλβινο, δεν είναι το Βιδίνι·
Είναι το Σούλι τ' ακουστό, στον κόσμο ξακουσμένο!
Είναι του Λάμπρου το σπαθί το τουρκοματωμένο.
Πόκαμε την Αρβανιτιά κι όλη φορεί τα μαύρα,
Κλαίγουν μανάδες για παιδιά, γυναίκες για τους άντρες!»
116. Η ΤΣΑΒΕΛΛΕΝΑ (688) 

Ένα πουλάκι κάθουνταν απάνου στο γεφύρι,
Μοιριολογούσε κι έλεγε, τ' Αλή πασά του λέγει·
— «Δεν είν' εδώ τα Γιάννινα να φτιάσεις σαρδιβάνια 293,
Δεν είναι μήτε η Πρέβεζα πόκαμες παλιομέρι,
Μόν' είναι Σούλι ξακουστό, Σούλι το ξακουσμένο,
Που πολεμούν μικρά παιδιά, γυναίκες και κορίτσα,
Που πολεμά η Τσαβέλλενα με το παιδί στον κόρφο,
Στο 'να της χέρι το σπαθί και στ' άλλο το τουφέκι,
Και τα φουσέκια 294 στην ποδιά, τα βόλια μες τες ζάβες 295
117. Η ΑΠΙΣΤΙΑ ΤΟΥ ΔΕΛΒΙΝΟΥ (689) 

Σύγνεφο μαύρο σκέπαζε το Σούλι και την Κιάφα·
Ολημερίς εχιόνιζεν, ολονυχτίς χιονίζει.
Απ' το Συστράνι πρόβαινεν ένας λιγνός λεβέντης,
Που από τα Γιάννενα πικρά, μαύρα μαντάτα φέρνει.
— «Τα παλικάρια τα καλά τα χάνουν οι συντρόφοι!
Ακούστε Φώτου τα παιδιά, του Δράκου παλικάρια,
Το Δέλβινο το άπιστο πρόδωκε τα παιδιά σας·
Τ' Αλή Πασά του τα 'φερε, τα εξ αράδα αράδα,
Κι αυτός τα τέσσαρα 'σφαξε, δυονών ζωή χαρίζει,
Του Δήμου Δράκου τον υγιό κι έν' αδερφό του Φώτου.»
Κι εκείνοι καθώς τ' άκουσαν, βαριά τους κακοφάνη·
—«Δέσποτα και Πρωτοπαπά, βάλε το πετραχήλι,
Να ψάλεις τα μνημόσυνα των εξ παλικαριών μας!
Τα δυο, καθώς τα τέσσαρα σφαμένα τα μετρούμε·
Ούτε κι ο τύραννος ζωή των Σουλιωτών χαρίζει,
Ούτε Σουλιώτης, ζωντανός στα χέρια του λογιέται!
118. ΑΛΩΣΙΣ ΜΠΕΡΑΤΙΟΥ (689-690) 

Μαύρο πουλί ν εκάθουνταν στου Μπερατιού το κάστρο,
Μοιριολογούσε θλιβερά κι ανθρώπινα λαλούσε·
— «Σήκου, πασά μ', να φύγουμε, να πάμε στον Αυλώνα.
Αλή πασάς μας πλάκωσε με δεκοχτώ χιλιάδες·
Φέρνει και τον Ομέρπεην, φέρνει τον χασνατάρην, 296
Για να σε δώσει ζωντανόν στα χέρια του Βεζίρη.
Έρχονται και των Χριστιανών πολλά Καπιτανάτα,
Ο Ίσκος απ' τη Δούνισταν, ο υιός του Γριβαγιώργου,
Τζόγκας απ' το Ξερόμερο και Γιώργης Βαρνακιώτης,
Του Μπουκοβάλλα τα παιδιά με τους Σκυλοδημαίους,
Ο Διάκος, με τον Πανουργιά κι οι δυο Κοντογιανναίοι.»
Σαν άναψεν ο πόλεμος κι ανάψαν τα τουφέκια,
Έπεσαν βόλια σα βροχή, κανόνια σα χαλάζι.
Οι Κλέφτες εξεσπάθωσαν κι επήδησαν στο κάστρο.
Τότες εβγήκε μια φωνή 'πό μέσ' από τον πύργο·
— «Παιδιά, γιατί σκοτώνεστε; σταθείτε, παλικάρια!
Τι τόσον αίμα χύνετε; ψυχάτε την αντρειά σας!
Για τα κλειδιά σας φέρνομε του παινεμένου κάστρου!»
119. ΥΠΟΤΑΓΗ ΓΑΡΔΙΚΙΟΥ (690) 

Κούκοι, να μη λαλήσετε, πουλιά, να βουβαθείτε!
Και σεις καημέν' Αρβανιτιά, πολύ να πικραθείτε!
Το Κάστρον επροσκύνησε κι αυτήνη η Χουμελίτζα·
Γαρδίκι δεν προσκύνησε, δε θε να προσκυνήσει,
Μόνε γυρεύει πόλεμο, να πολεμήσει θέλει.
Ο Αλή πασάς σαν τ' άκουσε, βαριά, του κακοφάνη·
Πιάνει και γράφει μια γραφή με το 'διο του το χέρι·
— «Σ' εσέν', Γιουσούφη Κεχαγιά, σ' εσέν' Γουσούφ Αράπη!
Καθώς το ιδείς το γράμμα μου και ιδείς το μπουγιουρδί 297 μου,
Πιάσ' τον Δεμίρη ζωντανό κι αυτόν και τα παιδιά του,
Πιάσ' και τον Μουσταφά πασά μ' όλη τη γενεά του.»
—«Μετά χαράς, αφέντη μου κι εγώ να σου τους φέρω!»
120. ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΑ (691) 

Σουλτάν Μαχμούτης πρόσταξε σεφέρι του βεζίρη·
Κράζει τους βεζιράδες του, τους έκαμε χαζίρι 298,
Και πρόσταξέ τους αυστηρά να πάνε να τον κλείσουν,
Κι αν δεν του κάμουν τίποτες, πίσω να μη γυρίσουν.
Αλή πασάς σαν τ' άκουσε βαριά του κακοφάνη·
Συλλογισμένος στέκεται και το κεφάλι πιάνει.
Μουχτάρ πασά, Βελή 299 πασά, τα δυο παιδιά του κράζει·
Μέσα στον Παντοκράτορα κρυφά τα κουβεντιάζει,
— «Παιδιά μου βλέπετε καλά και πάρετε ιπρέτι 300·
Ο Βασιλιάς μ' οργίστηκε, με πήρε σε χαζέπι»
— «Μπαμπά μας, χρεία μην εχείς· στάσου καλά, στοχάσου·
Έχομε βιον αμέτρητο για κάθε σιγουριά σου.»
— «Εγώ στο βιο δεν πείθομαι, δεν πείθομαι στ' ασκέρι.
Η ελπίδα μου μόν' στέκεται στων Χριστιανών το χέρι.
Αυτοί 'ν' ανδρείοι και τολμηροί, πιστοί και ρωμαλέοι,
Γιατί μ' εμέ εδειχτήκανε πάντα χοσμηκιαρέοι· 301
Κι ακόμα χάλια πολεμούν στ' Άγραφα και στο Βάλτο,
Που αν ενωθούνε παίρνουνε και κάστρα με ρεσάλτο. 302
Πρέπει λοιπόν να δώσομε συγχώρεση μεγάλη,
Κι ελευθεριά μαζί μ' αυτήν, ως έκαμαν οι Γάλλοι·
Γιατί το γένος των Γραικών είναι καθώς των Γάλλων·
Που θέλει αυτούς σ' υποταγή, λάθος έχει μεγάλον.
Είδετε το παράδειγμα των φοβερών Σουλιώτων,
Όχι μονάχα των ανδρών, μα και των γυναικών των;
Θάνατον επροτίμησαν αυτοί παρά σκλαβία.
Μ' όλον που τους ετάξαμεν άρματα και φλωρία.» 303
121 ΠΤΩΣΙΣ ΣΟΥΛΙΟΥ (692) 

Ένα πουλάκι ξέβγαινε 'πό μέσα 'πό το Σούλι,
Είχε θολά τα μάτια του και μαύρα τα φτερά του.
Παργιώτες το ρωτούσανε, Παργιώτες το ρωτούνε·
— «Πουλάκι πούθεν έρχεσαι, πουλάκι πού παγαίνεις;»
— «Από το Σούλιν έρχομαι και στη Φραγκιά παγαίνω!»
— «Πουλάκι, πες μας τίποτε, πες μας καλά μαντάτα!»
— «Αχ! τι μαντάτα να σας πω! τι να σας μολογήσω!
Πήραν το Σούλι, πήραν το, πήραν τον Αβαρίκο,
Πήραν την Κιάφα την κακή, πήρανε και το Κιούγκι,
Κι έκαψαν τον Καλόγερο με τέσσαρους νομάτους.»
122. Ο ΤΖΟΥΛΚΑΣ (692-693) (Ναύπακτος) 

Τρία πουλάκια κάθουνταν στον Έπαχτο 304 στη ράχη,
Το 'να τηράει τη Βόνιτζα, τ' άλλο τηράει τον κάμπο,
Το τρίτο το καλύτερο μοιριολογάει και λέγει·
— «Φύσα, μαΐστρο 305 δροσερέ, πουνέντε 306 δροσισμένε,
Για να δροσίσεις τα παιδιά του Τζούλκα τ' αντρειωμένου,
Που πολεμάει κατάκαμπα με δώδεκα χιλιάδες·
Τρεις μέρες είν' που μάχεται, τρεις νύχτες αγωνιέται,
Χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, χωρίς ύπνο στο μάτι,
Τόσο που κάνει τα κομπιά βόλια του τουφεκιού του·
«Τζούλκα δε βγάνεις το σπαθί, δε ρίχνεσαι γιουρούσι;» 307
Και το σπαθί του ετράβηξε κι ερίχτηκε γιουρούσι.
Παίρνει τους Τούρκους στο κοντό 308, σαν πρόβατα, σα γίδια,
Βάνει φωτιά και στα χωριά και την Τουρκιά σκορπίζει,
Κλαίγουνε μάνες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες.»
123. ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΡΩΤΟΚΛΕΦΤΟΥ (693) 

Αητός ξεβγαίνει από τη γη, καϊμένα είν' τα φτερά του,
Κι άλλος αητός τον ρώταγε και άλλος αητός του λέγει·
— «Για πες μας, πες μας, σταυραετέ, τι κάνουν οι δικοί μας;
— «Είδες εμέ τον σταυραετό πώς είναι τα φτερά μου·
Έτσ' είν' της μάνας τα παιδιά, των αδερφιών τ' αϊτέρια,
Έτσ' είν' των κακορίζικων τ' αγαπημένα αδέρφια,
— «Για κάτζετε, σιγήσετε, να ιδούμε ποιος μας λείπει·
Mας λείπει ο κάλλιος του σπιτιού κι ο πρωτονοικοκύρης,
Που 'ταν στο σπίτι φλάμπουρο 309, στην εκκλησιά φανάρι·
Το φλάμπουρο τζακίστηκε και το φανάρι εσβήστη·
Κρίμα σ' εκείνον πόπεσε κι αλιά σ' εκειόν ποστάθη!»
124. Αιωνία διαμαρτύρησις (694) (Όλυμπος) 

Τούτο το καλοκαίρι και την άνοιξη,
Μαύρα χαρτιά ν εγράψαν, μαύρα γράμματα·
—«Όσοι κι αν είστε Κλέφτες στα ψηλά βουνά,
όλοι να κατεβείτε από τον Όλυμπο,
Κι όλοι να προσκυνήστε τον Αλή πασά».
Εκατεβήκαν όλοι κι επροσκύνησαν,
Μόνον δυο παλικάρια δεν προσκύνησαν.
Επήραν τα τουφέκια, τα λαμπρά σπαθιά,
Στον Όλυμπ' ανεβαίνουν, κράζουνε Κλεφτιά.
125. Ο ΥΙΟΣ ΤΗΣ ΧΗΡΑΣ (694) 

—«Τ' έχεις, καημένε Κόρακα, που σκούζεις και φωνάζεις;
Μήνα διψάς για αίματα, μήνα πεινάς για λέσια 310,
Για παρακάλει τον θεό ν' ανοίξει το σεφέρι 311,
Να φας κεφάλια Τούρκικα, κεφάλια των πασάδων,
Να φας της χήρας τον υγιό π' άλλο αδερφό δεν έχει.»
Πέντε κρατούν τα χέρια του και πέντε τα ποδάρια,
Κι άλλοι πέντε τον έσφαξαν, του παίρνουν το κεφάλι.
126. ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΙ ΣΤΙΓΜΑΙ ΚΑΠΕΤΑΝΟΥ (695) 

Ενύχτωσε κι εβράδιασε 'πάησε και τούτ' η μέρα!
Σύρτε, παιδιά μου, για ψωμί πέρα στο Μοναστήρι,
Και φέρτε και παλιό κρασί, κρασί τριοχρονίσιο,
Να πλύνω τες λαβωματιές, που τρων τα σωτικά μου!
Κι όσο να πάτε στο καλό, παιδιά μ' και να γυρίστε,
Για φέρτε μου τον ταμπουρά 312 να λιανοτραγουδήσω
Την πίκρα, της λαβωματιάς και του βιολιού το χάλι,
Να κάμω τη γυναίκα μου να βαριαναστενάξει·
Κι α δε μ' ευρείτε ζωντανό, παιδιά, μη μ' αρνηθείτε!
Τι για τ' εσάς στερεύομαι μάνα και συγγενάρια,
Μάνα για την κεροδοσιά 313, γυναίκα για το ξόδι 314,
Παπάδες και πνευματικούς για το καλό το σχώριο!
Μόν' κλείστε μου τα μάτια μου, φιλήστε μ' ένας ένας,
Και κόψτε κλαριά, στρώστε μου, κλαριά προσκεφαλάρι,
Φτιάστε και το κιβούρι 315 μου πλατύ για δυο νομάτους,
Να στέκ' ορτός να πολεμώ και δίπλα να γιομίζω»!
127. ΤΟΥ ΑΛΕΞΙΟΥ ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ (695) (Σάλωνα) 

Εσείς πουλιά της Λιάκουρας κι αηδόνια του Σαλώνου,
Και ου πετρίτη 316 γλήγορε που πας στες καταβόθρες 317,
Χαιρέτα μου την Κλεφτουριά, τον Γιάννη Δυοβουνιώτη!
Τούρκους να μην πιστέψουνε κι Αγάδες Σαλωνίτες,
Γιατί πιστεύτηκα κι εγώ στον γιο του Μουσταφάγα,
Και τώρα κείτομαι στη γη, κορμί δίχως κεφάλι,
Δίχως τα παλικάρια μου και δίχως τ' άρματά μου!
128. Η ΝΙΟΝΥΦΗ (696) 

Απόψ' είδα στον ύπνο μου, στον ύπνο που κοιμούμουν
Σα μα τ' εκάη ο Τούρναβος, σα μα τ' εκάη η Λάρσα,
Πήραν μανάδες με παιδιά, γυναίκες με τους άντρες,
Πήρανε και μια νιόνυφη, τριών μερών λεχώνα.
Χίλιοι την πάγουν ομπροστά και πεντακόσιοι πίσω.
— «Σταθείτε, παλικάρια μου, σταθείτε, λεβεντάδες,
Για να φασκιώσω το παιδί, να το βυζάξω γάλα».
Τα παλικάρια στάθηκαν και οι λεβεντάδες στέκουν,
— «Πέτρο, σ' αφήνω το παιδί, καλά να το φυλάξεις,
Όσο να πάω κι όσο να 'ρτώ και πίσω να γυρίσω,
Όσο ν' ασπρίσει ο κόρακας να γένει περιστέρι!»
129. Η ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΙΝΑ (696) 

Ακόμ' αυτήν την άνοιξη Κλέφτης θέλω να πάγω,
Να ιδώ της Γούρας τα βουνά και τα παλιά λημέρια,
Να πα να ιδώ τους φίλους μου, τον Καπετάνο Διάκο,
Πόχει την Αναγνώσταινα που τον κερνάει και πίνει·
Στα γόνατα την κάθισε, στα μάτια την τηράζει,
Κι αυτήνη τον παρακαλεί, γύρισε και του λέγει·
—«Τι με τηράς, σταυραδερφέ; τι με τηράς, μπρε Διάκο;
Πιάσε και γράψε μια γραφή σ' αυτόν τον Αναγνώστη,
Φωτιά να κάψει τ' άσπρα του, φωτιά και τα φλωριά 318 του
Εγώ κοιμούμαι μοναχή ψηλά στα κορφοβούνια·
Έχω τουφεκιά πάπλωμα κι έχω σπαθιά για στρώμα,
Και τ' ασημένια χαϊμαλιά τα 'χω προσκεφαλάδες.»
130. Ο ΖΑΜΠΑΡΔΟΥΝΙΑΣ (697) 

Εσείς πουλιά της Ρούμελης, κοτσύφια Ζαμπαρδούνιας,
Το Μάη να μη λαλήσετε, στες ρεματιές μην πάτε,
Τι ο Ζαμπαρδούνιας πέθανε στης Ρούμελης τα μέρη,
Κι ήρταν τα παλικάρια του κι έφεραν τ' άρματά του,
Φέρνουν και μια πικρή γραφή, στον πρωτοξάδερφό του.
Απόξου λέει τ' απόγραμμα και μέσα λέει το γράμμα·
«Να μόχεις έγνοια τα παιδιά, τ' άξια τα παλικάρια·
Τι εμένα μ' έστειλ' ο πασάς στη Σόφια να πεθάνω,
Με τους Μοσκόβους 319 να βαλτώ, μ' αυτούς να πολεμήσω.
Παίρνω για νύφη μαύρη γη, την πέτρα συννυφάδα,
Κι αυτά τα λιανοχάλικα τα κάνω συγγενάδια.»
131. Ο ΚΛΕΦΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΝΗΜΑ ΤΟΥ (697-698) 

Σαββάτο μέρα πίναμε, την Κυριακή όλη μέρα,
Και τη Δευτέρα το πουρνό σώθηκε το κρασί μας.
Ο Καπετάνος μ' έστειλε να πάω κρασί να φέρω.
Ξένος εγώ κι αμάθητος δεν ήξερα το δρόμο,
Κι επήρα στράτες, ξώστρατες, χαμένα μονοπάτια·
Το μονοπάτι μ' έβγαλε σε μια ψηλή ραχούλα,
Που 'ταν γιομάτη μνήματα, παλικαριώνε πλάκες·
Δε μ' άρεσε για να διαβώ κι ουδέ για να περάσω,
Μόν' έκατσα κι εμέτρουνα τα μνήματα πόσα 'ναι·
Ήταν τα μνήματα εκατό, τα μάρμαρα διακόσα,
Κι ένα μνημούρι μοναχό, ξεχωριστό 'πο τ' άλλα.
Κάπως το παραπάτησα απάνου στο κεφάλι,
Κι αυτό φωνίτσαν έβγαλεν από τον κάτου κόσμο·
— «Τ' έχεις, μνημούρι και βογκάς, τ' έχεις κι αναστενάζεις;
Μήνα το χώμα σου βαρύ, μήνα κι η μαύρη πλάκα;»
— «Μηδέ το χώμα μου βαρύ, μηδέ κι η μαύρη πλάκα,
Μόν' το 'χω μάρα κι εντροπή, το 'χω για καταφρόνιο,
Πως το κεφάλι μου πατεί παλικαριού ποδάρι·
Τάχα δεν ήμουν κι εγώ νιος, δεν ήμουν παλικάρι,
Δεν επερπάτησα κι εγώ νύχτα χωρίς φεγγάρι;
Τάχα δεν επολέμησα σε βράχους και λαγκάδια
Με δέκα πιθαμές σπαθί, με μιαν οργιά τουφέκι;
Σαράντα Τούρκους έσφαξα σε τρία μερονύχτια,
Κι άλλους σαράντα λάβωσα, πολλούς έπιακα σκλάβους.
Μα το σπαθί τσακίστηκεν, εγίνη δυο κομμάτια,
Κι ένας κακός σκυλότουρκος με τ' άτι με προφταίνει·
Το γιαταγάνι 320 τόβγαλε κι απάνου μου το σέρνει,
Το σέρνει κι εγώ πιάνω το με το δεξί μου χέρι.
Έβγαλε την πιστόλα του, με μιας μου την αδειάζει,
Και μ' εξαπλώνει προύμυτα στου λαγκαδιού τον όχτο.
Κλάψε με, Κλέφτη, κλάψε με, φέρε και τους δικούς σου
Στο χώμα τ' αλουλούδιστο, στο μαύρο μου το μνήμα!»
132. Ο ΑΠΙΣΤΟΣ ΚΑΠΕΤΑΝΟΣ (698-699) 

Τα παλικάρια τα καλά συντρόφοι τα σκοτώνουν,
Χωρίς κανένα φταίξιμο, χωρίς κακό κανένα!
Ο Καπετάνος το σκυλί (που γη να μη τον λιώσει!)
Επήρε τα κεφάλια τους κι έριξε τα κορμιά τους·
Σε σταυροδρόμι τα πετά, κορμί δίχως κεφάλι,
Κι όσοι διαβάτες κι αν περνούν, κάθουνται κι ερωτούνε·
— «Παιδιά, πού 'ν' τα γελέκια σας, πού ναι και τ' άρματά σας;»
— «Δε λες πού 'ν' τα κεφάλια μας, μόν' λες πού 'ν' τ' άρματά μας·
Συντρόφοι πήραν τ' άρματα και τα 'καμαν χαράτσι·
Κι ο Καπετάνος το σκυλί, (που γη να μη τον λιώσει!)
Μας πήρε τα κεφάλια μας κι έριξε τα κορμιά μας.»
133. Η ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΑΙΝΑ (699) 

Κοιμάτ' η καπετάνισσα, νύφη του Κοντογιάννη,
Μες τα χρυσά παπλώματα, μες τους χρυσούς σελτέδες 321·
Να την ξυπνήσω σκιάζομαι, να της το πω φοβούμαι·
Ας μάσω μοσκοκάρυδα να την πετροβολήσω,
Μήνα την πάρ' η μυρουδιά και μοναχή ξυπνήσει·
Κι από το μόσκο 322 τον πολύ κι απ' τα πολλά καρύδια,
Σηκώθ' η καπετάνισσα και με γλυκορωτάει·
— «Παιδί, τι καλά μου 'φερες από τους καπετάνους;»
— «Κακά, ψυχρά κι ανάποδα, κυρά μου, 'γώ σου φέρνω·
Τον Νικολάκη πιάσανε, τον Κωσταντή βαρέσαν.»
Τα μάγουλα της έπιακε, ψηλή φωνίτζα σέρνει·
— «Πού 'σαι, μανούλα, πού 'σαι θεια, πιάστε μου το κεφάλι,
Και δέστε μου τε το σφιχτά για να μοιρολογήσω·
Και ποιον να κλάψω από τους δυο; ποιανού να πω τες χάρες!
Να κλάψω για τον Κωσταντή, ή για τον Νικολάκη;
Φλάμπουρα στα βουνά, κι οι δυο, μπαϊράκια 323 'ταν στους κάμπους,
Και στων πασάδων την οργή πύργοι θεμελιωμένοι!»
134. Ο ΑΝΔΡΕΙΩΜΕΝΟΣ (700) 

Σαράντα δυο κλεφτόπουλα μια κόρην αγαπούσαν,
Κόρη πανώρια κι όμορφη και στα φλωριά 324 χωσμένη·
Μια Κυριακή και μια Λαμπρή που χόρευαν αντάμα,
Κι ο 'νας την τήραζ' από δω κι άλλος τη χαιρετούσε,
Η Κόρη που 'ταν φρόνιμη τους κράζει και τους λέγει·
— «Μέσα στο περιβόλι μου, στη μέση στην αυλή μου,
Είν' ένας βράχος παλαιγός, λιθάρι ριζωμένο,
Και που τον σκώσει από τ' εσάς, γυναίκα να με πάρει!»
Κανείς δεν αποκρίθηκε, κανείς δεν 'πολογιέται·
Και της Μαριάς ο ψυχογιός, τ' άξιο το παλικάρι,
Με το 'να χέρι τόσκωσε, στην πλάτη του το βάνει·
— «Μην κοκκινίζεις, λυγερή κι έλα στην αγκαλιά μου!»
135. ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ ΗΡΩΩΝ (700-701) (ακριτικό) 

Ψυχομαχάει ο Διγενής κι η γης ανατρομάζει·
Το μάθανε τρεις φίλοι του, τρεις μπιστεμένοι φίλοι·
Κι ο 'νας του φέρνει κρύο νερό, ο άλλος αφράτο μόσκο,
Ο τρίτος τον αντίψυχο να μη ψυχομαχήσει.
Στην τάβλα που καθούντανε και που ψωμί ν ετρώγαν,
Αθιβολή δεν είχανε κι αθιβολήν ευρήκαν·
— «Τρεις αντρειωμέν' ειμάστενε κι οι τρεις καλ' αντρειωμένοι,
Μα σαν τον άντρα που 'δα χτες στου Δράκου το λιβάδι,
(Χαράς τον που τον έσπειρε κι όπου τον 'κοιλοπόνα!)
Σα βράχος είν οι πλάτες του, σαν κάστρο η κεφαλή του,
Και τα πλατιά τα στήθια του τείχος χορταριασμένος!»
Σαν κάπως τ' άκουσ' ο νεκρός και βαριαναστενάζει·
— «Φέρτε μου 'δω κρασί να πιω, φέρτε μ' ψωμί να φάω,
Και συ, γραμματικόπουλε, κατέβασ' το σπαθί μου
Και το βαριό κοντάρι μου, ν' αναστηθεί η καρδιά μου».
Κάνει τα χέρια βασταριό, αντριεύτη κι ασηκώθη·
Ντύνεται τζάρκους 325 δώδεκα και δεκαπέντε δίπλες,
Και χάλκινο πουκάμισο και σιδερένιο πόσι 326,
Κι επήγε και τον ηύρηκε στον κάμπο που κυνήγα.
— «Ποιος είσαι συ που κυνηγάς στου Δράκου το λιβάδι;»
— «Αφέντης σου και κύρης σου κι αφέντης τ' αφεντός σου.»
— «Βάρει μου συ να σου βαρώ, κρούε μου να σε κρούω!»
Σαν αστραπή το μάτι του και σα βροντή η φωνή του.
Μια πρώτη του κατέβασε, μια δεύτερη του δίνει.
Το στόμα τ' αίμα γιόμισε, τον ξάπλωσε του μάκρου,
Κι όλος ο κόσμος έτρεξε να ιδεί τον λαβωμένο·
— «Χαράς τον τον κειτάμενο, τον μεσαπεθαμένο,
Χαράς και τέτοιονε ιατρό που νεκροθαραπεύει!»
136. ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ (701-702) 

Στ' Αϊ-Γιωργιού τον πλάτανο γένεται πανηγύρι,
Τέσσερα μόδια 327 είν' ο χορός και δεκαπέντε ο τόπος·
Βαρούνε τ' άργανα, βαρούν, τ' αγόρια τρων και πίνουν,
Κι οι γέροντες παρακαλούν, τάζουν στον Αϊ-Γιώργη
Καλά να παν, καλά να 'ρτούν, μαλώματα μην εύρουν.
Μ' αυτός ο γιος του Τζαμαϊδού χαλάει το πανηγύρι.
Νάτος πόρχεται τρέχοντας στ' άλογο καβαλάρης,
Δεκαλιτράρικο κερί στο χέρι του βαστώντας,
Βροντομαχώντας τ' άρματα, λαλώντας τα τζαπράζια 328.
Εμπήκε κι επροσκύνησε κι εβγήκε κι εκαυχιότουν,
— «Το ποιος είν' άξιος και καλός, ποιος είναι παλικάρι,
Ποιος έχει στήθη μάρμαρο και χέρια σιδερένια,
Να πάμε να παλέψομε σε μαρμαρένιο αλώνι!»
Κανείς δεν αποκρίθηκε, κάνεις δεν 'πηλογήθη·
Κι ένας κοντός κοντούτζικος, του Τσαμαϊδίνου μούλος 329,
Πέταξε το γελέκι του και τον χορόν αφήνει·
—«Εγώ 'μαι άξιος και καλός, εγώ 'μαι παλικάρι,
Εγώ 'χω στήθη μάρμαρο και χέρια σιδερένια,
Να πάμε να παλέψομε σε μαρμαρένιο αλώνι!»
Βγαίνουν οι δυο με τα σπαθιά και πάνε να παλέψουν,
Από κοντά και τ' άργανα, κοντά και το φουσάτο 330.
Κι εκεί που πάτειε ο Τζαμαδός εβούλωνε τ' αλώνι,
Κι εκεί που 'πάτειε το παιδί εβούλωνε κι εβύθα·
— «Βάστα! παιδί κι άξιο παιδί, δυο λόγια να σου κρίνω·
Εμείς ειμάστενε 'δικοί κι ειμάστενε γειτόνοι!»
— «Εδώ που καταντήσαμε δικολογιές δεν πιάνουν·
Βάρει μου συ, να σου βαρώ, κρούε με, να σε κρούω!»
Κι ο Τζαμαϊδός το βάρεσεν ανάμεσα στα στήθη,
Πέντε πλευρά του τζάκισε και δεκαπέντε τζάκους·
Και το παιδί τονέ βαρεί ανάμεσα στα φρύδια,
Και τα μυαλά του ρίπισεν 331 εννιά μοδιώνε τόπο.
137. ΕΥΧΗ ΚΛΕΦΤΟΥ (703) 

Να 'ξερα και να κάτεχα τι μήνα θα πεθάνω,
Σε τ' εκκλησιά θα να θαφτώ, σε τ' Άγιο Μοναστήρι,
Να 'παιρνα τα πελέκια μου, να μπω σε περιβόλι,
Να βρω τ' αφράτο μάρμαρο, τ' ατίμητο λιθάρι,
Να βρω και πρωτομάστορα να τον παρακαλέσω·
— «Μάστορα, πρωτομάστορα, φτιάσε μ' ωριό κιβούρι 332,
Να 'ναι πλατύ για τ' άρματα, μακρύ για το κοντάρι,
Και στη δεξιά μου τη μεριά να 'χ' ένα παραθύρι,
Να μπαινοβγαίνουν όμορφες, να 'ρχονται μαυρομάτες,
Να λεν, ο Θιος σχωρέσ' τονε τον νιο που μας αγάπα!»
138. Πού ήσουν; (703-704) 

—«Πού ήσουν, περιστερούλα μου, τόσον καιρό χαϊμένη;
— «Πήγα να μάσω κάστανα μαζί με τη Βασίλω,
Κι εκεί Κλέφτες μας είδανε πέρ' απ' το καραούλι 333.
—«Κορίτζια μαυρομάτικα, πού πάτε μοναχά σας;
Για ελάτε στο λημέρι μας δυο λόγια να σας πούμε!»
Βουνά μάς εδιαβήκανε, λαγκάδια μάς περάσαν
Το βράδ' εφάγαμαν ψωμί στο κλέφτικο λημέρι.
— «Κορίτζια μαυρομάτικα, πέτε μας την αλήθεια,
Μην ήρταν Τούρκοι στα χωριά, μην ήρταν κι Αρβανίτες
— «Εμείς εβγήκαμε ταχιά μέσ' από το χωριό μας,
Και πουθενά δεν είδαμε Τούρκους κι ουδ' Αρβανίτες.»
Σαράντα Κλέφτες ήτανε τρουγύρω ξαπλωμένοι,
Κι ένα μικρό κλεφτόπουλο, ντυμένο στο χρυσάφι,
Απίδια 334 μας εφίλεψε και κρύο νερό απ' τη βρύση.
— «Σύρτε, κορίτζια, στο καλό και ανθρώπου μην το πείτε!»
139. Ο ΛΑΠΑΣ (704) 

Ο Σύντρος κάνει τη χαρά, χαρά για τον υγιό του,
Κι εκάλεσε την Κλεφτουριά, τα δώδεκα πρωτάτα,
Το Λάπα δεν εκάλεσε, το μαύρο ψυχοπαίδι.
Όλοι παγαίνουν κέρασμα κριάρια με κουδούνια,
Κι ο Λάπας πάγει ακάλεστος με ζωντανόν αλάφι,
Στ' ασήμι και στο μάλαμα και στο μαργαριτάρι.
Κανείς δεν τον ελόγιασεν από τους καλεστάδες,
Τονέ λογιάζει η Σύντραινα από το παραθύρι·
— «Καλώς το Λάπα πο' 'ρχεται μ' αλάφι στολισμένο!
Στρώστε του Λάπα στον οντά, του Τρίτσα στην κρεβάτα,
Στρώστε και των παλικαριών απ' όλα τα πρωτάτα.
140. Μία των ιστορικών σελίδων της αιχμαλωσίας (704-705) 

Άρχοντας ήταν ξακουστός Κυρίτσης ο Μιχάλης,
Που 'χε τον βιον αρίφνητο, την αφεντιά μεγάλη,
Που κάθουνταν στο σπίτι του, κακό δεν είχε ο νους του.
Κι ένα ροκά εδιαβάσανε οι Τούρκοι στο Διβάνι 335,
Που τυραννεύει τον ντουνιά, τον πόλεμο γυρεύει.
Σαν άκουσεν ο βασιλιάς για τον καλό Μιχάλη,
Μηνά τον καπιτσίμπαση, γοργά τον συντυχαίνει·
—«Γοργά να πας στον Αχελό, στο σπίτι του Μιχάλη,
Κι εκεί μπροστά στην πόρτα του, να μου τονέ κρεμάσεις,
Και το μικρό του το παιδί να ιδείς να μού το πιάσεις,
Φυλάγου κι απ' το πράμα του βελόνι να μη χάσεις!»
Μεσάνυχτα ξεκίνησε, στον Αχελόν επήγε·
Τον είδεν ο Μιχάλμπεης κι επροσηκώθηκέ τον·
— «Καλώς ήρτες, αφέντη μου! κάτσε να φάμ' να πιούμε!
— «Δεν ήρτα δω για το φαγί κι ουδέ για το ποτήρι,
Το λόγο που 'πε ο βασιλιάς πρέπει να τονέ κάμω.»
Και το σκοινίν επέταξε και τον λαιμό του ευρήκε,
Κι ευθύς μπροστά στην πόρτα του πιάνει τον και κρεμά τον·
Πιάνει και το μικρό παιδί στα σίδερα το βάνει.
Μαζώνει κι όλο του τον βιο, με δαύτα πάει στην Πόλη.
141. Ο ΜΟΥΡΤΟΣ (705) 

Μια προσταγή μεγάλη προστάζ' ο βασιλιάς,
Να κατεβεί η αρμάδα κι ο Καπετάν Πασάς.
Αρμάδα ν εκατέβη, στ' Ανάπλιν άραξε,
Κι αυτός απ' τα Δερβένια μ' ασκέρι διάβηκε.
Πιάνει χαρτιά και στέλνει, χαρτιά και προβοδά·
— «Σ' εσένα, Μούρτο Χάμζα, σ' εσάς Αρβανιτιά,
Γλήγορα να σκωθείτε αυτούθ' απ' το Μωριά!»
— «Εγώ χαρτιά 'χω χίλια καμένα στη φωτιά,
Και σένανε σε γράφω στην κάτου τη μεριά·»
— «Σώπα, σώπα, βρε Μούρτο και μη παραμιλάς,
Γιατ' έχεις λίγ' ασκέρι και το ματανογάς.»
— «Μπεκιάρικα τουφέκια χιλιάδες έχ' οχτώ,
Και σεις οι καλιουντζήδες χιλιάδες εκατό.»
Το άλλα! άλλα! κράζουν, τραβούνε τα σπαθιά,
Βάνουν μπροστά τους Τούρκους σα λάφια, σαν τραγιά.
142. ΟΙ ΠΕΤΜΙΜΕΖΑΔΕΣ (706)  πλ.

Τρεις περδικούλες κάθουνταν ψηλά στον Αϊ-Θανάση
Κι είχαν τα νύχια κόκκινα και τα φτερά βαμμένα,
Είχαν και τα κεφάλια τους στο αίμα βουτημένα,
Μοιριολογούσαν κι έλεγαν, μοιριολογούν και λένε,
— «Τ' είν' το κακό που γένεται στη μέση στο Λεβίδη
Μήνα βουβάλια σφάζονται, μηνά θεριά μαλώνουν;
Μάιτε 336 βουβάλια σφάζονται, μάιτε θεριά μαλώνουν,
Πετμιμεζάδες πολεμούν μ' εννιά χιλιάδες Τούρκους·
Μ' Ομέρ πασά, με Κουρ πασά, με τον Σμαήλη Πλιάσα.
Μαυραναγνώστης χούγιαξε 337 μέσα απ' το ταμπούρι 338,
— «Το πού είσαι μπαρπα-Κωσταντή και ξάδελφε Βασίλη,
Και Νικολάκη, γλήγορα κι άξια μου παλικάρια,
Ελάτε να με βγάλετε από τσ' άπιστους Λαλιώτες!»
Σαν έκαμαν και κίνησαν, σαν έκαμαν και πάνε,
Πέτρα την πέτρα περβατούν 339, λιθάρι το λιθάρι·
Στα δόντια σέρνουν τα σπαθιά, στα χέρια τα τουφέκια,
Βάνουν τους Τούρκους εμπροστά, σαν τα παλιογελάδια,
Σαν τη κοπή 340 τα πρόβατα, σαν τη κοπή τα γίδια.
143. Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΗΣ ΚΑΣΤΑΝΙΑΣ (706-707)  πλ.

Εμαραθήκαν τα βουνά, μαράθηκαν κι οι κάμποι,
Μαράθηκεν η Καστανιά, ο Πύργος της Καστάνιας,
Που 'χε τους Κλέφτες τους πολλούς τους Κολοκοτρωναίους
Που πήγαιναν στην Εκκλησιά τ' ασήμι φορτωμένοι,
Τ' ασήμι και το μάλαμα και τα σπαθιά ζωσμένα,
Κι εβγαίναν κι εκουβέντιαζαν της Εκκλησιάς στην πόρτα·
Κι ο Κωσταντής τους έλεγε κι ο Κωσταντής τους λέγει·
— «Τούτ' η χαρά πόχομε μεις, θε να μας φέρει λύπη·
Απόψ' είδα στον ύπνο μου, στον ύπνο που κοιμούμουν,
Κι εκάηκε το πόσι 341 μου κι η φούντα του σπαθιού μου,
Το πόσι μου, η γυναίκα μου, τα μαύρα τα παιδιά μου!
Τούτ' η χαρά πόχομε μεις θε να μας φέρει λύπη.»
Τ' ακούει ο Παναγιώταρος και τον τζακάν τα γέλια·
— «Τι λες, Κουμπάρε Κωσταντή και συ Κολοκοτρώνη;
Ποτέ δεν επατήθηκεν ο Πύργος της Καστάνιας,
Μάιτε πρωτά, μάιτε στερνά, μάιτε τωρά πατιέται·
Μόν' βγάλτε τα μπαϊράκια 342 σας και στήστε τα στον Πύργο,
Να βλέπει ο Καπεντάν πασάς με τους Γαννιτζαραίους!»
144. ΑΛΙΦΑΡΜΑΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ (α) (707) 

Σάββατο πλια στον πόλεμο
Μες το Μοναστηράκι,
Βάστα μωρέ Αλιφαρμάκι,
Με το Κολοκοτρωνάκι!
Πέφτουν τα βόλια σα βροχή,
Κολοκοτρώνη Θοδωρή,
Πολεμούν και πολεμάνε,
Και τους Τούρκους τους νικάνε.

(α) Τραγούδι χορού, του οποίου τούτο μόνον το τεμάχιον εύρομεν εις την Αυτοβιογραφίαν του Κολοκοτρώνου. Ανάγεται εις τας αρχάς της ΙΘ' εκατονταετηρίδος.
145. Αλληγορία (708) 

Ένα πουλί θαλασσινό κι ένα πουλί βουνίσιο,
Τα δυο πουλιά μαλώνανε, τα δυο πουλιά μαλώνουν
Για τα βουνά, για τη βοσκή και για τα περιγιάλια·
Γυρίζει το θαλασσινό και λέγει του βουνίσιου·
— «Σύρε, πουλί, στον τόπο σου, σύρε στους εδικούς σου,
Πολύν καιρό σ' απόμεινα, τώρα δε σ' απομένω!»
— «Μη με μαλώνεις, βρε πουλί και μη με παραδιώχνεις,
Τι εγώ πολύ δεν κάθομαι στον τόπο τον δικό σου·
Αν κάτζω Μάη και Θεριστή κι όλον τον Αλωνάρη,
Κι αν πάρω κι απ' τον Άγουστο πέντ' έξι δέκα μέρες,
Κι απέκια πάω στον τόπο μου, γέρνω στους εδικούς μου!»
146. Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΚΛΕΦΤΟΥ (α) (708-709) 

— «Έχετε γεια, ψηλά βουνά και κρουσταλλένιες βρύσες,
Χαράματα με τη δροσιά, νύχτες με το Φεγγάρι,
Και σεις, μαύρα κλεφτόπουλα, στα έρμα τα λημέρια!
Αρρώστια δε μ' επλάκωσε και πηαίνω να πεθάνω·
Μ' αν πάρει βόλι το κορμί, πάλ' η ψυχή απομένει.
Μαύρο πουλί θε να γενώ, μαύρο χιλιδονάκι,
Τα καραούλια 343 να ξυπνώ, τον πόλεμο να βλέπω·
Και σα σκολάσ' ο πόλεμος και κατακάτσ' η αντάρα,
Να 'ρχομαι και να κάθομαι σ' ώριο κυπαρισσάκι,
Τους λαβωμένους να μετρώ και τους νεκρούς να κλαίω,
Ν' ακούγουν οι μανάδες τους, να τους μοιρολογούνε.»
Δέκα τον πηαίναν ομπροστά και δώδεκ' απ' οπίσω,
Σαράντα τον εμπάσανε στην πόρτα του Βεζίρη.
— «Έχετε γεια, κλεφτόπουλα και σεις καλοί συντρόφοι,
Έχετε γεια και θάψτε με σε μια ψηλή ραχούλα,
Να χαίρομαι το ξάγναντο, φλάμπουρα ν' αγναντεύω·
Κι όντες απ' την Αγια-Σοφιά, το μέγα Μοναστήρι,
Θα βγουν τα μοσκολίβανα με το Χριστός Ανέστη,
Πάλε πουλί θα να γενώ, στην Πόλη θα πετάξω,
Την Άγια την Ανάσταση κι εγώ να κιλαηδήσω!»
Τον λόγο δεν απόσωσε, τον λόγο δεν απόπε,
Ακούονται πόρτες και βροντούν και παρεθύρια τρέμουν·
Τρεις τουφεκιές του ρίξανε κι έπεσε σκοτωμένος.
Δίνουν οι Τούρκοι το κορμί και παίρνουν το κεφάλι,
Κι εκεί που τον εθάψανε σε μια ψηλή ραχούλα,
Κυπαρισσάκι εφύτρωσε, πο' 'χει φωλιά στη μέση,
Κι ένα πουλί, μαύρο πουλί πάσ' άνοιξη στενάζει
Να βγουν τα μοσκολίβανα με το Χριστός Ανέστη.

(α) Ποίημα Ιουλίου Τυπάλδου Κεφαλλήνος
 

 

Για την ερμηνεία των λέξεων χρησιμοποιήθηκαν:

α. Ηλεκτρονικό λεξικό (παράλληλη αναζήτηση) Λ.Κ.Ν. Τριανταφυλλίδη (Ελεύθερο)

β. Μεγάλο Ηλεκτρονικό λεξικό Νεοελληνικής Γλώσσας, Πατάκη, ΜΗΛΝΕΓ (Συνδρομητικό)

γ. Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού, περ. Β', τόμος 24ος, 1959 και 25ος, 1960

δ. Μπέρμπερη Ασπασία, Μορφολογική Προσαρμογή και Λεξικοσημασιολογικός Δανεισμός των Τούρκικων Δανείων στα Αρχεία του Αλή Πασά, Διπλωματική εργασία, Θεσσαλονίκη, 2017

ε. Ορφανός Βασίλης, Τουρκικά Δάνεια στα Ελληνικά της Κρήτης, Propylaeum, Heidelberg University Library, 2020

στ. Arnoldus Passow, Τραγούδια Ρωμαίικα, Popularia Carmina, Graeciae Recentioris, 1860

ζ. Χασιώτης Γεώργιος, Συλλογή των κατά την Ήπειρον Δημοτικών Ασμάτων, 1866

η. Λεξικό του Λευκαδίτικου γλωσσικού ιδώματος, εδώ

 

1. 'ρήνη = Ειρήνη

2. αγάς = τίτλος στρατιωτικού ή πολιτικού αξιωματούχου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας

3. αϊτέρι = παραφθορά της λ. ταίρι

4. άλικο = ζωηρό κόκκινο χρώμα

5. αλούπι = αλεπού

6. αναμερίζω = απομακρύνω, παραμερίζω

7. Αντολικόν = Ανατολικό

8. απίδι = αχλάδι

9. απίστομα = ανάσκελα

10. ασκέρι = στρατός

11. άσπρα = νόμισμα

12. βελής = κυβερνήτης

13. Βελής πασάς = Βελής, ο γιος του Αλή πασά

14. βιλαέτι = καθεμιά από τις μεγάλες διοικητικές περιφέρειες στις οποίες διαιρούνταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία

15. βλάμης = αδερφοποιτός, σταυραδερφός

16. Βόϊβοντας ή βοεβόδας = διοικητής επαρχίας ή πόλης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, του οποίου οι αρμοδιότητες σχετίζονταν με την είσπραξη των φόρων, τη διοίκηση και τη δημόσια ασφάλεια

17. γαλιότα = είδος πλοίου, μικρότερο από τη γαλέρα

18. γιαταγάνι = πλατύ και καμπυλωτό σπαθί που το χρησιμοποιούσαν κυρίως οι Άραβες και οι Τούρκοι

19. γιατάκι = το στρώμα, το κρεβάτι και γενικά το μέρος όπου κοιμάται κάποιος

20. γιουρούσι = η ορμητική επίθεση ανάμεσα στα εχθρικά στρατεύματα.

21. γιούχα = αποδοκιμασία

22. γλύσουν (λύσουν) = ελευθερώσουν

23. γρόσι = νόμισμα

24. δαμασκί = μαχαίρι ή ξίφος κατασκευασμένο από χάλυβα της Δαμασκού και διακοσμημένο με ελάσματα χρυσού ή αργύρου

25. διβάνι = ανώτατο συμβούλιο, το συμβούλιο του σουλτάνου

26. δράζω (δράττω) = αρπάζω

27. Έπαχτος = η Ναύπακτος

28. ζάβα = υφασμάτινο ή δερμάτινο πανωφόρι

29. ζαϊρές = οι προμήθειες, τα εφόδια, οι ζωοτροφές

30. ζάρφι = μεταλλική (ή γυάλινη ή πορσελάνινη) θήκη για το φλιτζάνι του καφέ

31. ζιαφέτι = το συμπόσιο, ευωχία, φαγοπότι, γλέντι

32. η ζόρη = το ζόρι, πίεση, εξαναγκασμός

33. θιαμαίνομαι = παραξενεύομαι, απορώ, θαυμάζω

34. ίλιγγας = ίλιγγος, ζαλάδα

35. Ιμπραΐλα = η Βραΐλα

36. ιπρέτι = παράδειγμα

37. καβούλι = τόπος συνάντησης

38. καδίνες – καδένες = αλυσίδες

39. καζαντίζω = κερδίζω πολλά χρήματα και σχηματίζω μεγάλη περιουσία

40. καζαντίζω ή καζαντώ = κερδίζω, πλουτίζω

41. καϊρέτι ή γαϊρέτι = ζήλος, προσπάθεια, φιλοτιμία, απόφαση, θάρρος, ενίσχυση, υπομονή

42. καλιγώνω = πεταλώνω

43. κάνω ξέπλεγη = ζω χωρίς το σύζυγό μου

44. καραμπογιά = μαύρου χρώματος

45. καραούλι = σκοπιά, φρουρά

46. καρβάνι = καραβάνι

47. καρυές = καρυδιές

48. καρυοφύλλι ή καρυόφυλλο = φυτό των τροπικών χωρών, του οποίου οι αποξηραμένοι κάλυκες, τα γαρίφαλα, χρησιμοποιούνται ως καρύκευμα. || (σπάν.) γαρίφαλο, μοσχοκάρφι

49. καταβόθρα = υπόγειος φυσικός αγωγός, όπου διοχετεύονται τα νερά των λιμνών ή των ποταμών και από όπου οδηγούνται στη θάλασσα ή αναβλύζουν σε άλλο σημείο της επιφάνειας της γης

50. Κατής = Τούρκος δικαστής που δίκαζε με βάση το μουσουλμανικό δίκαιο

51. κεροδοσιά = το σύνολο των κεριών που προσφέρει η οικογένεια του εκλιπόντος κατά την τέλεση της κηδείας

52. κιβούρι = τάφος

53. κιοτεύω = κυριεύομαι από φόβο, από ατολμία και διστάζω 

54. κλάπα = κομμάτι ξύλου ή έλασμα το οποίο χρησιμοποιείται κυρίως σε συνδέσεις, εδώ για τα πόδια, ποδοπέδες

55. κόλι = υποδιαίρεση περιφέρειας, περιοχή

56. κονάκι = το σπίτι, με την έννοια του καταλύματος, του καταφυγίου

57. κονάκι να του κάμουν = να τον φιλοξενήσουν

58. κονεύω = εγκαθίσταμαι κάπου για διανυκτέρευση ή απλώς για ξεκούραση, φιλοξενώ

59. κόνσολος ή κόνσολας, ο πρόξενος ή ο υποπρόξενος

60. κοπή = κοπάδι

61. κορβέτα = τρικάταρτο ιστιοφόρο πλοίο, πολεμικό ή εμπορικό, ενδιάμεσης κατηγορίας ανάμεσα στη φρεγάτα και στο μπρίκι

62. κουντρί = μεγάλη πέτρα

63. κρουν = κτυπούν

64. λακρεντίζω ή λακερντίζω = συζητώ

65. λεγένι = πλατιά λεκάνη για το πλύσιμο των χεριών, νιπτήρας

66. λέσι = το πτώμα ζώου, το ψοφίμι

67. Λιάπης = εξισλαμισμένος Αλβανός

68. λογάρι = χρήμα, πλούτος, θησαυρός

69. μάινα = πρόσταγμα για να χαλαρωθούν τα σκοινιά, να υποσταλούν τα πανιά

70. μαΐστρος = ο βορειοδυτικός άνεμος

71. μάιτε = μήτε, ούτε

72. μανιώνω = θυμώνω, εξοργίζομαι

73. μάργιολης ή μαργιόλη ή μαριόλης = κατεργάρης, πανούργος

74. μαχμουντιές ή μαχμουδιές = χρυσό νόμισμα του σουλτάνου Μαχμούτ Β' αξίας 36 γροσίων

75. μεντάτι ή ιμντάτι ή ιμινάτι = βοήθεια, συμπαράσταση, αρωγή

76. μεντίλι ή μενζίλι | ταχύτητα, τρέξιμο, με μενζίλι: τρέχοντας

77. μέστι = είδος πάνινου ή πλεκτού υποδήματος

78. μετερίζι = προφυλαγμένη θέση μάχης, ιδίως ατομική

79. μη θυμιάνεστε = μη θυμώνετε

80. μιλιόνι = είδος όπλου με μακριά κάνη

81. μιντάτι ή ιμντάτι ή εμτάτι ή μεντάτι = βοήθεια, αρωγή

82. μόδι = μονάδα μέτρησης όγκου ξηρών καρπών, σιτηρών, ελιάς

83. Μοσκοβιά = η Ρωσία

84. Μοσκόβους = Ρώσους

85. μόσκος = ευωδία

86. μούλες = μουλάρια

87. μούλος = νόθος

88. μουρτάτης = αρνησίθρησκος, αποστάτης, αλλαξόπιστος

89. μουσαβερές ή μουζακερές = σύσκεψη, συζήτηση, διαπραγμάτευση

90. Μουχτάρ, Βελής = τα δυο παιδιά του Αλή πασά

91. μπαϊράκι = πολεμική σημαία

92. μπαταριά = πυροβολισμό

93. μπεζεστένι = σκεπαστή στοά με εμπορικά καταστήματα

94. μπήμπασης = τίτλος στρατιωτικού διοικητή ή αξιωματούχου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία

95. μπογάζι = στενό, πέρασμα, φαράγγι (για τη στεριά), πορθμός, θαλάσσια λωρίδα (για τη θάλασσα)

96. μπουγουρδί ή μπουγιουρντί = έγγραφη διαταγή από ανώτερο αξιωματούχο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μήνυμα

97. μπουλούκμπασης = αρχηγός του μπουλουκιού, της ομάδας ενόπλων

98. μπραζέλι = κυνηγιάρικο σκυλί

99. νιζέμι ή νιζάμι = διοικητικό διάταγμα

100. Νισάφιν έκαμες = έδειξες έλεος, ευσπλαχνία

101. νταλιάνι = εμπροσθογεμές όπλο μικρού βεληνεκούς με κοντή κάννη που χρησιμοποιήθηκε κατά την Τουρκοκρατία

102. ντελής γρίβας = άλογο με γκρίζο τρίχωμα, ψαρό άλογο

103. ντελής ή δελής = είναι η ελληνική μεταφορά της τουρκικής λέξης «deli», που σημαίνει τρελός, πολύ ζωηρός και κατ' επέκταση παράτολμος, παλικαράς.

104. ντουβλετής = κυβερνήτης

105. ξεθληκωθήκαν = ξεθηληκώθηκαν, ξεκουμπώθηκαν

106. ξόδι = η κηδεία, η εξόδιος ακολουθία

107. ξυποδησιά = χωρίς παπούτσια, ξυπόλητη

108. οντάς = δωμάτιο

109. οντζάκι = στρατώνας γενιτσάρων

110. ορδί = στρατόπεδο, στρατός

111. όχασε = έχασε

112. παγανιά = η ομάδα των ατόμων που μετέχουν σε κυνήγι, σε παγίδευση ζώου ή ανθρώπου

113. παίρνουν μπλαστί = παρασέρνουν

114. παίρνω στο κοντό = παρακολουθώ, κυνηγώ

115. πάισε = πήγε

116. παλάσκα = θήκη για φυσίγγια

117. παμπάσα ή παμπέσα ή μπαμπέσης = πανούργος, αναξιόπιστος

118. παντυχαίνω = περιμένω

119. παστρεύω = διώχνω, εξοντώνω

120. παχνιστείτε = μην πιάσετε πάχνη (παγωμένη δροσιά του πρωινού)

121. πγάδα = πηγάδι

122. πεζούρα και καβάλα = πεζικό και ιππικό

123. περβατώ = περπατώ

124. περγαντίνι = Είδος ταχύπλοου πολεμικού πλοίου 

125. πετρίτης = γεράκι με έντονη τη χαρακτηριστική μαύρη λωρίδα στο πλάι του κεφαλιού

126. πισκέσι ή πεσκέσι = δώρο, φιλοδώρημα

127. πλιάζικο ή πλιάτσιο = λάφυρα, λεία

128. πόσι = κεντητό κάλυμμα τού κεφαλιού, κεντητός σκούφος, που φορούσαν συνήθως οι αρματολοί.

129. πουνέντες = ο δυτικός άνεμος, ο ζέφυρος.

130. πουρνιάτικο = πρωινό

131. ρεέμι = όμηρος

132. ρεσάλτο = έφοδος

133. ρετζάλι = μεσάζων, βασιλικός ακόλουθος

134. ριζιμιό = που είναι βαθιά ριζωμένο στη γη

135. ριπίζω = σκορπίζω, χύνω

136. ροβολώ = κατεβαίνω τρέχοντας την πλαγιά ενός υψώματος· κατρακυλώ, κατηφορίζω

137. ρούσα = κοκκινομάλα

138. σάμπρι ή σάπρι = υπομονή, κουράγιο

139. σαράγι ή σαράι = Το παλάτι ή το μέγαρο όπου διέμενε ο σουλτάνος, οποιοδήποτε κτίριο διαθέτει πολύ μεγάλους και πολυτελείς χώρους και θυμίζει σαράι

140. σαρδιβάνι = σιντριβάνι

141. σαστικός = αρραβωνιαστικός

142. σελτές = μαλακό στρώμα, μαξιλάρι

143. σερασκέρης = τίτλος στρατιωτικού διοικητή ή αξιωματούχου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία

144. σερμπέτι = γλυκό πιοτό

145. σεφέρι = η εκστρατεία, ο πόλεμος

146. σκαλόλουρο = αναβολέας

147. σκιαέτι ή σκιαγέτι ή σκιέτι ή σουκαέτι = παράπονο, καταγγελία

148. σκιάζομαι = φοβάμαι

149. σπαχής = ονομασία ιππέων πολεμιστών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας

150. Σπολλάιτη ή σπολλάτη = να ζήσεις πολλά χρόνια, να 'σαι καλά

151. ταηφάς ή ταϊφάς = ομάδα πολεμιστών

151.1. τάλι = γεμάτο με αλοιφές

152. ταμπουράς = λαϊκό μουσικό όργανο

153. ταμπούρι = φυσικό ή τεχνητό οχύρωμα

154. τάπια = προμαχώνας

155. τελάλης = κήρυκας, κράχτης

156. τέλια = χορδές

157. τεμενάς = χαιρετισμός κατά τον οποίο γίνεται βαθιά υπόκλιση του κορμού

158. τζαμπάς ή τσαμάς = τα μακριά μαλλιά, η κοτσίδα

159. τζάρκος ή τζάκος = είδος γιλέκου, κοντός, εφαρμοστός μπούστος, με στενά μανίκια που φθάνουν ως τον αγκώνα

160. τζελέπης ή τσελέπης = ζωέμπορος, ενοικιαστής του φόρου τζελέπικο

161. τζελίκι = χάλυβας

162. τζοβαϊρικός = πολύτιμος

163. τζούπρα ή τσούπρα = η κόρη, το κορίτσι

164. τζούπρα ή τσούπρα = κορίτσι, η νεαρή κοπέλα

165. τζουράκι ή τσιράκι = μαθητευόμενος τεχνίτης, έμπιστος, οπαδός, ευνοούμενος

166. τόπι = κανόνι που παίρνει σφαιρικά βλήματα

167. τόπια = α. σφαιρικό βλήμα κανονιού. β. κανόνι

168. τορβάς = σακίδιο

169. τουμάνι = στη γυναικεία φορεσιά των Ιωαννίνων το τουμάνι ήταν η εξωτερική βράκα και ήταν ραμμένη με βαριά μεταξωτά υφάσματα

170. τράκο = σύγκρουση

171. τρουμπούκι = συμπαγές ξύλο στο οποίο έδεναν τους αιχμαλώτους

172. τσαούσης = λοχίας

173. τσαπράζια ή τζαπράζια = τα ασημένια ή χρυσά κοσμήματα της ελληνικής, εθνικής αντρικής φορεσιάς, που τα φορούν σταυρωτά στο στήθος

174. τσελάτης ή τζελάτης = δήμιος

175. τσοχαδαραίος ή τσοχανταραίος = επίλεκτος σωματοφύλακας ντυμένος με επίσημα τσόχινα υφάσματα

176. Φαρμάκαινα = η γυναίκα του, που πήρε για όνομα το όνομα του άντρα της. Τα ονόματα αυτά ονομάζονται ανδρωνυμικά. Ανδρωνυμικό λέγεται το κύριο όνομα γυναίκας που προέρχεται από το βαφτιστικό ή και από το οικογενειακό του αντρός, π.χ. Φαρμάκης - Φαρμάκαινα, Γιάνης - Γιάννενα

177. φερμάνι ή φιρμάνι = σουλτανικό διάταγμα

178. φέρμελη = ανδρικό γιλέκο κεντημένο με μετάξι ή στολισμένο με χρυσό, που φοριόταν με τη φουστανέλα

179. φηκάρια = θηκάρια, οι θήκες των σπαθιών

180. φιρμάνι ή φερμάνι = σουλτανικό διάταγμα

181. φλάμπουρο = λάβαρο, είδος πολεμικής σημαίας

182. φλωρί ή φλουρί = χρυσό νόμισμα

183. φόρο = φανερό

184. φουσάτο = ομάδα, πλήθος ενόπλων, στράτευμα

185. φουσέκι ή φισέκι = φυσίγγιο

186. χαζίρι να γένουμε χαζίρι = έτοιμος, να ετοιμαστούμε

187. χαμπάρι ή χαμπέρι = είδηση, νέο

188. χαμπέρι = είδηση, πληροφορία

189. χαμπλώνω = χαμηλώνω

190. χαντζάρι = μακρύ και πλατύ μαχαίρι, με ελαφρά κυρτωμένη ράχη

191. χαραμής = κλέφτης, ληστής

192. χαρατζωμένο = να πληρώνει χαράτσι, φόρο

193. χαρτοφόρος = ταχυδρόμος

194. χασνατάρης = θησαυροφύλακας

195. χολοτάρτη, του ρ. χολώνω = θυμώνω, εξοργίζομαι

196. χοσμικιάρης = ο ακτήμονας, που δουλεύει στον τσέλιγκα ή στα χωράφια και κατ' επέκταση, ο υπηρέτης

197. χουγιάζω = φωνάζω από απόσταση και δυνατά

198. χουμάει – χυμάει = ορμάει

 

αρχή