ΜΗΤΣΑΚΗΣ ΜΙΧΑΗΛ

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΑΡΘΡΑ


 

Πληροφορίες για τον Μιχαήλ Μητσάκη εδώ

Μιχαήλ Μητσάκης
Μιχαήλ Μητσάκης

 

 


 

ΜΙΑ ΚΟΡΗ

Ιωάννα Στεφανόπολι
Ιωάννα Στεφανόπολι

 

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Αττικό Μουσείο», τεύχος 14, έτος Γ’. (20-10-1890)

 

Το «Αττικόν Μουσείον» δημοσιεύει σήμερον την εικόνα μιας κόρης, —της δεσποινίδος Ιωάννας Στεφανόπολι. Υποθέτομεν ότι δι' όσους παρακολουθούν τα εν τη κοινωνία ημών συμβαίνοντα, ο λόγος της δημοσιεύσεως αυτής είναι ευνόητος. Αλλά δι' όσους δεν τα παρακολουθούν, αν κανείς εξ αυτών ευρίσκετο να μας ερωτήση, θα ελέγαμεν, ότι η δημοσίευσις της εικόνος αυτής γίνεται εις ένδειξιν τιμής προς μίαν σύγχρονον αθηναίαν ηρωίδα. Διά τους μέλλοντας τυχόν να εξιππασθώσιν εκ της γλώσσης ταύτης, κρίνομεν καλόν να δηλώσωμεν ότι ύψιστον είδος ηρωισμού δεν θεωρούμεν ημείς τόσον το να κάμεις εν καιρώ πολέμου το πρώτον βήμα προς το πυρ εν τη μάχη, όσον το να κάμης εν καιρώ ειρήνης το πρώτο βήμα προς την πρόοδον εν οιωδήποτε σταδίω. Και προπάντων εις κοινωνίας αρτιγενείς, εις κοινωνίας ασυμπήκτους, εις κοινωνίας κυλιομένας ακόμη υπό πάσαν έποψιν εις παχυλήν νύκτα και στυγνόν έρεβος ημιβαρβάρου ζωής και ημικτηνώδους διαίτης. Και ακόμη περισσότερον προπάντων όταν εκείνος που αποφασίζει να το κάμη δεν είναι κανείς μυστακοφόρος ή γενειών παλαιστής, με νευρώδεις βραχίονας και στομωμένην την ψυχήν, αλλά νεάνις τρυφερά και ωραία, εν όλη τη αβρότητι και τη γλυκύτητι της πρώτης ήβης, μόλις δεκαπενταετής, της οποίας η πνοή μυρίζει ακόμη γάλα. Ακριβώς δε τοιούτο διάβημα αξιοσημειώτου γενναιότητος και τόλμης υπήρξεν η απόφασις της δεσποινίδος Στεφανόπολι να ζητήση την άδειαν να περατώση τας αρίστας σπουδάς αυτής φοιτώσα προς εξακολούθησίν των και εις το Πανεπιστήμιόν μας. Διά να εννοήση τις δε την σημασίαν του πράγματος δεν έχει ή ν' αναλογισθή επί στιγμήν την όλην κοινωνικήν παρ' ημίν κατάστασιν, την θέσιν των δύο γενών προς άλληλα έως χθες ακόμη, την υποδεεστέραν μοίραν της γυναικός παρά τοις ανατολικοίς λαοίς εις ους ανήκομεν έτι δυστυχώς, την πνευματικήν και ηθικήν ασημαντότητα του θήλεος φύλου, την βάναυσον υπεροχήν του ανδρικού, τα ήθη, τας έξεις, τας παραδόσεις, τας προλήψεις και τας αντιλήψεις μας. Από της εποχής καθ' ηv δεν ενθυμούμεθα πλέον ποία Οικουμενική Σύνοδος συνεζήτει σοβαρώς αν αι γυναίκες ανήκουν εις το ανθρώπινον γένος μέχρι της σημερινής πλημμύρας πλείστων ευρωπαϊκών πανεπιστημίων από ξανθάς, καστανάς, μελαχρινάς, βοώπιδας, γλαυκώπιδας ή μελανοφθάλμους φοιτητρίας, παρήλθε βεβαίως πολύς καιρός. Αλλά δι' ημάς θα ημπορούσε κανείς εις πολλά να υποθέση ότι δεν απέχομεν παρά ημέρας. Εις πλείστα μέρη της Ελλάδος και σήμερον ακόμη η γυνή φαίνεται έχουσα όψιν και προορισμόν σχεδόν φορτηγού ζώου. Εις την Μάνην —από την οποίαν ακριβώς κατάγεται η δεσποινίς Στεφανόπολι— όταν πηγαίνουν από χωρίου εις χωρίον ή από των αγρών εις το χωρίον των, ο ανήρ συνηθέστατα φορτόνει την γυναίκα του με ό,τι του χρειάζεται να πάρη, αφίνη εντελώς ελεύθερον τον γάιδαρον αυτού ή το μουλάρι του, τον καββαλικεύει, και ακολουθούσης της γυναικός φορτωμένης και πεζής πορεύονται. Εις τας επαρχιακάς πόλεις, το ιδεώδες γυναικός είναι αι βδελυκταί νοικοκυράδες, όντα δηλ. μόνον σκοπόν και ορίζοντα υπάρξεως έχοντα να συνουσιάζωνται, να παιδοποιώσι, να αλληλοκακολογούνται, να διαπληκτίζωνται προς τας υπηρετρίας των και να στερούνται έστω και των κοινοτέρων προσόντων αληθούς συζύγου και μητρός, εκτός των απαιτουμένων προς τας φυσιολογικάς του συζυγικού βίου λειτουργίας. Και εν Αθήναις, εις την πρωτεύουσαν του νεωτέρου ελληνικού κόσμου, όπου ήκμασαν άλλοτε οι θαυμαστότεροι τύποι γυναικών, τελεία γυνή και κόρη θεωρείται σήμερον είδος τι ποικιλοχρόου, κροσσοφόρου, συνεσφιγμένου, γαντωμένου, δαντελλοκοσμήτου, τουρνουροστολίστου πτηνού, ψιττακίζοντες ολίγα γαλλικά, περιερχομένου τας οδούς και τας πλατείας, γνωρίζοντος να πλαταγίζη τους δακτύλους του συνθηματικώς και απαισίως επάνω εις τα κόκκαλα του πιάνου, ως ιδανικόν ζωής έχοντος να συχνάζη εις τα θεάματα και να καταβαίνει εις το Φάληρον, ως μόνην σκέψιν να βλέπη και να βλέπεται, έχοντος τόσον μυαλόν όσον ένα πετεινάρι, τόσας γνώσεις όσας μία γαλιάνδρα, τόσον πνεύμα όσον μία σιταρήθρα, τοιαύτην αντίληψιν του κόσμου και των πραγμάτων όσην ένας κότσιφας, τόσην κρίσιν και τόσας ιδέας όσας ένας τσαλαπετεινός. Υπό τοιούτους όρους λοιπόν και εις τοιούτον ακριβώς τόπον το ν' αποφασίση μία κόρη, την εκτέλεσιν διαβήματος, όπερ πολλαχού και των πολιτισμένων ακόμη χωρών θεωρείται άηθες, το ν' αποτολμήση να κηρύξη πως φρονεί ότι άλλος είναι ο προορισμός της γυναικός, ότι όλως διαφορετικάς ιδέας έχει περί του φύλου της αφ' όσας αι συμπολίτιδές της, να διδάξη διά του παραδείγματός της ότι δυνατόν να υπάρξουν κι εν Αθήναις κόραι αίτινες να νομίζουν ότι σκοπός της ζωής αυτών δεν είναι μόνον ο ανωτέρω περιγραφείς, να ταράξη τα θολά και απόζοντα ύδατα της κοινωνικής ημών Νεκράς Θαλάσσης, και η κόρη αυτή, η τόσον πνευματικώς και ηθικώς υπερτέρα, να μην είναι συγχρόνως και υπό την καθαρώς γ υ ν α ι κ ε ί α ν έποψιv κατ' ουδέν ήττων καμμιάς των ομηλίκων της, είναι βήμα λίαν σπουδαίον πράγματι και σημείον εύελπι διά το μέλλον. Υποθέτομεν ότι όταν η δεσποινίς Στεφανόπολι αφού τελειώση το μάθημά της βγαίνει εις τον περίπατον, όλαι αι σεισοπυγίδες της οδού Σταδίου και όλαις η πεταλούδες του Φαλήρου θα την κυττάζουν ως περίεργον φαινόμενον. Και φανταζόμεθα με τι υελώδη εξ ηλιθίας εκπλήξεως όμματα θα την προσβλέπουν καθημένην εις το πλευρόν των οι έλληνες εκείνοι φοιτηταί, όσοι εσυνείθισαν καθ' όλην των την ζωήν να βλέπουν την μητέρα των να κουβαλή νερόν από το πηγάδι ή να δέρνουν την αδελφήν των διότι δεν τους έστρωσε γρήγορα να φάνε! Ευτύχημα όμως εντούτοις είναι ότι εν γένει η πράξις της δεσποινίδος Στεφανόπολι ούτε την αντίδρασιν ην προδεδοκώμεν παρήγαγεν, ούτε τα εμπόδια άτινα επιστεύαμεν ευρήκε. Και η καλή κόρη φοιτά τόρα, συνοδευομένη από τον αξιάγαστον πατέρα της, τον κάλλιστον συνάδελφόν μας διευθυντήν του Messager d' Athénes, τακτικά εις τα μαθήματά της εν τω Πανεπιστημίω. Και μόνος ο κ. Δαμαλάς εβγήκε με ένα μανιφέστον, δαλαϊλάμας υπέρτατος και βόνζος μεγαλοπρεπής του συγχρόνου ελληνισμού, να διαμαρτυρηθεί εναντίον τ η ς α ν α μ ί ξ ε ω ς  τ ω ν  δ ύ ο  φ ύ λ ω ν. Αλλά την α ν ά μ ι ξ ι ν αυτήν μόνον τόρα την είδαν άραγε τα θρησκευτικά κανοκιάλια του κ. Δαμαλά; Και μόνον απ' αυτό εφοβήθη μην προέλθη; Ημείς δεν έχομεν ή να συγχαρώμεν το υπουργείον της Παιδείας, διότι ακριβώς επέτρεψε την ανάμιξιν αυτήν· να συγχαρώμεν την δεσποινίδα Στεφανόπολι διά την επιτυχίαν του διαβήματός της· να συγχαρώμεν τους φοιτητάς διά την νέαν συνάδελφόν των· να συγχαρώμεν τον κ. πατέρα της, όστις τόσον λαμπρώς έγνω ν' αναθρέψη αυτήν, ώστε να τιμήση και το μανιάτικον και το γαλατικόν αίμα, όπερ ρέει αναμεμιγμένον, τόσω πλούσιον εις τας φλέβας της ωραίας κόρης του.

 

αρχή

 



 

Η ΔΕΞΙΑ ΤΟΥ ΚΡΙΕΖΩΤΗ

 

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Εστία», τόμος ΚΗ’, τεύχος 726, έτος ΙΔ’. (26-11-1889)

 

Ιστορικόν επεισόδιον

 

Κατά την εποχήν αυτήν —τω 1847— ο Κριεζώτης είχεν επαναστατήση κατά του Όθωνος.

Δυσηρεστημένος εκ διαφόρων αφορμών εναντίον της κρατούσης αρχής είχε προστεθή, από καιρού εις το περί τον Μαυροκορδάτον εχθρικώς διακείμενον προς την τότε κυβέρνησιν και δεινώς διαφερόμενον προς τον εν ευνοία Κωλέττην περί της εξουσίας κόμμα, κηρυχθείς εκ των επιθυμούντων την μεταβολήν του καθεστώτος. Προς εκδήλωσιν όμως των αισθημάτων αυτού τούτων δεν είχεν επιχειρήση βίαιόν τι κίνημα ούτε εσκόπει ίσως να προβή, ότε η κυβέρνησις, ανοήτως φερομένη κι επιχέουσα έλαιον εις την πυράν, μαθούσα την εις το κόμμα του Μαυροκορδάτου προσέλευσιν αυτού, νομίζουσα δ’ ότι διά του εκφοβισμού των εναντίων θα κατώρθου να γίνη σεβαστή, επωφελουμένη ασημάντου τινός αιτίας, διέταξε την σύλληψιν του αρχηγού της Ευβοίας και την εν τω φρουρίω της Χαλκίδος κάθειρξίν του.

Τούτο εξηγρίωσεν εις μέγαν βαθμόν τον και άλλως ευερέθιστον Κριεζώτην, απεφάσισε δε να ρίψη τον κύβον, εγείρων στάσιν κατά της βασιλείας, κατά τα ειθισμένα τότε και επί τοις ελαχίστοις παρά τοις δυσυποτάκτοις οπλαρχηγοίς του αγώνος, οίτινες μόλις εξελθόντες πλήρεις δόξης και αγερωχίας από του επταετούς φρικτού πολέμου προς δημιουργίαν του αρτισυστάτου ελληνικού έθνους έβλεπαν εαυτούς κινδυνεύοντας να περιπέσωσιν αίφνης υπό τον νεότευκτον ζυγόν της Βαυαροκρατίας ή μειούμενα τα προνόμια, άτινα δικαίως ηξίουν, υπό των διαδεχομένων αλλήλας εν τη κανονική διοικήσει του κράτους πολιτικών μερίδων, αναλόγως της δεξιότητος εκάστης. Διό, μετ' ολίγον, μεθύσας επιτηδείως τον φυλάσσοντα αυτόν λάκωνα αξιωματικόν Καβάκον, μεθ' ου συνέτρωγε, και αφαιρέσας απ’ αυτού τας κλεις, εδραπέτευεν από του φρουρίου διά διδούσης προς την θάλασσαν πορτοπούλας, έξωθεν της οποίας, κατά το μέρος των αμπελίων, εντός του ύδατος, διότι ρηχά εκεί τα νερά, ανέμενεν εκ προηγηθείσης συνεννοήσεως προς τους εν Χαλκίδι φίλους επισεσαγμένος κι έτοιμος ο ίππος του, απήρχετο δε εις τα ενδότερα της νήσου, αφίνων τον μεν Καβάκον να χωνεύση ως ηδύνατο τον ποθέντα οίνον, την δε κυβέρνησιν να τρίβη τους οφθαλμούς διά το συμβάν.

Η εν Ευβοία εμφάνισις αυτού απελευθερωθέντος εννοείται οίκοθεν ότι κατέστη το σύνθημα γενικής εξεγέρσεως, μετά παρέλευσιν δε μόλις ημερών τινων υπέρ τας τρεις χιλιάδας ανδρών ετάσσοντο υπό την σημαίαν του, ους άγων ενεφανίζετο έξωθεν της Χαλκίδος.

Εκεί, το στρατόπεδον αυτού έστησεν εις τα περιβόλια, κατεσκεύασε δε τα δέοντα οχυρώματα και παρέταξε τον στρατόν του, ήρξατο δε πολιορκών την πόλιν, υπέρ ης ημύνετο έξωθεν, κεκλεισμένος εντός αυτής, ο κυβερνητικός Γαρδικιώτης, ενώ από του Ευβοϊκού κόλπου, ηγκυροβολημένον εν αυτώ, εις θέσιν Αφράτι, βαπόρι πολεμικόν επί τούτω αποσταλέν εκ Πειραιώς υπό της εξουσίας εκανονοβόλει την ανταρτικήν ορδήν.

Την ημέραν εκείνην, η τε προσβολή και η άμυνα εκατέρωθεν μεταξύ των διαμαχομένων μερών ήσαν υπέρποτε σφοδραί. Οι στρατιώται του επαναστάτου, κεκλιμένοι οπίσω των προχείρων οχυρωμάτων των, διηύθυνον αδιάκοπον το πυρ αυτών κατά της πόλεως, από των επάλξεων αυτής ορμητικώς ανταπεκρίνοντο οι κεκλεισμένοι, από το Αφράτι δε το πολεμικόν λυσσώδεις έβαλλε των κανονίων του τας απαύστους και βαρυήχους βολάς. Ο Κριεζώτης επεθεώρει τα οχυρώματα του στρατοπέδου του, μόνος όρθιος υπέρ αυτά μεταξύ των κεκλιμένων στρατιωτών του, αδιαφορών προς τας γύρω συριζούσας σφαίρας, κι εκθέτων πανταχόθεν ορατόν το υπερύψηλον αυτού ανάστημα και τον γιγαντώδη κορμόν εις τα εχθρικά βλήματα. Ο αγών διεξήγετο αγρίως, εμαίνετο εν βρυγμώ αμφίρροπος, το πείσμα των εμφυλίων συγκρούσεων εξέκαιεν αυτόν, αποφασιστικόν δε προεμηνύετο το αποτέλεσμα. Αλλ’ από της ενάρξεως της πάλης, διήρχετο ούτω διά των στοίχων των μαχομένων, απαθώς, υπέρ την ώραν ήδη, ιστάμενος κατά διαλείμματα, παροτρύνων αυτούς εις την μάχην, κανονίζων τα κατ’ αυτήν, ή απλώς παρατηρών τα γινόμενα.

Εκ της πόλεως πρέπει να τον έβλεπαν, καθώς και εκ του ατμοπλοίου, διότι όπου ετύχαινε να σταθή, ευθύς προς τα εκεί, ως εκ μυστικής συνεννοήσεως, κατεπίμποντο πυκνότεραι και αι απ’ εκείνης σφαίραι και οι όλμοι οι απ’ αυτού. Τούτο όμως δεν εμπόδιζε τον περίπατόν του, ελάχιστα εφαίνετο ως να τον ηνώχλει, ενόμιζες ότι δεν έκρινεν άξιον του κόπου να προφυλαχθή έστω και μικρόν, συχνά δε ήγειρε την χείρα δίδων διαταγάς ή δεικνύων απέναντι σημεία προς επίθεσιν.

Αίφνης, την φοράν αυτήν, ως έτεινε τον βραχίονα ίνα δείξη πάλιν τι αντίκρυ, βολή κανονίου ριφθείσα από του ατμοπλοίου πλήττει αυτόν ακριβώς ανά μέσον τον καρπόν της δεξιάς.

Ο πληγωθείς είδε το τραύμα παρευθύς, κι εγείρων ταυτοχρόνως σχεδόν την φουστανέλλαν του έκρυψε μεταξύ των πτυχών αυτής το παθόν μέλος εν σπουδή, χωρίς ούτε σταγών αίματος να σώση και πέση εις το χώμα, διά να μη προφθάση άλλος και αντιληφθή τυχόν τι έγινεν. Οι εγγύς όμως ευρισκόμενοι είχον ήδη παρατηρήση το γεγονός, και συνεταράσσοντο επιστρεφόμενοι, και διέκοπτον το πυρ. Αλλ’ εκείνος, βλοσυρώς αποβλέπων προς αυτούς, οργίλος διότι εφωράθη·

— Τι κυττάτε μωρέ;... λέγει τραχέως. Τη δουλειά σας, τη δουλειά σας σεις!

Και κατερχόμενος του οχυρώματος, βραδέως βαίνων, διευθύνεται ησύχως προς την σκηνήν του.

Εκεί, εσήκωσε τον πληγέντα βραχίονα και εκύτταξεν αυτόν, είδε δε ότι η χειρ, αποκεκομμένη σχεδόν εντελώς του καρπού υπό του βλήματος, μόλις εκρέματο απ’ αυτού διά λεπτού νεύρου. Και απευθυνόμενος προς παριστάμενον οπλίτην:

— Βρε, λέγει αυτώ, βγάλ' το μαχαίρι σου και κόφτο! ...

— Α καπετάνιε!... έκαμεν ο άνθρωπος, αποσυρόμενος, έμφοβος και συγκεχυμένος.

— Ου να χαθής!...

Και απλώσας, ανασπά ο ίδιος το μαχαίρι από του σελαχίου του οπλίτου, και κόπτει διαμιάς αυτός το νεύρον. Η χειρ, αποσπασθείσα ολοκλήρως, εδούπησε καταπεσούσα βαρεία επί του εδάφους, λίμνη δε αίματος εσχηματίσθη κύκλω της αμέσως.

— Βράστε τώρα ένα τσουκάλι κατράμι!, επέταξε βιαίως.

Δύο-τρεις εχύθησαν ευθύς έξω της σκηνής, μετά μικρόν δε χύτρα πλήρης πίσσης εκομίζετο κι εναπετίθετο επί αυτοστιγμεί ετοιμασθείσης μεγάλης πυράς, ης αι φλόγες περιετύλιξαν αυτήν πανταχόθεν εν ορμή.

Υπό την δύναμιν του πυρός το κατράμι ήρξατο αναλυόμενον και σίζον, εντός ολίγου δε ήχνισε κι εκόχλασεν, ενώ η δριμεία οσμή του βράζοντος επλήρου την σκηνήν.

Ο αρχηγός επλησίασεν εις την χύτραν, εκύτταξεν εντός, και ιδών την άσφαλτον αναλυθείσαν και καπνίζουσαν, εβύθισεν αστραπιαίως την αιμάσσουσαν χείρα εν αυτή.

Προς την επαφήν της ζεούσης πίσσης η πληγωμένη σαρξ έκριξεν, έτριξε, συνεστάλη, διεστάλη, ανεπάλθη, έφριξε, μετά λεπτά τινα δε προς την οσμήν της πίσσης συνανεμίγνυτο και ως οξεία απόπνοια ψηνομένου κρέατος, αλλ' ούτε μυς του άλλου σώματος του ανδρός ερρίγησεν.

Αφήκεν αυτήν ούτως επί εν τέταρτον περίπου, αλλού βλέπων και συνομιλών προς τους στρατιώτας, ανακινών δ' αυτήν ενίοτε εντός της χύτρας και αναμοχλεύων το κατράμι δι' αυτής, μεθ' ο την εξήγαγεν ηρέμα. Η αιμορραγία είχε σταματήση εντελώς, το τραύμα είχε καυτηριασθή βαθύτατα, αποπετρωμένος δε και μαύρος παρίστατο ο βραχίων, ως καείς κλάδος ρωμαλέου δένδρου. Τοιούτον, ετύλιξεν αυτόν δις ή τρις εντός ευρέος μανδηλίου όπερ εξέβαλεν από της ζώνης του, έδεσε τας δυο άκρας τούτου από του λαιμού, και ανήρτησεν αυτόν επί του στήθους.

Τότε, κύπτων προς την γην, λαμβάνει από του δαπέδου δια της υγιούς χειρός την άλλην, το αποκεκομμένον τμήμα της σαρκός όπερ έκειτο χαμαί, πλέον εν τω λύθρω, —πλατείαν χείρα κολοσσού ης αι αρτηρίαι εξέχεον ακόμη αίματος κρουνούς,— την υψόνει αιμόφυρτον και παλλομένην, την παρατηρεί επί μικρόν, και ζυγίζων αυτήν εν τη παλάμη.

— Βρε του κερατά το χέρι βάρος που τώχει!... επιλέγει.

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Εστία Εικονογραφημένη», Περίοδος Δευτέρα, τόμος 1. (7-1-1890)

Η αριστερά χειρ του Κριεζώτη. Την περί της χειρός του Κριεζώτη ιστορικήν διήγησιν, ήτις εχρησίμευσεν ως βάσις του εν προηγουμένω τινί φύλλω της Εστίας δημοσιευθέντος υπ' εμού διηγηματίου οφείλω εις άνδρα εν Χαλκίδι τότε διαμένοντα, εκ των στενοτέρων φίλων του στρατηγού, δυνάμενον υπό πάσαν έποψιν κάλλιστα και ν' αντιλαμβάνεται και να πληροφορήται τα συμβαίνοντα. Τούτο δε ομολογεί και ο αξιότιμος κ. Γουναρόπουλος ο επενεγκών την εν τω υπ' αριθ. 679 Δελτίω της Εστίας παρατήρησεν ότι ουχί η δεξιά αλλ’ η αριστερά χειρ του Κριεζώτη ην η κατά την επανάστασιν εκείνην αποκοπείσα, βεβαιών ότι πάντα τ' άλλα περί τε των αιτίων της ανταρσίας και των κατά την σκηνήν σύμφωνα και προς την ιστορικήν ακρίβειαν είναι. Δια τούτο δε ακριβώς απορώ πως ελανθάσθη ως προς την ουσιώδη λεπτομέρειαν ποία εκ των χειρών του Κριεζώτη είναι η πληγωθείσα ο διηγηθείς μοι το συμβάν, ευρίσκων δε την παρατήρησιν του κ. Γουναροπούλου σύμφωνον αληθώς και προς την εν τη Αμαλθεία έκθεσιν του ιδίου Κριεζώτη τείνω μάλλον να παραδεχθώ ότι το λάθος προήλθεν εκ στιγμιαίας απροσεξίας εμού ότε ανέγραφον εν τω σημειωματαρίω μου την διήγησιν και ευχαριστώ τον αξιότιμον ιατρόν ότι επέστησε την προσοχήν μου όπως εν δευτέρα τυχόν εκδόσει του διηγηματίου επανορθώσω το πράγμα. Δεν δύναμαι όμως ομοίως να παραδεχθώ και την εν άλλω Δελτίω γνώμην Ενός Αγνώστου ότι ουχί εκ της ημιολίας αλλ’ εκ της ξηράς προήλθεν ο τραυματισμός, έχων σύμφωνον εις τούτο και τον κ. Γουναρόπουλον, όστις φαίνεται όντως γνώστης των κατά την εποχήν εκείνην συμβάντων εν Ευβοία, άτινα δεν είναι κατά πάντα επαρκώς εξηκριβωμένα, λίαν αντιφατικώς δε πολλάκις και εν αυταίς ταις τότε εφημερίσιν αναγράφονται.

 

αρχή

 


 


© Γιάννης Παπαθανασίου