Η Ίριδα απεσταλμένη στον Βορέα και τον Ζέφυρο

 

 

Αλλ’ η πυρά δεν άναφτε του άψυχου Πατρόκλου,
και τότε άλλο σοφίσθηκεν ο ισόθεος Πηλείδης-
ανάμερ’ από την πυράν· ευχήθη στους ανέμους,
τον Ζέφυρον και τον Βοριά κι ετάχθηκε θυσίες,
και με χρυσό σπονδίζοντας ποτήρι επαρακάλει
να έλθουν κι έτσι γρήγορα τα ξύλα πάρουν φλόγα
και καταλύσει τους νεκρούς· και άμ’ άκουσεν η Ίρις
την δέησίν του, εχύθη ευθύς μηνύτρα στους ανέμους.
Εις το τραπέζι εκάθονταν του ορμητικού Ζεφύρου
όλοι μαζί, και ως πάτησε στο πέτρινο κατώφλι
η Ίρις όλη βιαστική, κι εκείνοι αυτού την είδαν
εσηκωθήκαν και καθείς σιμά του την καλούσε·
κι εκείνη δεν ηθέλησε, «δεν κάθομαι», τους είπε,
«στου Ωκεανού το ρεύμα ευθύς οπίσω θα πηγαίνω,
των Αιθιόπων εις την γην, που σφάζουν εκατόμβες
των αθανάτων, ως κι εγώ το μέρος μου να λάβω.
Αλλ’ ο Αχιλλεύς παρακαλεί, και τάζεται θυσίες,
ο Ζέφυρος ο ηχηρός να τρέξει και ο Βορέας
εις την πυράν να δώσετε πνοήν να πάρει φλόγα
εκεί που κείται ο Πάτροκλος π’ όλοι οι Αχαιοί τον κλαίουν».
Αυτά ’πε και ανεχώρησε, κι εκείνοι επεταχθήκαν
με θόρυβον, ταράζοντας τα σύγνεφα έμπροσθέν τους.
Και ως διάβαιναν το πέλαγος, απ’ την σφοδρήν πνοήν τους
σηκώνονταν τα κύματα· και άμ’ έφθασαν στην Τροίαν
έπεσαν μέσα στην πυράν, κι εβρόντα ευθύς η φλόγα.
Και ολονυκτίς απ’ την πυράν, και οι δυο φυσομανώντας
τες φλόγες σήκωναν ψηλά· και ολόνυκτα ο Πηλείδης
από κρατήρα ολόχρυσο, με δίκουπο ποτήρι
έχυνε χάμου το κρασί κι επότιζε το χώμα,
και την ψυχήν του άμοιρου Πατρόκλου ξεφωνούσε.
(Όμ., Ιλ. Ψ 192-221, μετ. Ι. Πολυλάς)