Ανδρέας Ιωάννου Κασσέτας

 

Γράφει λοιπόν ο Maxwell

 

Ο ένας και ο άλλος.

Ο ένας, με μορφολογικά άψογο τρόπο, εκθέτει τα μεγάλης ακρίβειας αποτελέσματα των ερευνών του, χωρίς να αναφέρεται στο πώς συγκροτήθηκαν οι ιδέες που τον καθοδήγησαν.

Ο άλλος εκθέτει και τα επιτυχημένα πειράματα αλλά και τις αποτυχίες του καθώς και τις ανεπεξέργαστες ιδέες που ανέπτυξε κατά τη «διαδρομή» .

Ο ένας είναι ο Ampère, ο άλλος ο Faraday.

Κι εκείνος  που τα γράφει όλα αυτά και τα σχολιάζει είναι

ο James Clerk Maxwell

 

Γράφει λοιπόν

ο Maxwell στο

 

A treatise on Electricity

and Magnetism

 

 

 

 

 

528. The discovery by Oersted of the magnetic action of an electric current led by a directly process of reasoning to that of magnetization  by electric currents, and of the mechanical action between electric currents. It was not, however, till 1831 that Faraday, who had been for some time endeavouring to produce electric currents by magnetic action, discovered the conditions of magneto-electric induction. The method which Faraday employed in his researches consisted in a constant appeal to experiment as a Trait D'Lectricit Et de Magntisme, Volume 1 (Danish)means of testing the truth of his ideas, and a constant cultivation of ideas under the direct influence of experipent. In his published researches we find these ideas expressed in language which is all the better fitted for a nascent science, because it is somewhat alien from the style of physicists who have accustomed to establish mathematical forms of thought.

The experimental investigation by which Ampere established the laws of mechanical action between electric currents is one of the most brilliant achievements in science.

The whole theory and experiment, seems as of it had leaped, full grown and full armed, from the brain of the Newton of elctricity”. It is perfect in form, and unassailable  in accuracy, and it is summed up in a formula from which all the phenomena may be deduced, and which must always remain the cardinal formula of electro-dynamics.

The method of Ampere, however, thought cast into an inductive form, does not allow us to trace the formation of the ideas which guided it.

We can scarcely believe that Ampere really discovered the law of actoin by means of the experiments which he describes. We are led to suspect, what, indeed, he tells us himself, that he discovered the law by some process which he has not shown us, and that when he had afterwards built up a proper demonstration he removed all traces of the scaffolding by which he had raised it. Faraday, on the other hand, shews us his unsuccessfull as well as  his successfull experiments and his crude ideas as well as his developed ones and the reader, however inferior to him in inductive power,  feels sympathy even more than admiration, and is tempted to believe that, if he had the opportunity, he too would be a discoverer. Every student should therefore read Ampere’ s research as a splendid example of scientific style in the statement of a discovery, but he should also study Faraday for the cultivation of scientific spirit, by means of the action and reaction which will take place between the newly discovered facts as introduced to him by Faraday  and the nascent ideas in his own mind.

It was perhaps for the advantage of science that Faraday though thoroughly consious of the founamental forms of space, time and force, was not a professed  mathematician .

He was not tempted to enter into the many interesting researches in pure mathematics

 

Κι εμείς δοκιμάζουμε να τον μεταφράσουμε,

να υπογραμμίσουμε αλλά και να φροντίσουμε

την παρουσίαση

 

528. Η ανακάλυψη της μαγνητικής δράσης σε  ηλεκτρικό ρεύμα, από τον Έρστεντ, οδήγησε, μέσα από μια άμεση διεργασία ορθολογικής σκέψης, σε αυτή της μαγνήτισης από ηλεκτρικά  ρεύματα και της  μηχανικής δράσης  ανάμεσα σε δύο ηλεκτρικά ρεύματα.

Ωστόσο μόνο το 1831  ο Φαραντέι, αφού για κάποιο χρονικό διάστημα, είχε επιχειρήσει να παράγει ηλεκτρικά ρεύματα από μαγνητική δράση, ανακάλυψε τις συνθήκες της ηλεκτρομαγνητικής επαγωγής.

Η μέθοδος την οποία χρησιμοποίησε ο Φαραντέι στις έρευνές του συνίσταται σε μια συνεχή επίκληση  στο πείραμα ως μέσο για να τον έλεγχο της επαλήθευσης των ιδεών του και

σε μία αδιάκοπη καλλιέργεια ιδεών κάτω από την άμεση  επιρροή του πειράματος . 

Στις δημοσιευμένες εργασίες του βρίσκουμε αυτές τις ιδέες διατυπωμένες σε γλώσσα η οποία είναι «ότι καλύτερο» για μια νεογέννητη επιστήμη , διότι είναι κάτι σαν «ξωτικό» σε σχέση με το στιλ των φυσικών που συνηθίζουν να οικοδομούν μαθηματικές φόρμες του σκέπτεσθαι .

 

Η πειραματική έρευνα στην οποία ο Αμπέρ θεμελίωσε τους νόμους της μηχανικής δράσης μεταξύ ηλεκτρικών ρευμάτων ειναι ένα από πιο λαμπερά επιτεύγματα της επιστήμης.

Το σύνολο της  θεωρίας και του πειράματος φαίνεται σαν να «ξεπήδησε» έτοιμο, ήδη αναπτυγμένο και πλήρως θωρακισμένο από τον εγκέφαλο του Νεύτωνα του ηλεκτρισμού.  Είναι τέλειο σε μορφή και αναντίρρητο σε ακρίβεια και συνοψίζεται σε μία φόρμουλα από την οποία τα φαινόμενα μπορούν να προκύψουν και πρέπει πάντα να παραμένει η κεντρική φόρμουλα της ηλεκτροδυναμκής.

Η μέθοδος, ωστόσο, του Αμπέρ, διατυπωμένη σε επαγωγική φόρμουλα,   δεν μας επιτρέπει να ιχνηλατήσουμε τη συγκρότηση των ιδεών από τις οποίες καθοδηγήθηκε. Είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι ο Αμπέρ πράγματι ανακάλυψε τον νόμο της δράσης μέσα από τα πειράματα  που περιγράφει. Οδηγούμαστε στο να θεωρήσουμε «υποπτο» αυτό που μας λέει εκείνος και να σκεφτούμε ότι ανακάλυψε τον νόμο μέσα από διεργασίες τις οποίες δεν μας εκθέτει καθώς και ότι όταν στη συνέχεια οικοδόμησε μια σωστή απόδειξη, εξαφάνισε όλα τα ίχνη από τις σκαλωσιές που είχε στήσει για να φθάσει στο αποτέλεσμα.   

 

Από την άλλη πλευρά,  ο Φαραντέι  μας δείχνει τόσο τα αποτυχημένα όσο και τα επιτυχημένα πειράματα, καθώς και τις  ανεπεξέργαστες ιδέες που ανέπτυξε, οπότε και ο αναγνώστης, οπωσδήποτε κατώτερος από αυτόν σε  δύναμη επαγωγικής σκέψης, αισθάνεται συμπάθεια, ισχυρότερη ίσως και από τον θαυμασμό, και τείνει να πιστέψει ότι, εάν είχε την ευκαιρία, θα μπορούσε και εκείνος να «ανακαλύψει» .

 Κάθε μαθητής λοιπόν, οφείλει να διαβάσει την έρευνα του Αμπέρ σαν ένα μεγαλειώδες υπόδειγμα εππιστημονικού στιλ, αλλά οφείλει επίσης

να μελετήσει τον Φαραντέι,  για την καλλιέργεια επιστημονικού πνέυματος με μέσα τη δράση και την αντίδραση που συντελείται ανάμεσα σε καινοφανείς ανακαλύψεις που έγιναν -και παρουσιάζονται σε αυτόν από τον ίδιο τον Φαραντέι- και στις ιδέες που γεννήθηκαν μέσα στη δική του τη σκέψη.

 

Ήταν ίσως κέρδος για την επιστήμη το ότι ο Φαραντέι αν και ειχε συνείδηση των θεμελιωδών εννοιακών μορφών του χώρου, του χρόνου και της δύναμης δεν ήταν ένας επαγελματίας μαθηματικός . . Δεν δοκιμασε να διεισδύσει στις πολύ ενδιαφέρουσες έρευνες με καθαρά μαθηματικά  . . . . .

 

 

Διαβάζουμε όλα αυτά που γράφει ο Μάξγουελ και, ως δάσκαλοι,  αναρωτιόμαστε

« ποια διδακτική μορφή παρουσίασης θα ήταν πιο αποτελεσματική ;

η «αμπερική» ή η «φαραντεϊκή» ;