ΚΑΡΑΝΑΣΙΟΣ ΓΕΝΑΡΧΗΣ ΤΩΝ ΚΙΟΥΣΗΔΩΝ (με αρ. 1)
Αυτός ο γενάρχης των Κιούσηδων είχε έρθει από την Ήπειρο, από το χωριό Πυρσόγιαννη, μάστορας, κτίστης. Είχε εγκατασταθεί στο χωριό Βρύση. Ήρθε στα Θαρρούνια για δουλειά, είδε του Διαμαντή την κόρη του άρεσε και την παντρεύτηκε. Ο Διαμαντής δεν ήταν μεγάλος κτηματίας στα Θαρρούνια, του έδωσε το κτήμα στη Βρυσίτσα, Σκαφίδα κ.λ.π. Γέννησαν το Γιάννη (Τραχανά), Γιώργη (Γιωργάκα), Σπύρο (Σουσαμά), Σταύρο στις Παραμερίτες και κόρες τη Σταμάτω του Χρ. Γιαννούλη (Κρίτσου), τη Χρυσή του Γρηγόρη κυρά Κυμπλού, την Ουρανία του Κουρεμένου, τη Βασίλω του Καρατζά και ένα άλλο γιο παντρεμένο στο Τραχήλι τον Κώστα (Μπρεμέτη) που έκανε το γιατρό! Έψαχνε τις γυναίκες, τις αφουγκραζόταν και τους έδινε διάφορα ματζούνια. Είχα ρωτήσει το γέρο Μπέλο να μάθω αν είχε πάει πουθενά να μάθει γιατρός και μου είπε ότι μόνος του κάνει το γιατρό σαν αυτούς που τους λένε τσαρλατάνους! Από αυτούς τους Κιούσηδες προέρχονται οι Κιούσηδες στο Παρθένι, Βρύση, Αη Γιάννη.

ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΙΟΥΣΗΣ (ΓΙΩΡΓΑΚΑΣ ΤΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ)
Αυτός ο ωραίος γέρος με το Κρητικό μαντήλι στο κεφάλι, το σελάχι στη μέση, τα τσαρούχια με τις φούντες, ξεχώριζε από τους άλλους κατοίκους τω Θαρρουνίων. Αυτός όταν πήγε στρατιώτηςτην εποχή του 1888 , χωρίς να ξέρει γράμματα, έβαζε συνάδελφό του να του γράφει ημερολόγιο της ζωής του. Αυτή του η σκέψη έδειχνε άνθρωπο άξυπνο που του άρεσε η ιστορία και τα διάφορα γεγονότα της εποχής που ήθελε να τα αποθανατήσει. Είχε μια τρομερή διάθεση να εξηγεί μέρες ολόκληρες πολλές και ωραίες ιστορίες! Ποιος όμως από εμάς έδινε σημασία; Δυστυχώς κανείς! Τώρα που γεράσαμα και εμείς, νιώθουμε την αξία που είχε αυτός ο γέρος που ήταν ολόκληρο ιστορικό λεξικό.
Αυτά τα λίγα θυμάμαι από τις συνομιλίες μας. Ήταν τσοπάνης γιδοβοσκός στην περιοχή Σουβάλια, καλός χαρακτήρας, καλή ψυχή δεν ζήμιωνε κανάναν, νηστικός και διψασμένος, άπλυτος και βρεγμένος έπεφτε να κοιμηθεί χωρίς να τον δεί γιατρός μέχρι τον θάνατό του! Τα γίδια τα πότιζετο καλοκαίρι στην Παλιοκαμάρα και το χειμώνα στο Βουρλέο. Το νερό αυτό έπιανε βδέλες και κάποτε ο γέρος αυτός τατάπιε μία και του κόλλησε στο λαιμό! Του έφερε ανωμαλία, του έκλεισε η φωνή του αλλά αυτός με καμία δύναμη δεν πήγαινε στο γιατρό! Ώσπου μια μέρα που έπινε νερό κρύο από τη βρύση, έπεσε η βδέλα! Ήταν δύο φορές χήρος. Εμείς έτσι τον βρήκαμε. Έτσι πέθανε χωρίς πλύσιμο, χωρίς ζεστό φαγητό.
Τον συνάντησα μία μέρα που είχε έρθει στο χωριό. Τον ρώτησα, πως στο χωριό μπάρμπα-Γιώργη; Ήρθα ρε να βρω κάνα μαγέρεμα αλλά δε βρήκα. Έφιακα ένα κρεμυδοσάλατο, έφαγα και έτσι έφυγα!
Η πρώτη του γυναίκα ήταν αδερφή του Παναγή Μπούρικα και του Σπύρου. Έκανε τρεις κόρες και ένα γιο το Νικολό, παντρεμένο στον Κρεμαστό. Οι κόρες του η Γαρυφαλλιά στα Θαρρούνια και οι άλλες δύο στην Αθήνα η Ματίνα και η Κωνσταντίνα. Η δεύτερη γυναίκα του ήταν από το Μακρυχώρι. Έκανε δυο γιους το Θανάση (Μελίση) και το Μήτσο που τον σκότωσε ο πρώτος ξάδερφός του, γιος του Σπύρου. Αυτός ο Μήτσος ήταν γερό παλικάρι, τσοπάνης σαν το πατέρα του. Πήγε χαμένος γιατί μαλώσανε για τις βοσκές και αυτός στη γη και ο άλλος στη φυλακή. Σήμερα ο φονιάς ζει στην Καλλιθέα (Μάμουλα).
Αυτή ήταν η ιστορία του ανθρώπου Γιωργάκα που είχε χαρίσματα ιστορικού και αθώου ανθρώπου γεμάτου αγάπη.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΙΟΥΣΗΣ (ΤΡΑΧΑΝΑΣ)
Ο Γιάννης έχει πολλά επαγγέλματα. Είναι γεωργός, μαγαζάτορας, μάστορας σε κρασοβάρελα, πατώματα και ..... έβγαζε δόντια! Είχε μία ειδική τανάλια και πολλές φορές έβγαζε αντί του σάπιου δοντιού το γερό! Ήταν γραμματιζούμενος. Διάβαζε και εφημερίδα (πράγμα σπάνιο της εποχής). Ήταν ο πιο πλούσιος μπακάλης της εποχής. Πούλαγε απ' όλα, είχε φιάξει ράφια και κάτι καγγελάκια, πούλαγε και κινίνο για τους πυρετούς. Είχε τσιγάρα, καραμέλες, σε κάτι σκουριασμένους τενεκέδες (καραμελάδες). Δίπλα στο μαγαζί είχε το κατώγι όπου είχε κα βαρέλια με το κρασί, τα πυθάρια με το λάδι που είχε πάρα πολύ, αλλά και τα γελάδια του που κατουρούσανε και ευωδίαζε ο τόπος! είχε και ένα μπουκάλι ούζο, ένα κονιάκ, ένα τετράγωνο τενεκέ με μπογιές.! Ένα ξύλινο κουτί με ρέγγες και για θέρμανση μία σόμπα. Το δάπεδο ήταν με πλάκες από τον Κακάλωνα. Κάθε Κυριακή μετά την εκκλησία άνοιγε το μαγαζί να πιούνε οι μπεκρήδες κάνα κρασί ή καφέ. Απ' έξω ήταν δύο περνάρια γέρικα κουφαλιασμένα όπου στο ένα από αυτά έσφαζε καμιά γίδα ο Κούπουνας (ο Μπουζέκας). Δηλαδή το περνάρι με τη κουφάλα ήταν το κρεοπωλείο! Τα ζώα που έσφαζε για πούλημα ήταν όλα βλαμένα, άρρωστα, έτοιμα για ψόφο. Τα γελάδια και τα μοσχάρια δεν τα τρώγανε οι χωριάτες γιατί εθεωρούντο μαγαρισμένα! Τα μοσχάρια ήταν για άλλα στομάχια! Τα έπαιρναν οι χασάπηδες για τους έξυπνους! Την εποχή αυτή υπήρχαν περίπου 300 γελάδες, οι οποίες ήταν τα τρακτέρ για τους γεωργούς. Ζευγάρια που καλλιεργούσαν τη φτωχή γη.
Σήμερα δεν υπάρχει ούτε ένα γελάδι! Έξω από το μαγαζί και δίπλα στα περνάρια υπήρχε ένα πέτρινο πεζούλι για να κάθονται οι πελάτες τους καλοκαιρινούς μήνες. Ο Γιάννης ήταν έξυπνος. Έφτιαχνε και στίφτες για τα σταφύλια, όπου οι πιο οικονομικά ευκατάστατοι είχαν την τύχη να έχουν στίφτη σταφυλιών και πήγαιναν στο Αλιβέρι, έστυβαν τα στέφιλα και γέμιζαν τα βαρέλια τους κρασί.
Ήταν παντρεμένος δύο φορές. Με την πρώτη του γυναίκα που ήταν από το Τραχήλι έκανε ένα παιδί που του πέθανε. Η δεύτερη γυναίκα του ήταν του Γιώργη του Λυμπέρη (Πλακούτα) κόρη. Με αυτή έκανε παιδιά, το Θανάση (Καρανάσο), τον Γιώργη (Μπούρμπουλα), τη Βαγγελιώ του Παπαθανάση, τη Σταυρούλα του Γιάννη Παλόγου, το Μήτσο (Στέλιο), την Παναγιού του Παπαγιώργη Γιαννούλη και τον Αντώνη που πέθανε σε ηλικία 10-12 χρονών
Όμως πρέπει να μιλήσουμε λίγο για το μαγαζί του μπάρμπα Γιάννη του Τραχανά. Εκεί ήτανε το στέκι του κάθε περαστικού, εκεί σταμάταγε ο ταχυδρόμος που έφερνε τα γράμματα μαζί με τη φημερίδα του μπάρμπα Γιάννη. Το μαγαζί του ήτανε ένα μέρος από το σπίτι του, προς το βοριά με ένα ξύλινο μπεζαχτά, με κάτι ξύλινα ράφια που κάτω είχε ένα καραμελά γεμάτο σκουριά που όμως μέσα είχε καραμέλες, ένα μπουκάλι με ούζο, ένα με κονιάκο, μια σακούλα με καμιά οκά ζάχαρη και κάνα δυό κούτες τσιγάρα. Το μέσα μέρος συγκοινωνεί με το κατώγι που έδενε τα βόδια και τη φοράδα του. Εκεί είχε ένα πάγκο για να εργάζεται σαν ξυλουργός, εκεί είχε και τα βαρέλια για τους μπεκρήδες της εποχής. Δύο τρία τραπεζάκια ξύλινα, κατασκευή του ίδιου, πέντε έξι καρέκλες και αυτές δική του κατασκευή, ακόμη δυό μακριές σκάμνες είναι τα συμπληρώματα που αποτελούν την επίπλωση του μπάρμπα Γιάννη και εκεί βολεύονταν οι πελάτες του.
Ο μπάρμπα Γιάννης ήτανε πάντα στο μαγαζί του, έλειπε σπάνια, γι? αυτό ο ταχυδρόμος σταματούσε πάντα κάθε Δευτέρα κι εκεί σμίγανε οι δυό τους και τα λέγανε μιας και ο μπάρμπα Γιάννη ς ήτανε ο πιο γραμματιζούμενος στο χωριό. Μόνο εκείνος την εποχή αυτή του σκοταδιού διάβαζε εφημερίδα που την έφερνε ο τραχυδρόμος (έτσι τον λέγαμε). Ακόμα ήτανε ο οδοντογιατρός κι είχε μία τανάλια και έβγαζε τα δόντια όσων πονούσανε
ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΕΞΑΓΩΓΗΣ ΔΟΝΤΙΩΝ
Πολλές φορές αντί για το πονεμένο έβγαζε το καλό δόντι. Ήτανε και κουφός. Ο ταχυδρόμος είχε ένα όμορφο κόκκινο άλογο, γεμάτο κουδούνια και χαϊμαλιά και πάντα το έδενε σε ένα πουρνάρι από τα δυό που ήταν μπροστά στο μαγαζί του μπάρμπα Γιάννη.
Εκεί τα σφαγεία του χωριού εκεί και τα κρεοπωλεία. Εκεί ο Μπουζέκας έσφαζε στη χάση και στη φέξη κανένα μανάρι που ήτανε για να ψοφήσει και με τη ζωηρή του φωνή λάλαγε «μανάρι ! ! ! ! ! ! ! !». Μπορούσες λοιπό σ? αυτό το μέρος να δεις μία φορά το μήνα να κρέμεται κανένα σφαχτό, αργότερα βέβαια ακολούθησαν και άλλοι που κάνανε το χασάπη. Από κρέας όμως θάβρισκες μόνο παλιά γερασμένη προβάτα ή γίδα και ποτέ μοσχάρι, γιατί τότε οι χωριανοί το είχανε για αμαρτία.
Τα πουρνάρια του μαγαζιού του μπάρμπα Γιάννη έβγαλε ο Μήτσος ο Κιούσης, ο Στέλιος κι έτσι τέλειωσε το στέκι του μπάρμπα Γιάννη. ?Έτσι πέρασε για πάντα κι έπαψε να είναι το στέκι για ένα κατοσταράκι κρασί, μία δραχμή τσιγάρα, κανένα κονιάκο τις κρύες χειμωνιάτικες νύχτες, λίγη ξενοιασιά με κολιτσίνα κάτω από το λύχνο του μπάρμπα Γιάννη.
ΠΑΝΑΓΗΣ ΚΙΟΥΣΗΣ (ΛΙΑΡΟΠΑΝΑΓΗΣ ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΛΙΑΡΟΥ)
Ήταν ο πατέρας του Ζέμπου και του βιολιτζή του Τράκα. Εμείς δεν τον γνωρίσαμε. Είχε παντρευτεί την Παναγιού, κόρη του Χρήστου Γιαννούλη, αδελφή των Γρητζαλέων, τη Λαγουτιέρενα, αδελφές του Γιάννη του Χαρίτου την Ελένη. Σκοτώθηκε στον πόλεμο, δεν γνωρίζουμε δε το μέρος.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΙΟΥΣΗΣ (ΖΕΜΠΟΣ)
Είχε ένα μαγαζί το πιο καθαρό του χωριού. Ήταν πολύ μερακλής, καθαρός, σβέλτος, αστείος, πολύ δουλευτής, αυτός έφερε το πρώτο γραμμόφωνο στα Θαρρούνια. Όταν ακούσαμε να τραγουδάει, ήταν απόγευμα Μάρτη που ακούσαμε το πρώτο τραγούδι (Δασκαλοπούλα λυγερή! ! ! ). Τρέξαμε να ιδούμε τον άνθρωπο που τραγουδούσε μέσα από το κουτί και θαυμάζαμε και οι πιο μεγάλοι έκαναν το σταυρό τους για τη μεγάλη εφεύρεση ! Αυτός ο Γιάννης έφερε το πρώτο ραδιόφωνο στο χωριό. Είχε μια κληματαριά πολύ ωραία με πολύ καλά σταφύλια που τα ζηλεύαμε και πέφτανε τα σάλια μας! Για να του τα κλέψει κανείς ήταν αδύνατο αφού ήταν πανύψηλη. Γυναίκα είχε τη Τασία του Χαράλαμπου Κουσερή. Έκανε παιδιά: τη Γιούλα γυναίκα του Δ. Λυμπέρη, τον Παναγή, τη Μαρία γυναίκα του Γιώργη Πέτσα και την Ειρήνη στο Αλιβέρι.
ΚΩΣΤΑΣ ΚΙΟΥΣΗΣ ΤΟΥ ΗΛΙΑ (ΠΑΝΤΗΣ)
Ο Κώστας, ορφανός από μάνα με τον αδελφό του Γιώργη (Λιάρο), ζούνε με τη μητριά τους Κατερίνα από την Παναγιά, σκληρή γυναίκα και με το Κώστα δεν τα πάνε καθόλου καλά. Αιτία η φτώχεια και η κακομοιριά. Ο Κώστας πότε σκαστός, πότε τσοπάνης πέρασε ως τα 25 χρόνια του. Στη κατοχή της Ελλάδας από τους Γερμανοϊταλούς, οι γενναίοι Έλληνες άρπαξαν τα όπλα για τη λευτεριά. Στο πρώτο πέρασμα ανταρτών από το χωριό μας, ο Κώστας ακολούθησε αυτά την ομάδα με "καπετάνιο" το Χείλαρη. Πέρασε όλη τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα, έλαβε μέρος σε μάχες στη περιοχή της νότιας Εύβοιας και κυρίως στην Άνδρο. Επίσης στη Λαμπούσα και στην Αθήνα ήταν παρών. Μετά την κατάρρευση του ΕΛΑΣ, ήρθε στο χωριό, παντρεύτηκε τη Γαρυφαλλιά του Παναγιωταρά και απέκτησε παιδιά, την Ελένη, τη Δέσποινα, την Αλεξάνδρα, τον Παναγιώτη και τον Ηλία. Όλα παντρεύτηκαν και έκαναν οικογένειες εκτός από τον Ηλία που σε αυτοκινητιστικό ατύχημα έχασε το χέρι του.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΙΟΥΣΗΣ (ΜΠΟΥΡΜΠΟΥΛΑΣ)
Αυτός ο άνθρωπος ήταν πολύ δουλευτής και προοδευτικός. Ασταμάτητος, τελείωνε τις δουλειές του και αμέσως έτρεχε και ξενοδούλευε για μεροκάματο στο Αλιβέρου και Άγιο Λουκά. Κυρίως έσπερνε με το ζώο του μια και δεν υπήρχαν μηχανικά μέσα. Ο Γιώργης παντρεμένος με την Αννιώ του Λιόσια έκανε τα εξής παιδιά: την Ελένη παντρεμένη στο Αλιβέρου με τον Δ. Λάμπρου έκαναν παιδιά, 1) το Γιώργη καθηγητή Φυσικής παντρεμένο με τη δασκάλα Δήμητρα Σατήρη με παιδιά την Κατερίνα και την Ελένη και 2) τον Ηλία καθηγητή Μαθηματικών παντρεμένο με τη νηπιαγωγό Σοφία Πανταζή που έχουν ένα γιο το Δημήτρη. Τον Αντώνη και αυτός παντρεμένος στο Αλιβέρου με τη Θαρρουνιάτισα Ελένη του Μιχάλη με παιδιά: 1) Την Άννα παντρεμένη με το Θανάση Αποστολάκη, παιδιά τους: Η Όλγα καθηγήτρια Ξένων γλωσσών , ο Αντώνης Πολιτικός Μηχανικός του Ε.Μ.Π. και ο Νίκος, 2) Το Γιώργη ηλεκτρολόγο, παντρεμένο με την Μαριάννα Κούρου με παιδιά την Ελένη και τη Βάσια. Το Γιάννη που σπούδασε καθηγητής Μαθηματικών, παντρεύτηκε την Τασία από το Μαρκόπουλο και ζουν στην Αθήνα και τη Βαγγελιώ παντρεμένη με το Βασίλη το σιδερά οι οποίοι έχουν παιδιά: τη Γεωργία καθηγήτρια Φυσικής και την Άννα παντρεμένη με το Σταύρο Παρασκευά με τρεις κόρες: τις δίδυμες Μαρία και Ευαγγελία και τη μικρή Ειρήνη . Δυστυχώς αυτός ο άνθρωπος ο έξυπνος και δουλευτής, έχασε τη ζωή του στο Αλιβέρι όπου βάδιζε κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής, διαμελίσθη κυριολεκτικώς. Πως το έπαθε αυτό είναι πολύ περίεργο. Αυτό έγινε σε συνάντηση των τρένων, φαίνεται παρακολουθούσε το ένα, ενώ το άλλο ερχόταν πίσω του. Αυτή ήταν η τύχη του!
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΙΟΥΣΗΣ (ΣΤΕΛΙΟΣ)
Αυτός ο άνθρωπος ήταν κυρίως τσοπάνης, Είχε το κοπάδι στα πηγάδια και έφτανε μέχρι τα Παρθενιάτικα χωράφια, γιαυτό κολίγιασε με τους Παρθενιάτες, κουμπάριασε και συμπεθέρεψε μαζί τους. Παράλληλα με το τσοπανηλίκι άνοιξε και ένα μαγαζί , ένα καπηλιό συνέχεια αυτού που είχε ο πατέρας του. Αργότερα τα εγκατέλειψε και εργάστηκε στα λιγνιτωρυχεία της ΔΕΗ στον Άγιο Λουκά απ΄όπου συνταξιοδοτήθηκε. Παντρεύτηκε τη Παγιού του Γιάννη Κουσερή (Γιαννούκου) με την οποία έκαναν τα εξής παιδιά: τη Αναστασία παντρεμένη με το Παρθενιάτη Δημήτρη Κρόκο, την Κωνσταντινιά παντρεμένη με τον επίσης Παρθενιάτη Χαράλαμπο Δροσάτο, το Γιάννη παντρεμένο και αυτός στο Παρθένι με την Παναγιώτα (γιαυτό ε'ιπα ότι συμπεθέρεψε με τους Παρθενιάτες), τη Μαρία παντρεμένη με το Κώστα Κιούση του Λιτόγιωργη, τη Βαγγελιώ παντρεμένη με το Γιάννη Γιαννούλη του Τσιλιγγίρη και το Σταμάτη παντρεμένο με τη Ντίνα του Αντώνη Βασιλείου.
ΣΠΥΡΟΣ ΚΙΟΥΣΗΣ (ΣΟΥΣΑΜΑΣ)
Ήταν σκληρός και αιμοβόρος, τραχύς, απότομος, δεν χάριζε τίποτε σε κανέναν. Δεν αδικούσε όμως και κανέναν. Στο λιοτρίβι ο Σπύρος ήταν πολύ σοβαρός στη δουλειά του. Δεν συμπαθούσε τους επιστάτες και τους ονόμαζε βδέλες. Μια χρονιά ήταν επιστάτης ο Προκόπης ο Λυμπέρης που ήταν σκληρός και έγραφε και τη μούργα για να φορολογηθεί ο ιδιοκτήτης. Την ώρα που στρωνόταν το προσωπικό πάνω στο λιοκούτσι, κάθισε λοιπό και ο Προκόπης, αλλά ο Σπύρος του είπε με ύφος άγριο: Ρε συ που πας να φας; Δούλεψες; Όχι! Παρ' τα μάτια σου και χάσου! Ο Προκόπης σηκώθηκε και έφυγε ύστερα από αυτή τη προσβολή.
Ο Σπύρος είχε παντρευτεί την Ελένη του Βασιλείου του Νόλη και έκανε παιδιά: Το Νικολό, τον Τάσο που σκότωσε τον ξάδερφό του (Κουλαντώνη), το Θανάση και τη Σοφία του Φίλιππα.
ΝΙΚΟΛΟΣ ΣΠΥΡΟΥ ΚΙΟΥΣΗΣ (ΝΙΚΟΛΑΤΣΗΣ)
Ήταν κοντός, αλλά πολύ προκομμένος, τίμιος και καλός νοικοκύρης. Είχε υπομονή στη δουλειά του και είχε φτιάξει ωραία κτήματα. Στο λιοτρίβι (το κοληγιακό Κιουσάνικο) ήταν καλός λιοτριβιάρης. Ήταν κτίστης και λίγο μαραγκός. Είχε παντρευτεί τη Δήμητρα του Παναγή του Κάλφα (Αλαή). Έκανε παιδιά: το Γιώργη (ήταν ναυτικός) τώρα κάτοικος Αλιβερίου, το Σπύρο στα Θαρρούνια, την Ελένη του Χαράλαμπου Παπαθανασίου και τη Λουκία που μένει στο Αλιβέρι.
ΘΑΝΑΣΗΣ ΣΠΥΡΟΥ ΚΙΟΥΣΗΣ (ΑΡΑΡΑΣ)
Ήταν τσοπάνης με τις πληγές στο στήθος από τις πολλές ψείρες του Ελληνοϊταλικού πολέμου που έλαβε μέρος. Είχε γυναίκα την Παναγιού του Μάγγα από το Τραχήλι και έκαναν παιδιά: Την Παρασκευή γυναίκα του Χρήστου του Παλόγου, τον Δημήτρη ηλεκτρολόγο στην Αθήνα, παντρεμένο με τρία παιδιά και την Ελένη παντρεμένη στα μέρη της Καρύστου με πολλά παιδιά.
ΓΕΝΑΡΧΗΣ ΤΩΝ ΚΙΟΥΣΗΔΩΝ (με αρ. 2)
Αυτός ήταν ο προπάππος του Γιώργη του Λιάρου. Ήταν Ηπειρώτης. Τον έφερε ο ξάδερφός του ο Καρανάσος. Αυτός θεμελίωσε την Κιουσάνικη γειτονιά και έδωσε τη σειριά του στο Παρθένι και στον Αγιάννη.
Ο γιος του ο Λιάρος (παρατσούκλι) είχε αδερφή τη Κότενα. Έκανε γιους το Χρήστο (Χρησαρά), τον Ηλία (Ελιάτση), τον Παναγή πατέρα του Ζέμπου. Από αυτούς καταλήξανε και στο χωριό Βρύση. Είχε ακόμη ένα γιο τον Κιτάνο (παρατσούκλι) και μία κόρη στην Παναγιά τη Θεονιά και τη Λιαρογιαννούλα. Τη γυναίκα του Λιάρου τη λέγανε Φλωρού ή Κερατσού και ακόμη ένα γιο τον Μπούρα (άκληρος). Αυτός πήρε ψυχογιό το Λίτη και τον έγραψε από Κουσερή σε Κιούση.
Ο Λίτης ήταν αδερφός του Αντωνιά του Γιώργη Κουσερή του Ράνιου ο πατέρας και του Κυρίμη. Ο Μπούρας είχε καλή κτηματική περιουσία και κοπάδι γίδια και τα στάλιζε στη θέση "Καβαλιανή", όπου ο βράχος πήρε το όνομά του : "ο βράχος του Μπούρα". Αυτός λοιπόν ήταν είναι ο προπάππος του Γιώργη του Λιάρου και έσπειρε την ΚΙΟΥΣΑΝΙΚΗ φυλή με αρ. 2.
Χρήστος Κιούσης 1ος γιος του Λιάρου (Χρησαράς)
Ο Χρησαράς ήταν μελαχρινός με χοντρή φωνή, μελισσουργός, με αθώα καρδιά, έλαβε μέρος στους πολέμους τους Βαλκανικούς, πήγε και στην Αμερική. Στην κατοχή πήρε μέρος όπως όλο το χωριό. Διετέλεσε πρόεδρος και στο τέλος της κατοχής στην επιτροπή που μοίραζε αλεύρι, ζάχαρη, κακάο, κονσέρβες κ.λ.π. Όπου έβαλε και αυτός το δακτυλάκι του και το έγλυψε! Είχε παντρευτεί τη Γαρυφαλλιά του Γιαννουλόγιαννη και γέννησαν την Ελένη, τον Κώστα, τον Αντώνη, το Γιώργη και τη Σταυρούλα. Ήταν και κυνηγός με θηλιές και έπιανε κουνάβια και λαγούς που υπήρχαν την εποχή εκείνη πάρα πολλοί. Στα Καλαμήγια εκεί που όργωνε το χωράφι του βρήκε μία πινιότα αρχαίας εποχής, ήταν μαζί με το Γιώργη τον Παλόγο (Γαλάνη). Νόμιζαν ότι βρήκαν θησαυρό αλλά ανοίγοντάς τον ευρέθη κενή! Δηλαδή άνθρακες ο θησαυρός!
Ηλίας Κιούσης 2ος γιος του Λιάρου (Ελιάτσης)
Και αυτός καλός άνθρωπος, με τα αστεία του ήταν πολύ ευχάριστος. Στο στρατό υπηρέτησε 7-8 χρόνια, Μακεδονία, Μικρά Ασία. Μου είχε διηγηθεί μία ιστορία: Μέσα στον πόλεμο της Μ. Ασίας, συνάντησε το Δημήτρη Κάλφα (Πασοτόμητσο). Ο Ηλίας είχε κατέβει σε ένα πηγάδι και γέμιζε παγούρια νερό. Εκεί πήγε και ο Κάλφας στο χείλος του πηγαδιού και του φώναξε: συνάδελφε σε παρακαλώ γέμισε και το δικό μου παγούρι! Πρόθυμος ο Ηλίας το γέμισε και όταν βγήκε επάνω είδε το φίλο του και χωριανό του και αγκαλιαστήκανε. Πήγε στη Βουλγαρία, στη Ρωσία και τραυματίστηκε στο στόμα. Έγινε όμως καλά και δεν του άφησε κουσούρι. Παντρεύτηκε δύο φορές. Η πρώτη γυναίκα ήταν από το Παρθένι και γέννησε μ' αυτή τον Κώστα (Παντή), το Γιώργη το Λιάρο και τον Βαγγέλη που πέθανε. Η δεύτερη γυναίκα του ήταν η Κατερίνα η Παναγιάρα, η οποία φέρθηκε σκληρά στα πρώτα παιδιά του Ηλία. Μ' αυτήν γέννησαν τη Δέσποινα, γυναίκα του Γιώργη Δ. Γιαννούλη, τη Βούλα του Λουκά Κάλφα. Η μεγάλη οικογένεια και η φτώχεια, έφερνε την γκρίνια και ο Κώστας δεν ήταν το καλό παιδί. Αργότερα δε ανέβηκε στο βουνό στην Εθνική Αντίσταση του ΕΑΜ όπου διακρίθηκε για τον αγώνα του λαού μας.
Ο Κιτάνος 3ος γιος του Λιάρου
Αυτόν δεν τον γνωρίσαμε, έφυγε νωρίς, αφήνοντας ορφανή την οικογένειά του. Μία πληροφορία τον έφερνε ως παλικάρι γερό και είχε παντρευτεί την Καλλιόπη κόρη του Δημήτρη Κ. Μολέ. Γέννησαν την Ελένη του Β. Βαρελά, τη Σοφία που πέθανε ελεύθερη, τη Μαρία υπηρέτρια στη Χαλκίδα στο δικηγόρο Κοσώνα, είχε άντρα το Γιώργη το Μιχελή (κουρέας) και τη Σταμάτω γυναίκα του Κ. Κουσερή γιο του Λαγουτιέρη.
Μπούρας 4ος γιος του Λιάρου
Ήταν άκληρος. Είχε πολλά γίδια προς την περιοχή Πλατύ στην τοποθεσία Καβαλιανή. Εκεί στο βράχο τα στάλιζε και πήρε το όνομά του (Όπως γράφω και πάρα πάνω). Αφού δεν είχε παιδιά πήρε το Δημήτρη Κουσερή του Αντωνιά αδερφό ως ψυγογιό και τον άφησε κληρονόμο και του έδωσαν το δικό τους επίθετο Κιούσης. Αυτός λοιπόν ο Δημήτρης πια Κιούσης ή Λίτης ήταν εργατικός, τίμιος, σωστός, με αρκετή περιουσία. Παντρεύτηκε Παρθενιάτισα τη Σεβαστή από του Κοττάδες. Ήταν πολυλογού και προκομμένη. Έβαζε τυρί στα δερμάτια, δεν έτρωγε καθόλου, το φύλαγε μέχρι τις απόκριες και το έδινε όσοι ζητούσαν ένα με δύο (Έδινε μία οκά και έπαιρνε δύο).
Στα αποράβδια ήταν πρώτη και καλύτερη. Το τέλος της ήταν να πέσει από μία ελιά και σκοτώθηκε. Γέννησαν 4 παιδιά: τον Παναγάτση, τον Λιτόγιωργη, τη Μαρία του Γ. Λυμπέρη και την Παναγιού γυναίκα του Βασιλαρά. Κάποτε στη γιορτή του Αγίου Δημητρίου πήρε μία παρέα ο Λίτης να τους φιλοξενήσει στο σπίτι του για τη γιορτή του. Μόλις τους είδε η κυρά Σεβαστή, έβαλε τις φωνές όπου πήραν οι φίλοι τα μάτια τους.
ΠΑΝΑΓΗΣ ΚΙΟΥΣΗΣ (ΠΑΝΑΓΑΤΣΗΣ)
Ήταν ψάλτης στο αριστερό αναλόγιο. Αισθανόταν περήφανος για τη θέση του αυτή. Δεν έκανε παιδιά. Γυναίκα του η Μαρία του Χρ. Κουσερή (Τσούπρη). Ήταν και οι δυο τους τσιγκούνηδες και καλοί νοικοκύρηδες. Θεωρούσε τον εαυτό του δίκαιο. Ήταν για πολλά χρόνια αγροφύλακας. Δεν χαριζόταν εύκολα και δεν έπαιρνε ψεύτικο όρκο. Έγινε και πρόεδρος για λίγο καιρό 1951-1952 και φέρανε τον αυτοκινητόδρομο στο χωριό. Η τσιγγουνιά του ήταν παροιμιώδης! Όταν αρρώστησε, παρεπονείτο γιατί πονώ; Τι του έκανα του Θεού;
ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΙΟΥΣΗΣ (ΛΙΤΟΓΙΩΡΓΗΣ)
Ήταν πολύ εργατικός, μερακλής και καλός οικογενειάρχης. Παντρεύτηκε τη Μαρία του Κεκότσια και πήρε χρηστή περιουσία. Γέννησε τα εξής παιδιά: Το Μήτσο, το Θανάση, το Χρήστο, τον Κώστα και την Κωνσταντινιά μοναχοκόρη. Διετέλεσε και αυτός γα ένα διάστημα αγροφύλακας. Σκοτώθηκε ταξιδεύοντας από Χαλκίδα σε Αλιβέρι, έπεσε το λεωφορείο στη θάλασσα της κακιάς σκάλας όπου πνίγηκε νέος, αφήνοντας γυναίκα και παιδιά ορφανά.
Ο γιος του Χρήστος παντρεύτηκε την Κατερίνα Κ. Γιαννούλη, έκαναν παιδιά το Γιώργη και τη Μαρία. Ο Χρήστος πέθανε νέος από καρδιακή προσβολή.
ΕΝΑΣ ΚΙΟΥΣΗΣ που δεν έχει σχέση με τους άλλους Κιούσηδες
Είναι ο παππούς της Πηνελοπίτσας γυναίκας του Θ. Κάλφα με παιδιά το Γιώργη, Κώστα. Αυτός λοιπόν είχε έρθει από την Κούλουρη, σύμφωνα με την ομολογία της εγγονής του Πηνελόπης. Είχε ξέδερφο τον Καρατζά. Ο πατέρας της Πηνελόπης είχε πάρει την Ερατώ, κόρη του Λυμπέρη (Τσανακά). Είχε ο Κουλουριώτης αυτός δύο ή τρεις κόρες. Η πρώτη ήταν γυναίκα του Βασίλη Μολέ (Κοψοχείλη) μάνα των Κουρκουρήδων η δεύτερη Κατερίνα παντρεύτηκε στις Παραμερίτες τον Μπαλόκα και η τρίτη Σοφία δεν παντρεύτηκε.
(Από τα βιβλία του Δημητρίου Κων. Μολέ-Τσουκαλά.
1. Δεκέμβριος 1987
2. Θαρρούνια. Ύμνος στο χωριό μου, Εύβοια 2010)





