Η Αυτού Θειοτάτη Παναγιότης ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης και
Οικουμενικός Πατριάρχης κυρός Ιωακείμ ο Γ΄. (1834-1912).
(Οικουμενικό Πατριαρχείο).

Ο κατά κόσμον Χρήστος Δεβετζής ή Δημητριάδης γεννήθηκε στο Βαφεοχώρι (Μπογιατζή-κιοΐ) της Κωνσταντινουπόλεως στις 18 Ιανουαρίου 1834. Το 1848 κατόπιν συστάσεως του Μητροπολίτου Κυζίκου Ιωακείμ προσελήφθη στην υπηρεσία του Μητροπολίτου Πωγωνιανής Αγαπίου, ο οποίος από τις αρχές του 1849 διέμενε στο Βουκουρέστι. Μετά την κοίμηση του Αγαπίου παρέμεινε στο Βουκουρέστι στην υπηρεσία του διαδεχθέντος τον Αγάπιο Μητροπολίτου Πωγωνιανής Νικάνδρου. Κατά την παραμονή στο Βουκουρέστι εξέμαθε τη Βλαχική γλώσσα. Στο Βουκουρέστι χειροτονήθηκε Διάκονος στις 10 Αυγούστου 1852 από τον Μητροπολίτη Πωγωνιανής Νίκανδρο. Το 1854 μετέβη στη Βιέννη όπου υπηρέτησε ως Διάκονος αρχικώς της ενορίας Αγίου Γεωργίου και κατόπιν μέχρι το 1860 στην ενορία Αγίας Τριάδος. Παράλληλα επιδόθηκε σε σπουδές και μελέτες και εξέμαθε τη γερμανική γλώσσα. Κατά την πρώτη Πατριαρχεία του γέροντός του Οικουμενικού Πατριάρχου Ιωακείμ του Β΄ (του από Κυζίκου) προσελήφθη στις 12 Νοεμβρίου 1860 στην Πατριαρχική αυλή ως Δευτερεύων των Πατριαρχικών Διακόνων. Στις 2 Μαρτίου 1863 κατά τη Θεία Λειτουργία της χειροτονίας του Μητροπολίτου Βιζύης Πλάτωνος χειροτονήθηκε και ο Ιωακείμ Πρεσβύτερος από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιωακείμ τον Β΄. Στις 3 Μαρτίου 1863 (Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως) προχειρίστηκε σε Μέγα Πρωτοσύγκελο των Πατριαρχείων. Στις 18 Ιουλίου 1863 μετά την παύση του Οικουμενικού Πατριάρχου Ιωακείμ του Β΄  παύθηκε και ο Μέγας Πρωτοσύγκελος Ιωακείμ ύστερα από πρόταση του τοποτηρητή Μητροπολίτη Ρασκοπρεσρένης Μελετίου. Έκτοτε ιδιώτευε. Στις 11 Δεκεμβρίου 1864 χειροτονήθηκε στον Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι της Κωνσταντινουπόλεως Μητροπολίτης Βάρνης. Τη χειροτονία τέλεσε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Σωφρόνιος ο Γ΄, συμπαραστατούμενος από 9 Συνοδικούς Αρχιερείς. Στις 9 Ιανουαρίου 1874 κατά τη δεύτερη Πατριαρχεία του Ιωακείμ του Β΄ εξελέγη Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Στις 4 Οκτωβρίου 1878 εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης διαδεχθείς τον κοιμηθέντα γέροντά του. Στις 30 Μαρτίου 1884 παραιτήθηκε εξαιτίας επιπλοκών κατά την προσπάθεια επίλυσης του λεγόμενου προνομιακού ζητήματος. Αποσύρθηκε αρχικά στην οικία του στο Βαφεοχώρι και εν συνεχεία στο Κελί του Μυλοποτάμου στο Άγιον Όρος. Από εκεί κλήθηκε για δεύτερη φορά στον Οικουμενικό Θρόνο στις 25 Μαΐου 1901. Εκοιμήθη στην Κωνσταντινούπολη στις 13 Νοεμβρίου 1912 προσβληθείς από πνευμονία.

Αναθεώρηση: Τετάρτη, 20 Απριλίου 2022.