Η Αυτού Θειοτάτη Παναγιότης ο Αρχιεπίσκοπος πρώην Κωνσταντινουπόλεως,
Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης κυρός Κωνσταντίνος ο Ε΄. (1833-1914).
(Οικουμενικό Πατριαρχείο).

Ο κατά κόσμον Κωνσταντίνος Βαλιάδης γεννήθηκε στο χωριό Βέσσα της Χίου τον Νοέμβριο του 1833. Υπό την προστασία του Μητροπολίτου Χίου Σωφρονίου εστάλη το 1852 στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, από την οποία αποφοίτησε το 1857. Μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε ως δάσκαλος στη Σινώπη του Πόντου αλλά για λόγους υγείας αναγκάστηκε να αναχωρήσει από εκεί το 1858 και μετέβη στην Κωνσταντινούπολη και κατόπιν στην Αθήνα. Τον Μάιο του 1862 μετέβη στην Αμισό (Σαμψούντα) και τοποθετήθηκε Γραμματέας του Μητροπολίτου Αμασείας Σωφρονίου. Μετά την άνοδο του τελευταίου στον Οικουμενικό Θρόνο το 1863 ο Κωνσταντίνος τον ακολούθησε στην Κωνσταντινούπολη. Στις 6 Φεβρουαρίου 1864 χειροτονήθηκε Διάκονος από τον γέροντά του, Οικουμενικό Πατριάρχη πλέον Σωφρόνιο. Υπηρέτησε ως ιδιαίτερος Γραμματέας του Οικουμενικού Πατριάρχη Σωφρονίου παρόλο που του προσφέρθηκαν οι θέσεις του Αρχιγραμματέα της Ιεράς Συνόδου και του Μεγάλου Πρωτοσυγκέλου. Μετά την αποχώρηση του Σωφρονίου από τον Οικουμενικό Θρόνο το 1866 ο Διάκονος Κωνσταντίνος τον ακολούθησε και ιδιώτευε κοντά του εργαζόμενος ως Γραμματέας του. Το 1868 με έξοδα του γέροντός του μετέβη για ευρύτερες σπουδές στο Στρασβούργο της Γαλλίας, την Ελβετία και τέλος τη Χαϊδελβέργη της Γερμανίας. Τον Αύγουστο του 1872 επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη και μετείχε ως Γραμματέας στις εργασίες της Μεγάλης Συνόδου, η οποία καταδίκασε το Βουλγαρικό σχίσμα. Μετά το τέλος της Συνόδου ακολούθησε τον γέροντά του Πατριάρχη Αλεξανδρείας πλέον Σωφρόνιο στην Αίγυπτο. Ωστόσο για λόγους υγείας αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αίγυπτο και επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη τον Μάιο του 1873. Ακολούθως προσελήφθη στα Πατριαρχεία ως ιδιαίτερος Γραμματέας του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιωακείμ του Β΄ και κατόπιν από τις 16 Ιανουαρίου 1874 ως Αρχιγραμματέας της Ιεράς Συνόδου. Στις 30 Ιανουαρίου 1874 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιωακείμ τον Β΄. Στις 30 Ιανουαρίου 1876 χειροτονήθηκε στον Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι της Κωνσταντινουπόλεως Μητροπολίτης Μυτιλήνης. Τη χειροτονία τέλεσε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ ο Β΄, συμπαραστατούμενος από τους Μητροπολίτες Καισαρείας Μεθόδιο, Κυζίκου Νικόδημο, Νικαίας Ιωαννίκιο, Χαλκηδόνος Καλλίνικο, Τυρνόβου Γρηγόριο, Λαρίσης Νεόφυτο, Λήμνου Ιωακείμ, Σισανίου Αμβρόσιο και Κώου Γερμανό. Σεβάστηκε μεχρι κεραίας τους Εθνικούς Κανονισμούς και αρνήθηκε να παραβιάσει και την ελάχιστη διάταξη του παρά τις πιέσεις που κατά καιρούς δέχτηκε ως Συνοδικός. Ήταν υποψήφιος για το Πατριαρχικό αξίωμα κατά τις Πατριαρχικές εκλογές του 1884, του 1887 και του 1891. Στις 30 Απριλίου 1893 εξελέγη Μητροπολίτης Εφέσου έχοντας συνυποψηφίους τους Μητροπολίτες Αμασείας Άνθιμο και Αδριανουπόλεως Κύριλλο. Στις 2 Απριλίου 1897 εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης. Στις 30 Μαρτίου 1901 (Μεγάλη Παρασκευή) παύθηκε, χωρίς να υποβάλει έστω και τυπική παραίτηση, με απόφαση της Υψηλής Πύλης κατόπιν ραδιουργιών οπαδών του Πατριάρχου π. Κωνσταντινουπόλεως Ιωακείμ. Έκτοτε εφησύχαζε στη Χάλκη όπου και εκοιμήθη συνεπεία διαβητικής νόσου στις 27 Φεβρουαρίου 1914.

Αναθεώρηση: Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2021.