Print
Hits: 1407

Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΚΑΙ ΤΑ ΧΩΡΙΑ

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΚΑΙ ΤΑ ΧΩΡΙΑ

ΤΗΣ ΠΑΛΙΑΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΡΟΔΟΒΑΝΙΟΥ

Το κείμενο αυτό γράφεται, για να τιμήσω και εγώ την επέτειο, την οποία εορτάζομε σήμερα, τα εκατό χρόνια από την ίδρυση στα 1906 του «Φιλοπρόοδου Συλλόγου Ελύρου», και την προσφορά του στα χωριά μας. Ο Σύλλογος ιδρύθηκε, για  να βοηθήσει τον τόπο, ο οποίος μόλις εβγήκε από τη μακροχρόνια δουλεία επτά αιώνων, μια δουλεία σε δύο εξίσου σκληρούς και απάνθρωπους κατακτητές της Κρήτης, τους Βενετούς (1211-1669) και τους Τούρκους (1669-1898. Οι τελευταίοι Τούρκοι, όπως ξέρομε, έφυγαν από το Σέλινο με τη συνοδεία στρατιωτικών αγημάτων των ξένων δυνάμεων, Άγγλων, Γάλλων, Ιταλών, Γερμανών και Ρώσων την 1 Μαρτίου 1898 και οριστικά από την Κρήτη με την ανταλλαγή των πληθυσμών στα 1923). Εκείνη την εποχή (γύρω στα 1900) ολόκληρη η Κρήτη είχε ανάγκη ολοκληρωτικής ανασυγκρότησης, εκσυγχρονισμού, προσαρμογής στα νέα δεδομένα, προπάντων εκπαίδευσης και παιδείας, αλλά και να αγωνιστεί για την εθνική αποκατάστασή  της, την ένωση με την μητέρα Ελλάδα. Στο πλαίσιο αυτό σ? ολόκληρη την Κρήτη ιδρύονται σύλλογοι και σωματεία για τους σκοπούς αυτούς και μεταξύ αυτών και ο « Φιλοπρόοδος Σύλλογος Ελύρου». Δεν θα πω περισσότερα για το θέμα, γιατί άλλοι το ίδιο ικανοί με εμένα πνευματικοί άνθρωποι έχουν αναλάβει να κάμουν αυτό. Οι σημειώσεις, ο οποίες ακολουθούν, αν και στηρίζονται στην βαθειά και πλατειά μελέτη του θέματος, σκοπόν έχουν να παρουσιάσουν τα όσα ξέρομε για την τοπική μας ιστορία και κυρίως κατά την αρχαία περίοδο και τα βυζαντινά χρόνια. Το κείμενο αυτό, όπως και αυτό για τις βυζαντινές μας εκκλησίες, είναι παραπλήσιο,  το ίδιο σχεδόν, με τα κείμενα, τα οποία έγραψα και συνοδεύουν το Ημερολόγιο του  «Πολιτιστικού Συλλόγου της τέως Κοινότητας Ροδοβανίου: Η Αρχαία Έλυρος» του έτους 2003 και δύο κείμενα, τα οποία συνέταξα με την ευκαιρία του ετήσιου χορού στην Αθήνα του Συλλόγου, για να μάς γνωρίσουν οι ξένοι φίλοι μας και να γνωρίσουν τα παιδιά μας, αποκομμένα ως ένα βαθμό από τον τόπο μας, τον τόπο, τα όσα ξέρομε για την ιστορία του και τους ανθρώπους του, όταν το τελευταίο είναι μπορετό. Δεν έχει το κείμενο αυτό σκοπό να λύσει τα μεγάλα προβλήματα, τα οποία αφορούν την ιστορία της αρχαίας Ελύρου και του τόπου ή την ιστορία μας  κατά την βυζαντινή περίοδο (330 περίπου-1211 μ.Χ.), την Βενετοκρατία (1211-1669) και την Τουρκοκρατία (1669-1898), γιατί αυτά χρειάζονται μεγάλη μελέτη και λείπουν οι πηγές πληροφόρησής μας. Το κυριότερο δεν έχουν γίνει ανασκαφές των αρχαίων πόλεων του τόπου μας και τα όσα ξέρομε με βεβαιότητα στηρίζονται σε κάποιες σποραδικές πληροφορίες ιστορικών της αρχαιότητας ή βυζαντινών, σε κάποιες επιγραφές, σε τοπικές παραδόσεις, που δεν απέχουν πολύ από το παραμύθι, και επιφανειακές μελέτες του χώρου. Επίσης δεν θα χρησιμοποιήσω καθόλου βιβλιογραφία και υποσημειώσεις, δηλ. από πού παίρνω τις πληροφορίες μου. Μέσα στο κείμενο βέβαια θα περιλάβω μερικά ονόματα επιστημόνων, από τους οποίους παίρνω μερικές  πληροφορίες, για τα βυζαντινά μας όμως μνημεία στηρίζομαι μόνον στις προσωπικές μου μελέτες.

Πότε ήλθαν οι πρώτοι άνθρωποι και εγκαταστάθηκαν στον λόφο της Κεφάλας, όπου είναι θαμμένη η Έλυρος, δεν ξέρομε και όσα λέγονται στηρίζονται στον μύθο ή στα λίγα ερείπια, που βλέπομε και σήμερα, τα οποία δεν είναι όλα τις ίδιας εποχής και τα περισσότερα ανήκουν στους ρωμαϊκούς χρόνους (67 π.Χ.-330 μ. Χ.) και στους πρώτους βυζαντινούς αιώνες (330 ? 7ος και 8ος μ.Χ. αιώνας περίπου) ή τυχαία αρχαία ευρήματα. Μόνον όταν γίνουν συστηματικές ανασκαφές, θα μάθομε περισσότερα. Η Έλυρος κατά τους αρχαίους, τους ρωμαϊκούς, τους πρώτους βυζαντινούς χρόνους και μέχρι την Αραβοκρατία θα ακολουθούσε την ιστορική πορεία και των υπολοίπων πόλεων της Κρήτης, αν και μόνον το όνομά της ξέρομε από τις πηγές, κυρίως επιγραφές και άλλες έμμεσες μαρτυρίες. Δεν μπορεί όμως η πόλη να ιδρύθηκε μετά την Κάθοδο των Δωριέων και στην Κρήτη, δηλ. γύρω στα 1000 ή λίγο αργότερα, όπως συμπεραίνομε από τον μύθο του θεού Απόλλωνα. Ο ίδιος ο μύθος και η παρουσία προϊστορικών ονομάτων και πόλεων στην περιοχή:  Ζυμπρούς, Μάζα, Υρτακίνα, Λισσός, πιθανότατα Συΐα, αλλά και Έλυρος, κατά τελευταίες απόψεις, το ίδιο το όνομα της επαρχίας: Σέλινο, η ύπαρξη ορυχείων χαλκού και χρυσού στον Καμπανό, τα Τεμένια, την Κάντανο και τη Σκλαβοπούλα (Πωλ Φωρ-Γ. Τσουγκαράκης), αλλά και κινητά ευρήματα, που είδα στα παιδικά μου χρόνια, δεν ξέρω όμως την τύχη των, μάς κάνουν να θεωρήσομε λογικό ότι οι πρώτοι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν στην Κεφάλα μια δυο χιλιάδες χρόνια πριν φθάσουν οι Δωριείς και υπήρχε σημαντική εγκατάσταση προϊστορική, όπως και στις άλλες περιοχές της Κρήτης, όπου αναπτύχθηκε ο Μινωικός και Μυκηναϊκός Πολιτισμός. Εξάλλου η Έλυρος, όπως και οι άλλες πόλεις γύρω της και τα λιμάνια Λισσός, Συΐα, Ποικιλασσός  και παραπέρα η Τάρρα, σήμερα στα Σφακιά, αποτελούσαν όμως στα αρχαία χρόνια ενιαίο χώρο, ήταν ανοικτή προς την Αφρική και την Ανατολή, τις μεγάλες κοιτίδες του αρχαίου πολιτισμού και τις πλούσιες πηγές πρώτων υλών. Αυτά βέβαια θα μάθομε καλύτερα, μόνον όταν και η Έλυρος έχει την τύχη να αναστηθεί από την  αρχαιολογική σκαπάνη. Μέχρι τότε λοιπόν ας περιοριστούμε στην αρχαία παράδοση και στον μύθο, στον οποίο κάνει σύντομη αναφορά ο Παυσανίας.

Ο αρχαίος περιηγητής, ο οποίος παίρνει τις πληροφορίες του από τους ιερείς του Μαντείου των Δελφών, μάς πληροφορεί με  δύο λόγια ότι και στον καιρό του (2ος αιώνας μ.Χ.) υπήρχε στα βουνά της Κρήτης η Έλυρος με την ευκαιρία της περιγραφής ενός αφιερώματος των ελυρίων στο Μαντείο των Δελφών: Το άγαλμα μιας χάλκινης αίγας, την οποία εθήλαζαν ο Φυλακίδης και ο Φίλανδρος, δύο νήπια, παιδιά του Απόλλωνα και της κόρης του Μίνωα  Ακακαλλίδας ή Ακάλλης, στην πραγματικότητα όμως μιας αρχαίας θεάς μινωίτισσας, που εξέπεσε και έγινε νύμφη και ταυτίζεται από μερικούς μυθογράφους με την Άρτεμη, αργότερα δε έγινε κόρη του Μίνωα. Η Ακακαλλίδα, «η κυρά με τον νάρκισσο» ή «το λουλούδι του ναρκίσσου», όπως μεταφράζεται το όνομα, φυσικά είναι μια παράξενη μυθική προσωπικότητα και θεωρείται από τους μυθογράφους μητέρα των ιδρυτών πέντε το λιγότερο κρητικών πόλεων: Ελύρου, Τάρρας, Κυδωνίας,  Οάξου, Μιλάτου. Τους ήρωες, ιδρυτές αυτών των πόλεων, εγέννησε η τρίτη κόρη του Μίνωα η «?Ακακαλλίς, η «Ίρις»,  και ανάστησε μαζί με αίγες, σκύλες και λύκαινες» (Πωλ Φωρ). Την Ακακαλλίδα, όπως πιθανότατα διηγούνταν και στην εποχή του  Παυσανία (2ος αιώνας μ.Χ.) οι ιερείς του Μαντείου των Δελφών  και εκείνος μάς διηγείται με τη σειρά του (Παυσανίας. Βιβλίο 10,16,5), εγνώρισε ο Απόλλωνας στο σπίτι του Καρμάνορα, μεγάλου ιερέα και καθαριστή, στην Τάρρα, όπου ο Θεός κατέφυγε, για να τόν καθαρίσει από την αμαρτία για τον φόνο του αρχαίου φιδοθεού, κυρίου του Μαντείου των Δελφών, του Πύθωνα, τον οποίο ο Απόλλωνας σκότωσε και τού πήρε το Μαντείο (Παυσανίας, 2.7,7). Βλέπετε στους παλιούς καιρούς εκείνους οι θεοί και οι άνθρωποι ζούσαν μαζί, είχαν ανάγκη ο ένας τον άλλο και επειδή και οι θεοί αμάρταναν, είχαν ανάγκη τους ανθρώπους, για να τούς καθαρίσουν από τις αμαρτίες των και να συγχωρηθούν. Αυτή τη δουλειά έκαναν σοφοί και άγιοι της εποχής, που με προσευχές και καθαρμούς απάλλασσαν, συγχωρούσαν τις αμαρτίες ακόμη και των θεών. Ένας από τους πιο ονομαστούς καθαρτές μαζί με τον Επιμενίδη στην αρχαιότητα είναι και ο Καρμάνορας, όπως μάς διηγούνται οι αρχαίοι μύθοι και στον οποίο αναφέρεται και ο Παυσανίας, ο οποίος άκουσε τις ιστορίες από τους ιερείς του Μαντείου των Δελφών (Παυσανίας, 2,30,3, όπου αναφέρεται για την εγγονή του τη Βριτόμαρτη ή Δίκτυννα, και 10,7,2, για τον γιο του τον Χρυσόθεμη, πρώτο νικητή σε μουσικό αγώνα στα Πύθια). Ένας άλλος μεγάλος νομοθέτης, καθαρτής-ιερέας και ποιητής και μουσικός, που καθάρισε από λοιμό τη Σπάρτη ήταν ο ελύριος Θαλήτας (7ος αιώνας π.Χ.), όπως μας πληροφορεί η εγκλοπαίδεια «Σούδα», όσο κι αν τον ποιητή διεκδικεί και η Γόρτυνα παίρνοντας την πληροφορία από τον Παυσανία, ο οποίος μάς λέγει ότι  κάποιος συγγραφέας Πολύμνηστος από τον Κολοφώνα, πόλη της Μ. Ασίας, του οποίου το έργο έχει χαθεί, λέγει ότι ο Θαλήτας ήταν από τη Γόρτυνα (Παυσανίας 1,14,4). Από τον ίδιο πιθανώς παίρνει την πληροφορία για τον Θαλήτα και ο Πλούταρχος και οι άλλοι συγγραφείς, μερικοί  μάλιστα από τους οποίους λένε ότι ήταν από την Κνωσσό. Θα πρέπει όμως πάντοτε, όταν μιλούμε για θέματα, όπως αυτό του Θαλήτα και πολλά άλλα, ότι οι πηγές μας συνήθως είναι πτωχότατες και πολλές φορές αντιφατικές και παίζει ρόλο και το πόσο γνωστή είναι μια πόλη ή ένα πρόσωπο, πράγμα, που συντελεί, πολύ χαρακτηριστικό γνώρισμα μάλιστα στους αρχαίους, να αποδίδομε πράγματα στον περισσότερο γνωστό, όπως ήταν η Γόρτυνα, και όχι στον λιγότερο, όπως η Έλυρος, γιατί «?σε περιπτώσεις αβεβαιότητας η κοινή γνώμη επιλέγει την πιο φημισμένη πόλη» (Ρόμπερτ Πάσλεϋ), όπως έγινε και γίνεται και με τον ελύριο Θαλήτα.

Οπωσδήποτε η περιοχή της Ελύρου και των άλλων πέντε πόλεων: Τάρρα, Ποικιλασσός, Συΐα, Λισσός, Υρτακίνα, αποτελούσαν ένα σύνολο πόλεων, όποιο κι αν ήταν το μέγεθός των, οι οποίες συνδεόταν με στενότατους θρησκευτικούς, πνευματικούς, πολιτικούς και οικονομικούς δεσμούς, είχαν κοινό νόμισμα, ήταν δηλ. μια μικρή Ευρωπαϊκή Ένωση στην εποχή των, αν  όχι από τα μινωικά χρόνια ή παλαιότερα. Αυτό δείχνουν ο μύθος και η λατρεία του Απόλλωνα και της Βριτόμαρτης-Δίκτυννας με θρησκευτικό κέντρο τη Λισσό, όσα διηγούνται για τον Καρμάνορα, τον Θαλήτα, οι κοινοί τόποι λατρείας και η συνεχής παράδοση. Παρά το ότι οι ανασκαφές και η αρχαιολογική έρευνα στους χώρους αυτούς είναι ατυχώς ακόμη ευκαιριακές και η πληροφόρησή μας τουλάχιστον για τις δύο σπουδαιότερες πόλεις, την Έλυρο και την Υρτακίνα, στηρίζεται σε τυχαία ευρήματα, νομίσματα και επιφανειακές παρατηρήσεις, (Για τις υπόλοιπες πόλεις δεν είναι σπουδαιότερες οι έρευνες. Η ανασκαφή μεγάλου οικήματος και η εύρεση υαλουργείου στην Τάρρα, η ανασκαφή της βασιλικής των Αγίων Παντελεήμονα και Δημητρίου στη Συΐα, του Ασκληπιείου στη Λισσό δεν αρκούν.), ή στηρίζονται σε πληροφορίες αρχαίων και νεωτέρων (μετά το 1500 μ.Χ. κυρίως) συγγραφέων, κυρίως περιηγητών, οι οποίοι συνήθως αντιγράφουν ο ένας τον άλλον. Μόνον αν στηριχθούμε στον μύθο  πρώτα πρώτα και τη λατρεία του Απόλλωνα  και της Βριτομάρτιδας, μπορούμε να έχομε ένα σταθερό πλαίσιο, αλλά και μια καλή αφετηρία για τον έλεγχο του κύρους των απόψεών μας και για να ενδιαφερθεί η Αρχαιολογική Υπηρεσία και για την ξεχασμένη αυτή περιοχή, ξεκινώντας μάλιστα από τα σωζόμενα και ορατά και σήμερα αρχαία κατάλοιπα. Όταν μάλιστα όλα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω στηρίζονται και από το κύρος του Μαντείου των Δελφών και αν  λάβομε υπόψη μας ότι και το όνομα Έλυρος είναι προελληνικό όνομα, όπως υποστηρίζει ένας από τους σημαντικότερους ερευνητές της κρητικής ιστορίας, ο Πωλ Φωρ, που δημοσιεύει πίνακα με 93 προελληνικά ονόματα κρητικών πόλεων, από τον οποίο πίνακα λείπει μόνον το όνομα της Ποικιλασσού ή Ποικιλασσίου, οι απόψεις μας για την Έλυρο παίρνουν άλλους δρόμους.

Πέρα από τα παραπάνω οι ιστορικές πληροφορίες, τις οποίες έχομε για την Έλυρο και τις άλλες πόλεις είναι ευκαιριακές και τυχαίες. Ξέρομε βέβαια ότι, όπως όλες οι πόλεις της Κρήτης, η Έλυρος καλούνταν και συμμετείχε στους Πανελλήνιους Αγώνες και ότι τον 5ον αιώνα ο Δάμιππος ενίκησε στον δρόμο στους Ολυμπιακούς αγώνες, ότι το Κοινό των Ορείων πιθανώς κάνει την εμφάνιση του στο τέλος του 5ου αιώνα, αν και μαρτυρείται για πρώτη φορά το 293/2. Στο Κοινό, που συμμετείχαν όλες οι πόλεις της περιοχής, είχε θρησκευτικό κέντρο τη Λισσό, κοινό νόμισμα και φαίνεται να έζησε και αργότερα, αφού το όνομα «Όρειοι», βουνίσιοι, έφτασε μέχρι και τη Βενετοκρατία και αποτελούσε το όνομα της επαρχίας Σελίνου πιθανώς, όπως θα πω και στη συνέχεια. Το Κοινό είχε σχέσεις με τη Αφρική (Αίγυπτος-Λιβύη), μια δε επιγραφή, που βρέθηκε στη Λισσό αναφέρεται σε συμμαχία με το βασιλιά της Κυρήνης Μάγα (Inscriptiones Creticae, II, XVII,1). Μέσα στην ιστορική πραγματικότητα της Κρήτης, που χαρακτηρίζεται από τους συνεχείς εμφυλίους πολέμους και τις συνεχείς αλλαγές συμμαχιών μεταξύ των κρητικών πόλεων, αλλά και των ξένων δυνάμεως (Ελληνιστικών Κρατών της Ανατολής, που δημιουργήθηκαν μετά το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου το 323 π.Χ.), και η Έλυρος και οι άλλες πόλεις δεν μπορεί παρά να συμμετείχαν στους συνεχείς εμφυλίους ή όχι πολέμους και στις ευκαιριακές συμμαχίες και ελύριοι να πολεμούσαν με άλλους κρητικούς μισθοφόρους στα διάφορα αντίπαλα στρατόπεδα. Οι κρητικοί ήταν, όπως ξέρομε, φημισμένοι πολεμιστές, κυρίως τοξότες, και το τόξο ήταν το εθνικό όπλο των ακόμη και όταν πολύ αργότερα διαδόθηκαν τα πυροβόλα όπλα, όπως μάς πληροφορούν και βενετοί αξιωματούχοι στον 16ον-17ον αιώνα μ. Χ. (Μοτσενίγο). Ξέρομε τυχαία ένα δύο ονόματα ελυρίων μισθοφόρων στον στρατό των Πτολεμαίων, επίσης ότι το 183 π. Χ. η Έλυρος με 31 ακόμη κρητικές πόλεις συμμαχεί με τον Ευμένη Β΄, βασιλιά της Περγάμου. Στα 221 οι Όρειοι συνεργάζονται με τη Λύττο στον πόλεμο με την Κνωσσό και Γόρτυνα, οι οποίες προσπαθούσαν να υποτάξουν στην εξουσία των ολόκληρη την Κρήτη. Στα  330-326 π. Χ. και την Κρήτη πλήττει μεγάλη σιτοδεία και μεταξύ των πόλεων, που παίρνουν σιτάρι για βοήθεια, όπως μάς πληροφορεί μια επιγραφή από την Κυρήνη, είναι η Έλυρος και η Υρτακίνα, πράγμα, που δείχνει ότι οι πόλεις ανήκαν στον φιλομακεδονικό συνασπισμό, καλύτερα στον Πανελλήνιο Συνασπισμό υπό τον Μ. Αλέξανδρο, που πολεμούσε εναντίον των Περσών. Εκτός αυτές τις λίγες ιστορικές πληροφορίες, που τυχαία έφτασαν μέχρι τις ημέρες μας, πρέπει να υποθέσομε ότι οι Όρειοι ανήκαν στο Κοινό των Κρηταίεων, μιαν ένωση των κρητικών πόλεων, την οποίαν άλλοι τοποθετούν στον 5ον, άλλοι στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. Την λειτουργία του Κοινού δεν ξέρομε ακριβώς, φαίνεται όμως ότι συνετέλεσε πολλές φορές στη διευθέτηση πολλών προβλημάτων και εμφυλίων πολέμων, που αποτελούσαν κανόνα για την Κρήτη, μεταξύ των πόλεων. Το 67 π.Χ. και η Έλυρος και οι Όρειοι ακολούθησαν την μοίρα της υπόλοιπης Κρήτης και υποτάχθηκαν στους Ρωμαίους. Μόνη πληροφορία, που έχομε για την πόλη την περίοδο αυτή είναι αυτή του Παυσανία (2ος αιώνας μ.Χ.), που μάς λέγει ότι υπάρχει ακόμη στα βουνά της Κρήτης μια πόλη η Έλυρος και μάς διηγείται σύντομα για τους ιδρυτές της Ελύρου, τους γιους του Απόλλωνα και της Ακακαλλίδας. Το όνομα  της πόλης θα ξαναβρούμε  στον Συνέκδημο του Ιεροκλή (528/35), όπου απαριθμούνται οι 22 πόλεις της Κρήτης, που ίσως υπήρχαν τότε, και θα ξαναβρούμε το όνομα και στις αρχές του 9ου αιώνα, όταν αναφέρεται ότι είναι έδρα επισκοπής. Δεν είναι όμως βέβαιο ότι υπήρχε η πόλη. Ίσως ένα κάστρο υπήρχε στη θέση της (σε λίγο θα έλθουν οι Άραβες), όπως και αργότερα μέχρι την κατάκτηση της Κρήτης από τους Βενετούς (1211). Παρά το ότι σ? όλους τους καταλόγους των εκατό κρητικών πόλεων, που ξέρομε από τη Βενετοκρατία (1211-1669), υπάρχει η Έλυρος, κανείς δεν ξέρει, πού βρίσκεται. Ακόμη και  όταν το 1591 επισκέφθηκε την πόλη ο αρχιτέκτονας, αρχαιολόγος και μερικά άλλα Onorio Belli, γιατρός του Γενικού Προβλεπτή Alvise Grimani, φαίνεται ότι εντυπωσιάστηκε από τα σωζόμενα ακόμη ερείπια και μνημεία της πόλης, μίλησε για το μέγεθός της, ταύτισε όμως την πόλη με την Πολυρρήνια, πόλη της Κισάμου. Δεν σώθηκε ή δε βρέθηκε ακόμη ολόκληρο το έργο του Belli και δεν ξέρομε αν έκαμε και ανασκαφές, όπως είναι πιθανό, και ίσως κάποια από τα αγάλματα, που ξέρομε σήμερα ως «Αγάλματα Grimani» (Βιέννη-Βενετία), προέρχονται από την Έλυρο. Ξεχάστηκε λοιπόν η θέση της πόλης σ? ολόκληρη τη Βενετοκρατία και την Τουρκοκρατία, γιατί βρισκόταν μακριά από τα παράλια και τους δρόμους της εποχής. Γι? αυτό θα πρέπει να περιμένομε τον Robert Pashley  το 1833 να αναστήσει την Έλυρο. Θα τόν ακολουθήσουν άλλοι αρχαιολόγοι στη συνέχεια, οι πληροφορίες όμως, που μάς δίδουν, στηρίζονται σε επιφανειακές παρατηρήσεις, τυχαία ευρήματα και τη μελέτη των νομισμάτων και κάποιων επιγραφών. Μόνον όταν συστηματικές ανασκαφές γίνουν και αν γίνουν κάποτε, θα μάθομε τί  ήταν η Έλυρος και οι άλλες πόλεις, που αποτελούσαν το Κοινό των Ορείων. Μέχρι τότε ας αρκούμαστε και ας σεβόμαστε ό,τι αφήσαμε και σώζεται από αυτή, ας μη φανούμε νέοι βάνδαλοι και ας μην εξαφανίσομε ό,τι σώζεται, σεβόμενοι και τον ένα από τους σκοπούς, για τους οποίους ιδρύθηκε ο «Φιλοπρόοδος Σύλλογος Έλύρου» το 1906, την επέτειο του οποίου εορτάζομε σήμερα. Ας αρκούμαστε ακόμη στο παραμύθι, που μάς διηγούνταν οι παππούδες και οι γονείς μας, για τον βασιλιά Ελύριο, τα πλούτη και τα μεγαλεία του, τον ρωμαίο Πομπήιο, που παντρεύτηκε την όμορφη ελύρια και δώρισε στην πόλη το θέατρό της, τον Αγρίλιο και άλλες ιστορίες για στοιχειά και θησαυρούς, ωραία ασφαλώς παραμύθια, όχι όμως και ιστορία.

Πότε ιδρύθηκαν τα χωριά μας και ποια ήταν τα πρώτα ονόματά των δεν ξέρομε. Διάφοροι οικισμοί υπήρχαν στο ανατολικό Σέλινο βέβαια και όταν υπήρχε και άκμαζε η Έλυρος. Δεν ξέρομε επίσης πότε η επαρχία ονομάστηκε Σέλινο. Η πιο διαδεδομένη θεωρία είναι ότι η επαρχία ονομάστηκε Σέλινο, όταν κτίστηκε το βενετσιάνικο καστέλλι στην θέση της σημερινής Παλαιόχωρας, το Castel Selino των Βενετών. Η Παλαιόχωρα δεν υπήρχε πριν το 1900. Το Καστελλι Σέλινο κτίστηκε γύρω στα 1282 από τον Μαρίνο Γραδόνικο, στρατηγό τότε, που κατάπνιξε τα τελευταία υπολείμματα της επανάστασης των Χορτατζών, η οποία συνεχιζόταν στη Δυτ. Κρήτη μέχρι τότε και τέλειωσε με τη συνθήκη της Σαρακινουπόλεως (της Σαρακίνας;), όπως μάς διηγείται αόριστα μια βενετσιάνικη πηγή της εποχής. Το όνομα Σέλινο όμως η επαρχία  ίσως είχε από πολύ παλιά. Πιθανώς το όνομα σώζει παρεφθαρμένο το όνομα της Ελύρου και προήλθε για πολλούς από τη φράση « εις Έλυρον» (= ο τόπος στα μέρη της Ελύρου) με μια σειρά αλλαγές στην φράση (Εις Έλυρον-Σέλυρον-Σέλυνον) και με  ορισμένες φωνητικές αλλαγές, πιθανώς όμως είναι και αυτό προϊστορικό όνομα από μια λέξη, τη ρίζα της οποίας βρίσκομε και στη λέξη Σελήνη (Πωλ Φωρ). Γι? αυτό προτείνεται να γράφεται Σέλυνο ή Σέληνο και όχι Σελινο. Στις βενετικές πηγές, έγγραφα, ιστορίες κλπ., η επαρχία είναι γνωστή με τη λέξη Αρνά, Άρνα, Ναρνά, λέξη, που κατάγεται από τη λέξη «τα Ορεινά», όπως, φαίνεται. Βλέπομε λοιπόν ότι τα αρχαία ονόματα Ορεινά και Έλυρος μάλλον δεν χάθηκαν ποτέ. Ήξεραν όμως οι κάτοικοι της επαρχίας και οι πρόγονοί μας περί τίνος πρόκειται; Δεν τό ξέρομε. Τα χωριά μας πάντως πρώτη φορά συναντούνται με τα ονόματα, που τά ξέρομε σήμερα, στις απογραφές και τα έγγραφα των βενετών από το 1577 και ύστερα (Το Ροδοβάνι και το 1563). Δεν υπήρχαν παλαιότερα; Αυτό είναι αδύνατο. Όλα τα χωριά του Σελίνου, και τα δικά μας, πρέπει να πρωτοπαρουσιάστηκαν μετά το τέλος του αστικού βίου στην περιοχή, τέλος, που άρχισε από τον 6ον-7ον αιώνα μ.Χ. και ολοκληρώθηκε κατά την Αραβοκρατία (μετά το 827-961) με την εξαφάνιση των πόλεων. Πώς όμως ονομάζονταν στην αρχή δεν ξέρομε. Το μόνο πιθανό είναι ότι το όνομα Ροδοβάνι πρέπει να είναι το αρχαιότερο, αφού το όνομά του πήρε το χωριό από κάποιον Ροδοβάνη, στρατιώτη ή άποικο, που έφερε ο Νικηφόρος Φωκάς. Το όνομα Ροδοβάνης είναι κροατικό και όνομα μεγάλων αξιωματούχων και άλλων πολιτών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (Ν. Τωμαδάκης). Δύο ονόματα: η Μάζα και ο Ζυμπρούς θεωρούνται προϊστορικά, μινωϊκά (Πωλ Φωρ), όπως και τα ονόματα: Έλυρος, Υρτακίνα, Τάρρα, Λισσός, Συΐα. Τα Καμάρια σώζουν την ανάμνηση της καμάρας, που υπήρχε πιθανώς σε κάποιο σημείο, του ρωμαϊκού υδραγωγείου, που έφερνε το νερό από τη Λειβάδα, το Καμάρι, στη Συΐα. Ο Αγριλές από τις αγριλιές του. Τα άλλα ονόματα, Αηδονοί, Λειβάδα και Μερτές, είναι νεώτερα πιθανώς. Η Λειβάδα στις βενετσιάνικες πηγές πρέπει να συγχέεται με τον Λειβαδά, αν ο Λειβαδάς βέβαια υπήρχε, γιατί στις πηγές αυτές βρίσκομε το Κουστογέρακο και τη Μονή σαν μια ενότητα και, αν υπήρχε ο Λειβαδάς, θα έπρεπε να αναφερόταν μαζί με τα δύο αυτά χωριά. Ότι όμως ο Λειβαδάς υπήρχε δείχνει η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου (1313/4), όπου ίσως βρισκόταν το χωριό, άγνωστο όμως κι αν λεγόταν Λειβαδάς, αργότερα δε, κατά την Τουρκοκρατία, πιθανώς, το χωριό μεταφέρθηκε στη σημερινή του θέση. Παρά το ότι θα υπήρχε το πυκνό δίχτυο των χωριών του ανατολικού Σελίνου από το 1000 και μετά τουλάχιστον δεν ξέρομε τίποτα. Πολύτιμες πληροφορίες θα μάς έδιδαν οι βυζαντινές μας εκκλησίες, αν σώζονταν και αν δεν τίς καταστρέφαμε, για να τίς ανακαινίσομε. Έτσι καταστρέψαμε την ιστορία μας και τη μνήμη του τόπου και θάψαμε οριστικά τους προγόνους μας, των οποίων τα ονόματα έσωζαν οι επιγραφές των εκκλησιών. Αυτή είναι η μεγάλη αμαρτία των φιλοπρόοδων γονιών και παππούδων μας, η οποία όχι μόνο δολοφόνησε την ιστορία μας και τους άγιους προγόνους μας, που αγωνίστηκαν κατά των βενετών, για να μείνομε έλληνες και ορθόδοξοι. Ένα από τα αποτελεσματικότερα όπλα των πατέρων μας, για να πετύχουν αυτό, να μείνουν έλληνες και ορθόδοξοι, ήταν οι εκκλησίες μας, που εμείς οι φιλοπρόοδοι και ευρωπαίοι φροντίσαμε να εξαφανίσομε, αρχίζοντας από την Παναγία στο Ροδοβάνι, κτισμένη στην παλαιοχριστιανική βασιλική, έδρα του επισκόπου Ελύρου ασφαλώς, αλλά ίσως και επάνω στον ναό του Απόλλωνα, του γενάρχη των Ελυρίων, του μακρινού προγόνου μας.

Οι δύο τελευταίοι αιώνες της Βενετοκρατίας πρέπει να ήταν τραγικοί και για το Σέλινο και τα χωριά μας, όπως και τις άλλες επαρχίες της Κρήτης. Αν και τα μετά το 1500 χρόνια θεωρούνται ο «Χρυσός αιώνας της Κρήτης», αυτό ισχύει για τις πόλεις και τις γύρω από αυτές περιοχές και αφορά μια μειοψηφία του κρητικού λαού, τους αχόρταγους αστούς και ευγενείς, το 20% περίπου του πληθυσμού κατά τους ιστορικούς. Είναι αυτοί, οι οποίοι το 1669 θα ακολουθήσουν τους Βενετούς στην εξορία ή θα εξισλαμιστούν πρώτοι και θα γίνουν οι φοβεροί τουρκοκρητικοί και θα συνεχίσουν τη βάρβαρη, απάνθρωπη και εγκληματική δράση των σε βάρος του κρητικού λαού.  Ο υπόλοιπος κρητικός λαός, έλληνες και ορθόδοξοι, κατά την περίοδο αυτή δεν έχει να φάγει, κοιμάται στο χώμα σαν ζώα, περιφέρεται γυμνός και έχει πέσει στη μεγαλύτερη ένδεια και κατάπτωση οικονομική, κοινωνική, πνευματική, όπως μάς πληροφορούν οι αξιωματούχοι της Βενετίας, τό ξεχνούμε όμως εμείς. Οι βενετοί και μερικοί εντόπιοι ευγενείς έχουν πέσει σαν κοράκια και κατασπαράσσουν τις σάρκες του κρητικού λαού, όπως λέγουν τα βενετσιάνικα έγγραφα. Στο πλαίσιο αυτό ανάμεσα στα άλλα εντάσσεται η Επανάσταση του Γαδανολέου (1527;), την οποία ακολούθησαν φρικιαστικές καταστροφές και εγκλήματα και στα χωριά μας, αλλά και οι διαμαρτυρίες στο Ροδάκινο στο Ρέθυμνο και στις δυτικές επαρχίες της Κρήτης και άλλα γεγονότα κατά την επιδρομή και καταστροφή του Ρεθύμνου από τον Ουλούτς πασά (1571), τον οποίον φαίνεται να κάλεσαν και έλληνες και τελειώνουν με φρικιαστικά και απίστευτα εγκλήματα των βενετών, κυρίως του βενετού αξιωματούχου Μαρίνου Καβάλλι και των εντοπίων συνεργατών του. Δεν φτάνουν όμως οι βενετοί. Την ίδια εποχή λυμαίνονται τις παραλίες της Κρήτης οι πειρατές. Το 1538 οι χωρικοί του Σελίνου καλούν τους πειρατές να τούς βοηθήσουν εναντίον των βενετών και το 1539 ο Χαϊρεντίν Βαρβαρόσσα κυριεύει το Καστέλλι του Σελίνου, τη σημερινή Παλαιόχωρα, και τό καταστρέφει. Οι βενετοί και οι συνεργάτες των από τη μια και οι πειρατές από την άλλη σκορπίζουν το θάνατο, τη συμφορά, την πείνα και έχουν πληρωμένους εγκληματίες στα χωριά, όπως οι ίδιοι λέγουν. Γενικά σκορπούν τον όλεθρο. Ολόκληρα χωριά στην νότια παραλία του Σελίνου εξαφανίζονται ασφαλώς μετά το 1500 και μόνοι σιωπηλοί μάρτυρες της ύπαρξης και ακμής των πριν το 1500 μένουν οι εκκλησίες, όσες ο χρόνος και εμείς δεν καταστρέψαμε. Στην εποχή αυτή παύουν να κτίζονται εκκλησίες και στο Σέλινο δεν βρήκα παρά δύο εικόνες κατεστραμμένες της Κρητικής Σχολής, ό,τι κι αν φανερώνει αυτό. Με όλ? αυτά οι βενετοί και οι εντόπιοι συνεργάτες των στρώνουν μιαν πλατειά λεωφόρο, για να έλθουν οι τούρκοι.

Τα χωριά μας ακολούθησαν μετά το 1669 την τύχη της υπόλοιπης Κρήτης και υπέφεραν όλες τις τραγικές συνέπειες της Τουρκοκρατίας. Οι πληροφορίες μας όμως μέχρι το 1898 είναι το ίδιο ανύπαρκτες, όπως και για τα παλαιότερα χρόνια, ή χρειάζονται επαλήθευση. Ίσως η μελέτη των τουρκικών εγγράφων των κρητικών Αρχείων μάς δώσει κάποιες πληροφορίες. Ασφαλώς και τα χωριά μας έζησαν όλα τα τραγικά γεγονότα κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, όπως και κατά την Βενετοκρατία, και κυρίως κατά την Επανάσταση του Δασκαλογιάννη (1770), τους φοβερούς γενιτσάρους, όπως ήταν οι Αργυράκηδες του Ροδοβανιού και ο Καούρης του Αζωγυρέ, του οποίου τα χωράφια έφταναν μέχρι τη Λειβάδα, όπου και σήμερα σώζεται τοπωνύμιο, κατά την Επανάσταση του 1821, όταν ο Χουσεΐν, πασάς του Ιμπραήμ, πέρασε δια πυρός και σιδήρου την Κρήτη (1825), αλλά και σ? όλες τις άλλες επαναστάσεις, που ακολούθησαν μέχρι την απελευθέρωση της Κρήτης (1898). Κατά την περίοδο της Αιγυπτιοκρατίας (1830-1840) το Ροδοβάνι, φαίνεται, ήταν η πρωτεύουσα του Σελίνου, όπως δείχνει η απογραφή ύστερα από διαταγή του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου, την οποία έκαμε ο  Μουσταφά πασάς και έσωσε ο Ρόμπερτ Πάσλεϋ. Στο Ροδοβάνι είχε την έδρα του ο Γραμματικός (Ο Καγιάς) του Σελίνου. Ο Γραμματικός, του οποίου το όνομα δυστυχώς δεν μάς παρέδωσε ο Πάσλεϋ, ένας έξυπνος και μορφωμένος άνθρωπος, και Ροδοβανιώτης, ήταν αυτός, που ξενάγησε τον Πάσλεϋ στα ερείπια της Ελύρου. Το Ροδοβάνι τότε (1834) είχε 30 ελληνικές και μια τούρκικη οικογένεια, ενώ τα υπόλοιπα χωριά της παλιάς κοινότητάς μας 44 ελληνικές και 16 τούρκικες. Τις πιο πολλές τούρκικες οικογένειες είχαν η Λειβάδα και ο Αγριλές. Τα χωριά μας και γενικά το ανατολικό Σέλινο, φαίνεται, διατηρούσαν τον πυκνό ελληνικό και ορθόδοξο πληθυσμό των σε αντίθεση με τα χωριά του κεντρικού και δυτικού Σελίνου, τα οποία εξισλαμίστηκαν και πολλά ήταν καθαρά τουρκοχώρια. Η Κάντανος π.χ. είχε 70 τουρκικές και 6 ελληνικές οικογένειες και η Παλαιόχωρα δεν υπήρχε. Πολλά χωριά του κεντρικού και δυτικού Σελίνου εξισλαμίστηκαν πιθανώς πολύ ενωρίς, μετά το 1669, γιατί εδώ βρίσκονταν οι περισσότεροι, φαίνεται, βενετσιάνοι και προνομιούχοι, που έγιναν, όσοι δεν έφυγαν με τους Βενετούς στα 1669, οι φοβεροί τουρκοκρητικοί, όπως παντού στην Κρήτη, για να μη χάσουν τα προνόμια και τα χωράφιά των. Μάλιστα μετά το 1770 υποχρεώθηκαν σε πολλά χωριά της περιοχής της Καντάνου και του Πελεκάνου, όπως πληροφορούμαστε από διάφορες πηγές και την παράδοση, να τουρκέψουν όλοι οι κάτοικοι με τους παπάδες των. Γι? αυτό οι τούρκοι των περιοχών αυτών ήταν πανίσχυροι και έμειναν μέχρι το 1898, όταν έφυγαν κακήν κακώς με τη συνοδεία αγημάτων στρατού των μεγάλων Δυνάμεων.

Από τις μεγάλες βυζαντινές οικογένειες των χωριών μας δεν σώζεται σήμερα το όνομα καμμιάς εκτός αυτής των Γαδανολέων. Τα άλλα ονόματα: Ροδοβάνηδες, Γαβαλάδες, Αρκολέοι, που είναι, όπως και οι Γαδανολέοι, κλάδος των Σκορδίληδων, Χορτάτζαι, Αγιοστεφανίτες, Παπαδόπουλοι, Μουσούροι, Γληγορόπουλοι, Χωραφάδες, Μουρούζηδες, Πετρόπουλοι, Καλομοίρηδες, Καλογιάννηδες, Σαπουνάδες, Ματακούδηδες, Φουκομαρήδες, Κόντηδες, Πάτεροι, Αργυράκηδες, όλα βυζαντινά και γνωστά από επιγραφές εκκλησιών των χωριών μας και των άλλων χωριών του ανατολικού Σελίνου και του Σελίνου γενικά, έγγραφα και από τοπωνύμια, δεν σώζονται σήμερα. Τα ονόματά μας δεν πρέπει να φτάνουν πέρα του 1870 και πολλά είναι παρατσούκλια και τά ξέρομε από τις οικογενειακές μας παραδόσεις, που δεν ξεπερνούν την εποχή των παππούδων μας. Τα ονόματα Τσισκάκης από το όνομα Τσίσκος (Φραγκίσκος) και Αλυγιζάκης, που υπήρχε πιθανώς και στα χωριά μας, είναι μάλλον βενετσιάνικα. Ο Τζανής Κασελάκις, παπάς, ο παπάς Γοργίνος Κασέλος και ο αδελφός του, του οποίου το όνομα τελειώνει «?αρικολος», γιοι του Τζανή, είναι ονόματα γνωστά από ένα χάραγμα στην εκκλησία του Αγίου Ευτυχίου (παλιά του Χριστού) στα Τσισκιανά. Ο παπάς «Τζανίς», καταστρέφοντας την κτητορική επιγραφή της εκκλησίας και τα ονόματα των ευσεβών κτητόρων της, εχάραξε το όνομά του και των γιων του, για να μάς πει ότι ήλθε και ελειτούργησε στις 7 Απριλίου 1696, ημέρα του αγίου Λαζάρου, μέγα και αξιομνημόνευτο γεγονός. Το ότι κατέστρεψε την επιγραφή με το όνομα της εκκλησίας και τα ονόματα των ευσεβών κτητόρων της, αντί να τά αφήσει γραμμένα και να τά μνημονεύει και αυτός και όλοι οι άλλοι παπάδες, που λειτουργούν στην εκκλησία, και μάς στέρησε τις πολύτιμες πληροφορίες της κτητορικής επιγραφής δεν είχαν σημασία για τον ανθρωπάρεσκο παπά. Τα δύο τελευταία ονόματα μπορούν να προστεθούν στον παραπάνω κατάλογο ονομάτων των προγόνων-πατέρων μας.

Αυτά είναι τα όσα ξέρω για την ιστορία των χωριών μας, τα οποία περιμένουν κάποιους άλλους καλύτερα πληροφορημένους και πιο γραμματιζούμενους, οι οποίοι θα ψάξουν και τα Αρχεία, και όχι μόνο τα βιβλία, όπως εγώ, και θα μπορέσουν να γράψουν την οριστική ιστορία των χωριών μας. Αρκεί βέβαια παράλληλα η Έλυρος και οι άλλες πόλεις να ξεθαφτούν και αναστηθούν από τους αρχαιολόγους με ανασκαφές. Μόνον τότε θα μάθομε ίσως την ιστορία μας και δεν θα αποθάνουν και τα χωριά μας και εμείς μαζί των, γιατί τα πάντα αποθαίνουν, όταν οι άνθρωποι δεν τά σέβονται, τά κακοποιούν, τά παραμελούν, τά καταστρέφουν και προπάντων τά ξεχνούν.

ΣΤΑΥΡΟΣ ΝΙΚΟΛ. ΜΑΔΕΡΑΚΗΣ

ΔΡ. ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ

 

Αναδημοσίευση από την σελίδα: https://sites.google.com/site/arxelyros/o-syllogos/choria/ist

Ροδοβάνι                                                                               Αγριλές                            

                    Καμάρια  

             Λειβάδα                                                                    Μάζα