EΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ, Η περίπτωση Οδυσσέα Τσενάϊ : Μελέτη δημοσιευθείσα στο περιοδικό «Ποινική Δικαιοσύνη», αρ. τευχ. 68, Μάρτιος 2004.

------------------------------------------------

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΚΑΙ ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ : Με αφορμή την ύψωση της ελληνικής σημαίας.

Μαρίνου Σκανδάμη, Δικηγόρου – Διπλωματούχου Μεταπτυχιακού, Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών Νομικής Σχολής Δ.Π.Θ., υπ. διδάκτορα, m-skand@otenet.gr

***

Ι.     Ο παραδοσιακός ρατσισμός.

ΙΙ.   Ο νεοφυλετισμός.

ΙΙΙ. Η υπηκοότητα ως καθαρτήριο.

    Α. Το νομικό πρόβλημα.

    α. Ως προς τη διάκριση της έννοιας της σημαίας.

    β. Ως προς το ποιος δικαιούται να φέρει τη σημαία.

    Β. Η υπηκοότητα ως απόδειξη διαμορφωμένης εθνικής συνειδήσεως.

ΙV. Το στερεότυπο του μετανάστη.

V.  Μεταναστευτικές πολιτικές.

VI. Επιλεγόμενα.

 

Το κρίσιμο και επίκαιρο νομικοπολιτικό ζήτημα, για το εάν μπορεί ένας αλλοδαπός μαθητής να είναι σημαιοφόρος, αναστάτωσε την ελληνική κοινωνία, προκάλεσε προσβολές στο πρόσωπο του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας και απαιτεί πλέον, με τρόπο επιτακτικό και άμεσο, την απάντηση της πολιτείας στο πρόβλημα των διακρίσεων. Τα βασικά προβλήματα που η περίπτωση αυτή δημιουργεί είναι : α) ποιος είναι ο παράγων που προκάλεσε την αντίδραση των κατοίκων της Ν. Μηχανιώνας και των υποστηρικτών τους, β) εάν ενέχει αυτή η αντίδραση στοιχεία ρατσισμού γ) ποιά πολιτική είναι αυτή που μπορεί να φέρει κοινωνική ισορροπία με προϊούσα εξάλειψη των διακρίσεων. Για την απάντηση αυτών των ερωτημάτων θα πρέπει να προσφύγουμε κατ΄ αρχήν, στο τρόπο εκφοράς των φυλετικών αντιλήψεων στην σύγχρονη κοινωνία.

Ι. Ο ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΣ ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ.

Κατ’ αρχάς, πρέπει να διευκρινιστεί ότι η έννοια του φυλετισμού (racism) που κατηγοριοποιεί τις φυλές του πλανήτη μας σύμφωνα με τα γενετικά τους χαρακτηριστικά [1],  έχει εγκαταλειφθεί με την πάροδο των ετών. Παρότι πολλοί επιστήμονες προσπάθησαν να αποδείξουν την διαφορετικότητα των φυλών της γης [2], τούτο δεν κατέστη εφικτό.

Θεωρήθηκε μάλιστα από μερίδα επιστημόνων ότι τα όρια του κληρονομικού και του επίκτητου δεν ήταν σαφώς διαγεγραμμένα [3]. Αυτό που σήμερα είναι αποδεκτό, είναι ότι υπάρχουν πράγματι σωματικές διαφορές μεταξύ των ανθρώπων, οι οποίες όμως είναι τόσο μεγάλες μεταξύ των επιμέρους πληθυσμών με κοινά χαρακτηριστικά (μεταξύ των ίδιων των Κινέζων , των Ελλήνων κλπ), όσο και μεταξύ των διαφόρων και διαφορετικών πληθυσμών. Οι διαφορές των επιμέρους κοινωνιών βασίζονται στις εξαρτημένες αντιδράσεις μεταξύ των κοινωνών και στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους μέσω της μίμησης. Δεν βασίζονται δηλαδή στην κληρονομικότητα [4]. Παρόλα αυτά η αντίληψη περί φυλετικής ανωτερότητας υπήρξε σημαντικός ιδεολογικός παράγοντας στην δημιουργία των πιο απάνθρωπων καθεστώτων, όπως λ.χ. στην πολιτική εδραίωση του ναζιστικού κόμματος του Χίτλερ , με τα γνωστά τερατώδη αποτελέσματά του.

Σήμερα λοιπόν, ο φυλετισμός δεν έχει την αρχική του μορφή. Σε τούτο συνέβαλαν, κυρίως, οι διεθνείς συμβάσεις, η ανάδειξη του ανθρώπου μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο ως κυρίαρχη αξία, τα κοινωνικά κινήματα (αντιρατσιστικό, φεμινιστικό, αλληλεγγύης με τον Τρίτο Κόσμο). Δεν ήταν όμως ασήμαντη και η συμβολή εκείνου του φιλελεύθερου ρεύματος, που στα πλαίσια του οικονομικού ορθολογισμού, αναγνώρισε την αντιπαραγωγικότητα του ρατσισμού [5]. Οι παράγοντες αυτοί εξάλειψαν σε παγκόσμιο επίπεδο τις χονδροειδείς και βάναυσες θέσεις του παραδοσιακού ρατσισμού, συντελώντας έτσι στην δημιουργία κοινωνικών, πολιτικών και πολιτισμικών αλλαγών [6].

Τα εθνικά κράτη υιοθέτησαν τις νέες αντιρατσιστικές απόψεις, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, λαμβάνοντας νομοθετικά μέτρα και ασκώντας πολιτικές άμβλυνσης των διακρίσεων, όπως π.χ. συνέβη αυτό στην χώρα μας, σε επίπεδο ποινικού ενδιαφέροντος, με το ν. 927/79 «περί κολασμού πράξεων ή ενεργειών αποσκοπουσών εις φυλετικάς διακρίσεις», αλλά και σε επίπεδο κοινωνικού ενδιαφέροντος, με τα επιμορφωτικά προγράμματα των τσιγγάνων, τα εκπαιδευτικά των πομάκων κλπ.

II. O NEOΦΥΛΕΤΙΣΜΟΣ

Πλην όμως, και παρόλη τη εξάλειψη του παραδοσιακού ρατσισμού, νέες μορφές του φαινομένου αυτού άρχισαν να αναπτύσσονται. Θεωρείται μάλιστα ότι δεν υπάρχει ένας φυλετισμός, αλλά πολλοί , όσες δηλαδή και οι ομάδες που θέλουν να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους [7].  Οι νέο-φυλετιστές αποφεύγουν να ταυτιστούν, για λόγους επικοινωνιακούς, με ρατσιστικές απόψεις που αποτελούν κοινωνική πρόκληση. Επιλέγουν συγκαλυμμένες και ηπιότερες θέσεις, ώστε το μήνυμα να περνά με τις λιγότερες –κατά το δυνατό- αντιδράσεις. Τέτοια είδη νεοφυλετισμού αποτελούν λ.χ. ο φυλετισμός κατά των μεταναστών (κυρίως λόγω οικονομικής θέσης, θρησκευτικών πεποιθήσεων ή καταγωγής και όχι ένεκα χρώματος), ο φυλετισμός της νοημοσύνης (επιστήμονες έναντι των αγραμμάτων), ο μικροαστικός φυλετισμός (υπάλληλοι – επαγγελματίες έναντι ανέργων και περιθωριοποιημένων ομάδων), ο αθηνοκεντρικός φυλετισμός (κάτοικοι της πρωτεύουσας έναντι της «επαρχίας»), ο εθνοκεντρικός φυλετισμός (πολιτιστική υπεροχή) [8]. Οι κυρίαρχες τάξεις αισθάνονται και δρουν ως ανώτερη φύση [9]. Οι διαφορές των ομάδων ιδεολογικοποιούνται [10]. Οι κοινωνικές ανεπάρκειες των μειονεκτουσών ομάδων αρχίζουν να εκλαμβάνονται από τις κυρίαρχες ομάδες ως διανοητικές ανεπάρκειες, ως ψυχολογικές ανεπάρκειες, ως κληρονομικές ανεπάρκειες. Διαπλάθονται δηλαδή στερεότυπα, τα οποία ανακαλούν στη σκέψη των νεοφυλετιστών συγκεκριμένα αρνητικά χαρακτηριστικά, δημιουργώντας εχθρικές στάσεις. Η υποχώρηση των παραδοσιακών ρατσιστικών θεωριών έδωσε έτσι τη θέση στην ξενοφοβία [11].

III.  Η ΥΠΗΚΟΟΤΗΤΑ ΩΣ ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟ

Α. Το νομικό πρόβλημα.

Προβλήθηκε έντονα, από μερικούς κατοίκους της Ν. Μηχανιώνας και τους υποστηρικτές τους, το επιχείρημα ότι ο νεαρός Αλβανός μαθητής δεν έχει την ελληνική υπηκοότητα και επομένως δεν δικαιούται να είναι σημαιοφόρος. Το επιχείρημα αυτό ελέγχεται από άποψη νομικής βασιμότητας για τους εξής λόγους :

Η σημαία αποτελεί ως γνωστόν σύμβολο της κυριαρχίας του Ελληνικού Κράτους . Η προσβολή των συμβόλων θίγει το κύρος της εξουσίας, ως ηθική – ψυχολογική δύναμη επιβολής [12].  Οι προσβολές των συμβόλων της πολιτειακής εξουσίας τιμωρούνται από τις διατάξεις του Ποινικού και του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα. Πρέπει όμως να γίνει σαφής η διάκριση, αφενός ανάμεσα στην έννοια της σημαίας στο στρατιωτικό δίκαιο και της σημαίας της μαθητικής παρέλασης και αφετέρου στο ποιος δικαιούται εκ των στρατιωτικών και των πολιτών να φέρει σημαία. 

α. Ως προς την διάκριση της έννοιας της σημαίας.

Η διάκριση τούτη προκύπτει από τον τρόπο αντιμετώπισης του εθνικού μας συμβόλου από το νομοθέτη. Η αντίληψη της σημαίας στη στρατιωτική ζωή παρουσιάζει σαφή εννοιολογική  - ποιοτική διαφορά, σε σχέση με την αντίληψη του νομοθέτη για τη χρήση και το συμβολισμό του εθνικού συμβόλου στην πολιτική ζωή. Τούτο σαφώς προκύπτει :

Πρώτον, από την τιμωρία που επιτάσσει ο νομοθέτης σε περίπτωση προσβολής του συμβόλου. Ειδικότερα, στο αρθ. 58 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα (ν. 2287/95) ορίζεται πως «Στρατιωτικός που δημόσια με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο εκδηλώνει καταφρόνηση για τη σημαία, …, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών». Αντίστοιχα στο αρθ. 181 ΠΚ ορίζεται πως «Όποιος, για να εκδηλώσει μίσος ή περιφρόνηση, αφαιρεί, καταστρέφει ή ρυπαίνει την επίσημη σημαία του κράτους … τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών».

Είναι σαφές ότι ο νομοθέτης για την ίδια πράξη επιφυλάσσει αυστηρότερη ποινική μεταχείριση στον στρατιωτικό από ότι στον πολίτη. Η μεγαλύτερη ποινική απαξία του αρθ. 58 Σ.Π.Κ. οφείλεται στη λεπτή διάκριση του εννόμου αγαθού [13] που προστατεύεται με την διάταξη αυτή, από το έννομο αγαθό του αρθ. 181 Π.Κ. Ενώ δηλαδή, στο αρθ. 181 Π.Κ., προστατευόμενο αγαθό είναι η εθνική σημαία ως συνυφασμένη με την πολιτειακή εξουσία [14], στο αρθ. 58 Σ.Π.Κ. η εθνική σημαία είναι περισσότερο συνυφασμένη με τον ειδικό ρόλο του στρατού, ως σώματος , που περιφρουρεί την εθνική ανεξαρτησία και εδαφική ακεραιότητα. Η μείζων αυτή σπουδαιότητα του εννόμου αγαθού του αρθ. 58 Σ.Π.Κ. αποτυπώνεται από το νομοθέτη στη διαφοροποίηση της απειλούμενης ποινής ανάμεσα στα δύο επίμαχα άρθρα [15]. Η παράβαση του αρθ. 58 Σ.Π.Κ. αποτελεί βαρύτερο πλημμέλημα, αφού το κατώτατο όριο ποινής φυλάκισης είναι 3 μήνες και το ανώτερο 5 έτη. Αντίθετα, το αρθ. 181 Π.Κ. δεν εκφράζει ιδίας εντάσεως αποδοκιμασία της έννομης τάξης, γι΄ αυτό και η πρόβλεψη της ποινής είναι ηπιότερη με το κατώτερο όριο φυλάκισης να ανάγεται στις 10 ημέρες και το ανώτερο στα 2 έτη.

Δεύτερον, από την διάκριση μεταξύ στρατιωτικού και πολιτικού όρκου. Ειδικότερα, με το αρθ.3 του ΠΔ 130/84, περί κυρώσεως του Γενικού Κανονισμού Υπηρεσίας στο Στρατό, ορίζεται επακριβώς το περιεχόμενο του στρατιωτικού όρκου. Στην πέμπτη και έκτη

παράγραφο αυτού αναφέρεται «Να υπερασπίζω με πίστιν και αφοσίωσιν, μέχρι της τελευταίας ρανίδας του αίματός μου, τας Σημαίας. Να μη τας εγκαταλείπω, μηδέ να αποχωρίζομαι ποτέ απ΄αυτών». Επίσης στο ίδιο άρθρο ορίζεται και η παύση ισχύος του όρκου. Συγκεκριμένα στην παρ. 2 εδαφ. β΄, αρθ. 3 του ΠΔ 130/84, ορίζεται ότι «Από την υπόσχεση αυτή απαλλάσσεται αυτός που ορκίστηκε, μετά την έξοδό του από τις τάξεις του Στρατού και την επάνοδό του στην ιδιωτική ζωή».

Όσον αφορά την ιδιωτική ζωή, στο κεφάλαιο ΙΓ΄ του ν. 2910/01, αρθ. 62, με τίτλο «Κτήση της Ελληνικής Ιθαγένειας με Πολιτογράφηση», ορίζεται το περιεχόμενο του όρκου, που δίδει ο αλλοδαπός ο οποίος αποκτά την ιδιότητα του Έλληνα πολίτη και που έχει ως ακολούθως :

«Ορκίζομαι να φυλάττω πίστη στην Πατρίδα, υπακοή στο Σύνταγμα και τους νόμους του κράτους και να εκπληρώνω ευσυνείδητα τα καθήκοντά μου ως Έλληνας πολίτης». Στον πολιτικό αυτό όρκο ουδεμία αναφορά γίνεται ως προς το καθήκον υπεράσπισης της σημαίας, παρά μόνο καθιερώνεται η γενική υποχρέωση προς εκπλήρωση των καθηκόντων που έχουν άπαντες οι έλληνες πολίτες.

Τρίτον, και με άλλες διατάξεις του Σ.Π.Κ. και του Γενικού Κανονισμού Υπηρεσίας του Στρατού, καθιερώνεται η υποχρέωση σεβασμού της σημαίας, χωρίς να υπάρχουν αντίστοιχες εκ του νόμου υποχρεώσεις για τον πολίτη. Ειδικότερα, με το αρθ. 68 Σ.Π.Κ., παρ. β΄, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ο στρατιωτικός που «σε πολεμική περίοδο φέρει δημόσια στη ζώνη των επιχειρήσεων σημαία,… ή άλλα σημεία που εξομοιώνονται με αυτά χωρίς να έχει δικαίωμα γι΄αυτό». Με το αρθ.13, παρ. 1, εδαφ. β΄ του ΠΔ 130/84 στα γενικά καθήκοντα του στρατιωτικού περιλαμβάνεται και το «Να τιμά τη σημαία και τις εθνικές παραδόσεις», ενώ στο αρθ. 16, παρ. 11 – 16 του ΠΔ 130/84 ορίζεται ο τρόπος χαιρετισμού του στρατιωτικού προς τη σημαία.

Από την αντιπαραβολή και σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων, προκύπτει σαφώς, ότι η έννοια της σημαίας στη στρατιωτική ζωή έχει έναν εξαιρετικό συμβολισμό, περιορισμένο και συνυφασμένο απολύτως με την αποστολή του στρατού, η οποία κατ΄ αρθ. 1 του ΠΔ 130/84 είναι «να εξασφαλίζει την άμυνα της χώρας, να υπερασπίζει την εθνική ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της πατρίδας». Αντίθετα, η έννοια της σημαίας στην πολιτική ζωή, υπερβαίνει τη σημειολογική εκφορά που έχει στη στρατιωτική νομοθεσία, και ταυτίζεται με τις αρχές του κράτους δικαίου, όπως αυτές διατυπώνονται στον καταστατικό χάρτη της χώρας, (Σύνταγμα της Ελλάδος). Η λαϊκή κυριαρχία (αρθ. 1 Συν), ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου (αρθ. 2 Συν), η ισότητα έναντι του νόμου (αρθ. 4), η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας (αρθ. 5 Συν), η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης (αρθ. 13) και της εκφράσεως (αρθ. 14), αποτελούν ορισμένες από τις βασικότερες αρχές του ελληνικού πολιτεύματος . Στην περίπτωση αυτή η σημαία, που υψώνουν οι έλληνες πολίτες , δεν μπορεί παρά να συμβολίζει όλες αυτές τις αρχές που μετουσιώνονται στα πλαίσια της κοινοβουλευτικής μας δημοκρατίας. Έτσι και η σημαία που υψώνεται στις μαθητικές παρελάσεις συμβολίζει όχι μόνον την εθνική ανεξαρτησία, αλλά επίσης τις οικουμενικές αξίες της ελευθερίας και της δημοκρατίας [16].

β. Ως προς το ποιος δικαιούται να φέρει τη σημαία.

Τη στρατιωτική σημαία δικαιούται να φέρει μόνον έλληνας πολίτης, έχων την ιδιότητα του στρατιωτικού και όχι αλλοδαπός. Τούτο σαφώς προκύπτει από το ν. 1763/88 περί Στρατολογίας των Ελλήνων, όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις των ν. 2510/1997 και 2913/01, και συγκεκριμένα από το αρθ. 1 αυτού που ορίζει ότι «Όλοι οι Έλληνες…., έχουν υποχρέωση στράτευσης στις Ένοπλες Δυνάμεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού». Εξαίρεση καθιερώνει το αρθ. 13 παρ. 1 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας (Ν.Δ. 3370/55), το οποίο ορίζει : «Ομογενείς αλλοδαποί, κατατασσόμενοι ως εθελονταί εν καιρώ επιστρατεύσεως ή πολέμου συμφώνως τω νόμω “περί στρατολογίας των ενόπλων δυνάμεων” δύνανται εάν θέλουν , να αποκτήσωσι την Ελληνικήν ιθαγένειαν τη αιτήσει προς τον Νομάρχην, άνευ άλλης διατυπώσεως». Αλλά, και στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, μπορεί για την κατάταξη του αλλοδαπού να μην συντρέχει η ιδιότητα του Έλληνα πολίτη, πλην όμως συντρέχει ο δεσμός αίματος, αφού πρόκειται περί ομογενούς.

Αντίθετα, στα ελληνικά σχολεία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης δεν φοιτούν μόνον τέκνα Ελλήνων πολιτών (και ομογενών), αλλά αναγνωρίζεται εκ του νόμου, η άνευ διακρίσεως φοίτηση αλλοδαπών μαθητών. Συγκεκριμένα με το αρθ. 40 παρ. 1 του ν. 2910/01 ορίζεται πως «Ανήλικοι αλλοδαποί, που διαμένουν στην ελληνική επικράτεια, υπάγονται στην υποχρέωση της ελάχιστης σχολικής φοίτησης, όπως και οι ημεδαποί», μη υπαρχούσης δηλαδή αμφιβολίας για το υποχρεωτικό της εκπαιδεύσεως των αλλοδαπών ανηλίκων.

Εξάλλου, παρότι το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων απαγόρευε (έως προσφάτως σχετικά) να ορισθούν σημαιοφόροι και παραστάτες οι έχοντες ξένη υπηκοότητα και ξένη καταγωγή  μαθητές , με την υπουργική απόφαση Γ1/219/13.3.01 (ΦΕΚ 277 τ. Β΄) ορίστηκε πως «Στη διαδικασία επιλογής σημαιοφόρων, παραστατών και υπευθύνων για την κατάθεση στεφάνου μπορούν να συμμετέχουν και αλλοδαποί μαθητές , οι οποίοι φοιτούν τουλάχιστο δύο χρόνια σε ελληνικό σχολείο».

Περαιτέρω, σύμφωνα με το αρθ. 40 παρ. 2 του ν. 2910/01 που τέθηκε σε ισχύ μετά την ανωτέρω υπουργική απόφαση, ορίστηκε ότι οι αλλοδαποί μαθητές «έχουν χωρίς περιορισμούς πρόσβαση στις δραστηριότητες της σχολικής ή εκπαιδευτικής κοινότητας». Ως εκ τούτου ακόμα και αυτός ο περιορισμός που έθετε η υπουργική απόφαση για προηγηθείσα φοίτηση δύο ετών, καθίσταται ανενεργός.

Από το σύνολο των διατάξεων αυτών προκύπτει πως την σημαία, στα πλαίσια του στρατού, δικαιούνται να τη φέρουν μόνον οι στρατιωτικοί - έλληνες πολίτες (και στην περίπτωση του αρθ. 13 παρ. 1 Ν.Δ. 3370/55 και οι ομογενείς), ενώ την εθνική σημαία της σχολικής κοινότητας δικαιούνται να τη φέρουν οι πρώτοι κατ΄ αξίαν μαθητές, άνευ διακρίσεως ένεκα θρησκείας, καταγωγής ή ιθαγένειας. Ουδείς νομικός περιορισμός υφίσταται για τη συμμετοχή αλλοδαπών μαθητών ως σημαιοφόρων στις εθνικές παρελάσεις.

Β. Η υπηκοότητα ως απόδειξη διαμορφωμένης εθνικής συνειδήσεως.

Το ηθικοπολιτικό επιχείρημα, περί του ότι μόνο έλληνες υπήκοοι δικαιούνται να φέρουν τη σημαία, στερείται επίσης βασιμότητας. Η ιδιότητα του έλληνα πολίτη δεν αποτελεί προσωπική στάση, εσωτερική διάθεση ή ιδεολογία εκάστου εξ ημών, αλλά νομική κατάσταση που προκύπτει κατ΄ εφαρμογή του αρθ. 4 παρ. 3 του Συντάγματος. Ρητά σε αυτό ορίζεται ότι : «Έλληνες πολίτες είναι όσοι έχουν τα προσόντα που ορίζει ο νόμος». Κατ΄ επέκταση η ατομική κρατική πράξη[17] της απονομής υπηκοότητας (πολιτογράφηση) δεν παράγει οπωσδήποτε και εθνική συνείδηση. Τούτο, εξάλλου, δεν είναι το κατά νόμο ζητούμενο. Ειδικότερα, με το ν. 2910/01 «Είσοδος και παραμονή αλλοδαπών στην ελληνική επικράτεια. Κτήση της ελληνικής ιθαγένειας με πολιτογράφηση και άλλες διατάξεις», που τροποποίησε και κατάργησε πολλές από τις διατάξεις του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας (ν. 3370/55), τυποποιούνται οι προϋποθέσεις πολιτογράφησης των αλλοδαπών. Δεν αποτελεί νομοτυπικό στοιχείο για την πολιτογράφηση αλλοδαπού, η προϋπόθεση διαμόρφωσης ελληνικής – εθνικής συνείδησης,. Κατά τη διάταξη του αρθ. 58, παρ. 2 εδαφ. α΄ του ν. 2910/01, μόνον εξαιρετικώς απαιτείται τούτο, δηλαδή μόνον στις περιπτώσεις των συζύγων ελλήνων διπλωματικών υπαλλήλων, για τους οποίους ειδικώς ορίζεται : «Για τους συζύγους ελλήνων διπλωματικών υπαλλήλων που υπηρετούν στο εξωτερικό, προσμετράται για τη συμπλήρωση του παραπάνω χρόνου και ο χρόνος παραμονής τους στο εξωτερικό, λόγω της υπηρεσίας των ελλήνων συζύγων τους, ύστερα από πρόταση του έλληνα πρεσβευτή για τη διαμόρφωση από αυτούς ελληνικής εθνικής συνείδησης». Είναι προφανές ότι ο ευαίσθητος για την εθνική ασφάλεια χώρος της διπλωματίας, οδήγησε το νομοθέτη σε λήψη ειδικών εξασφαλιστικών μέτρων ως προς αυτή την κατηγορία των αλλοδαπών.

Αντίθετα όμως, για όλους τους υπόλοιπους αλλοδαπούς, πέραν από τα τυπικά στοιχεία του νόμου (10ετής παραμονή, ποινικό μητρώο, έλλειψη καταδικών κλπ), απαιτείται απλά και μόνον, πρώτον, «επαρκής γνώση της ελληνικής γλώσσας, της ελληνικής ιστορίας και του ελληνικού πολιτισμού» ,  σύμφωνα δηλαδή με το εδαφ. β΄ του αρθ. 58 του ν. 2910/01 και δεύτερον, ήθος , αφού η διεύθυνση της αρμόδιας Περιφέρειας συγκεντρώνει στοιχεία «για το σχηματισμό άποψης για τη γνώση της γλώσσας, για το ήθος και την προσωπικότητα του αλλοδαπού», σύμφωνα με το αρθ. 60, παρ. 2 του ν. 2910/01. Βλέπουμε δηλαδή, ότι ο νομοθέτης είναι πιο κοντά στην ισοκρατική άποψη περί ελληνικότητας, που ήθελε να «ονομάζονται Έλληνες περισσότερο εκείνοι που μετέχουν στην παιδεία μας, παρά εκείνοι που έχουν το ίδιο αίμα με εμάς» (Πανηγυρικός 50.1).

Περαιτέρω, σε σχέση με την περίπτωση του Οδυσσέα Τσενάϊ, ακόμα και αν είχε λάβει την ελληνική υπηκοότητα (αν μη τι άλλο είναι αυταπόδεικτο το ήθος και η γνώση του για τη χώρα μας), πάλι θα υπήρχε πιθανότητα να εθεωρείτο ξένος για τους κατοίκους της Ν. Μηχανιώνας. Εάν προσχωρήσουμε στη λογική αυτή, θα χρειαστεί να ορίσουμε πότε θεωρείται ότι ο αλλοδαπός αποκτά ελληνική εθνική συνείδηση. Δεν απέχουμε δηλαδή πολύ από το να ορίσουμε μέχρι ποια γενιά οι απόγονοι των μεταναστών – έλληνες υπήκοοι θα θεωρούνται ξένοι ή όχι. Είναι λοιπόν σαφές ότι όλα αυτά σε ένα σύγχρονο κράτους δικαίου, αν μη τι άλλο, αποτελούν δημοκρατικά ολισθήματα και θυμίζουν ανατριχιαστικά την προσπάθεια ορισμού της καθαρότητας της λευκής φυλής.

Θα μπορούσε βέβαια να υποστηριχθεί τεχνηέντως, πως το ζήτημα, για το αν μπορεί ένας αλλοδαπός μαθητής να είναι σημαιοφόρος, αποκτά διαφορετική σημασία, στην περίπτωση που την 28η Οκτωβρίου, σημαιοφόρος ήταν Ιταλός μαθητής ή την 25η Μαρτίου, σημαιοφόρος ήταν Τούρκος. Aπό αυστηρή θετικιστική άποψη, ίσως «τα πράγματα» να είναι έτσι. Όμως, μπορούν να αντιπροβληθούν τα εξής ερωτήματα :

1. Υπερισχύει τo πλέγμα των ανωτέρω κανόνων δικαίου, που εκθέσαμε, και οι οποίοι αποκρυσταλλώνουν το αποτέλεσμα πολύχρονων και πολύμοχθων αγώνων για την κατοχύρωση του συγκεκριμένου θεσμικού πολιτισμού ή όχι;

2. Ο Βιετναμέζος στις Η.Π.Α., το ελληνόπουλο της Χειμάρρας, ο Ουαλός στη σημερινή Ν. Αφρική ή ο Ινδός στη Μ. Βρετανία δικαιούνται να σημαιοφορούν ;

3. Εάν η χρονική απόσταση από τα πολεμικά γεγονότα ήταν μακρύτερη, όπως λ.χ. στην περίπτωση της Άλωσης της Πόλης από τους φράγκους (1204), θα εγειρόταν ζήτημα για τον καθολικό σημαιοφόρο;

4. Η βάση του εν λόγω υποθετικού ζητήματος, έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από τους εμφυλίους;  Δηλαδή, ο γιός του ηττημένου κομμουνιστή το 1949, έπρεπε –κατ’ αριστίαν- να σημαιοφορεί το 1950, ή επίσης, ο μαθητής της Καρολίνα στη Ν. Υόρκη;

Aπό τα ανωτέρω αντιπροβαλλόμενα ερωτήματα, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι, τελικώς, δεν είναι η γεγονοτική ιστορία που προσδιορίζει την εκπαιδευτική σημαιοφορία, αλλά η εκπαιδευτική λειτουργία είναι αυτή που προσδιορίζει την τύχη της γεγονοτικής ιστορίας. Πρέπει λοιπόν, γι΄ αυτό, να καταπολεμηθεί ο νεοφυλετισμός και η αρνητική στερεοτυπική αντίληψη που πολλοί συμπατριώτες μας έχουν για τους αλλοδαπούς, που ζουν και εργάζονται στη χώρα μας.

IV.  ΤΟ ΣΤΕΡΕΟΤΥΠΟ ΤΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗ

Η ανησυχία των κατοίκων της Ν. Μηχανιώνας, που αναδύεται από την συγκεκριμένη υπόθεση, μπορεί να ερμηνευθεί μέσα από τα στερεοτυπικά χαρακτηριστικά του Αλβανού μετανάστη, ως απειλή για τον «εθνικό πολιτισμό», την ασφάλεια, την εργασία. Από το έτος 1990 και μετά, η πρόσληψη του «ξένου» επηρεάζεται από τη μαζική είσοδο Αλβανών στην χώρα μας. Η ελληνική κοινωνία προσλαμβάνει και ομαδοποιεί τους αλλοδαπούς κυρίως με βάση την εθνικότητά τους. Αλβανοί και μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης βρίσκονται υψηλότερα από άλλες ομάδες , στην κλίμακα αντιπάθειας, όπως αποδεικνύουν σχετικές έρευνες [18].  Αντίθετα Δυτικοευρωπαίοι και Αμερικανοί καταλαμβάνουν τις υψηλότερες θέσεις στην κλίμακα συμπάθειας των Ελλήνων ερωτηθέντων [19]. Στη συλλογική κοινωνική συνείδηση, η στερεοτυπική απεικόνιση του μετανάστη είναι αυτή του «Λαθρομετανάστη – Κλέφτη – Βίαιου – Επικίνδυνου – Βαλκάνιου Εγκληματία». [20]

Υπάρχει όμως πράγματι τέτοια απειλή εκ μέρους των μεταναστών, πόσο σοβαρή είναι αυτή και τέλος, είναι αδύνατη η ενσωμάτωση τους;

Πολλοί σύγχρονοι εγκληματολόγοι δεν αποδέχονται την ύπαρξη βιολογικής προδιάθεσης των μειονοτικών και εθνοτικών ομάδων, κατά την αιτιολογία του εγκλήματος [21]. Τυχόν διαφοροποιήσεις στους δείκτες εγκληματικότητας αντανακλούν κοινωνικές, πολιτιστικές και οικονομικές αιτίες [22]. Δεν αντανακλούν όμως βιολογικές αιτίες. Είναι δηλαδή ασήμαντες, οι όποιες βιολογικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των φυλετικών ομάδων, για την ερμηνεία των δεικτών εγκληματικότητας [23].

Χαρακτηριστικό, κατά τη γνώμη μας, παράδειγμα, αποτελεί η –κατά την περίοδο του κράχ-αυξημένη συμμετοχή των Ελλήνων μεταναστών της Αμερικής, στα εγκλήματα της ανθρωποκτονίας και του βιασμού, οι οποίοι κατέλαβαν την πρώτη θέση των σχετικών

 

 

στατιστικών πινάκων, της Πολιτείας της Νέας Υόρκης [24].   

Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς, ποια αντίληψη είχε ο μέσος αμερικανός πολίτης για τον Έλληνα μετανάστη. Το λαϊκό αυτό στερεότυπο [25] δεν απείχε από αυτό του σύγχρονου Αλβανού μετανάστη. Εν τούτοις, η στερεοτυπική αυτή αντίληψη δεν εμπόδισε την ελληνική κοινότητα να μεγαλουργήσει στις ΗΠΑ ατομικά και συλλογικά, καταλαμβάνοντας όλα τα επιστημονικά και επαγγελματικά αξιώματα της ιεραρχικής κλίμακας έως την κορυφή, ή σχεδόν έως αυτήν, αφού ο ελληνικής καταγωγής Μαϊκλ Δουκάκης απέτυχε να εκλεγεί Πρόεδρος. Φυσικά ουδείς του έθεσε προεκλογικά το υποθετικό ερώτημα «αν υπάρξει πόλεμος κατά της Ελλάδος με ποιόν θα πολεμήσεις;». Γιατί το σύστημα μεταναστευτικής πολιτικής της χώρας αυτής εδράζεται στην παραδοσιακή ωφελιμιστική – φιλελεύθερη αντίληψη της ενσωμάτωσης και αξιοποίησης της ατομικής αξίας προς όφελος του έθνους και του κοινωνικού συνόλου[26].

V.  ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ

Είναι σήμερα ευρέως αποδεκτό, ότι η παγκοσμιοποίηση, ως πλαίσιο που περιβάλλει αποδυναμωμένα έθνη-κράτη, περιφερειακές ενώσεις, οικονομικές σχέσεις και παραγωγικές διαδικασίες [27], διευκόλυνε τη μετακίνηση προσώπων, αγαθών, κεφαλαίων και υπηρεσιών. Η μετανάστευση απασχολεί τα εθνικά κράτη και τους διεθνείς οργανισμούς, που προσπαθούν με κοινωνικά, πολιτικά και νομικά μέτρα (governance), να αποκαταστήσουν τις διαταραχθείσες κοινωνικο-οικονομικές ισορροπίες.

Για να βρούμε λύση στα σύγχρονα προβλήματα από την διακίνηση των οικονομικών μεταναστών, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας όλες τις πολιτικές που εφάρμοσαν τα δυτικά κράτη (Βρετανία, Γαλλία, ΗΠΑ, Γερμανία,) μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, επιλύοντας ή περιορίζοντας το θέμα των διακρίσεων. Εξάλλου, οι πολιτικές είναι αυτές που αναπτύσσουν τις δομές, μέσα στις οποίες οι πολίτες διαμορφώνουν την εμπειρία και τον πολιτισμό τους [28].

Η μεταναστευτική πολιτική των ΗΠΑ, στην οποία χάριν οικονομίας θα αναφερθούμε, γιατί αντανακλά τις πολιτικές των υπολοίπων κρατών [29], ακολούθησε τρεις εναλλασσόμενες πρακτικές [30].

-Την αφομοίωση, που σημαίνει εγκατάλειψη των συνηθειών των χωρών προελεύσεως και αποδοχή των αξιών του έθνους υποδοχής [31].

-Την πολιτισμική ανάμιξη, που σημαίνει μίξη των πολιτιστικών αξιών και χαρακτηριστικών του έθνους υποδοχής με αυτές των εθνών προελεύσεως [32].

-Τον πολιτιστικό πλουραλισμό, που σημαίνει αναγνώριση, ως ισότιμης, της αξίας των πολιτισμών που φέρουν οι μετανάστες .

Αντίθετα, η ελληνική μεταναστευτική πολιτική διακυμάνθηκε, έως σήμερα, ανάμεσα στην αδράνεια και την καταστολή [33]. Ο συνδυασμός όμως, των ανωτέρω πολιτικών, σε σχέση με την εφαρμογή του ν. 927/79 «περί κολασμού πράξεων ή ενεργειών αποσκοπουσών εις φυλετικάς διακρίσεις» [34] αλλά και την ανανέωση του νομικού μας οπλοστασίου (ήδη σχεδιάζεται για τη χώρα μας νέος αντιρατσιστικός νόμος), μπορεί να εξομαλύνει τις διακρίσεις στη χώρα μας και να επιτρέψει στους οικονομικούς μετανάστες ενσωμάτωση, χωρίς απάλειψη των πολιτιστικών τους αξιών (πλην όσων επιλέγουν την αφομοίωση [35]), με ταυτόχρονη ισότητα ευκαιριών και δικαιωμάτων. Στην κατεύθυνση αυτή, η δυνάμει του αρθ. 72 του ν. 2910/01, κατάργηση του αρθ. 4 του ν. 927/79, με το οποίο προβλεπόταν η κατ΄ έγκληση δίωξη των φυλετικών διακρίσεων, δημιούργησε τις αναγκαίες συνθήκες, για την κατ’ αρθ. 36 Κ.Π.Δ. αυτεπάγγελτη δίωξη ρατσιστικών συμπεριφορών.

Η λήψη των νέων νομοθετικών μέτρων πρέπει οπωσδήποτε να λαμβάνει υπόψη τις συνταγματικές αρχές της ισότητας, της απαγόρευσης των διακρίσεων και του δικαιώματος στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας [36].

Ενδεχομένως, μια τέτοια συνδυασμένη δράση θα αποτρέψει στο μέλλον περιπτώσεις τύπου Ν. Μηχανιώνας. Αυτό βέβαια αν προκύψει αποκλειστικά και μόνο από την εφαρμογή του νόμου, δε σημαίνει ότι επιλύει και το βαθύτερο πρόβλημα του νεοφυλετισμού. Αφού μπορεί κανείς πλέον να μην εκφράζεται δημόσια ή να μην ενεργεί με καταλήψεις σχολείων, αλλά να αναπαράγει στην οικογένειά του και στον περίγυρό του τις απόψεις του περί «ειδικού προορισμού» του έθνους μας. Η ανασκευή των εγκληματικών στερεοτύπων οφείλουμε, επομένως, να καταστεί στόχος όλων όσων εμπλέκονται στη δημιουργία τους. Κόμματα, ΜΜΕ, επιστημονική κοινότητα, τοπικές κοινωνίες, πρέπει να συστρατευθούν στην καταπολέμηση των διακρίσεων και της ξενοφοβίας, εμπεδώνοντας την κοινωνική αλληλεγγύη [37].

Το πρόβλημα λοιπόν, λύνεται όχι μόνο δια του νόμου, αλλά σε συνδυασμό αυτού και των πολιτικών που θα αναδείξουν την οικουμενική αξία του ανθρωπισμού ως καθημερινό ζητούμενο, στους χώρους εργασίας, εκπαίδευσης και κοινωνικής δραστηριοποίησης, γεγονός που απαιτεί αφενός διατήρηση της ιστορικής μνήμης για το ρόλο των ελλήνων μεταναστών σε ξένα κράτη και αφετέρου περισσότερη ανοχή, προσέγγιση και κατανόηση για το διαφορετικό.

VI. ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ.

Oι παγκόσμιες αγορές, οι διεθνείς οικονομικές ανισότητες, η αύξηση της φτώχειας και η προϊούσα διεθνική πολιτική αλληλεξάρτηση κατατείνουν στην αύξηση της μετανάστευσης. Ο Ο.Η.Ε. προβλέπει ότι το 2020 ο ένας στους τέσσερις κατοίκους της Ελλάδας θα είναι αλλοδαπός [38]. Η πλειοψηφία των μεταναστών, όπως έχουν καταδείξει πολλές σχετικές μελέτες, είναι νομιμόφρονες πολίτες [39]. Όμως, η ανοχή εκφράσεως των ευφημιστικών απόψεων του νεοφυλετισμού δηλητηριάζει την συμπεριφορά και τη στάση των ευαίσθητων ομάδων και διασπά την κοινωνική συνοχή. Φαινόμενα τύπου Ν. Μηχανιώνας είναι λοιπόν, πολύ πιθανό να επαναληφθούν στο μέλλον, αφού πάντα υπάρχουν οι συναισθηματικές ή οι ιστορικής προέλευσης αφορμές.

Περαιτέρω, έχει προ πολλού παρατηρηθεί, ότι η δεύτερη γενιά των μεταναστών αναπτύσσει μεγαλύτερη εγκληματική δράση από την πρώτη γενιά [40]. Οι εθνικιστικές εξάρσεις και συμπεριφορές, που οδηγούν στην απόρριψη των τέκνων των μεταναστών, υποβοηθούν την δημιουργία του μελλοντικού εγκληματικού περιβάλλοντος. Τούτο συμβαίνει γιατί η απόρριψη κλονίζει τις βασικές αξίες του ατόμου, προκαλώντας έλλειψη αυτοεκτίμησης και σεβασμού προς εαυτόν, αλλά και προς τους συγκοινωνούς. Ο πολλαπλασιασμός νεορατσιστικών φαινομένων, στα πλαίσια αυτά, εκτιμούμε πως θα έχει μακρά πορεία.

Για την αποφυγή τέτοιων έκρυθμων καταστάσεων, η πολιτεία οφείλει να αξιοποιήσει την εμπειρία των κρατών, που αντιμετώπισαν με περισσότερη επιτυχία τα διάφορα μεταναστευτικά ρεύματα. Η νομοθεσία μας, οι εκπαιδευτικές, εργασιακές και λοιπές πολιτικές, πρέπει να λάβουν υπόψη τους τις εμπειρίες των κρατών αυτών και να στοχεύσουν στην εμπέδωση της κοινωνικής ειρήνης και αλληλεγγύης, έχοντας ως άξονα τις αρχές της ισοπολιτείας, της ελευθερίας και της δημοκρατίας.-

 

 


 

[1] Βλ. σχετ. “Τhe Modern Encyclopedia”, Amalgamated press, London, 1932, σελ. 383, όπου αναφέρεται : “Αυτές οι φυλές συνηθίζεται να χωρίζονται πρωταρχικά σε τέσσερις βασικές κατηγορίες, αν και υπάρχουν πολλές επιμέρους αναμίξεις των φυσικών τύπων : Η Αμερικανική (American), η Νέγρικη (Negro) της Αφρικής γύρω και νότια του Ισημερινού, η Καυκασιανή (Caucasian) στην περιοχή της Βορείου Αφρικής, στη Δυτική Ασία και την Ευρώπη και η Μογγολική (Mongolian) στη Κεντρική , Βόρεια και Ανατολική Ασία. Η Νεγροειδής φυλή (Negroid) της Νοτίου Ασίας, του Αρχιπελάγους και της Πολυνησίας συνδέεται με τη Νέγρικη της Αφρικής”.

[2] Βλ. σχετ. Ηλ. Ι. Οικονομόπουλου «Οι άγριοι λαοί», Εκδοτική Εταιρεία Α. Γονίδου και Σ/ας, Αθήνα, 1905.

[3] Βλ. σχετΒ. F. Skinner, “The phylogeny and ontogeny  of behavior”, Science 153, 1966, σελ. 1205 – 1213.

[4] Βλ. σχετ. Edward O. Wilson, «Για την ανθρώπινη φύση», εκδόσεις Σύναλμα, Αθήνα 1998, σελ. 62 – 63.

[5] Βλ. σχετ. Jacques Derrida, “Η τελευταία λέξη του ρατσισμού», εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1992, σελ. 19-20.

[6] Βλ. σχετ. Hanspeter Kriesi, άρθρο με τίτλο «Νέα Κοινωνικά Κινήματα στη Δυτική Ευρώπη», στην Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, τεύχος 11, Απρίλιος 1998, σελ. 5 επ.

[7] Βλ. σχετ. Pierre Bourdieu , “Ο φυλετισμός της νοημοσύνης”, στη συλλογή άρθρων του “Κείμενα Κοινωνιολογίας”, εκδόσεις Στάχυ, Αθήνα, 1999, σελ. 86 επ.

[8] Για την διάκριση του εθνοκεντρισμού από το ρατσισμό, βλ. σχετ. Philippe LaburtheTolra , JeanPierre Warnier, «Εθνολογία – Ανθρωπολογία», εκδόσεις Κριτική, 2003, σελ. 31 : «Δεν πρέπει να συγχέουμε τον εθνοκεντρισμό με το ρατσισμό. Ο ρατσισμός είναι μια θεωρία που πρεσβεύει ότι 1) υπάρχουν ξεχωριστές φυλές, 2) ότι ορισμένες φυλές είναι κατώτερες (ηθικά, πνευματικά, τεχνικά) από άλλες, 3) ότι η κατωτερότητα αυτή δεν είναι κοινωνική ή πολιτισμική (δηλαδή επίκτητη), αλλά αντίθετα εγγενής και βιολογικά καθορισμένη. Ο εθνοκεντρισμός, από την άλλη, πιστεύει ότι ο δικός του πολιτισμός και οι δικοί του κοινωνικοί κανόνες (δημιουργημένοι και κατόπιν επίκτητοι) είναι ανώτεροι από τους άλλους».

[9] Βλ. σχετ. Pierre Bourdieu, όπ. π. σελ. 86

[10] βλ. σχετ. George C. Homans, “Theorie der sozialen Gruppe”, Westdeutsher Verlag, 7η έκδοση, άνευ χρονολογίας, Wiesbaden, σελ. 424.

[11] Βλ. σχετ. Γιάννη Πανούση, «Φυσιογνωμική», εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 2000, σελ. 246 επ.

[12] Βλ. σχετ. Ιωάννη Μανωλεδάκη, «Η προστασία της πολιτειακής εξουσίας», εκδ. Αφοί  Π. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 1967, σελ. 104, 105.

[13] Βλ. σχετ. Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη, «Διάγραμμα Ποινικού Δικαίου», 5η έκδοση, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2003, σελ. 40 – 42 και εκεί τις παρατηρήσεις του για την οντολογική θεώρηση του εννόμου αγαθού.

[14] Βλ. σχετ. Αλέξανδρου Κωστάρα, «Ποινικό Δίκαιο», εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2003, σελ. 218.

[15] Πρβλ. Αδάμ Παπαδαμάκη, «Στρατιωτικό ποινικό Δίκαιο», εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, Β΄ έκδοση 2002, σελ. 395, και την εκεί αναφορά του στο αλυσιτελές της διατάξεως του αρθ. 58 Σ.Π.Κ., για το οποίο παρατηρεί : «…η τυποποιημένη συμπεριφορά του αρ. 58 ΣΠΚ ιδίως σε ό,τι αφορά την προσβολή του στρατού με την εξέλιξη των κοινωνικών συνθηκών εμφανίζεται περιττή, ανώφελη, αλλά και επιβλαβής. Και αυτό γιατί ένα δημοκρατικό κράτος δεν έχει ανάγκη να προστατεύει με ποινικά μέσα το κύρος του ή εκείνο που θεωρεί κύρος του. Η επιδοκιμασία και το κύρος δεν μπορούν ποτέ να εξασφαλιστούν με την ποινικοποίηση της κριτικής».

[16] Βλ. σχετ. Χριστίνας Κουλούρη, «Το έθνος γιορτάζει χωρίς να θυμάται», άρθρο στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2003, σελ. Α42,43.

 

[17] βλ. σχετ. Ζωής Παπασιώπη – Πασιά, «Δίκαιο Ιθαγένειας», 6η έκδοση, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα -Θεσσαλονίκη, 2003, σελ. 133.

 

 

[18] Βλ. σχετ. Έρευνα Γ. Βούλγαρη κλπ, «Η πρόσληψη και η αντιμετώπιση του άλλου στην σημερινή Ελλάδα – Πορίσματα Εμπειρικής Έρευνας», στην Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, τεύχος 5, Απρίλιος 1995, σελ. 81 επ.

[19] Βλ. σχετ. όπ. π. σελ. 97.

[20] Βλ. σχετ. Βασίλη Καρύδη, «Η εγκληματικότητα των μεταναστών στην Ελλάδα», εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 1996, σελ. 155.

[21] Βλ. σχετ. John E. Conklin, “Criminology”, 4th Edition, MacMillan Publishing Company, New York, 1991, σελ. 138.

[22] Βλ. σχετ. Basia Spalek, “Religious diversity, British Muslims, crime and victimisation”, άρθρο στο “Islam, Crime and Criminal Justice”, Willan Publishing, 2002, σελ. 8.

[23] βλ. σχετ. Robert M. Regoli, John D. Hewitt, “Delinquency in Society”, 4th edition, McGraw-Hill Companies, 2000, σελ. 42.

[24] Βλ. σχετ. Thorsten Sellin, «Πολιτισμική Σύγκρουση και Έγκλημα», μετάφραση Ηρώς Σαγκουνίδου – Δασκαλάκη, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2003, σελ. 90 - 92. Ο συγγραφέας, αναφερόμενος στα στατιστικά στοιχεία της Σωφρονιστικής Επιτροπής της Πολιτείας της Νέας Υόρκης για το 1929, διαπιστώνει πως. η ποσοστοποίηση των εγκλημάτων ανά 100.000 κατοίκους, φέρνει τους Έλληνες στην πρώτη θέση των ειδεχθεστέρων εγκλημάτων , δηλαδή, της ανθρωποκτονίας και του βιασμού. Ειδικότερα, 116,4 ανθρωποκτονίες και 38,8 βιασμοί ανά  100.000 κατοίκους, απεικονίζουν τους Έλληνες μετανάστες ως μακράν πρώτους από τους δεύτερους κατά σειράν Λιθουανούς (14,3 ανθρωποκτονίες) και Ιταλούς (22,2 βιασμοί), μεσούσης μάλιστα της ιστορικής δράσης της Μαφίας.

[25] Βλ. σχετ. Στέργιου Αλεξιάδη, «Εγκληματολογία», 3η έκδοση, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 1989, σελ. 212, 213 και τις εκεί σημαντικές παρατηρήσεις του για την κακοποίηση του όρου «εγκληματίας».

[26] Βλ. σχετ. Crawford B. MacPherson, «Η ιστορική πορεία της φιλελεύθερης Δημοκρατίας», εκδόσεις Γνώση, Αθήνα, 1994, σελ. 82, 165.

[27] Βλ. σχετ. Χαράλαμπου Δημόπουλου, «Η παγκοσμιοποίηση του εγκλήματος», εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2003, σελ. 38, 39.

[28] Βλ. σχετ. Clifford Geertz, «Η ερμηνεία των πολιτισμών», εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2003, σελ. 304.

[29] Για τις πολιτικές  ένταξης των μεταναστών στα δυτικοευρωπαϊκά κράτη, βλ. σχετ. Σταύρου Γαβρόγλου, «Μετανάστευση και ακροδεξιά αντίδραση στην Ευρώπη», άρθρο, στο «Μετανάστες και Μετανάστευση – Οικονομικές, Πολιτικές και Κοινωνικές Πτυχές», εκδόσεις Πατάκη, 2η έκδοση, Αθήνα, 2002, σελ. 80-88.

[30] Βλ. σχετ. Anthony Giddens, «Κοινωνιολογία», εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 2002, σελ. 333 – 335.

[31] Πρβλ. Claude Levi-Strauss, «Μνήμες μακρινές και πρόσφατες», εκδόσεις Ολκός/Μικρή Άρκτος, Αθήνα, 1998, σελ. 221, όπου, σε συνέντευξή του στον Didier Eribon, εναντιώνεται στην αφομοίωση : «Κάθε κουλτούρα αναπτύσσεται χάρη στις ανταλλαγές με τις άλλες κουλτούρες. Αλλά πρέπει κάθε μια να προβάλλει μια σχετική αντίσταση, διαφορετικά, πολύ γρήγορα, δεν θα είχε πια τίποτα αποκλειστικά δικό της για να ανταλλάξει».

[32] Πρβλ. Ernest Gellner, «Εθνικισμός», εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2002, σελ. 55 – 63, όπου εξηγεί τους λόγους για τους οποίους απέτυχαν –κατά τη γνώμη του- η φιλελεύθερη και η μαρξιστική εκδοχή του παγκόσμιου νεωτερικού χωνευτηριού των πολιτισμών. Κατά τον συγγραφέα, οι κοινωνίες που εισέρχονται με καθυστέρηση στην διαδικασία του εκσυγχρονισμού δημιουργούν, για λόγους προστασίας της ανάπτυξής τους από τον ανταγωνισμό,  επιμέρους εδαφικές μονάδες, με διακεκριμένη  κουλτούρα και πολιτικές βλέψεις, που οδηγούν σε νέες μορφές εθνικισμού. 

[33] Βλ. σχετ. Νέστορα Κουράκη, «Αλλοδαποί, μεταναστευτική πολιτική και εγκληματικότητα», άρθρο δημοσιευθέν στα Ποινικά Χρονικά, τεύχος 7/2003, σελ. 580.

[34] Βλ. σχετ. Γεωργίου Αποστολάκη, «Η ποινική καταστολή των φυλετικών, εθνικών και θρησκευτικών διακρίσεων», άρθρο δημοσιευθέν στην Ποινική Δικαιοσύνη, τεύχος 11/2002, σελ. 1184 επ. και τις εκεί κριτικές παρατηρήσεις στο ν. 927/79.

[35] Για την διάκριση αφομοίωσης – ενσωμάτωσης βλ. σχετ. Eric Gazon, «Οι μετανάστες και η Δημοκρατία», άρθρο, στο «Μετανάστες και Μετανάστευση …», όπ.π., σελ. 162 – 167.

[36] Βλ. σχετ. Γιώργου Παπαδημητρίου, «Πολιτικά κόμματα και καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας», στην Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, τεύχος 13, Μάϊος 1999, σελ. 142,143.

[37] Βλ. σχετ. Γιάννη Πανούση, «Έγκλημα και τοπική κοινωνία», εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1993, σελ. 28,29.

[38] Βλ. σχετ. Φωτεινής Τσαλίκογλου, «Τι τελικά σημαίνει ενσωμάτωση ;», άρθρο στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2003, σελ. 6.

[39] Βλ. σχετ. Δημόπουλου, όπ. π. , σελ. 190.

[40] Βλ. σχετ. Sellin, όπ.π., σελ. 94 επ.