ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:26-2 2004
Η ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ
ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΤΟΥΡΚΙΚΑ(ΠΗΓΗ ΠΡΩΤΗ)
Ο Μουσταφά Κεμάλ είχε προφητέψει ότι
"ο αληθινός λυτρωτής ήλιος των Τούρκων θα έλαμπε με όλη του την μεγαλοπρέπεια
την αυγή της επίθεσης".
Η επίθεση ξεκίνησε την
26η Αυγούστου 1922. Την ακολούθησε μια ημέρα που όλα έδειχναν ότι
έχουν τελειώσει για τους Ελληνες όπως και η ελπίδα τους να ανατρέψουν την
ιστορία χιλίων χρόνων επανεγκαθιστώντας την Ελληνική Αυτοκρατορία που θα
περιελάμβανε και την Μικρά Ασία.
Ο Ελληνας διοικητής επιχειρήσεων της
εμπροσθοφυλακής συνελήφθη και οι Ελληνες χωρίς αρχηγό άρχισαν
να υποχωρούν προς τη Σμύρνη κάτω από την πίεση της Τουρκικής
καταδίωξης.
Ο λόρδος Curzon,
βρετανός γραμματέας των εξωτερικών ενημερώθηκε από τον Sir Ηorace Rumbold, τότε Υπατο Αρμοστή
στην κατεχόμενη ακόμη Κωνσταντινούπολη, ότι οι Ελληνες διασκορπίστηκαν
πλήρως αφήνοντας πίσω τους αηδιαστικές μαρτυρίες θηριωδίας και
βαρβαρότητας.
Η Τουρκάλα συγγραφέας Halide
Edib, που ακολουθούσε τον τουρκικό στρατό έμεινε άναυδη από αυτά που
είδε. Περιγράφοντας την Αlasehir, μια μικρή πόλη κοντά
στη Σμύρνη, έγραψε:
«Ούτε οι Έλληνες ούτε οι δικοί μας είχαν καιρό να θάψουν
τους νεκρούς τους. Ο τουρκικός στρατός πάσχιζε να σώσει τις τουρκικές πόλεις από
τη φωτιά. Ο Ελληνικός στρατός έτρεχε να δραπετεύσει από τις φωτιές που
είχε ο ίδιος ανάψει και από τις κτηνωδίες. Και οι δυο πλευρές δε δείχνουν
έλεος .... Γυναίκες σε κατάσταση υστερίας σκάβουν το έδαφος με τα δάχτυλά τους.
Είναι σαν να έχει έρθει η κόλαση στη γη.
Όταν ο
τουρκικός στρατός έφτασε στη Σμύρνη, η πόλη ήταν γεμάτη από Έλληνες πρόσφυγες
της ενδοχώρας. Ένα μεγάλο άγημα του ελληνικού στρατού εγκατέλειψε την περιοχή
λίγο πριν την άφιξη του τουρκικού στρατού. Ωστόσο, μερικά ελληνικά στρατεύματα
έμειναν πίσω. Αυτά μαζί με χιλιάδες πρόσφυγες βρίσκονταν σε σύγχυση. Μερικοί
πήδηξαν στο νερό σε μια προσπάθεια να φτάσουν τα Συμμαχικά πολεμικά πλοία που
ήταν ακόμη στο λιμάνι.
Ο Μουσταφά Κεμάλ μπήκε στη
Σμύρνη στις 10 Σεπτεμβρίου 1922 ως ήρωας των Τούρκων. Του διέθεσαν τον οίκο στον
οποίο ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος είχε μείνει και είχε ποδοπατήσει την τουρκική
σημαία κατά την είσοδό του. Μια ελληνική σημαία είχε απλωθεί πάνω στα μαρμάρινα
σκαλοπάτια της εισόδου του οίκου και ο λαός περίμενε τον Μουσταφά Κεμάλ να
περάσει από πάνω. Παρόλα αυτά εκείνος αρνήθηκε λέγοντας ότι η τιμή μιας χώρας
δεν πρέπει να ποδοπατείται και ότι εκείνος δεν θα ακολουθήσει το λανθασμένο
παράδειγμα του Κωνσταντίνου.
Σύντομα η Σμύρνη
τυλίχτηκε στις φλόγες: οι Τούρκοι κατηγορούσαν για την πυρκαγιά τους Έλληνες και
τους Αρμένιους, οι οποίοι με τη σειρά τους κατηγορούσαν τους Τούρκους. Κανένας
από αυτούς που έβλεπαν την πύρινη λαίλαπα δεν μπορούσε να μαντέψει ότι
μέσα σε λίγα χρόνια ο Μουσταφά Κεμάλ και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, που θα
επανεκλεγόταν στην εξουσία για μια ακόμη φορά, θα έκαναν ειρήνη...
(Πηγή δεύτερη)
|
Δ. ΣΩΤΗΡΙΟΥ <<Ματωμένα χώματα>> Το ΑΛΛΟ ΠΡΩΙ ΜΑΣ ΞΥΠΝΗΣΑΝΕ
χλιμιντρίσματα και καλπασμός αλόγων. Πεταχτήκαμε μεμιάς Όλοι στη μαούνα γινήκαμε
τώρα μιά παρέα. Βγάλαμε ό,τι φαγώσιμο είχαμε, παστά,
|
Aδερφοφάδες" Ν. Καζαντζάκη (Πηγή τρίτη)
Μα ξαφνικά, γιατί ; ποιος έφταιξε
; Καμιά μεγάλη αμαρτία δεν πλάκωσε το χωριό. όπως πάντα οι χωριανοί
νήστευαν τις σαρακοστές, Τετάρτη και Παρασκευή δεν έτρωγαν κρέας και ψάρι, δεν
έπιναν κρασί, πήγαιναν κάθε Κυριακή στη λειτουργία, έφερναν πρόσφορα,
έκαναν κόλλυβα, ξομολογιούνταν και μεταλάβαιναν, γυναίκα δε σήκωνε τα μάτια της
να κοιτάξει ξένον άντρα, άντρας δε σήκωνε τα μάτια να κοιτάξει ξένη γυναίκα,
όλοι ακλουθούσαν τη στράτα τού θεού... "Όλα πήγαιναν καλά και ξαφνικά,
εκεί πού ήταν ο θεός σπλαχνικά σκυμμένος κατά το ευτυχισμένο χωριό,
απόστρεψε πέρα το πρόσωπό του. το χωpιό ευτύς σκοτείνιασε, κι ένα πρωί φωνή
σπαραχτικιά ακούστηκε στην πλατεΙα του χωριού : «Ξεριζωθείτε, οι Δυνατοί της Γης
προστάζουν, φύγετε ! "Όλοι οι Έλληνες στην 'Ελλάδα, όλοι οι Τούρκοι στην Τουρκιά
! Πάρτε τα παιδιά σας, τις γυναίκες σας, τα κονίσματα, ξεκουμπιστείτε !
Δέκα μέρες διορία».
Θρήνος σηκώθηκε μέσα στο χωριό, σάστισαν γυναίκες
κι άντρες, πήγαιναν κι έρχονταν κι αποχαιρετούσαν τους τοίχους, τους
αργαλειούς, τη βρύση του χωριού, τα πηγάδια. Κατέβαιναν στην
ακρογιαλιά, κυλίονταν στα χοχλάδια του γιαλού,αποχαιρετούσαν τη
θάλασσα κι έσερναν μοιρολόι. Δύσκολα, δύσκολα πολύ, μαθές, ξεκολνάει
η Ψυχή από τα γνώριμά της νερά κι από τα χώματα! Κι ένα
πρωί ο γέρο παπα-Δαμιανός, μοναχός του, δεν αφήκε τον τελάλη, μήτε τον άλλο
νιότερο παπά, τον Παπα- Γιάνναρο, μοναχός του σηκώθηκε αξημέρωτα,
πήρε σβάρνα το χωριό, γύριζε από πόρτα σε πόρτα, φώναζε : «Στ' όνομα
του θεού, παιδιά, ήρθε η ώρα !
Από τις βαθιές αυγές χτυπούσαν λυπητερά οι καμπάνες,
οληνύχτα οι γυναίκες ζύμωναν, οι άντρες διαγούμιζαν βιαστικά από τα
σπίτια τους ό,τι μπορούσαν να πάρουν μαζί τους, κάπου κάπου μια γριούλα
έσερνε ακόμα το μοιρολόι, μα οι άντρες, με πρησμένα μάτια, γύριζαν και της
φώναζαν να πάψει. Τι φελούν τα κλάματα; είπε ο Θεός θα γίνει, ας γίνει το
λοιπόν να ξεμπερδεύουμε ! Και γρήγορα γρήγορα, προτού να λυγίσει η
Ψυχή μας και πριν καλά καλά να καταλάβουμε τη συφορά. Ελάτε, γρήγορα
χέρια, βρε παιδιά! Ας φουρνίσουμε τα ψωμιά, ας σακιάσουμε όσο αλεύρι
μπορούμε, μακρινή πολύ 'ναι η στράτα, ας πάρουμε μαζί μας ό, τι
μας χρειάζεται για να ζήσουμε, τσουκάλια, σκάφες, στρώματα, άγια
κονίσματα, μη φοβάστε, αδέρφια ! Οι ρίζες μας δεν είναι μονάχα εδώ κάτω
στη γης, πιάνουν και τον ουρανό και θρέφονται και γι΄
αυτό η ράτσα μας είναι αθάνατη. Όρτσα το λοιπόν, παιδιά, Κουράγιο
!
Φυσούσε αγέρας, χειμώνας καιρός, τα κύματα είχαν αγριέψει, ο ουρανός
γεμάτος σύννεφα, Κανένα αστέρι. Οι δυο παπάδες του χωριού, ο
γερο-Δαμιανός κι ο μαυρογένης παπα-Γιάνναρος, πηγαινόρχουνταν μέσα
στην εκκλησιά, μάζευαν τα κονίσματα, το άγιο δισκοπότηρο, τ' ασημένιο
Βαγγέλιο, τα χρυσοκέντητα άμφια, στέκουνταν κι αποχαιρετούσαν τον Παντοκράτορα,
που ενέδρευε ζωγραφισμένος στον τρούλο, ο γερο Δαμιανός
γούρλωνε τα μάτια και τον κοίταζε. πρώτη φορά είχε δει πόσο ήταν άγριος, πως
έσφιγγε τα χείλια του με θυμό και καταφρόνεση και κρατούσε το Βαγγέλιο
σαν κοτρόνα κι ετοιμάζουνταν να το σφεντονίσει κατακέφαλα στους
ανθρώπους.
Κούνησε ο γερο-Δαμιανός το κεφάλι ήταν χλωμός, αδύναμος.
Ρουφηγμένα τα μαγουλά του, δεν τού 'μεναν στο πρόσωπο παρά δυο
μάτια μεγάλα. Τού 'χαν φάει το κορμί η νήστια, η προσευκή κι
η αγάπη για τους ανθρώπους. Κοίταζε με τρόμο τον Παντοκράτορα, τόσα
χρόνια και πώς να μην τον δει ! Στράφηκε στον παπα-Γιάνναρο : «Έτσι άγριος ήταν
πάντα ;» έκαμε να τον ρωτήσει, μα ντράπηκε.
-Παπα - Γιάνναρε, είπε,
κουράστηκα. Μάζεψε εσύ τα κονίσματα που θα πάρουμε μαζί μας και τ' άλλα
να τα κάψουμε, παιδί μου, κι ο θεός θα μας συχωρέσει, να τα κάψουμε να
μην τα μαγαρίσουν οι Αγαρηνοί. Και μάζεψε τη στάχτη, μοίρασέ τη στους
χωριανούς, να την κρατούν φυλαχτό. Κι εγώ θα σηκωθώ να κουρταλώ τις πόρτες και
να φωνάζω : Ήρθε η ώρα!
Πήρε να ξημερώσει - μέσα από μαύρα
σύννεφα πρόβαλε ο ήλιος, φαλακρός, άρρωστος. Ένα φως θλιμμένο άγλειψε το χωριό,
ξεχάσκισαν οι πόρτες, κατάμαυρες. Λάλησαν λιγοστά κοκόρια, για στερνή φορά,
απάνω στις κοπριές της αυλής. Άνοιγαν οι στάβλοι, πρόβαιναν τα βόδια, τα
μουλάρια, τα γαϊδουράκια και πίσω τους τα σκυλιά κι οι άνθρωποι. Μύριζε το
χωριό ψωμί ξεφουρνισμένο.
-Νά 'χετε την ευκή του θεού, παιδιά μου,
παρακαλούσε ο γέρο-Δαμιανός και πήγαινε από το ένα σπίτι στο άλλο,
μην κλαίτε, μη βλαστημάτε. Θεού 'ναι θέλημα, μπορεί και για καλό μας.
Σίγουρα για καλό μας! Πατέρας μαθές είναι ο θεός. Γίνεται ένας πατέρας να
θέλει το κακό των παιδιών του ; δε γίνεται ! Θα δείτε το λοιπόν, παιδιά
μου, πως ο θεός μας έχει ετοιμάσει εκεί πέρα πιο καρπερά χωράφια να
ριζώσουμε. Σαν τους Όβραίους ξεσηκωνόμαστε κι εμείς από τη γη των άπιστων
και πάμε στη Γη της Επαγγελίας ! Εκεί τρέχει το
μέλι και το γάλα και τα σταφύλια γίνονται ένα μπόι ανθρώπου.
Την
παραμονή του μισεμού κίνησαν όλοι μαζί, λιτανεία, άντρες και γυναικόπαιδα, για
το μικρό χαριτωμένο νεκροταφείο απόξω από το χωριό, ν' αποχαιρετήσουν
τους προγόνους. Άνακλαημένος ήταν ο καιρός, τη νύχτα είχε βρέξει και κρέμουνταν
ακόμα στα φύλλα της ελιάς σταλαγματιές βροχή. Και κάτω το χώμα ήταν μαλακό και
μύριζε. Ο παπα-Δαμιανός πήγαινε μπροστά, ντυμένος τα καλά του άμφια, με
το χρυσοκεντημένο πετραχήλι του και με το ασημένιο Βαγγέλιο στην αγκαλιά του,
πίσω του ακολουθούσε ο λαός, και στερνός, ουραγός, ο παπα-Γιάνναρος,
με το ασημένιο σικλί γεμάτο αγιασμό και με την αγιαστούρα του από
φουντωμένο δεντρολίβανο. Δεν έψελναν, δεν έκλαιγαν, δε μιλούσαν, πήγαιναν
βουβοί, σκυφτοί και μονάχα κάπου κάπου μια γυναίκα στέναζε, ένα βαθύ
Κύριε, ελέησαν! ακούγονταν από κανένα γέρικο στόμα κι οι
νέες μανάδες είχαν ανοίξει τον κόρφο τους και βύζαιναν τα μωρά τους. Έφτασαν
στα κυπαρίσσια, έδωκε μια ο παπάς, άνοιξε την πορτούλα, μπήκε, και πίσω του
ο λαός. Οι μαύροι ξύλινοι σταυροί ήταν μουσκεμένοι, μερικά φαναράκια έκαιγαν
στους τάφους, μισοσβημένες φωτογραφίες πίσω από το γυαλί μαρτυρούσαν πως
ήταν οι κοπέλες, πως ήταν οι λεβέντες με τα στριφτά μουστάκια,
όταν εζούσαν. Κατασκορπίστηκε ο λαός, βρήκε καθένας τον αγαπημένο του τάφο,
έπεσαν κάτω οι γυναίκες και προσκύνησαν το χώμα, οι άντρες,
όρθιοι, έκαναν το σταυρό τους και σφούγγιζαν με την άκρα του μανικιού
τους τα μάτια. Ο παπα-Δαμιανός στάθηκε στη μέση του κοιμητήριου, σήκωσε τα χέρια
: - Πατέρες, φώναξε, Παππούδες, έχετε γεια ! Έχετε γεια, φεύγουμε ! Δε μας
αφήνουν πια οι Δυνατοί της Γης να ζούμε πλάι σας, να πεθάνουμε και
να ξαπλώσουμε πλάι σας, να ξαναγίνουμε κι εμείς χώμα μαζί σας. Μας ξεριζώνουν
!
|
Ανάθεμα στους αίτιους !
Ανάθεμα στους αίτιους ! Ανάθεμα στους αίτιους ! |
|
Η εξέλιξη του προσφυγικού προβλήματος (Πηγή τέταρτη)
Η
Επιτροπή Αποκαταστάσεως των προσφύγων δαπάνησε για την εγκατάσταση των
αστών προσφύγων, ως το 1930, δηλαδή μέχρι τη διάλυσή της, το ποσό των 2
δισεκατομμυρίων αγγλικών λιρών. Παράλληλα το κράτος κατέβαλε τη δική του
ξεχωριστή προσπάθεια για να συμβάλλει με εγχώριες πηγές στην αποκατάσταση
των προσφύγων. Μεταξύ των ετών 1923 και 1928 εξέδωσε έξι δάνεια στο
εσωτερικό της χώρας με συνολικό προϊόν 9,3 δισεκατομμύρια δραχμές. Από το
ποσό αυτό... απέμειναν σαν άμεσες δαπάνες του κράτους υπέρ των προσφύγων
τα 3,2 δισεκατομμύρια δραχμές....
|
|
Η ΧΡΥΣΟΦΟΡΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ "ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ"(Πηγή
πέμπτη)) ...παρόλο ότι η Ελλάδα «των 5 θαλασσών και των 2 ηπείρων» κατέρρευσε το 1922, εν τούτοις η Ελλαδική οικονομία αποκόμισε από την κατάρρευση αυτή ορισμένα συγκεκριμένα θετικά οφέλη: Α) ένα μεγάλο μέρος των
προσφύγων εμφανίστηκε σαν μια αξιόλογη και ειδικευμένη φθηνή εργατική
δύναμη, πράγμα που αποτέλεσε ένα επιπλέον κίνητρο για την δημιουργία νέων
παραγωγικών μονάδων. Η «επιχείρηση» αυτή στο σύνολό
της ήταν τόσο σημαντική ώστε και ξένα ακόμα κεφάλαια, αγγλικά και
αμερικανικά, επενδύθηκαν στην Ελλάδα με σκοπό την αξιοποίηση αυτής της
μοναδικής
συγκυρίας.
|
|
ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΣΤΙΚΩΝ ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΩΝ(Πηγή έκτη)) Η
φιλοσοφία της Κοινωνίας των Εθνών σχετικά με την αστική εγκατάσταση
συμπυκνωνόταν στην άποψη ότι «ο πρόσφυγας της πόλης πρέπει προπάντων να
εγκατασταθεί κάπου, όπου θα είναι σε θέση να συνεχίσει την εξάσκηση του
επαγγέλματός του ή κάποιου επαγγέλματος, χωρίς το οποίο η εξασφάλιση
οποιασδήποτε κατοικίας, εκτός του ότι θα ήταν άχρηστη, θα μπορούσε επίσης
να βλάψει και τα συμφέροντά του». Μέσα σ έναν ασύλληπτο οικοδομικό οργασμό, όπου σπίτια, εργοστάσια, γέφυρες, δρόμοι κλπ δημιουργούνταν από το μηδέν, η πόλη της Ν. Ιωνίας έβαλε τις ρίζες της. Παράλληλα, στην περιοχή του σημερινού Περισσού, ο δαιμόνιος εργοστασιάρχης Νικόλαος Κυρκίνης που ήδη από το 1920 είχε ιδρύσει εργοστάσιο Μεταξουργίας στην περιοχή εκμεταλλευόμενος την συγκυρία που πρόσφερε φθηνό εργατικό δυναμικό και με τους ίδιους ταχείς ρυθμούς εφαρμόζει το μεγάλο οικοδομικό του πρόγραμμα της ίδρυσης μιας βιομηχανικής πόλης. Ιδρύει εργοστάσια ηλεκτροπαραγωγής, βαμβακουργίας, ταπητουργίας, ενώ επεκτείνει το αρχικό εργοστάσιο της Μεταξουργίας. Στην βιομηχανική ζώνη της Ελευθερούπολης από την άλλη μεριά, γηγενείς επιχειρηματίες συνεταιριζόμενοι με πρόσφυγες επενδύουν στην ευοίωνη προοπτική της ταπητουργίας. Τα βιομηχανικά οικόπεδα προσφέρονται με ευνοϊκούς όρους από την ΕΑΠ με σκοπό την προώθηση της βιομηχανικής ανάπτυξης της Ελλάδος και της απασχόλησης των αστών προσφύγων. Πηγή έβδομη (κείμενα από το αρχείο Π.Δέλτα και άλλων)
|
Πηγή όγδοη
|
ΣΥΜΒΑΣΙΣ Αφορώσα την
ανταλλαγή των Ελληνο – τουρκικών πληθυσμών και Πρωτόκολλον, υπογραφέντα
την 30ην Ιανουαρίου 1923. Η Κυβέρνησις της Μεγάλης
Εθνοσυνελεύσεως της Τουρκίας και η Ελληνική Κυβέρνησις συνεφώνησαν επί των
ακολούθων όρων. Άρθρον 1 Από της 1ης Μαϊου 1923, θέλει διενεργηθεί η υποχρεωτική ανταλλαγή των Τούρκων υπηκόων Ελληνικού Ορθοδόξου θρησκεύματος, εγκατεστημένων επί των τουρκικών εδαφών, και των Ελλήνων υπηκόων Μουσουλμανικού θρησκεύματος, εγκατεστημένων επί των ελληνικών εδαφών. Τα πρόσωπα ταύτα δεν θα δύνανται να έλθωσι ίνα εγκατασταθώσιν εκ νέου εν Τουρκία ή αντιστοίχως εν Ελλάδι, άνευ της αδείας της Τουρκικής Κυβερνήσεως ή αντιστοίχως της Ελληνικής Κυβερνήσεως..... (ΣΥΜΒΑΣΗ ΤΗΣ ΛΩΖΑΝΗΣ)
... Και η αντίδραση των προσφύγων «...η Ανταλλαγή...πλήττει καίρια την παγκόσμια συνείδηση και την παγκόσμια ηθική...είναι αντίθετη προς τα ιερότερα δικαιώματα του ανθρώπου, της ελευθερίας και ιδιοκτησίας...το σύστημα της Ανταλλαγής αποτελεί νέα και κεκαλυμμένη μορφή αναγκαστικού εκπατρισμού και αναγκαστικής απαλλοτρίωσης που κανένα κράτος δεν έχει το δικαίωμα να θέσει σε εφαρμογή παρά τη θέληση των πληθυσμών... (21-1-1923, ΨΗΦΙΣΜΑ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ)
|
|
ΜΙΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΗ ΠΡΟΣΦΥΓΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΘΟΔΩΡΟΥ Δ. ΔΑΛΑΚΟΓΛΟΥ Το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια είναι η ιστορία της ζωής του μπάρμπα Αναστάση Ασλάνογλου. Δεν μπορείς να το χαρακτηρίσεις σαν αυτοβιογραφία όπως το χαρακτήρισε ο ερευνητής του ΚΕΝΤΡΟΥ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ Ερμόλαος Ανδρεάδης, που κατέγραψε την ιστορία που του διηγήθηκε ο μπάρμπα Τάσος, το 1964. Και αυτό γιατί μέσα στις διηγήσεις του, μπλέκονται τα πραγματικά γεγονότα με φανταστικές ιστορίες που έπλασε ο μπάρμπα Τάσος, γιατί του φάνηκαν λίγα τα όσα πέρασε και έπρεπε πλουτιστεί λίγο η ιστορία για να γίνει πιο ενδιαφέρουσα. Ο ανατολίτης παραμυθάς, σε όλο του το μεγαλείο. Και ας μη βιαστούν να γελάσουν, όσοι τον ξέρουν , με τις φανταστικές ιστορίες που διηγείται, πως τάχα του συνέβησαν. Γιατί αυτή η ικανότητα των Ελλήνων να δένουν τη πραγματικότητα με το παραμύθι, είναι που κρατάει τη φυλή μας όρθια, από την εποχή του Ομηρου, με εκείνα τα υπέροχα μοναδικά παραμύθια του, ως τις μέρες μας. Θυμάμαι όταν ξεκίνησα να συγκεντρώνω στοιχεία για την ιστορία της Αναβύσσου και των Αναβυσσιωτών, όταν ήρθε για πρώτη φορά ο μπάρμπα Τάσος να αρχίσουμε να γράφουμε στο μαγνητόφωνο τις αναμνήσεις του. Κρατούσε στα χέρια μερικές παλιές φωτογραφίες και ένα μικρό δακτυλογραφημένο βιβλιαράκι, που απέξω έγραφε χειρόγραφα ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ. -Εδώ μέσα γράφει όλη μου τη ζωή, είπε, αλλά αμέσως θυμήθηκε ότι εγώ είμαι πατριώτης του και ξέρω την ιστορία του, χαμογέλασε και μουρμούρισε. -Ε, έβαλα και μερικά παραπάνω για να έχει ενδιαφέρον. Οταν του είπα ότι μπορώ να του το ξανατυπώσω πιο όμορφο και να έχει μέσα και φωτογραφίες, έκανε χαρά σαν παιδί. Ερχόταν κάθε μέρα με καινούργιες φωτογραφίες που ανακάλυπτε, μέχρι και φωτογραφίες με την κορνίζα τους έφερε, και έκανε σχέδια πως θα τις τοποθετήσουμε στις σελίδες. Φαντάζομαι τι θα τράβηξε η εγγονή του η Στέλλα, που είχε αναλάβει να περάσει το κείμενο στο κομπιούτερ και αργούσε να το τελειώσει. Ο Ερμόλαος Ανδρεάδης που είχε κάνει τη δακτυλογράφηση του κειμένου της ιστορίας που του είχε διηγηθεί ο μπάρμπα Τάσος τον Αύγουστο το 1964, είχε διατηρήσει, τη σύνταξη και τη μορφή του λόγου της διήγησης. Και εμείς τώρα κρατάμε αναλλοίωτη την πρώτη εκείνη γραφή, χωρίς να διορθώσουμε ούτε την ορθογραφία. Ισως παραξενέψει κάπως η σύνταξη τον αναγνώστη που δε γνωρίζει, αλλά εμείς οι συμπατριώτες του, καταλαβαίνουμε ότι μιλά ο μπάρμπα Τάσος. Ακούστε το λοιπόν. Μια φορά και ένα καιρό .... ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ Η καταγωγή μου απ τη
Μικρασία , το χωριό μου Ενεχιλ , γεννήθηκα στο Ενεχιλ. Υμείς όταν φύγαμε από το χωριό ήρθαμε στην Νίγδη, κωμόπολις είναι εκεί, καθήσαμεν δύο μήνες, ώσπου να έρθη η Ελληνική Επιτροπή. Ομως τα δύο κορίτσια τα πήραμεν κοντά μας, επειδή η γιαγιά μου που έμεινε στο χωριό ήθελε να γίνει Τουρκάλα και δεν ήθελε να αφήση τα κορίτσια. Γι' αυτό το λόγο πήραμε κοντά μας τα κορίτσια. Μετά 20 ημέρες τα χάσαμεν και τα δύο τα κορίτσια από τη Νίγδη, δεξιά και αριστερά ερωτάμε δεν βρέθηκαν. Μετά τρεις ημέρες μάθαμε ότι ένας Τούρκος ήρθε από το χωριό τάκλεψε και έφυγε. Αλλα ο πατέρας μου αποφάσισε να πάγη για να τα φέρη πίσω. Κι ένας Τούρκος φίλος του πατέρα μου λέγει, να μη πάς στο χωριό , διότι οι Τούρκοι θα σε σκοτώσουν. Γι' αυτό το λόγο φοβήθηκε ο πατέρας μου και δεν πήγε. Μετά, 20 του μηνός Ιουλίου, ήρθε μικτή επιτροπή στη Νίγδη και και μας γράψανε. Οσοι βρέθηκαν οι Ελληνες στην Νίγδη μας ταξιδεύσανε ως την Ελλάδα. Πρώτα από την Νίγδη ήρθαμε στο σιδηροδρομικό σταθμό. Αυτός ο σταθμός λεγότανε Ουλούκισλα την νύκτα εφθάσαμεν εκεί, ήρθε το τραίνο και ακόμα δεν ξέραμε τραίνο τι είναι. Ολοι τρέξαμε για να δούμε , τι πράγμα είναι. Μόλις φθάσαμε κοντά στο τραίνο από μέσα βγαίνανε Τούρκοι πρόσφυγες. Αρχίσανε και μιλάγανε ελληνικά και μεις νομίζαμε ότι ήρθαμε στην Ελλάδα. Ημεις από ελληνικά καθόλου , ούτε και αυτοί ξέρανε τούρκικα, για να μιλάμε τέλος πάντων. Μετά μόλις κατεβήκανε απ' το τραίνο άρχισαν να μας δέρνουν. Και μεις τα χάσαμε, που να κρυφτούμε δεν ξέραμε. Ευτυχώς ο αρχηγός μας ήταν γερός, σταλμένος από την Επιτροπή της Νίγδης. Λέγει αυτός: Ακούτε παιδιά, αυτό που κάνατε δεν είναι καλό, διότι και αυτοί που θα πάνε στην Ελλάδα τα ίδια θα κάνουν στον αδελφό σας. Σας αρέσει αυτό το πράγμα που κάνετε; Γι αυτό να σκεφθήτε αμέσως. Ενας π' αυτούς λέγει "Βέβαια δεν είναι σωστό διότι ακόμα πίσω τόσοι Τούρκοι υπάρχουν. Να σκεφτούμε μόνοι μας, λέγει ο μουχτάρης. Μετά ησυχάσανε τα πράγματα, αλλά ώσπου να ησυχάσουν, πολλά κεφάλια σπάσανε. Μεσάνυχτα μας βάλανε στο τραίνο και ήρθαμε στην Μερσίνα. Εκεί καθίσαμε 15 ημέρες. Μετά ήρθε καράβι ελληνικό και μας έβγαλε στο Αγιογιώργη του Πειραιώς. Εκεί μας κρατήσανε 14 μέρες καραντίνα . Μας κόψανε τα μαλλιά μας και τους άνδρες και τις γυναίκες. Κι έπειτα δεν γνώριζαν ποιός είναι άνδρας και ποια είναι γυναίκα, διότι ήταν όλοι χωρίς μαλλιά. Και μετά ήρθε (διαταγή) για να φύγωμεν απ εκεί. Ηρθε το καράβι για να πάρει τον κόσμο. Καθώς ανέβαιναν από τη σκάλα του καραβιού από το πολύ το βάρος η σκάλα έσπασε και όσοι ήταν επάνω πέσανε όλοι στη θάλασσα. Αμέσως το καράβι άρχισε να σφυράγει για βοήθεια και δεν αργήσανε τα μικρά βαποράκια να φθάσουν κοντά στο καράβι, για να σώσουν τον κόσμο. Ομως ο περισσότερος κόσμος, άνδρες και γυναίκες πνιγήκανε διότι δεν ξέρανε να κολυμπήσουνε και μείναμε από κάτω. Μετά βγάλανε το πτώματα τους. Οι άλλοι , ο κόσμος, κλάματα φωνές. Αλλος φώναζε "μάνα μου" και άλλοι φωνάζανε "αδελφάκι μου" και εκείνη την ώρα είχε γίνει μιά αναμπουμπούλας σα να γίνηκε Δευτέρα Παρουσία. Τέλος πάντων μετά το κακό σε όσους μείναμε στο καράβι μας μοιράσανε από ένα ψωμί , για να πάμε στο προορισμό μας Και τράβηξε την νύκτα κατ' ευθείαν εις την Ηπειρο στο σύνορο της Αλβανίας. Μόλις φτάσαμε εις την Ηγουμενίτσα μας εβγάλανε απ' το πλοίο. Βγήκαμε έξω. Στο μεταξύ, οι Αλβανότουρκοι όλοι κρυφτήκανε στα σπίτια τους, διότι πριν να βγούμεν εμείς απ' το πλοίο δώσανε μία διάδοση στους Τούρκους, ότι οι πρόσφυγες είναι αγριάνθρωποι, διότι και εις την Τουρκία οι Τούρκοι πολλά βάσανα κάνανε στους Ελληνες. Γι αυτό το λόγο θα κάνουνε μεγάλο κακό στους Τούρκους που είναι εδωπέρα και οι Τούρκοι τρέμανε. Μόλις βγήκαμε έξω στην Ηγουμενίτσα , βλέπομε ότι στα χωριά δεν είναι κανένας. Τα μποστάνια και καρποφόρα δέντρα, όλα απάνω στο καρπό. Αφού είδαμε που δεν είναι κανένας, όλοι οι πρόσφυγες σκορπιστήκαμε στα φαγώσιμα πράγματα. Μερικοί μαζεύανε καρπούζια, πεπόνια, σταφύλια. Μερικοί αχλάδια, σύκα, ρόδια, διάφορα φαγώσιμα. Τα μαζεύαμε διότι η εποχή ήταν 20 Αυγούστου. Ομως οι Τούρκοι βλέπανε απ' τα σπίτια τους, αλλά που να βγούνε έξω από το φόβο τους. Μετά πάγει ο Πρόεδρος των Τούρκων στην αστυνομία, για να μας αναφέρει. Και λέγει ο Πρόεδρος: "Οι πρόσφυγες θα μας καταστρέψουν ελάτε ως αστυνομικοί να τους φοβερίσετε να μη πειράξουνε τα πράγματα." Η απάντησις της αστυνομίας στον Πρόεδρο. "Ημείς ότι να πούμε δεν θα μας ακούσουν διότι πρώτα πρώτα δεν ξέρουνε ελληνικά. Ούτε μας καταλαβαίνουν , ούτε τους καταλαβαίνομεν. Δεύτερον, δεν ξέρουνε απ' το νόμο, γι αυτό ας αφήσουμε ώσπου να χορτάσουνε. Να φάνε, μετά δύο ημέρες θα έρθομε και θα τακτοποιήσομε τα πράγματα." Μετά δύο ημέρες έρχεται ο αστυνόμος με 6-7 χωροφύλακες και μας φωνάζουνε: " Τι κάνετε;". Ημείς που να καταλάβομε τι λένε αυτοί. Ημείς απαντάμε τούρκικα, διότι δεν ξέραμε ελληνικά και λέμε:"τρώμε φρούτα για να χορτάσουμε." Αυτοί γελάνε και μεις λέμε "γιατί γελάτε; " Και μας λέγει ο αστυνόμος :"Είναι δικά σας αυτά τα πράγματα , να μη τους πειράξετε". Απαντήσαμε ότι και μεις, την περιουσία μας τα σπίτια μας, ό,τι είχαμε και δεν είχαμε , τα αφήσαμε στην Τουρκία. Τώρα που ήρθαμε εδώ, τι να κάνομεν, και τι θα φάμε, και που θα καθήσομε; Ούτε σπίτι, ούτε κτήματα έχομε. Που να πάμε; Μας απαντάει ο αστυνόμος. " Να μη στεναχωριέστε παιδιά μου, θα σας τακτοποιήσομεν πολύ γρήγορα." Μετά σηκωθήκανε και φύγανε. Την άλλη ημέρα ήρθανε οι Τούρκοι και πήρανε θάρρος απ' την αστυνομία και μας λένε "Παιδιά ό,τι κάνατε κάνατε, και από τούτο κι ύστερα μην πειράξετε τα πράγματα." Εμείς αμέσως αγριέψαμε και λέμε: "Οχι μόνον τα φαγώσιμα και τα σπίτια σας θα πάρομε." Και άρχισε το πράγμα ν' αγριεύει. Αμέσως τα παληκάρια μας κάνανε επίθεση, δεν βαστήξανε πήγαν κατά τα σπίτια τους. Αυτοί παίρνουνε τα τσεκούρια, σίδερα , ξύλα. Η δική μας νεολαία μόνο πέτρες. Τους κυνηγάνε τους Τούρκους. Οι γυναίκες τους κρυφτήκανε στα σπίτια τους και όσο πάγει μεγαλώνει η φασαρία, σα να γίνεται πόλεμος. Δεν έχουν μείνει ούτε κεφάλια, ούτε χέρια άσπαστα. Τα αίματα τρέχουνε απ' τα κεφάλια τους, ακούγονταν φωνές, αλλά ποιός τους ακούει. "Βαράτε παιδιά" φωνάζουνε οι δικοί μας γυναίκες και άνδρες, όλοι μαζί. Πραγματικός πόλεμος γινόταν στο μεταξύ. Είχε ειδοποιηθεί η αστυνομία. Η διοίκηση της αστυνομίας είναι μακριά απ' εκεί που ήμαστε , 20 χλμ. απόσταση απ' τη Ηγουμενίτσα μέχρι Φιλιάτες. Οι Φιλιάτες είναι μεγάλη κωμοπόλις. Και μετά βλέπομε να έρχεται η αστυνομία, 20 χωροφύλακες ζυγώσανε κοντά και μας φωνάζουνε: "Βαστάτε παιδιά, καθήστε. Τι διαφορά έχετε με τους Τούρκους ημείς θα τα καθαρίσομε". Αλλά εμείς ούτε καταλαβαίναμε τι λένε. Ημείς το βιολί μας. Βαράτε παιδιά φωνάζομε. Δεν μπορούσανε να μας χωρήσουνε πιά. Αρχίσανε και ρίχνανε με όπλα στον αέρα. Επιτέλους, καμιά φορά πιστοχωρήσαμε , ύστερα ήρθε ο Διοικητής της Φιλιάτες και μας συμβούλευε και μας λέγει ο Διοικητής: "Ακούτε παιδιά μου, έχετε δίκαιο το παραδέχομαι ότι και εις την πατρίδα σας οι Τούρκοι σας αδικήσανε. Και σας σκοτώνανε και κάνανε πολλά οι βάρβαροι Τούρκοι. Μη νομίζετε ότι δεν τα ξέρομε. Ο, τι έχει γίνει στην Μικράσια τόχομε διαβάσει , την ιστορία σας την ξέρουμε, μεις περισσότερο ερεθιζόμαστε από σας όταν διαβάζουμε τα βιβλία. Αλλά τώρα τι να κάνομε; Να τους σκοτώσομε δεν κάνει, διότι ημείς οι Ελληνες είμαστε περήφανοι, και είμαστε Ευρωπαίοι και δεν είμαστε σαν τους Τούρκους βάρβαροι. Ημαστε εξευγενισμένο κράτος, γι αυτό το λόγο παιδιά μου να υποχωρήσομε απ το κακό. Το αποτέλεσμα δεν είναι καλό. Και τώρα τι θέλετε; ψωμί, φαγί, σε μιά ώρα τα έχετε. Μείνετε ήσυχοι και αύριο πάλι θα έρθω εδώ και θα σας τακτοποιήσω στα χωριά. Και θα σας δώσε σπίτι, και θα σας βγάλω μιστό, και θα δώσω ρουχισμό και ό, τι ανάγκη έχετε, εάν με ακούτε. Και θα περάσετε τε πολύ καλά." Μετά, δεν πέρασαν δύο ημέρες και στέλνει καμμιά πενηνταριά ζώα που επιτάξανε απ' τους Τούρκους. Μαζί με τα ζώα ήρθανε και Τούρκοι κοντά μας , και 56 χωροφύλακες. Φορτώσανε μαζί τα πράγματα και μας πάντε σε άγνωστο μέρος. Ετσι φθάσαμε στις Φιλιάτες. Στα περίχωρα στις Φιλιάτες είχε ειδοποιήσει ο Διοικητής και μαζευτήκανε στην Διοίκηση κοντά οι Πρόεδροι των χωριών. Τους λέγει ο Διοικητής. -"Ακούτε εμένα, αυτοί οι άνθρωποι που βλέπεται είναι πρόσφυγες και ήρθανε απ' την Μικρασία. Αφήσανε τα σπίτια τους, τα πράγματα τους, βασανιστήκανε τυραννιστήκανε απ' τους βάρβαρους Τούρκους και είναι 500 χρόνια υπόδουλοι στο ζυγό τους και τώρα οι άνθρωποι αυτοί σηκωθήκανε , ήρθανε στη μητέρα Ελλάδα. Γι αυτό ημείς είμαστε υποχρεωμένοι να τους προστατεύσουμε. Και σας το λέγω , να πάρετε από 20 οικογένειες ο καθένας να δώσετε από ένα σπίτι να καθήσουνε και ώσπου να βγάλομε το μιστό, να βοηθήσετε από φαγητά και έτσι να ησυχάσουν αυτοί οι άνθρωποι". Μετά το κράτος μας έδινε 5 δραχμάς ημερησίως και έπειτα αρχίσαμε και κουβαλάγαμε ξύλα με την πλάτη μας στην πόλη Φιλιάτες με αυτά δύο χρόνια περάσαμε. Δύο χρόνια που καθήσαμεν στην Ηπειρο, ήρθε μία διαταγή του υπουργείου: όσοι Τούρκοι είναι στην Ηπειρο, θα φύγουνε στην Τουρκία. Και ελληνοπρόσφυγες θα αναλάβουνε τα σπίτια τους και τα κτήματα τους. Και επειδή δεν φύγανε οι Τούρκοι αναγκαστήκαμε να κάνουμε παράπονα στο υπουργείο, εφόσον δεν φεύγουν οι Τούρκοι να μας δείξετε μέρος. Και μετά ήρθε διαταγή απ' το υπουργείο να λέγει ότι εφόσον οι Ελληνες που μείναμε στην Κωνσταντινούπολη, δεν πρόκειται να πάνε στην Ελλάδα, το ίδιο και αυτοί να μην πάνε στην Τουρκία. Γι' αυτό μεταξύ σας να σχηματίσετε μία επιτροπή, να βρούνε άλλο μέρος. Και μεις τι να κάνομε, ετοιμαστήκαμε στις 22 Σεπτεμβρίου του 1926 και ήρθαμε εις τον Πειραιά. Εκεί καθήσαμε δύο μήνες και μετά ήρθε ένας υπάλληλος απ' το Υπουργείο και μας λέγει που θέλετε να πάτε , και μεις γραφτήκαμε να μας στείλουν στην Μακεδονία. Ημείς ήμαστεν μόνον από το χωριό μας 200 κάτοικοι. Δεν πέρασαν δύο ημέρες, ήρθε διαταγή απ' το Υπουργείο για να πάμε στην Μακεδονία. Την άλλη ημέρα οι μισοί πατριώτες φύγανε στην Μακεδονία και οι μισοί μείναμε στον Πειραιά, για να πάμε την άλλη ημέρα. Στο μεταξύ ήρθε ένας γέρος και μας ερώτησε: "Παιδιά μου βλέπω ετοιμαζόμαστε, η πορείας σας για που είναι;" "Θα πάμε στην Μακεδονία" "Τότες να σας πω κάτι αν θέλετε να ακούτε. Κοντά στην Αθήνα ένας συνοικισμός γίνεται. Εγώ είμαι πρόεδρος αυτού του συνοικισμού, κι εγώ είμαι πρόσφυγας Κωνσταντινοπολίτης. Εφόσον είμαστε πατριώτες να σας προστατεύσω. Για καλό αν θέλετε , να πάμε μαζί με 23 ονοματέους για να δήτε το χωριό. " Ετσι μείναμε σύμφωνοι. Αυτόν τον πρόεδρο τον λέγανε Χρήστο Καμπανίδη. Πήγανε οι δικοί μας εις το χωριό Ανάβυσσο και βρήκανε καλό το χωρίο και δεχτήκανε να μείνουμε εκεί. Η επιτροπή που εστείλαμε ήρθανε στον Πειραιά τους ρωτάμε: "Καλό είναι το χωριό που πήγατε και είδατε;" Λένε: "Μη συζητάτε καθόλου, απ' αύριο θα πάμε, είναι πολύ καλό χωριό". Και τώρα οι άλλοι πατριώτες που φύγανε στην Μακεδονία και μας περιμένουνε εκεί; Την άλλη ημέρα πήγαμε στην Ανάβυσσο. Μετά μια εβδομάδα εστείλαμε ένα γράμμα , ότι ημείς βρήκαμε ένα χωριό κοντά στην Αθήνα αυτό το χωριό ονομάζεται Ανάβυσσος. Μετανοήσανε που φύγανε από κοντά μας αλλά τι να κάνουνε; Αποκλείονταν για να έρθουνε πίσω, και έτσι αυτοί μείνανε στην Μακεδονία και μεις ήρθαμε στην Ανάβυσσο. Ηρθαμε , αλλά τώρα τι να κάνομε: Δεν έχουμε τροφή ούτε δουλειά τουλάχιστον να δουλεύουμε για να φάμε ένα κομμάτι ψωμί. (Κάναμε) αμέσως αναφορά στο Υπουργείο: " Κύριε Υπουργέ, μας πετάξατε στο έρημο μέρος στην Ανάβυσσο και δεν ερωτάτε αυτούς τους ανθρώπους τι τρώνε και τι θα κάνουμε εκεί πέρα. Ελάτε να ιδήτε τα χάλια μας, τι θα γίνουμε;" Το Υπουργείο παίρνει απόφαση να τακτοποιηθούν αμέσως οι άνθρωποι. Και έπειτα ήρθε ένας υπάλληλος και μας λέγει: "Παιδιά τι θέλετε;" Και μεις λέμε: "Τι δεν θέλομε εδώ χωριό ήρθαμε να κάνομε ή είμαστε αιχμάλωτοι;" “Να μείνετε ήσυχοι παιδιά μου. Εγώ είμαι που θα σας τακτοποιήσω ότι χρειάζεστε θα σας στείλω αμέσως. Ομως κάντε υπομονή μερικές ημέρες". Μετά μας δώσανε ζώα, αμάξι, αλέτρι. Δηλαδή ότι χρειαζόμασταν από γεωργικά είδη μας δώσανε. Αλλά δεν έχομε ανοιγμένο χωράφι, όλο το μέρος είναι ορμάνι (= λ.τουρκ. δάσος) μέχρι το χωριό και μεσ' στο χωριό έχει σκοίνα. Κι αρχίσαμε να καθαρίζομε γύρω γύρω το χωριό. Αλλά μ' αυτό δεν βγαίνει τίποτα. Για να ανοίξομε τα χωράφια δεν έχομε τα μέσα. Τα περισσότερα είναι αγριελιές, σκοίνα, θυμάρια αδύνατο να καθαριστούν αυτά. Αρχίσαμε και κόβαμε τις μεγάλες ελιές και τις πουλάγαμε για ξύλα στα χωριά Καλύβια, Μαρκόπουλο, Κερατέα, στο Λαύριο και στο Κορωπί. Και γενήκαμε ξυλέμποροι και κάθε μέρα ο καθένας από ένα αμάξι ξύλα πουλάγαμε, με 60 ή 70 δραχμάς τ αμάξι. Τόσο φτηνά, τι να κάνομε, για να περάσομε την πείνα. Κι έρχεται ο δασικός και λέγει "για όνομα του Θεού, μη καταστρέφετε τις αγρελιές, διότι αυτά τα δέντρα είναι χρήσιμα τα άλλα δέντρα κόφτε, μόνον τις ελιές μην πειράζετε, μεθαύριο θα σας χρειαστούν." Αλλά ημείς δεν τον ακούαμεν διότι οι αγριελιές πιο εύκολα κόβονταν. Και μεις το βιολί μας όλο αγριελιές κόβαμε. Και συνέβαινε όμως ημείς στην πατρίδα δεν ξέραμε τι είναι ελιές, ημείς εκεί πέρα τρώγαμε αγνό βούτυρο. Λάδι από τι γίνεται δεν ξέραμε , γι' αυτό το λόγο δεν ακούαμεν τον δασάρχη και έτσι καταστρέφαμε τα χρήσιμα δέντρα. Και τώρα έχομε, άλλα μικρά πράγματα, μετά μετανοήσαμε, αλλά αργά. Τέλος πάντων, επιτέλους ανοίξαμε μερικά στρέμματα χωράφι και η εποχή είναι χειμώνας, το χωράφι θέλει να καθαριστεί από σαβούρα και διάφορα κλαριά, για να σπείρομε, διότι το κράτος μας έδωσε σπόρο , κριθάρι και σιτάρι. Μια ημέρα αποφασίσαμε με την γυναίκα μου να καθαρίσομε το χωράφι , γιατί μόνος μου θα αργούσα , περνάει ο καιρός για το σπάρσιμο. Πρωϊ πρωϊ σηκωθήκαμε , πήγαμε στο χωράφι με το αμάξι, για να μείνομε και το βράδυ εκεί. Ομως, η γυναίκα μου ήταν έγκυος, ξέραμε ότι είναι 8-9 μηνών, αλλά δεν ξέραμε πότε θα γεννήσει. Πάντως η γυναίκα μου είχε συμπληρώσει τις ημέρες της. Τέλος πάντων το πρωί κάναμε το σταυρό μας, πήγαμε στο χωράφι και αρχίσαμε να δουλεύομε. Δεν πέρασαν 3-4 ώρες και κατά το βράδυ ο καιρός χάλασε , έτοιμος να βρέξει. Στο μεταξύ θα κοιμόμασταν εκεί. Βράδιασε κι άρχισε να βρέχει. Τι να κάνομε τώρα, για να πάμε στο χωριό δεν μπορούμε διότι έχει νερά, λάσπη, είναι σκοτεινά και δεν βλέπομε τη μύτη μας. Αναγκάστηκα να τη βάλω στο αμάξι επάνω. Οτι σκέπασμα είχαμε τη σκέπασα αλλά η βροχή ραγδαία. Κατά τις 12 η ώρα τη νύχτα , τη γυναίκα μου την έπιασε ένας πόνος για να γεννήσει. Ως τώρα η στεναχώρια μας ήταν μιά, τώρα έγιναν δύο, τι να κάνω; Να κοιτάξω τη γυναίκα μου ή να κοιτάξω που λίμνιασε ο τόπος όπου ήμαστε και τα νερά είχαν φτάσει 40 πόντους ύψος. Εκείνη την ώρα άρχισα και παρακάλαγα 40 αγίους "Θεέ μου σώσε μας" αλλά ο καιρός συνέχιζε και σε μια πάντα η γυναίκα μου φώναξε "θα πεθάνω θεέ μου ". Εγώ είχα γίνει χειρότερος από τρελός , αλλά τι να κάνω. Αμέσως παίρνω θάρρος αγκαλιάζω τη γυναίκα και τη βαστάω να μην έχει νερά από κάτω. Μετά 2-3 ώρες γέννησε η γυναίκα μου. Τώρα τι να κάνω; Τύλιξα το μωρό με ό,τι ρούχα είχα, και με το σακκάκι μου σκέπασα τη γυναίκα μου για να κρυώσει, διότι είναι λεχώνα. Αλλά που να καθήσει να ξεκουραστεί, όλο το μέρος νερά και κινδυνεύει η ζωή. Μέχρι το πρωϊ σαράντα φορές συναντάγαμε το Χάρο. Εν τέλει ξημέρωσε. Το μωρό το βάσταγα στην αγκαλιά μου μέχρι το πρωϊ. Η γυναίκα όρθια και να τρέμει. Εγώ δίνω θάρρος στην γυναίκα μου και λέγω ο Θεός μαζί μας μη φοβάσαι. Αλλά η γυναίκα κινδύνευε. Τέλος πάντων βγήκε ο ήλιος και τα νερά τραβηχτήκανε. Ζεύω το αμάξι και βάζω τη γυναίκα μου μέσα, τη σκέπασα καλά καλά και αναχωρήσαμε για το χωριό. Εν τέλει φθάσαμε στο χωριό μας Ανάβυσσο και ο κόσμος μας κοίταγε κι έλεγε: "Αυτοί οι άνθρωποι τι πάθανε: "Δεν ξέρανε που είχαμε μείνει στο χωράφι. Ούτε ξέρανε ότι είχε γεννήσει η γυναίκα μου. Μόλις φτάσαμε στο σπίτι, μαζεύτηκε όλος ο κόσμος για να μάθει τι έχομε πάθει. Μετά τρέξανε να φωνάξουνε το γιατρό. Ηρθε ο γιατρός. Μόλις μπήκε στο σπίτι εγώ αμέσως σηκώθηκα και παρακάλεσα το γιατρό: "Αμάν κύριε γιατρέ να μας σώσεις διότι κινδυνεύει η γυναίκα μου και το παιδί μου" Μη φοβάσε παιδί μου, πρώτα ο Θεός και δεύτερον εγώ, ό, τι μπορώ θα κάνω , θα βάλω όλη τη δύναμη μου." Κι εγώ έπεσα στα πόδια του και φίλησα τα χέρια του. " Εμένα μην παρακαλάς και από μένα πιο μεγάλος είναι ο θαυματουργός." Επειτα άρχισε να βάλει ένεση και φάρμακα και 3 ημέρες συνέχεια ο γιατρός δεν έφευγε απ' το σπίτι μου. Αλλά όσο πήγαινε η γυναίκα μου, αντί να γίνει καλά χειροτέρευε. Τώρα ο γιατρός φοβήθηκε και μου δίνει θάρρος. Αλλά και ο ίδιος κατάλαβε που κινδυνεύει η γυναίκα. Τότε αναγκάστηκα την άλλη μέρα να διατάξει να πάει η άρρωστη στο νοσοκομείο μαζί με το μωρό. Και μεις αμέσως παίρνομαι ένα ταξί και πάμε στο νοσοκομείο. Εκεί πέρα όλοι οι γιατροί με την επιστήμη τους μαζευτήκανε στο κεφάλι της. Ενας ένας κάνανε εξέταση για να τη γλυτώσουνε, αλλά ήταν αδύνατον να τη σώσουνε. Την άλλη ημέρα πέθανε η γυναίκα μου. Εγώ νύκτα μέρα κοντά της καθόμουνα. Την τελευταία ώρα γυρνάει το κεφάλι της προς εμένα και λέγει : "Εγώ φεύγω, όμως ένα λουλούδι σου αφήνω. Να έχεις την εντολή μου, να το ποτίζεις για να μη μαραζώσει". Αυτά είπε και σήκωσε τα μάτια της στον ουρανό, παρατήθηκε. Εγώ εκείνη την ώρα πήγα να τρελαθώ. Αμέσως ήρθανε οι νοσοκόμες με πιάσανε με εβγάλανε έξω. Εγώ να φωνάζω: "Σας παρακαλώ, αν την ξαναδώ για τελευταία φορά μήπως θα μιλήσει". Ολες οι νοσοκόμες αρχίσανε και κλαίγανε, μετά τηλεφωνήσαμε στο χωριό και ήρθανε οι συγγενείς μου. Πήραμε το λείψανο και πήγαμε στο χωριό. Μόλις φθάσαμε εκεί μαζευτήκανε όλος ο κόσμος, αρχίσανε και κλαίανε. Την κηδέψαμε. Αλλά το παιδί γλύτωσε και έπειτα το δόσαμε στο βρεφοκομείο και σιγά σιγά το παιδί μεγάλωσε και εκεί το βαπτίσαμε και ονομάσαμε το παιδί Νίκο. Αυτά ας τ' αφήσουμε εκεί, τώρα να έρθομε εδώ, διότι έχω άλλο βάσανο. Μια παροιμία λέει: "Για να κερδίσομε 10 δραχμές απ' έξω, χάσαμε 50 δραχμές από το σπίτι." Και εγώ το ίδιο έπαθα. Η γυναίκα να έρθει κοντά μου να δουλέψει μία μέρα, για να κερδίσω ένα μεροκάματο και έχασα 100 μεροκάματα. Διότι εγώ έσπειρα 10 στρέμματα χωράφι για να κερδίζω 5000 δραχμές. Καλά, πες ότι θα πάρω 500 δραχμές, τώρα τι γίνεται; Εγώ εξόδεψα 3000 δραχμές. Εκτός απ' αυτό θέλω να φύγω , ώσπου να βγει η παραγωγή. Κι αναγκάστηκα να παίρνω βερεσέ απ' το μπακάλη μέχρι την παραγωγή. Μαζεύτηκαν 2000 δραχμές. Ομως έχω και άλλο λογαριασμό. Διότι για να έρθει η παραγωγή στο σπίτι, έχω και άλλα έξοδα. Θέλω θεριστικά θέλω κουβαλήματα , θέλω και αλωνιστικά. Και λογαριάζω αυτά, μαζεύονται άλλες 3000 δραχμές. Και όλο το ποσόν μαζεύεται ο λογαριασμό σύνολο 8 χιλιάδες δραχμές.
.Επιμέλεια: Νέμης Φελώνης Οι πηγές υπάρχουν όλες στη δ/νση: www.de.sch.gr/mikrasia
|