«Σχολεία για το 21ο αιώνα»

ΚΕΙΜΕΝΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ

του Θέμη Κοτσιφάκη,
ειδικού γραμματέα του ΔΣ της ΟΛΜΕ,
μέλους της Ε.Ε. της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Εκπαιδευτικών
(E.T.U.C.E. και E.I.E)

Είναι χρήσιμο, πιστεύω, διαβάζοντας και αναλύοντας τα κείμενα που παράγονται σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εκπαίδευση να κατανοούμε τις γενικές αρχές των ασκούμενων εκπαιδευτικών πολιτικών στις χώρες της Ευρώπης. Η Ε.Ε. (Ευρωπαϊκή Επιτροπή) παρουσίασε τον Ιούλη του 2007 ένα κείμενο «εργασίας» με τίτλο: «Σχολεία για το 21ο αιώνα». Το κείμενο αυτό, που το έθεσε σε δημόσια διαβούλευση, περιλαμβάνει τις κατευθύνσεις της ΕΕ, με βάση τη «Στρατηγική της Λισσαβόνας», αναφορικά με την εκπαίδευση στις χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα προβλήματα που, κατά τους συντάκτες του κειμένου, αντιμετωπίζει το σημερινό σχολείο.
Στο κείμενο της Ε.Ε. ζητείται να καταγραφούν οι απόψεις για ένα εύρος θεμάτων σχολικής εκπαίδευσης, μέσα από απαντήσεις σε 8 ερωτήματα, που είναι τα εξής:
• Πώς μπορούν να οργανωθούν τα σχολεία έτσι, ώστε να παρέχουν σε όλους τους μαθητές το πλήρες φάσμα των βασικών ικανοτήτων;
• Με ποιον τρόπο μπορούν τα σχολεία να εφοδιάσουν τους νέους ανθρώπους με ικανότητες και κίνητρα για μάθηση εφ’ όρου ζωής;
• Πώς μπορούν να συμβάλουν τα σχολικά συστήματα στην υποστήριξη μιας μακροπρόθεσμης διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης στην Ευρώπη;
• Πώς μπορούν τα σχολικά συστήματα να καλύψουν την ανάγκη προώθησης της ισότητας, να ανταποκριθούν στην πολιτισμική πολυμορφία και να μειώσουν την πρόωρη εγκατάλειψη του σχολείου;
• Εάν ο στόχος των σχολείων είναι να ανταποκρίνονται στις επιμέρους μαθησιακές ανάγκες του κάθε μαθητή, πώς πρέπει να διαμορφωθούν τα προγράμματα, η σχολική οργάνωση και οι ρόλοι των εκπαιδευτικών;
• Πώς μπορούν οι σχολικές κοινότητες να προετοιμάσουν τους νέους ανθρώπους να γίνουν υπεύθυνοι πολίτες και να τους εμφυσήσουν θεμελιώδεις αξίες όπως η ειρήνη και η ανοχή της διαφορετικότητας;
• Πώς μπορεί να καταρτιστεί και να υποστηριχθεί το εκπαιδευτικό προσωπικό ώστε να αντεπεξέλθει στις προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει;
• Πώς μπορούν οι σχολικές κοινότητες να έχουν την κατάλληλη ηγεσία και τα κίνητρα που χρειάζονται για να επιτύχουν; Πώς θα αποκτήσουν την αρμοδιότητα να αποφασίζουν οι ίδιες για το πώς θα αναπτυχθούν, ώστε να ανταποκρίνονται στις μεταβαλλόμενες ανάγκες και στα μεταβαλλόμενα αιτήματα;
Σ’ αυτές τις ερωτήσεις κλήθηκαν να απαντήσουν φορείς ή και μεμονωμένα άτομα (γονείς, μαθητές, δάσκαλοι κ.λπ.). Βέβαια, δεν πρέπει να έχει αυταπάτες κανείς πως η «διαβούλευση» αυτή μπορεί να οδηγήσει και σε αλλαγή πολιτικής μια και, όπως αναφέρεται στο κείμενο αυτό, σκοπός της διαβούλευσης είναι να υπηρετήσει τη στρατηγική της Λισσαβόνας, που αποσκοπεί στο «να καταστήσει την ΕΕ την πιο δυναμική και ανταγωνιστική οικονομία του κόσμου έως το 2010».
Το κείμενο αυτό αποτελεί στην ουσία, μια προσπάθεια αποδόμησης και αναδιατύπωσης των εννοιών μάθηση και εκπαίδευση, προβάλλοντας την ανάγκη σχεδιασμού στρατηγικών εκπαίδευσης και κατάρτισης που να ανταποκρίνονται στις προτεραιότητες της αγοράς και της απασχόλησης – απασχολησιμότητας.

Η ΑΠΟΨΗ ΤΗΣ ΟΛΜΕ

Η ομοσπονδία των εκπαιδευτικών της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης τοποθετήθηκε δημόσια στο κείμενο της Ε.Ε., δημοσιεύοντας ένα πολύ σημαντικό ντοκουμέντο με τις απόψεις και την κριτική της απέναντι στην εκπαιδευτική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Όπως διαπιστώνει και η ΟΛΜΕ, στο κείμενο διαβούλευσης «Σχολείο του 21ου αιώνα» επιχειρείται μια σοβαρή μετατόπιση της έμφασης από την ολοκληρωμένη γνώση προς τη δεξιότητα. Οι κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες σταδιακά περιθωριοποιούνται και υποβαθμίζονται. Η αντίληψη για το σχολείο αποβαίνει ευθέως ωφελιμιστική και εγγράφεται σε μια λογική καθαρά οικονομική-εμπορευματική. Κατάρτιση και εκπαίδευση θεωρούνται πάνω απ’ όλα εργαλεία στην υπηρεσία της οικονομίας, της ανταγωνιστικότητας, της επιχειρηματικότητας και της απασχόλησης. Δε θεωρούνται ως οικουμενικό δικαίωμα δημόσιο και κοινωνικό αγαθό.
Η πλήρης και μόνιμη εργασία θεωρείται πλέον παρωχημένη. Η κοινωνική υποχρέωση και ευθύνη για επαρκή μόρφωση και αξιοποίηση των δυνατοτήτων κάθε πολίτη επιδιώκεται να μετατραπεί σε μεγάλο βαθμό σε προσωπική ευθύνη κάθε ατόμου, που πρέπει να μπορεί να δράττεται των ευκαιριών για κοινωνική πρόοδο και προσωπική ολοκλήρωση. Η σχολική αποτυχία δε θεωρείται αποτυχία του εκπαιδευτικού συστήματος αλλά αποτυχία του ατόμου, που δεν έχει τις ικανότητες, τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά ή τη βούληση να επιτύχει. Το νέο εκπαιδευτικό ιδεώδες επιδιώκει να συνδυάσει μια κοινή ευρωπαϊκή πολιτισμική ταυτότητα με την αποκλειστική έμφαση στην ευθύνη του κάθε ατόμου ξεχωριστά ως προς την ένταξή του στη λεγόμενη κοινωνία της γνώσης.
Κεντρικό σημείο της ακολουθούμενης πολιτικής είναι η τάση ιδιωτικοποίησης των δημόσιων και κοινωνικών αγαθών, κάτι που προϋποθέτει και προωθεί τον ασφυκτικό περιορισμό του κράτους πρόνοιας από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιδιώκεται έτσι να διαμορφωθεί ένας τύπος ανθρώπου και βασικά εργαζομένου που πρέπει να είναι ευέλικτος και προσαρμόσιμος στις κάθε είδους αλλαγές, ιδίως τις τεχνολογικές, παραγωγικός και πειθήνιος. Να μην επιζητά την εξασφάλιση και τη μονιμότητα στην εργασία του. Να είναι έτοιμος ν’ αλλάξει δουλειά πολλές φορές κατά τη διάρκεια της ζωής του. Γενικά, να είναι προσαρμόσιμος στις απαιτήσεις της αγοράς. Και κυρίως να είναι συνεχώς επανακαταρτίσιμος, έτοιμος να δεχτεί τη «νέα γνώση».

Αιτήματα – προτάσεις για ένα διαφορετικό σχολείο

Η ΟΛΜΕ προβάλλει, με την ευκαιρία αυτού του ντοκουμέντου, αιτήματα και προτάσεις των εκπαιδευτικών, όπως την αναγκαιότητα όλα τα παιδιά ως την ηλικία των 18 ετών να συμμετέχουν υποχρεωτικά σε 12χρονη γενική, δημόσια και δωρεάν παρεχόμενη εκπαίδευση, της οποίας πρέπει να προηγείται διετής δημόσια και δωρεάν υποχρεωτική προσχολική εκπαίδευση.
Στόχος της εκπαίδευσης, σύμφωνα με την ΟΛΜΕ, πρέπει να είναι η διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης προσωπικότητας. Συνεπώς, παράλληλα με τη γνωστική, τη σωματική και την αισθητική, θα λαμβάνεται μέριμνα και για τη συναισθηματική, κοινωνική και ηθική ανάπτυξη του παιδιού και του νέου ανθρώπου. Για το λόγο αυτό, το περιεχόμενο της μόρφωσης πρέπει να συνδυάζει τη θεωρία με την πράξη και την εφαρμογή, και ειδικά στο επίπεδο του Λυκείου πρέπει να παρέχεται στο πλαίσιο ενός ενιαίου λυκείου.
Για να γίνει το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα ικανό να προσφέρει μια ποιοτικά αναβαθμισμένη εκπαίδευση, είναι αναγκαία η αύξηση των δημόσιων δαπανών στη χώρα μας στο 5% επί του Α.Ε.Π. τουλάχιστον, με την προοπτική να υπάρξει σύγκλιση σε ευρωπαϊκή κλίμακα στο επίπεδο των χωρών που διαθέτουν τους περισσότερους πόρους, δηλ. στο 7% του Α.Ε.Π.
Σημαντικές προτάσεις της Ομοσπονδίας έχουν συμπεριληφθεί επίσης στο ντοκουμέντο αυτό. Τέτοιες είναι η λήψη ολοκληρωμένων μέτρων αντισταθμιστικής εκπαίδευσης, όπως είναι οι Ζώνες Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας, η ένταξη των παιδιών με ειδικές ανάγκες ή/και αναπηρίες στα συνήθη σχολεία με την προϋπόθεση ότι έχουν διασφαλιστεί όλες οι αναγκαίες συνθήκες ώστε η ένταξή τους να καταστεί επωφελής, η ουσιαστική αναβάθμιση της ΤΕΕ κ.λπ.
Διαπιστώνοντας, τέλος, η ΟΛΜΕ πως η αρχική εκπαίδευση και η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών είναι από τις πιο βασικές προϋποθέσεις για την αποτελεσματική λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος, προτείνει μεταξύ των άλλων την ένταξη της παιδαγωγικής κατάρτισης και πρακτικής άσκησης στη βασική εκπαίδευση των εκπαιδευτικών όλων των ειδικοτήτων, την ουσιαστική εισαγωγική επιμόρφωση, τη συνεχή επιμόρφωση των καθηγητών με τη συνεργασία των ΑΕΙ, τη θεσμοθέτηση της μετεκπαίδευσης και τη σύνδεσή της με μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών κ.λπ.

Η ΑΠΟΨΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ (ETUCE)
Στο δικό της κείμενο η ETUCE ξεκινά με τη διαπίστωση πως η εκπαίδευση είναι ένα θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα, και πρέπει να χρηματοδοτείται και να ρυθμίζεται από το δημόσιο, καθώς και να παρέχεται δωρεάν, ως πρώτη βασική προϋπόθεση για να διασφαλιστεί ότι σε όλους τους μαθητές παρέχονται οι βασικές γνώσεις και δεξιότητες. Γι αυτό σημειώνει την ανάγκη για μεγαλύτερες δημόσιες επενδύσεις στον τομέα της εκπαίδευσης στα κράτη μέλη της ΕΕ, διαπιστώνοντας πως τα τωρινά επίπεδα επενδύσεων είναι πάρα πολύ χαμηλά (με τη χώρα μας βέβαια να είναι «πρωταθλήτρια του πάτου»).
Για να γίνει κατανοητό το κλίμα μέσα στο οποίο κατατέθηκαν οι προτάσεις της Συνομοσπονδίας, ας σημειώσω πως η διοίκησή της αποδέχεται, κριτικά έστω, την πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της πολιτικής της Λισαβόνας. Παρουσιάζει όμως ενδιαφέρον για τα εκπαιδευτικά δρώμενα στην Ευρώπη η άποψη που διαμορφώνεται στην ETUCE, σε μια προσπάθεια να συγκεραστούν πολλές και διαφορετικές απόψεις και εμπειρίες που έχουν τα συνδικάτα των εκπαιδευτικών στις πάνω από 30 χώρες της Ευρώπης.
Είναι πολύ σημαντική η επισήμανση της ETUCE πως ένα σύστημα ενιαίων σχολείων στην υποχρεωτική εκπαίδευση - που προωθεί όλους τους μαθητές, από τη νεαρή παιδική ηλικία και μετά, σε ένα κοινό σχολείο, χωρίς διαχωρισμό σε διαφορετικούς τύπους σχολείου- είναι ζωτικής σημασίας από εκπαιδευτική και δημοκρατική προοπτική. Προάγει την ανοχή, την ποικιλομορφία και την ειρήνη. Από την άλλη σημειώνεται πως η υιοθέτηση ενός διαφοροποιημένου προγράμματος σπουδών βασισμένου στις ικανότητες δεν πρέπει να χρησιμεύσει ως πρόφαση για να αμφισβητηθεί η αρχή μιας ομοιόμορφης (ενιαίας), υψηλού επιπέδου ποιοτικής εκπαίδευσης σε όλα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα μέσα σε μια χώρα.
Θεωρώ πολύ σημαντική τη θέση της ETUCE που, παρότι αποδέχεται πως «η εκπαίδευση διαδραματίζει ένα βασικό ρόλο στην επίτευξη των γενικών στόχων της στρατηγικής της Λισσαβόνας», διακηρύσσει ότι ένα εκπαιδευτικό σύστημα που είναι πάρα πολύ λεπτομερώς προσαρμοσμένο στις άμεσες ανάγκες της αγοράς εργασίας δεν θα στηρίξει την οικονομία μακροπρόθεσμα. Γιατί, πράγματι, είναι ουσιαστικό το σχολείο να «εκπαιδεύει για τη ζωή», όχι για τα επαγγέλματα. Θα ήταν καταστρεπτικό λοιπόν, εάν όλο το ενδιαφέρον της εκπαιδευτικής πολιτικής περιοριζόταν στην προετοιμασία για την «οικονομία της γνώσης», με αποκλεισμό των ευρύτερων στόχων της εκπαιδευτικής πολιτικής και της εργασίας που συνεχίζεται στα σχολεία.
Η παροχή πραγματικά ίσων ευκαιριών στα παιδιά ανεξάρτητα από το εθνικό ή κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρό τους και η μείωση της πρόωρης σχολικής εγκατάλειψης είναι, κατά την άποψη της ETUCE, τα σημαντικότερα ζητήματα που αντιμετωπίζουμε όσον αφορά τις προσπάθειες να υποστηριχτεί η μακροπρόθεσμη βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη στην Ευρώπη

Ο ρόλος των εκπαιδευτικών

Η ETUCE αναφέρεται αναλυτικά στο σημαντικό ρόλο των εκπαιδευτικών διακηρύσσοντας πως το θέμα των συνθηκών εργασίας των εκπαιδευτικών δεν μπορεί να διαχωριστεί από το ζήτημα της παροχής υψηλής ποιότητας εκπαίδευσης στις τάξεις, καθώς και ότι η επαγγελματική ελευθερία του εκπαιδευτικού είναι κρίσιμης σπουδαιότητας ζήτημα στην ανάπτυξη της ποιότητας στην εκπαίδευση.
Είναι απαραίτητο να υπάρξει μια γενική εμπιστοσύνη στην επαγγελματική εμπειρία του εκπαιδευτικού, γιατί το πώς διεξάγεται η διδασκαλία στην σχολική τάξη δεν πρέπει ποτέ να προσδιοριστεί από πρόσωπα που είναι έξω από την πραγματικότητα της τάξης.
Σε μερικές χώρες οι εκπαιδευτικοί εργάζονται κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες, με χαμηλούς μισθούς, εργασιακή αβεβαιότητα κ.λπ. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η ποιότητα διδασκαλίας υποβαθμίζεται όταν στους εκπαιδευτικούς επιφυλάσσονται δύσκολες συνθήκες εργασίας. Έτσι, δεν μπορεί να διαχωριστεί η συζήτηση για τις εκπαιδευτικές και παιδαγωγικές μεταρρυθμίσεις από τη συζήτηση σχετικά με τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας των εκπαιδευτικών.
Εξετάζοντας το σύνθετο έργο που έχουν οι εκπαιδευτικοί σήμερα, η ETUCE θέτει το στόχο όλοι οι εκπαιδευτικοί να εκπαιδεύονται σε μεταπτυχιακό επίπεδο (Master’s).
Κρίνεται, επίσης, σημαντικό ο εκπαιδευτικός να έχει χρόνο για στοχασμό και προσωπική ανάπτυξη, γιατί, εάν αντιμετωπίζει συνεχώς τις απαιτήσεις της αλλαγής και νέους στόχους, υπάρχει κίνδυνος αυτές οι αλλαγές να θεωρηθούν απειλές. Η ασφάλεια και η ευημερία των εκπαιδευτικών πρέπει να γίνονται αντικείμενο φροντίδας από την πολιτεία, λαμβάνοντας υπόψη πως το άγχος και η εργασιακή εξάντληση είναι οι σημαντικότερες επαγγελματικές ασθένειες που αντιμετωπίζουν.
Είναι σημαντικό, ακόμη, οι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές των σχολείων να εμπλέκονται στη χάραξη πολιτικής στην εκπαίδευση και καμία σημαντική μεταρρύθμιση να μην πραγματοποιείται χωρίς την ενεργό συμμετοχή και τη σύμφωνη γνώμη των εκπαιδευτικών. Οι εκπαιδευτικοί είναι που θα εφαρμόσουν τις μεταρρυθμίσεις στην πράξη, και καμία μεταρρύθμιση δεν θα είναι επιτυχής εάν οι εκπαιδευτικοί δεν προετοιμάζονται κατάλληλα και δεν κατανοούν το όφελος της μεταρρύθμισης.
Τέλος, στο κείμενο της η ETUCE γίνονται ειδικότερες αναφορές στην κριτική αποτίμηση της αξιολόγησης, στην εκπαίδευση των μεταναστών, στα παιδιά με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, στην διοίκηση των σχολείων κ.λπ.


Σημείωση: Τα σχετικά κείμενα της Ε.Ε., της ETUCE και της ΟΛΜΕ μπορείτε να τα βρείτε μεταφρασμένα και χωρίς περικοπές στην ιστοσελίδα της ΟΛΜΕ (www.olme.gr) στον κόμβο «Διεθνείς Σχέσεις».