

|
|
|
|
|
|
Ομιλία της Παναγιώτας Π. Λάμπρη:
Στον απόηχο του Δωδεκαημέρου, (12-1-2025)
Κοπή Πρωτοχρονιάτικης πίτας της Πανελλήνιας Εταιρείας Γηριατρικής και Γεροντολογίας
Φίλες και φίλοι, καλησπέρα σας! Χρόνια πολλά και καλή χρονιά!
Είμαι, στ’ αλήθεια, χαρούμενη, σχεδόν συγκινημένη, που βρίσκομαι εδώ σήμερα! Και τούτο, διότι εκτός από την τιμητική πρόσκληση να μιλήσω ενώπιόν σας, από παιδί, όσο κι αν ίσως μοιάζει παράξενο, έτρεφα ιδιαίτερο σεβασμό και αγάπη για τα άτομα της τρίτης ηλικίας. Και τώρα, που κι εγώ βρίσκομαι στο βημόθυρο αυτής της ηλικιακής βαθμίδας, κάνοντας τον απολογισμό, θεωρώ πως τα συναισθήματα αυτά ήταν η αφορμή, για να ζήσω όμορφες στιγμές δίπλα τους και φυσικά να μάθω απ’ αυτούς.
Να μάθω, ασχέτως αν εκείνοι διδάχθηκαν πολλά, λίγα ή καθόλου γράμματα. Και ομολογώ πως αρκετά απ’ όσα έχω γράψει είχαν τέτοια άτομα ως πληροφοριοδότες ή ως αφορμές έμπνευσης. Αυτό δεν το αναφέρω, για να κολακεύσω όσους αυτή την ηλικία διανύουν, αλλά επειδή είναι αληθές, αφού οι μεγαλύτεροι είναι διαχρονικά φορείς και μεταδότες πλείστων πολιτιστικών αγαθών, τα οποία αφορούν τόσο στον άνθρωπο ως φυσική και πνευματική ύπαρξη όσο και στα δημιουργήματά του. Ακόμα και στα έθιμα, που με πλείστες αφορμές μέσα στον ενιαύσιο κύκλο τηρούμε, αυτοί σε μεγάλο βαθμό μας μύησαν, διδάσκοντάς μας παράλληλα την αξία και τη δύναμη που αυτά έχουν στη συνοχή της οικογένειας και της κοινωνίας.
Και στις γιορτές του Δωδεκαημέρου, που πριν λίγες μέρες εξέπνευσε, δεν ανακαλέσαμε, άλλωστε, στην οικογενειακή μας εστία γεύσεις, μυρουδιές και εικόνες που μας ταξίδεψαν στα γλυκά, στα φαγιά και σ’ άλλα γιορτιάτικα συνήθεια, κυρίως των γιαγιάδων και των μανάδων μας, τα οποία προσπαθούμε ν’ αναπαράγουμε ως μια σύνδεση με την παιδική ηλικία και με στιγμές ανέμελης ζωής; Επίσης, δεν φέραμε στη σκέψη μας τον απλό, γεμάτο θρησκευτικότητα τρόπο, με τον οποίο τότε βιώναμε το Δωδεκαήμερο, καθώς και το κατά κανόνα ταπεινά στολισμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο εκείνων των χρόνων, στο οποίο κυριαρχούσαν τα χειροποίητα, συχνά από φυσικά υλικά στολίδια, και όχι στολίδια πολλά και λαμπερά σαν τα σύγχρονα, από τα οποία κάποια δεν έχουν σύνδεση με τη δική μας παράδοση;
Μα, και το χριστουγεννιάτικο δέντρο και τα κάλαντα δεν είναι της παράδοσής μας, ισχυρίζονται κάποιοι! Κι όμως, αν ανασκαλέψουμε το παρελθόν, θα τα συναντήσουμε μαζί με πολλά άλλα έθιμα να μας μιλούν για συνήθειες των μακρινών μας προγόνων, οι οποίες έφτασαν ως εμάς, παραλλαγμένες κάπως, αλλά ικανοποιώντας διαχρονικά τις ίδιες ανάγκες. Και το αναφέρω αυτό, όχι από έπαρση για τη δόξα των προγόνων, αλλά επειδή υπάρχουν στοιχεία που το βεβαιώνουν.
Συγκεκριμένα, ο καθηγητής, Απόστολος Αρβανιτόπουλος, σε δημοσίευμά του (Εφημερίδα «Ἔθνος», 31-12-1937, εδώ σε μεταγραφή) με τίτλο, «Κληρονομιά του αρχαίου κόσμου», σημειώνει μεταξύ άλλων: «[…] Το δένδρο των Χριστουγέννων δεν το θεωρώ, εγώ τουλάχιστο, ξενική συνήθεια, όπως γενικά πιστεύεται, αλλά εν μέρει ως αρχαία ελληνική. Είναι, δηλαδή, υπολείμματα της περίφημης «ειρεσιώνης», και της «ικετηρίας» των αρχαίων Ελλήνων, και μάλιστα των αρχαίων Αθηναίων. Η Ικετηρία ήταν κλάδος ελιάς, από τον οποίο κρεμούσαν ποκάρια μαλλιού, και τον περιέφεραν όσοι ήθελαν να ικετεύσουν τον Θεό ομαδικά, για την απαλλαγή του τόπου από κάποιο κακό, π.χ. από αρρώστια πανώλης, χολέρας, κ.λπ. Και την Ικετηρία τη βαστούσε, κυρίως, άνθρωπος, ο οποίος ήθελε να τεθεί υπό την προστασία κάποιου θεού και της ανώτερης αρχής, για να προβεί σε αποκαλύψεις εναντίον ισχυρών ανθρώπων ή αρχόντων.
Η ειρεσιώνη είχε πολύ μεγάλη αναλογία με τα κάλαντα και το δένδρο των Χριστουγέννων, διότι ήταν κι αυτή κλάδος ελιάς ή δάφνης πάνω στον οποίο κρεμούσαν μαλλιά λευκά ή πορφυρά, αλλά και καρπούς, κουλούρες κ.λπ., όλα προερχόμενα από δώρα. Τον κλάδο αυτό τον περιέφεραν τα παιδιά κατά ομάδες από σπίτι σε σπίτι, ψάλλοντας εγκωμιαστικά τραγούδια υπέρ της ευτυχίας του οικογενειάρχη και των μελών της οικογενείας του· ζητούσαν, μάλιστα, και αμοιβή, διότι «τα είπαν», να τους δώσει ο καθένας «ό,τι επιθυμεί», χωρίς να εκφράσουν με κανένα τρόπο την αγανάκτησή τους, αν δεν τους έδιναν τίποτε, ενώ σήμερα εκφράζουν διαφορά πολιτισμού.
Η Ειρεσιώνη αυτή τραγουδιόταν σε διάφορες εποχές του έτους, όπως και σήμερα τα κάλαντα (Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς, Θεοφανίων, Λαζάρου, Σταυρώσεως, κ.λπ.). Και μάλιστα, κατά τα Θαργήλια (Μάιο), Πυανόψια (Οκτώβριο), προς τιμήν του Απόλλωνος, του Ηλίου, των Ωρών, κ.λπ. εις των οποίων τους ναούς και τα ιερά αφιερωνόταν. Πολλά από τα παιδιά ή όλα, μετέφεραν τον κλάδο αυτό στο σπίτι τους και τον κρεμούσαν στη θύρα· εκεί έμενε όλο τον χρόνο και στο τέλος καιγόταν ο περσινός κλάδος και κρεμιόταν ο νέος, όπως ο "Μάης", το πρωτομαγιάτικο στεφάνι, σήμερα· κι αυτό συνέβαινε τον ίδιο μήνα, τον Θαργηλιώνα (Μάιο) μήνα. […]».
Όταν διάβασα για πρώτη φορά το ανωτέρω παράθεμα, είδα πολλά κοινά με το δέντρο που στολίζαμε ως παιδιά στο πατρικό μου. Αφού πηγαίναμε, βρέξει χιονίσει, έξω από το χωριό σε σημείο όπου φύτρωναν κέδροι, επιλέγαμε κάποιον, τον κόβαμε και τον φέρναμε στο σπίτι, όπου τον στολίζαμε με καρπούς κυπαρισσιού, πεύκου, πουρναριού, κουμαριάς και λαγομηλιάς, με λίγα χειροτεχνήματά μας, αγγελάκια, καμπάνες κι αστεράκια δηλαδή, ενώ απλώναμε στα κλαδιά του βαμβάκι, σαν τα μαλλιά της ειρεσιώνης, για δήλωση του χιονιού. Τη φάτνη την καλύπταμε με βρύα, προκειμένου να δίνει φυσική όψη σπηλαίου, όπως εκείνο που γεννήθηκε ο Χριστός. Μόλις περνούσε το Δωδεκαήμερο, το βγάζαμε στην αυλή και το λαμπαδιάζαμε!
Στους «Βίους Ομήρου» (Βίοι Ομήρου, βίος Ηροδότου 462-482), επίσης, πληροφορούμαστε πως ο ποιητής, ξεχειμωνιάζοντας στη Σάμο, την πρώτη μέρα κάθε μήνα κι έχοντας ως οδηγούς και συνοδούς παιδιά του τόπου εμφανιζόταν μπροστά στα σπίτια πλουσίων και τραγουδώντας την «ειρεσιώνη» έπαιρνε κάτι ως αντίδωρο και πως το τραγούδι συνέχισε να άδεται για πολλά χρόνια από τα παιδιά στη γιορτή του Απόλλωνα, και είναι το εξής:
Ήρθαμε στ’ αρχοντικό πολύ τρανού αφέντη,
που ’χει μεγάλη δύναμη, λόγο βαρύ και περισσό λογάρι.
Ανοίξτε πόρτες διάπλατα, πλούτος πολύς να έμπει,
και με τον πλούτο συντροφιά θάλλουσα η χαρά
κι η ευλογημένη ειρήνη· γιομάτα να ’ναι όλα τ’ αγγειά,
και πάντα η ζύμη του ψωμιού στη σκάφη να φουσκώνει.
Και η γυναίκα του γιου πάνω σε θρόνο να σας έρθει,
με δυνατά ποδάρια ημίονοι σ’ αυτό το σπίτι να την κουβαλήσουν
κι αυτή να υφάνει το πανί με πατήθρες κεχριμπαρένιες.
Έρχομαι σε σένα και ξανάρχομαι σαν χελιδόνι κάθε χρόνο
και στην αυλόπορτά σου στέκομαι.
και
είτε μας δώσεις κάτι, είτε όχι, δεν θα στεκόμαστε,
γιατί εδώ δεν ήρθαμε για να συγκατοικήσουμε.Τα σημαινόμενα του τραγουδιού αυτού, πώς τα είδατε, δεν παραπέμπουν στα σημερινά κάλαντα, τα οποία επιχωριάζουν σε παραλλαγές στον ελληνικό κόσμο και σχεδόν όλα μιλούν για τον αφέντη του σπιτιού, στον οποίο απευθύνονται ευχές για πλούτο και ευημερία, ενώ πάντα οι περιπλανώμενοι αοιδοί περιμένουν το αντίδωρό τους, μια κι έφτασαν ως τη θύρα του και πολλά καλά του ευχήθηκαν; Μάλιστα, σ’ αυτό που σας διάβασα οι άδοντες δεν κακοκαρδίζονται αν κάτι δε λάβουν κι αναχωρούν για τον επόμενο προορισμό.
Αξιοσημείωτο είναι πως στο πέρασμα από την αρχαία ελληνική θρησκεία στη χριστιανική, αυτά τα άσματα και άλλα που τραγουδούσε με διάφορες αφορμές ο λαός, αν και πέρασαν δοκιμασίας, τελικά ενσωματώθηκαν στη νέα θρησκεία, με αποτέλεσμα να επιβιώσει σε μεγάλο βαθμό η θεματολογία, ο στίχος και οι κοινωνικές ή άλλες εκδηλώσεις των οποίων αποτελούσαν βασική τους παράμετρο. Κι αυτό, διότι, όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες συγκρούσεις «οι θεοί δεν εξαφανίζονται εντελώς, παρ’ όλο που αντικαθίστανται και μεταμορφώνονται» (M. P. Nilsson, Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής θρησκείας, εκδ. Δ. Ν. Παπαζήση, Αθήνα 2008, σ. 30), αφού η λατρεία τους και όσα την συνοδεύουν είναι βαθιά ριζωμένα στη συνείδηση του λαού, ο οποίος δεν έχει καμία διάθεση να τα εγκαταλείψει εύκολα, μια κι έχουν αναφορά στους προγόνους του, οι οποίοι τα κουβαλούν απ’ το μακρινό παρελθόν που φτάνει μέχρι τις πρωτόγονες κοινωνίες και για τα καθ’ ημάς, πέραν αυτών, φέρνουν πλήθος ιδεών κληρονομημένων απ’ την ελληνική αρχαιότητα. Εξάλλου, ποικίλες δυσκολίες και απειλές που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι διαμέσου των αιώνων δίνουν αφορμή για συσπείρωση γύρω από τα πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα, τα οποία καθίστανται βασικός φορέας κοινωνικής συνοχής και εθνικής ταυτότητας.
Ας επανέλθουμε, όμως, στην «ειρεσιώνη», όχι στο τραγούδι, και στην «ικετηρία», τις μακρινές προδρόμους του χριστουγεννιάτικου δέντρου, το οποίο από πολλούς προβάλλεται ότι εισήχθη μέσω των Βαυαρών στην Ελλάδα ως δικό τους χριστουγεννιάτικο έθιμο, παραβλέποντας τη σχέση που είχε ο λαός μας με πανάρχαια έθιμα που επιβίωναν και, στα οποία τα δέντρα έπαιζαν σημαντικό ρόλο, κάτι που συνέβαλε τα μέγιστα στην εύκολη αποδοχή του «ξενόφερτου» εθίμου. Ακόμα και το σχετικό λήμμα της εγκυκλοπαίδειας Πάπυρος (Τ61.04) το αναφέρει, σημειώνοντας επίσης πως: «[…] Η χρήση αειθαλούς δέντρου, στεφανιού και γιρλάντας ως συμβόλων της αιώνιας ζωής, αποτελούσε αρχαίο έθιμο των Αιγυπτίων, των Κινέζων και των Εβραίων. Η λατρεία των δέντρων, που ήταν συνηθισμένο φαινόμενο ανάμεσα στους ειδωλολάτρες Ευρωπαίους, επιβίωσε και μετά τον εκχριστιανισμό τους σε διάφορα έθιμα. […]», ενώ στο λήμμα ικέτης, όπου αναφέρεται η ικετηρία (Πάπυρος, Τ61.04) περιγράφεται αυτή ως έχει.
Καμία αναφορά, όμως, δεν υπάρχει στο εν λόγω λήμμα πως το δέντρο μετείχε σε πολλές γιορτές (Βλ. Γ. Ρασσιάς, Εορτές και Ιεροπραξίες των Ελλήνων, εκδ. Ανοιχτή πόλη) των αρχαίων Ελλήνων, όπως, για παράδειγμα, στα Αιακεία ή Αιάκεια, στην Αιώρα ή Αλήτιδα, στα Ασκληπιεία Μεγάλα ή Ασκληπιεία Επιφανέστατα, στα Δαίδαλα τα Μεγάλα, στα Δαφνηφόρια, στα Δενδροφόρια, στα Κορυθάλια, στα Νάα ή Νάια, στα Παναθήναια τα Μεγάλα, στα Πυανέψια, στην Ράβδου Ανάνηψιν,… Γιορτές, στις οποίες τα ελαιόδεντρα, τα κλήματα, τα πεύκα, οι συκιές, οι δρύες, τα κυπαρίσσια, οι δάφνες,…, είναι απαραίτητα στα δρώμενά τους, όπου χρησιμοποιούνται είτε ως αυτοτελή δέντρα, είτε ως λαξευμένα ξόανα, είτε ως πλεγμένα από τους κλώνους τους στεφάνια, είτε ως ειρεσιώνες.
Επιπρόσθετα, γνωρίζοντας την ευρεία χρήση των στεφανιών σε πολλές εκδηλώσεις του βίου των αρχαίων Ελλήνων, δεν μπορεί να θεωρούνται ξένα προς τα έθιμα του Δωδεκαημέρου ούτε τα στεφάνια που κρεμιούνται στις πόρτες των σπιτιών, ούτε εκείνα που κρεμιούνται στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, ούτε εκείνα τα δώδεκα που τοποθετούνται κάτω απ’ αυτό και καίγονται ένα κάθε βράδυ το Δωδεκαήμερο (Π. Π. Λάμπρη, Ροδαυγή, σ. 93), ούτε κάποια απ’ τα στολίδια του, και μάλιστα, εκείνα που απεικονίζουν διάφορα κοσμολογικά σύμβολα, ούτε το μεγάλο δέντρο που στολίζεται στις μέρες μας σε δημόσιους ή ιδιωτικούς χώρους, ούτε τα κλαδιά κέδρου, με τα οποία παντρεύουν τη φωτιά (Π. Π. Λάμπρη, ό.π. σ. 93), ούτε τα δώρα που τοποθετούνται κάτω απ’ το δέντρο, ούτε…
Ένα άλλο έθιμο των ημερών είναι τα γιορτιάτικα ψωμιά, τα χριστόψωμα, οι βασιλόπιτες, και όχι μόνο, τα οποία απηχούν αντίστοιχους εορταστικούς άρτους των προγόνων μας. Επιτρέψτε μου, όμως, μιλώντας γι’ αυτά, να σας μεταφέρω στη μικρή ορεινή πατρίδα μου, τη Ροδαυγή Άρτας, και στα σχετικά έθιμά της κι ελπίζω να τα βρείτε ενδιαφέροντα.
Εκεί, λοιπόν, οι νοικοκυρές ζύμωναν «γιορτιάτικα ψωμιά», δηλαδή, ψωμί σταρένιο και μπομπότα, τόσο, ώστε να είναι αρκετό για όλο το Δωδεκαήμερο, αφού, εθιμικά, τις μέρες αυτές δεν ζύμωναν. Πριν αρχίσουν το ζύμωμα, έκαναν τον σταυρό τους και πάνω στα ψωμιά σχεδίαζαν «κατσίκια». «Κατσίκια» λένε τα σχέδια που φτιάχνουν σ’ αυτά με το χείλος ενός μικρού ποτηριού και με τη δαχτυλήθρα, γνώρισμα της καλής νοικοκυράς ή με μια βελατζιούρα, τον κάλυκα δηλ. που περιέχει τον καρπό της βελανιδιάς - όλα σύμβολα αφθονίας - και μ’ ένα πιρούνι έκαναν τσιμπιές, για να «βγαίνουν» τα μάτια των εχθρών, να μη γλωσσοτρών το σπίτι. (Π. Π. Λάμπρη, ό.π., σ. 91
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, επίσης, για βασιλόπιτα ετοίμαζαν μια άζυμη κουλούρα από καλαμποκάλευρο. Αυτή, μόλις ψηνόταν, την έτριβαν και την ανακάτωναν με βούτυρο κι έβαζαν μέσα ένα κέρμα, ένα πουρναρόφυλλο κι έναν σπόρο καλαμποκιού. Στη συνέχεια την έπλαθαν στην παλάμη κι ο καθένας έπαιρνε ένα από αυτά τα ιδιότυπα πλασμένα κομμάτια. Όποιος έβρισκε το κέρμα θα είχε τύχη στα χρήματα τη νέα χρονιά, όποιος το πουρναρόφυλλο, στα γίδια κι όποιος τον σπόρο του καλαμποκιού, στα χωράφια. Όσοι είχαν ως κύρια ενασχόληση την κτηνοτροφία έφτιαχναν την ίδια βασιλόπιτα, αλλά έβαζαν μέσα ένα φύλλο από πουρνάρι, ένα από φυλλίκι κι ένα από αριά. Όποιος έβρισκε το πουρναρόφυλλο θα είχε τύχη στα γίδια, όποιος το φύλλο του φυλλικιού, στα πρόβατα κι όποιος της αριάς, στα γελάδια. Η βασιλόπιτα ως γλύκισμα καθιερώθηκε, όταν άλλαξαν οι βιοτικές συνθήκες των κατοίκων, ενώ αυτή που σας περιέγραψα αποτελούσε κανονικό δείπνο. (Π. Π. Λάμπρη, Η μνήμη της γεύσης, σ. 157)
Πάντως, και οι δύο μορφές της βασιλόπιτας έρχονται από χρόνο μακρινό, αφού είναι συνδυασμός του «εορταστικού άρτου» και του «μελιπήκτου» των αρχαίων προσφορών, τόσο προς τους θεούς όσο και προς τους νεκρούς ή τους κακούς δαίμονες, για την εξασφάλιση της ευετηρίας, της υγείας, της μαντικής και της καλής τύχης. Είναι άρτος χαρούμενος, όταν γίνεται φουσκωτή από ζύμη και κόβεται ανήμερα το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς, κι είναι πλακούντας σχεδόν νεκρολατρικός, όταν ετοιμάζεται άζυμη αποβραδίς και κόβεται στο δείπνο ή τα μεσάνυχτα. Είναι οπωσδήποτε μια προσφορά στους θεούς και μεταγενέστερα στους αγίους, ή στα αόρατα πνεύματα των νεκρών και των άλλων στοιχειών. Απόδειξη, οι απαρχές, δηλ. τα κομμάτια που ξεχωρίζουμε για τον Χριστό, την Παναγία, τον Αι-Βασίλη, το σπίτι (τα εφέστια πνεύματα), τους αγρούς (τα πνεύματα της παραγωγής), τα ζώα (παλαιός τοτεμισμός;) τους πεθαμένους και τους ξενιτεμένους. Απόδειξη επίσης η τοποθέτηση κομματιών της πίτας στις βρύσες ή στο προσκέφαλο του ύπνου για μαντική». (Π. Π. Λάμπρη, Η μνήμη της γεύσης, σ. 157)
Φίλες και φίλοι, θα μπορούσαμε να μιλάμε για ώρες για τα γιορτιάτικα έθιμα του ελληνικού κόσμου, τα οποία διατρέχουν τους αιώνες και απαντούν σε πλείστες ξεχωριστές παραλλαγές. Σημασία έχει να τα γνωρίζουμε, να μην τα λησμονούμε και να τα συνεχίζουμε όσο μπορούμε, διότι η εποχή μας, εποχή αμφισβήτησης πολλών καθιερωμένων και υιοθέτησης ξένων προτύπων, όχι απαραίτητα καλών, απομακρύνει αρκετούς από σημαντικές εκφάνσεις της πολιτιστικής μας συνέχειας, κάνοντάς τους, έτσι θαρρώ, φτωχότερους.
Ως εκ τούτου, το έργο των γονιών, των δασκάλων, της κοινωνίας είναι πολύ σημαντικό, αποφασιστικής θα έλεγα σημασίας για το τι θέλουμε από το μέλλον! Και ομολογώ πως χαίρομαι που αρκετοί εκπαιδευτικοί, ίσως κι άλλοι φορείς, μιλούν στα παιδιά και τα μυούν σε έθιμα, όπως η ειρεσιώνη, η ικετηρία, κ.λπ., συνδέοντάς τα με τα παρελθόν του τόπου μας. Διότι, «Στις ακρογιαλιές του Ομήρου», όπως έγραψε ο ποιητής μας, Οδυσσέας Ελύτης (Οδυσσέας Ελύτης, Ο Μικρός Ναυτίλος, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1985, ΧΙΙΙ), «υπήρχε μια μακαριότητα, ένα μεγαλείο, που έφτασαν ως τις ημέρες μας άθιχτα. Η πατούσα μας, που ανασκαλεύει την ίδιαν άμμο, το νιώθει. Περπατάμε χιλιάδες χρόνια, ο άνεμος ολοένα λυγίζει τις καλαμιές κι ολοένα εμείς υψώνουμε το πρόσωπο. Καταπού; Ως πότε;» Σ’ αυτό το «καταπού;» και το «ως πότε;» οφείλουμε καθημερινά ν’ απαντούμε, αναλαμβάνοντας την ευθύνη που μας αναλογεί, διότι χωρίς τη γνώση του παρελθόντος νιώθουμε χωρίς ρίζες, άρα μετέωροι και εν τέλει αδύναμοι και η πυξίδα που οδηγεί στο μέλλον ψάχνει τον προσανατολισμό.
Κάτι άλλο που δεν πρέπει να παραλείπεται, πάντα μέσω του παραδείγματος, είναι το να δείχνουμε ευγνωμοσύνη και να διδάσκουμε, ο καθένας με τον τρόπο του, τη ναρκισσιστική εποχή μας, πως οι ρυτίδες δεν δηλώνουν απλά τον ερχομό των γηρατειών και δεν πρέπει να κάνουμε τα πάντα για να τις εξαλείφουμε και πως αντίθετα προσφέρουν γοητεία, την οποία καμία άλλη ηλικία δεν έχει, καθώς στα ρυτιδωμένα πρόσωπα αντικατοπτρίζονται ο μόχθος, η δημιουργικότητα, η προσφορά, η γνώση, η σοφία!
Φίλες και φίλοι, στην εποχή μας, που η μοναξιά κατακλύζει τη ζωή πολλών ανθρώπων, ακόμα και τις γιορτινές μέρες, ειδικά στις πόλεις, εκφράζω τη χαρά μου για την αποψινή γιορτή, καθώς και για την ύπαρξη του φορέα που έδωσε τη δυνατότητα να επικοινωνήσω μαζί σας κι ελπίζω όσα είπα να συνέβαλαν, έστω και λίγο, στη χαρμοσύνη της, αλλά και να μίλησαν κάπως στις καρδιές σας. Όπως και να ’χει, εύχομαι να έχετε υγεία, σώματος, πνεύματος και ψυχής, αλλά και πολλές όμορφες στιγμές τη νέα χρονιά.
Σας ευχαριστώ πολύ!