Αρχική

 

Βιβλία

 

Δημοσιεύσεις

 

Σκέψεις

 

Εκδηλώσεις

 

Βιογραφικό

 

Επικοινωνία

 

Ομιλία της Παναγιώτας Π. Λάμπρη:

"Ο κύκλος της ζωής και του θανάτου στα λαμπριάτικα έθιμα", (31-3-2025)

Μορφωτικός Σύλλογος Ελληνίδων Κυριών Πάτρας

 

    Φίλες και φίλοι, καλησπέρα σας!

    Ο χώρος που βρισκόμαστε μου είναι οικείος, καθώς, χρόνια πριν, ερχόμουν εδώ και ζωγράφιζα, ενώ έλαβα μέρος και σε μία από τις εκθέσεις ζωγραφικής που οργανώνει στο τέλος κάθε περιόδου ο Μορφωτικός Σύλλογος Ελληνίδων Κυριών. Τότε, βέβαια, δεν φανταζόμουν πως θα ερχόταν ώρα που θα εκφωνούσα εδώ κάποια ομιλία. Όμως, «καιρός φέρνει τα λάχανα, καιρός τα παραπούλια» που λέει κι ο λαός! Και να ’μαι σήμερα, για να μιλήσουμε για ζωή και θάνατο, για θάνατο και ανάσταση, όπως αυτά αποτυπώνονται σε κάποια από τα έθιμα που αφορούν στις γιορτές που πλησιάζουν κι έχουν ως κορύφωσή τους τη μέρα της Λαμπρής. Πριν όμως αρχίσουμε να τα ψηλαφούμε, οφείλω να ευχαριστήσω τον Μορφωτικό Σύλλογο Ελληνίδων Κυριών για την πρόσκληση και, ειδικά, την πρόεδρό του, Βασιλική Παπαδοπούλου, η οποία εισηγήθηκε στο Δ.Σ. να είμαι η ομιλήτρια ετούτη την ξεχωριστή μέρα.  

    Αλλά τι είναι τα έθιμα; Είναι οι εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής που διατηρούνται και επιβάλλονται από τη συνήθεια και την παράδοση στη ρύμη των καιρών. Μάλιστα,  πολλά εξ αυτών έρχονται από χρόνο μακρινό, από την αρχαιότητα ή κι ακόμα πιο πίσω, από τις πρωτόγονες κοινωνίες, όπως συμβαίνει και στα δικά μας έθιμα και αξιοπαρατήρητο είναι πως, παρότι η θρησκεία των σύγχρονων Ελλήνων διαφέρει από των αρχαίων προγόνων τους, πολλά από τα έθιμά τους προέρχονται από κείνη την εποχή κι έχουν ενσωματωθεί στη νέα θρησκεία, αλλά και σ’ άλλες εκδηλώσεις του κοινωνικού βίου.

    Αυτό βεβαιώνει πως ο λαός δεν απομακρύνεται εύκολα από κείνα, τα οποία τον συνδέουν με τους προγόνους του, αλλά τα διατηρεί προσαρμόζοντάς τα στις νέες συνθήκες, αναδεικνύοντας παράλληλα με ξεχωριστό τρόπο την πολιτιστική και ιστορική του συνέχεια. Ειδικά τα έθιμα που σχετίζονται με την αγροτική και την κτηνοτροφική ζωή χαρακτηρίζονται από πολύ βραδείες αλλαγές, διότι τα περισσότερα αφορούν στον εξευμενισμό των δυνάμεων της φύσης, στην εξασφάλιση της σοδειάς και γενικότερα της παραγωγής, στοιχεία δηλαδή που έχουν να κάνουν με την επιβίωση των αγροτών και των κτηνοτρόφων.

    Ας πάρουμε, για παράδειγμα, τον Λάζαρο και την Ανάστασή του. Όλοι γνωρίζουμε πως είναι συμπαθητική μορφή στον λαό και είχε την τύχη να είναι φίλος του Ιησού, ο οποίος, όντας νεκρό, τον ανέστησε. Γνωστό είναι, επίσης, πως ο Λάζαρος στη δεύτερη ζωή του, με αφορμή όσα έζησε στον κόσμο των νεκρών και του προκάλεσαν τρόμο, δεν ξαναγέλασε! Σύμφωνα μάλιστα με μια παράδοση, μόνο μία φορά χαμογέλασε, σαν είδε στο παζάρι έναν χωρικό να κλέβει με τρόπο μια στάμνα από τον σταμνά κι ύστερα να κόβει λάσπη. - Βρε τον ταλαίπωρο, λέει χαμογελώντας ο Λάζαρος. Για δες τον πώς φεύγει με το κλεμμένο σταμνί. Ξεχνάει ότι κι αυτός είναι ένα κομμάτι χώμα, όπως και το σταμνί. Το ’να χώμα κλέβει τ’ άλλο. Μα δεν είναι να γελούν κι οι πικραμένοι; (Γ. Α. Μέγας, Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας, εκδ. Εστία, 2001, σ. 172)

    Τον ίδιο συγκλονιστικό τρόμο με τον Λάζαρο ένιωσε κι ο Οδυσσέας ευρισκόμενος, ζωντανός αυτός, στον Κάτω Κόσμο, καθώς αντίκρισε μπροστά του πρόσωπα γνωστά, όπως τον σύντροφό του, Ελπήνορα, τη μητέρα του, που εκεί έμαθε για τον θάνατό της, τον Αχιλλέα, τον Αίαντα,…, αλλά και «νύφες, παλληκαράκια, συφοριασμένους γέροντες, κορίτσια τρυφερά, με λαβωμένη την καρδιά από το πρόωρο πένθος, αλλά και πολλούς  χτυπημένους από κοντάρια χάλκινα, άντρες που πολεμώντας έπεσαν και κρατούσαν τα αιματοβαμμένα όπλα τους» (Όμηρος, λ 38-43).

    Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που εκτός από τα ιερά κείμενα, τα οποία αναφέρονται στο γεγονός του θανάτου και της ανάστασης του Λαζάρου, οι λαϊκές παραδόσεις και ιδιαίτερα οι έμμετρες αφηγήσεις τα συμπληρώνουν, θέτοντας μάλιστα το αιώνιο ανθρώπινο ερώτημα για την πέρα από τον τάφο ζωή: - «Πες μας, Λάζαρε, τι είδες, εις τον Άδη όπου πήγες;», με την απάντηση να είναι κοφτή, καταλυτική και να μην περιέχει ούτε υπόνοια χαράς: - «Είδα φόβους, είδα τρόμους, είδα βάσανα και πόνους». Μόνο, που ο λαός τραγουδώντας αυτά τα λόγια, τα οποία ανήκουν σ’ ένα ευρύτερο άσμα για τον Λάζαρο, το οποίο απαντά σε παραλλαγές στον ελληνικό κόσμο, αναπαριστά σε διάφορες περιοχές την ημέρα της γιορτής του τον θάνατο και την ανάστασή του, εκφράζοντας την ελπίδα για τη δική του εκ νεκρών ανάσταση, άρα τη ζωή, την οποία η θρησκεία του υπόσχεται. Κι αυτό να λαβαίνει πιο πειστικό νόημα, αφού η ανάστασή του γιορτάζεται την εποχή που και η γη ανασταίνεται, βλαστίζει και ανθοφορεί.  

    Παρόλες βέβαια τις παρήγορες διδασκαλίες για ευδαίμονα ζωή πέρα από τον τάφο, οι άνθρωποι δεν συμφιλιώθηκαν με την ιδέα του θανάτου, αφού ούτε οι ζωντανοί τον ζητούν, ούτε οι νεκροί τον ανέχονται, με το δημοτικό τραγούδι να το βεβαιώνει: «Ο Κάτω Κόσμος είν’ κακός, γιατί δεν ξημερώνει, / γιατί δεν κράζει ο πετεινός και δε λαλεί τ’ αηδόνι.» Και βάζουν τους νεκρούς να ρωτάνε νοσταλγικά  : « - Τάχα να στέκει ο ουρανός, να στέκει ο απάνου Κόσμος,  / να στέκουν τα χοροστασιά, σαν που ήτανε και πάντα;» (Δ. Λουκάτος, Πασχαλινά και της Άνοιξης, εκδ. Φιλιππότη, 1995, σ. 50).

    Όλες αυτές οι σκέψεις είναι κληρονομημένες από την ελληνική αρχαιότητα και είναι πολύ ανθρώπινες για τον λαϊκό άνθρωπο, αφού κανείς απ’ όσους γνωρίζει δεν επέστρεψε, για να τον βεβαιώσει τι συμβαίνει μετά θάνατον, με την ελπίδα για καλύτερη ζωή πέρα από τον τάφο να μένει μετέωρη και ν’ αφορά κυρίως στην πίστη του καθενός. Να θυμίσω εδώ και την περίπτωση του γενναίου και όμορφου Αχιλλέα, ο οποίος, όταν ο Οδυσσέας, όντας στον Κάτω Κόσμο, του είπε πως τον θεωρεί από τους πιο ευτυχισμένους ανθρώπους, εκείνος του απάντησε πως θα προτιμούσε να ζει κι ας ξενοδούλευε σε κάποιον άκληρο, που να μην έχει μεγάλο βιος, παρά να είναι άρχοντας στον κόσμο των νεκρών (Όμηρος, λ 489-491), κάτι που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την εν ζωή επιθυμία του, να πεθάνει δηλαδή νέος και δοξασμένος, παρά γέρος και ασήμαντος, όπως και συνέβη. Και τούτο, διότι στον κόσμο των νεκρών δεν υπάρχουν αξιώματα και δόξα και ζουν όλοι χωρίς να θωρούν τον ήλιο, κάτι που είναι και ο μόνιμος καημός όσων βρίσκονται εκεί, γεγονός που θα ’πρεπε να βάζει σε σκέψεις εμάς που επιπόλαια το απαξιώνουμε θεωρώντας το αυτονόητο! Στον ήλιο, άλλωστε, αναφέρονται όλοι οι λαοί στις συμβολικές αναστάσεις των θρησκειών τους, σ’ αυτόν αναφέρεται και η δική μας παράδοση, η οποία, όπως προείπα, μες στην ανοιξιάτικη φύση αναπαριστά με τελετές και τραγούδια το θαύμα της ανάστασης του Λαζάρου.

    Στο χωριό μου, για παράδειγμα, τη Ροδαυγή Άρτας, «Τα παιδιά στόλιζαν ένα καλαθάκι με άνθη, συνήθως κερασιάς, σύμβολα αναγέννησης, κρατούσαν μια ξύλινη μαγκούρα για να διώχνουν τους σκύλους, αλλά και για να στηρίζουν τα καλάθια με τα αβγά που τα φίλευαν και παρέες παρέες γύριζαν από σπίτι σε σπίτι, μέχρι και τους απομακρυσμένους συνοικισμούς του χωριού, για να πουν το τραγούδι του Λάζαρου. Οι χωριανοί τα αποκαλούσαν Λαζάρους ή Λαζαρούδια. Οι νοικοκυρές, εκτός από αβγά, τα φίλευαν πασμάδες, τσαπέλες, καρύδια και, σπανίως, χρήματα.» (Π. Π. Λάμπρη, Ροδαυγή, σ. 123)

    Εκτός από την ημερήσια τιμή στον Λάζαρο, υπήρχε και νυχτερινή, οπότε το βράδυ της παραμονής της γιορτής, κυρίως έφηβοι, «αναπαριστούσαν όσα είχε υποστεί ο Λάζαρος. Ένας, τυλιγμένος με άσπρο σεντόνι, υποδυόταν τον σαβανωμένο Λάζαρο και μαζί με άλλους γύριζαν από σπίτι σε σπίτι, έχοντας τα ίδια εξαρτήματα με τους πρωινούς «Λαζάρους», αλλά και κυπριά, τα οποία χτυπούσαν ρυθμικά, τραγουδούσαν το ίδιο τραγούδι κι οι νοικοκυρές τους φίλευαν όπως και κείνους. "Οι «Λάζαροι», παρά την ανέχεια, ήταν σ’ όλα τα σπίτια ευπρόσδεκτοι· μάλιστα, σ’ όσα σπίτια το επέτρεπε το έχει των νοικοκύρηδων προσέφεραν, ιδιαίτερα στους  «νυχτερινούς»  «Λαζάρους», το ευγενές για την εποχή έδεσμα που ακούει στο όνομα ξιδότριψα, που κάποιες φορές προσφερόταν πασπαλισμένη με ζάχαρη και την οποία μετά χαράς γεύονταν οι «περιπλανώμενοι» αοιδοί."» […]

    Όταν έμπαιναν οι «Λάζαροι» στο κάθε σπίτι, ο «σαβανωμένος» ξάπλωνε κάτω και, όταν οι άλλοι τραγουδούσαν «Λάζαρος απελυτρώθη, αναστήθη και σηκώθη», σηκωνόταν και τραγουδούσε μαζί τους τα υπόλοιπα λόγια του τραγουδιού. Το ίδιο βράδυ άλλες ομάδες, από τέσσερα ή έξι άτομα η καθεμιά, γύριζαν κι αυτές από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούσαν οικογενειακά παινέματα -θα σας πω πιο κάτω ποια-  ανάλογα με το τι τους παρήγγειλε η οικογένεια, η οποία στο τέλος τους φίλευε, όπως και τους άλλους.» (Π. Π. Λάμπρη, Ροδαυγή, σ. 125) 

    Αν προσέξουμε το περιεχόμενο αυτών που μόλις σας ανέφερα, θα διαπιστώσουμε πως ο λαϊκός άνθρωπος, πέραν της τιμής προς τον Λάζαρο, στολίζει τα καλαθάκια με εποχικά λουλούδια και υμνώντας έτσι την αναγέννηση της φύσης, εκφράζει την προσδοκία για την ανάσταση και της δικής του θνητής φύσης. Διότι, όπως ανοίγει η γη τα σπλάχνα της και ανθίζει και καρπίζει, κι αυτός πιστεύει πως από το χώμα θα ξεπηδήσουν οι νεκροί, τους οποίους μπορεί να μη βλέπει, αλλά είναι σχεδόν βέβαιος πως οι σκιές τους πέριξ τριγυρνούν, γι’ αυτό και τους προσφέρει κόλλυβα, επισκέπτεται και στολίζει τους τάφους τους με φωτογραφίες και λουλούδια, αφήνει κόκκινα αβγά, «για να κάνουν κι εκείνοι Λαμπρή!», ή ακόμα και πάνω απ’ αυτούς παίζει μουσική και τραγουδά τ’ αγαπημένα τους τραγούδια!

    Όλα, συνήθειες και απόψεις που έρχονται από την αρχαία γιορτή των Ανθεστηρίων, η οποία τελείτο κάθε χρόνο στις αρχές Μαρτίου προς τιμήν του Λιμναίου Διονύσου και του Χθόνιου Ερμή. Επρόκειτο για γιορτή αφιερωμένη στην αναγέννηση της φύσης και το κρασί και έδινε την ευκαιρία να κάνουν δώρα στα μικρά παιδιά και να γλεντήσουν. Πίστευαν, ακόμα, πως τις τρεις μέρες που διαρκούσαν τα Ανθεστήρια τα πνεύματα των νεκρών επέστρεφαν και κυκλοφορούσαν μέσα στην πόλη -κι εμείς αυτό δεν πιστεύουμε για τη Μ. Παρασκευή;- και με το τέλος των εορτασμών έπρεπε να τα απωθήσουν πάλι στον Κάτω Κόσμο. Γι’ αυτό, την τρίτη μέρα την είχαν αφιερώσει μόνο σ’ αυτούς και μαγείρευαν δημητριακά και όσπρια, κόλλυβα δηλαδή, για τις ψυχές τους, τις οποίες παρότρυναν να φύγουν και να επιστρέψουν στον Κάτω Κόσμο!

    Επίσης, τα κουδούνια που οι κτηνοτρόφοι κρεμούν στους λαιμούς των ζώων και τα κρούουν όσοι μετέχουν στα δρώμενα για τον Λάζαρο, απηχούν μαγικές πράξεις για απόδιωξη του κακού, ενώ τα παινέματα που τραγουδούν αναφέρονται στην ξενιτιά, στο σπίτι, στον αφέντη, στη σύζυγο, στη νοικοκυρά, στο μωρό, στο μικρό παιδί, στο παιδί που πηγαίνει στο σχολείο, στο παλληκάρι, στη θυγατέρα, στην ανύπαντρη που θ’ αρραβωνιαστεί, στον έτοιμο να νυμφευθεί ή στον ανύπαντρο, στη νιοστεφανωμένη, στη βάβω, στον δέσποτα ή στον παπά, στον αναγνώστη, ψάλτη, γραμματικό, στα γίδια και στα πρόβατα, στην περδικούλα, στο ζευγάρι βοδιών, στις μέλισσες και στον αργαλειό, καλύπτοντας ένα ευρύ φάσματα της κοινωνικής ζωής και κομίζοντας πολλά εξ αυτών αισιοδοξία για τη ζωή, την ευημερία και την ευτυχία.

    Ακόμα, δεν είναι τυχαίο πως βασικό φίλεμα των Λαζάρων αποτελούσαν τα αβγά, τα οποία βάφονταν στη συνέχεια για τη Λαμπρή, γιατί Λαμπρή χωρίς κόκκινα αβγά, δεν γίνεται! Το αβγό, άλλωστε, βαμμένο ή όχι, μετέχει διαχρονικά σε έθιμα των Ελλήνων, διότι περικλείει μέσα του τη ζωή, αλλά έχει και τη ζωική δύναμη που, σύμφωνα με μια παλιά αντίληψη, μεταδίδεται σε ανθρώπους, ζώα και φυτά, ενώ συμβολίζει την αναγέννηση και τη γονιμότητα. Όπως, μάλιστα, μας πληροφορεί ο Π. Λεκατσάς, το αβγό έρχεται από «την αρχαιότερη ορφική θεογονία, που ο Έρως βγαίνει από ’να Αβγό που το γέννησε η Νύχτα.» Το  κοσμογονικό Αβγό  θα  το  βρούμε ακόμη «στην κατά Ιερώνυμονκαι Ελλάνικον θεογονία… στη Ραψωδική Θεογονία και στη Θεογονία του Επιμενίδη… Είναι το κοσμογονικό Αβγό που συναντιέται και στην Αίγυπτο, στη Φοινίκη, στην Περσία· σε περιοχές της Αφρικής· στην Ινδία, στο Θιβέτ, στην Ινδονησία, στην Πολυνησία· στην Κίνα και στην Ιαπωνία· στις σιβηρικές φυλές· στη Φινλανδία και στις βαλτικές χώρες.»    

    Για το κόκκινο χρώμα των πασχαλινών αβγών έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις. Πολλοί πιστεύουν ότι βάφονται κόκκινα σε ανάμνηση του χυμένου αίματος του Χριστού, άλλοι πως εκφράζουν τη χαρά για την Ανάστασή του, άλλοι πως το κόκκινο χρώμα είναι αποτρεπτικό κάθε κακού κι άλλοι αποδέχονται αυτό που πολύ απλά λέει η λαϊκή παράδοση: Όταν είπαν πως αναστήθηκε ο Χριστός, κανείς δεν το πίστευε. Μια γυναίκα που κρατούσε στο καλάθι της αβγά φώναξε: «Μπορεί από άσπρα να γίνουν κόκκινα;» Και, ω του θαύματος, έγιναν! Πάντως, κατά τον Π. Λεκατσά, «το κόκκινο είναι το χρώμα του αίματος και το αίμα είναι ο τόπος της Ζωτικής Ψυχής. Έτσι το κόκκινο είναι το χρώμα της ζωής και σύμβολο του ανανεωμού της: Τονώνει τη δύναμη, συντηρεί τη ζωή, βοηθάει και τον Ξαναγεννημό τον μυητικό ή τον "πραγματικό" του ανθρώπου.» (Π. Π. Λάμπρη, Ροδαυγή, σ. 137).

    Βέβαια, στον δρόμο μας προς τη Λαμπρή, ξεχωριστής σημασίας είναι το θείο Πάθος, με τη Μ. Παρασκευή να συνιστά την κορύφωσή του, μέρα που τιμά ξεχωριστά ο λαός, τηρώντας έθιμα, των οποίων, πέραν των βασικών, η ποικιλομορφία είναι αξιοζήλευτη στον ελληνικό κόσμο. Με τα αφηγηματικά τραγούδια της μέρας αυτής, μάλιστα, να θρηνεί έμμεσα την ανθρώπινη τύχη του Ιησού, από τη σύλληψη και τους βασανισμούς του ως τον σταυρικό θάνατο, αλλά συμπαραστέκεται και συμπονά την τραγική μητέρα του, την Παναγία, η οποία έκτοτε, διαδεχόμενη τη Δήμητρα και την Αλκμήνη, εκφράζει την αιώνια Μάνα, την κάθε μάνα που είδε το παιδί της να φυλακίζεται, να βασανίζεται, να πεθαίνει, κ.λπ., αποτελώντας ταυτόχρονα καταφυγή τους.

    Τη Μ. Παρασκευή, λοιπόν, εκτός από την αυστηρή νηστεία και την αποχή από διάφορες εργασίες, οι γυναίκες πενθοφορούσαν, ενώ τα παιδιά, σύμβολα ζωτικότητας, χαράς και συνέχισης της ζωής, είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο, όπως και στη γιορτή του Λαζάρου. Στο χωριό μου, για παράδειγμα, τα αγόρια, πρωί πρωί, έδεναν γύρω από ένα καλαθάκι μαύρο μαντίλι και κλαδιά δάφνης, σύμβολα πένθους και αναγέννησης, και γύριζαν από σπίτι σε σπίτι να τραγουδήσουν «Τα πάθη» (Π. Π. Λάμπρη, Ροδαυγή, σ. 138) και φυσικά να συλλέξουν φιλέματα.  

    «Σήμερον μαύρος ουρανός, σήμερον μαύρη μέρα, / σήμερον όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπώνται,…», λένε οι δύο πρώτοι στίχοι του τραγουδιού, με τον λαϊκό δημιουργό να παρουσιάζει ως πάνδημη την ανθρώπινη θλίψη για το θείο δράμα, στην οποία μετέχουν τα άψυχα βουνά και η φύση ολόκληρη, που πενθώντας, σκοτεινιάζει. Και μέσα σ’ όλα αυτά,

«Κ’ η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της·
τας προσευχάς της έκανε για το μονογενή της.
Φωνή της ήρθε εξ ουρανού κι απ’ αρχαγγέλου στόμα:
- Σώνει, Κυρά μ’, τις προσευχές, σώνει και τις μετάνοιες.
Και τον υγιόν σου πιάσανε και στο Χαλκά τον πάνε.
Σαν κλέφτη τον επιάσανε και σα φονιά τον πάνε,
και στου Πιλάτου τας αυλάς εκεί τον τυραννάνε.»

    Εδώ η Παναγία, κυρίαρχο πρόσωπο μες στο τραγούδι, ενώ προσεύχεται μονάχη για τον γιο της, λαβαίνει εξ ουρανού μήνυμα, που σημαίνει πως δεν μπορεί ν’ αμφισβητηθεί, ότι δεν ωφελούν οι προσευχές της, διότι ο γιος της έχει συλληφθεί κι έχει αρχίσει ο βασανισμός του. Το τι θα μπορούσαν να σημαίνουν αυτά τα νέα για μια μάνα, ο καθένας μπορεί να υποθέσει.    

    Και τα παιδιά τραγουδούν:    

Κ’ η Παναγιά σαν τ’ άκουσε, έπεσε και λιγώθη.
Σταμνί νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσκο
και τρία με ροδόσταμο για να της έρθ’ ο νους της.
Και σαν της ήρθ’ ο λογισμός και σαν της ήρθ’ ο νους της,
ζητά μαχαίρι να σφαγεί, φωτιά να πάει να πέσει,
ζητά γκρεμό να γκρεμισθεί για τον μονογενή της.

    Και λίγο πιο κάτω, ευρισκόμενη μόνη μες στο πλήθος:

Τηρά δεξιά, τηρά ζερβιά, κανένα δε γνωρίζει.
Τηρά και δεξιώτερα, βλέπει τον Άι - Γιάννη.
- Αγιάνν’ Αγιάννη Πρόδρομε και βαπτιστή του υιού μου.
Μην είδες τον υγιόκα μου, και σε διδάσκαλό σου; 
- Δεν έχω στόμα να σου πω, γλώσσα να σου μιλήσω,
δεν έχω χεροπάλαμο να σου τον παραδείξω.
Βλέπεις εκείνον τον γυμνόν τον παραπονεμένον,
οπού φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο,
οπού φορεί στην κεφαλή ακάνθινο στεφάνι;
Εκείνος είν’ ο γιόκας σου και με διδάσκαλός μου.
Κ’ η Παναγιά καθότανε, συχνά τον ερωτούσε:
- Δε μου μιλάς, παιδάκι μου, δε μου μιλάς, παιδί μου;
- Τί να σου πω, μανούλα μου, που διάφορο δεν έχεις. 

    Το τραγούδι λέει κι άλλα, ενώ υπάρχουν και παραλλαγές του, όλα αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο μετατράπηκαν σε λαϊκό λόγο όσα τα ευαγγελικά κείμενα και οι υμνογράφοι αποτύπωσαν για το θείο δράμα, αλλά κι όσα από την αρχαία λατρεία επιβίωσαν, με κορύφωσή τους το μοιρολόι της Παναγίας στον Επιτάφιο Θρήνο, το βράδυ της Μ. Παρασκευής. Μάλιστα, όπως σημειώνει ο Δ. Λουκάτος, «Εκείνο, που προβάλλεται ξεχωριστά και πρέπει να εξαίρεται στο θρηνητικό αυτό αφήγημα της Μεγάλης Παρασκευής, είναι ο  ανεπιφύλακτος λαϊκός συμμερισμός του πόνου της Παναγίας κι η ιδιαίτερη παρακολούθηση των αισθημάτων, των εκδηλώσεων και των λόγων της… Αληθινό μοιρολόγι Ελληνίδας μητέρας, σε όλους τους χώρους και τους αιώνες μας. Έτσι το κατάλαβαν κι οι αγιογράφοι των εκκλησιών μας· έτσι το έκαμε τραγούδι συμπόνιας κι ο ελληνικός λαός, έτσι το συνέχισαν στις εμπνεύσεις τους κι οι ποιητές μας, με ωραίο χαρακτηριστικό δείγμα τη "Μάνα του Χριστού" από τον Κώστα Βάρναλη.» (Δημ. Σ. Λουκάτος, Πασχαλινά και της Άνοιξης, σ. 88-89).

    Αξίζει να ειπωθεί πως τα αγόρια σταματούσαν το ανωτέρω τραγούδι, όταν λίγο πριν το μεσημέρι άκουγαν το πένθιμο χτύπημα της καμπάνας· τότε ήταν η ώρα των κοριτσιών, τα οποία ως εκείνη τη στιγμή μάζευαν λουλούδια, να πάνε στον ναό και να στολίσουν τον Επιτάφιο. Όμορφα χρόνια, κατά τα οποία όλοι, μικροί μεγάλοι, επιτελούσαν τον ξεχωριστό κοινωνικό τους ρόλο, διαιωνίζοντας έθιμα, από τα οποία άλλα εξέλειπαν κι άλλα, ευτυχώς, συνεχίζονται. Όπως, ο Επιτάφιος, ο τάφος του Ιησού, ασχέτως αν σε πολλά μέρη έχουν αναλάβει αυτή την εργασία τα ανθοπωλεία.

    Ως γνωστόν, τα Πάθη ολοκληρώνονται το βράδυ της Μ. Παρασκευής, στην οποία κυρίαρχα είναι ο Επιτάφιος Θρήνος και η περιφορά του Επιταφίου, με φανερή την προσδοκία της Ανάστασης, άρα και της ζωής. Ο Επιτάφιος Θρήνος, μάλιστα, είναι από τους ύμνους που ιδιαίτερα αρέσουν, διότι υπάρχει μια ταύτιση των πιστών -ποιος δεν έχει χάσει κάποιον αγαπημένο-, οι οποίοι ψάλλουν και στη συνέχεια ακολουθούν την περιφορά του, όπως ακριβώς και οι αρχαίοι πρόγονοί μας γι’ άλλον θεό, τον οποίο με παρόμοιο τρόπο λάτρευαν και λεγόταν Άδωνης. Κι αυτός όμοια πέθαινε κι ανασταινόταν και γιορτάζονταν αυτά κάθε χρόνο σ’ όλες τις πόλεις της αρχαίας Ελλάδος, αφού η γιορτή σχετιζόταν με τον ετήσιο κύκλο της βλάστησης και της καρποφορίας, ενώ ποίκιλε κατά τόπους η διάρκεια και ο τρόπος που γινόταν.  

    Και γράφει σχετικά ο καθηγητής Κ. Ρωμαίος (Ελλάς - Μεγάλη εικονογραφημένη, σ. 256): «Τέτοιος ύμνος για το σωματικό κάλλος του Χριστού δεν έχει ποτέ ξαναγίνει, παρά μόνο τη Μεγάλη Παρασκευή… Υπήρχε  ένας αρχαίος  θεός, που ήταν "ο  ωραίος  Άδωνις", νέος, νεκρός ανάμεσα στα λουλούδια και αυτός, γιατί και αυτών η βλάστησή τους έχει πεθάνει και τώρα με την άνοιξη ανασταινόταν. Αφού ο Ελληνισμός είχε συνηθίσει αιώνες πολλούς να βλέπει έτσι τον "θνήσκοντα" νεαρό θεό… Για τον ίδιο λόγο ο ελληνικός λαός, μέσα  στον ιερό θρήνο της Ακολουθίας, θρηνεί  για  ένα Θεό που είναι "ὁ ὡραῖος κάλλει παρά πάντας βροτούς" και με αγωνία τον ρωτάει, εξ ονόματος της πονεμένης μεγάλης Μάνας, τον τρυφερό λόγο: "Ὦ γλυκύ μου ἔαρ… ποῦ ἔδυ σου τό κάλλος;" »

    Ας προσθέσουμε πως μέσα στο πάνδημο πένθος, τη θλίψη, τη συγκίνηση, αλλά και την κατάνυξη όσων μετέχουν σ’ όλα αυτά, υπεισέρχεται εντελώς άτοπα και το μαγικό στοιχείο, αφού  στα λουλούδια του Επιταφίου αποδίδεται θαυματουργός δύναμη. Τα λουλούδια αυτά, όμως, για να έχουν δραστικότερη ενέργεια πρέπει να τα κλέψουν! Έτσι, εξηγείται  το έθιμο σύμφωνα με το οποίο τα κορίτσια προσπαθούσαν -δεν γνωρίζω αν συμβαίνει ακόμα- να πάρουν κρυφά ένα λουλούδι από τον Επιτάφιο κατά την περιφορά του, πράγμα δύσκολο, όπως καταλαβαίνετε, και να το βάλουν κάτω από το μαξιλάρι, για να δουν στον ύπνο τον καλό τους και μέλλοντα σύζυγό τους! Έτσι,  και σ’ αυτή την περίπτωση βλέπουμε συνύπαρξη του θανάτου και της ζωής, με τα λουλούδια ως συμβόλων αναγέννησης να μετέχουν σε πράξη ερωτικής μαντείας, με τον γενεσιουργό Έρωτα να προανακρούει τη συνέχεια της ζωής και τη νέκρωση του θανάτου.    

    Φίλες και φίλες! Θα μπορούσαμε να μιλάμε για ώρες για τα λαμπριάτικα έθιμά μας, τα οποία διατρέχουν τους αιώνες και απαντούν σε πλείστες ξεχωριστές παραλλαγές, αλλά έχω ήδη μακρηγορήσει. Ας έχουμε όμως κατά νουν πως οφείλουμε να θεωρούμε ευτυχή τον εαυτό μας που ανήκουμε σ’ έναν λαό, του οποίου η παράδοση έρχεται από πολύ μακριά και είναι εξαιρετικά πλούσια σ’ όλους τους τομείς.  Έχει σημασία, λοιπόν, να τη γνωρίζουμε, να μην τη λησμονούμε και να τη συνεχίζουμε, διότι η εποχή μας, εποχή αμφισβήτησης πολλών καθιερωμένων και υιοθέτησης ξένων προτύπων, όχι απαραίτητα καλών, απομακρύνει αρκετούς από σημαντικές εκφάνσεις της πολιτιστικής μας συνέχειας, κάνοντάς τους, θαρρώ, φτωχότερους.

    Ως εκ τούτου, το έργο των γονιών, των δασκάλων, της κοινωνίας ολόκληρης είναι σημαντικό, αποφασιστικής θα έλεγα σημασίας για το τι θέλουμε από το μέλλον! Οδεύοντας, λοιπόν, προς το τέλος της ομιλίας μου, θα θυμίσω κάποια λόγια του ποιητή μας, Οδυσσέα Ελύτη, (Οδυσσέας Ελύτης, Ο Μικρός Ναυτίλος, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1985, ΧΙΙΙ), τα οποία πολύ αγαπώ κι έχουν σχέση μ’ όσα σήμερα αναφέρθηκαν. Γράφει ο ποιητής: «Στις ακρογιαλιές του Ομήρου υπήρχε μια μακαριότητα, ένα μεγαλείο, που έφτασαν ως τις ημέρες μας άθιχτα. Η πατούσα μας, που ανασκαλεύει την ίδιαν άμμο, το νιώθει. Περπατάμε χιλιάδες χρόνια, ο άνεμος ολοένα λυγίζει τις καλαμιές κι ολοένα εμείς υψώνουμε το πρόσωπο. Καταπού; Ως πότε;» Σ’ αυτό το «καταπού;» και το «ως πότε;» οφείλουμε καθημερινά ν’ απαντούμε, αναλαμβάνοντας την ευθύνη που μας αναλογεί, διότι χωρίς τη γνώση του παρελθόντος νιώθουμε χωρίς ρίζες, άρα μετέωροι και εν τέλει αδύναμοι και η πυξίδα που οδηγεί στο μέλλον ψάχνει τον προσανατολισμό. 

    Φίλες και φίλοι, στην εποχή μας, που η μοναξιά κατακλύζει τη ζωή πολλών ανθρώπων, εκφράζω τη χαρά μου για την αποψινή εκδήλωση, καθώς και για την ύπαρξη του φορέα που μου έδωσε τη δυνατότητα να επικοινωνήσω μαζί σας κι ελπίζω όσα είπα να μίλησαν κάπως στον νου και στις καρδιές σας. Όπως και να ’χει, εύχομαι να έχετε υγεία, σώματος, πνεύματος και ψυχής, αλλά και πολλές όμορφες στιγμές στη ζωή σας και τις γιορτές που έρχονται να τις περάσετε με ειρήνη και αγάπη στις καρδιές σας. Καλή Λαμπρή!

    Σας ευχαριστώ πολύ!