«Σήμερα ποια ιδανικά;…»

 Χαλούλος Παναγιώτης

 (το κείμενο αυτό γράφτηκε τον Ιανουάριο του 1994, ενώ οι υποσημειώσεις τον Απρίλιο του 2003)

 

            Οι παλιότερες γενιές στον τόπο μας πολέμησαν την κοινωνική αδικία μέσα από ανελεύθερα καθεστώτα, κάτω από απαγορευτικούς μηχανισμούς, με διώξεις, φυλακίσεις, βασανισμούς, εξορίες· έτσι ανάπτυξαν έντονη πολιτική - κοινωνική συνείδηση και υψηλά ιδανικά, όπως η ελευθερία, πολιτική και κοινωνική, η ελευθερία λόγου - σκέψης - συνείδησης. Οι κίνδυνοι της ζωής ήταν γι’ αυτούς ορατοί, έντονα οφθαλμοφανείς …

            Σήμερα τα ξεπεράσαμε όλα αυτά· μέσα στη δημοκρατική πια, ελεύθερη κοινωνία, την ευημερούσα (φαινομενικά), λύσαμε (;) τα προβλήματά μας! Το βιοτικό επίπεδο γενικά ανέβηκε, βελτιώθηκαν οι όροι της ζωής. Και εφησυχάσαμε… Η σημερινή γενιά, μετά το «Πολυτεχνείο», δεν έχει να αντιμετωπίσει δικτάτωρες, φασιστικό κράτος. Και «τώρα τι θα κάνουμε χωρίς βαρβάρους»;

            Θα ξεχάσουμε τα παλιά και θα ζήσουμε. Θα αγνοήσουμε πολλά που αφορούν την κοινωνία μας – προβλήματα και νέους κινδύνους που υφέρπουν, που δεν αναγνωρίζονται εύκολα, είναι ποιοτικά διαφοροποιημένοι. Θα αφομοιωθούμε με τις μάζες, που δεν έχουν καμμιά σχέση με τις λαϊκές πρωτοπορίες άλλων εποχών, θα (ξε)χάσουμε τη γλώσσα μας – μας αρκούν οι φτωχές λέξεις της καθημερινής αργκό, θα αλλοιώσουμε τη μουσική μας, θα χάσουμε την κουλτούρα μας, θα εκβαρβαρίσουμε εν πολλοίς τα τραγούδια μας – όλα (1) θα έχουν τον ίδιο ρυθμό, χωρίς την παλιά ευαισθησία: θα γίνουμε, τέλος, εμείς οι ίδιοι βάρβαροι!…

            Οι πολιτικοί και η πολιτική μάς απογοήτευσαν – μας ξεχνούν ή μας πουλάνε, δεν μας λύνουν τα προβλήματα – αδιαφορούμε πια. Κάποτε απορρίψαμε τη θρησκεία – δεν μας έλυνε απορίες και προβλήματα… Η εκκλησία εξ άλλου αδιαφορούσε, συνήθως, για όσα άσχημα συνέβαιναν στον τόπο – για τα πολιτικά εγκλήματα – δεν μας έπειθε, λοιπόν.

            Όταν απέρριπτες τη θρησκεία, είχες κάποτε να ελπίζεις σε μια άλλη ιδεολογία - πολιτική - που θα άλλαζε τον κόσμο. Κάτι στράβωσε κι εκεί. Πού να ψάξεις και να βρεις άκρη στα πώς και γιατί. Οι ιδεολογίες χρεωκόπησαν, τέλειωσαν, οι δεκαετίες περνούν, γίνονται αιώνες κι η δική σου ζωή κρατάει ελάχιστα. Πώς να ξαναχτίσεις τέτοιους ιδανικούς κόσμους;

            Κι έτσι μένουμε ξεκρέμαστοι; Μας φοβίζει αυτό…

            Κι όμως καθένας θέλει κάποιο στήριγμα στη ζωή, την οικογένεια, τους φίλους, έστω έναν άνθρωπο. Μα, οι διαπροσωπικές σχέσεις έχουν γίνει τόσο άχρωμες και απρόσωπες, οι δεσμοί των ανθρώπων επιφανειακοί, οι σύγχρονες οικογένειες είναι τόσο χαλαρές, που καταλήγουν σε απλή συνύπαρξη ατόμων κάτω από την ίδια στέγη, οικογένειες που εύκολα δημιουργούνται, χωρίς υποδομή και προοπτικές, γιατί «έτσι πρέπει να γίνει» και γι’ αυτό εύκολα διαλύονται ή παραμένουν υπό την ίδια στέγη διαλυμένες με χαίνουσες τις σχέσεις…

             Σε μια τέτοια κοινωνία γίνονται εύκολη λεία τα άτομα σε κάθε είδους εκμετάλλευση – γιατί οι βάρβαροι γύρω μας υπάρχουν – ποτέ δεν έλειψαν – μόνο που έχουν νέα προσωπεία κι εμείς δεν τους αναγνωρίζουμε, πολλές φορές τους δημιουργούμε και τους τρέφουμε με την ανοχή μας· ανοχή σημαίνει ενοχή

            Η παγίδα των ναρκωτικών – ακόμα δεν τα νικήσαμε – δεν ξέρουμε να τα πολεμήσουμε; Κάποιοι που θα μπορούσαν, από σημαντικές θέσεις, δεν θέλουν… Τα ναρκωτικά θα έλυναν, υποτίθεται, τα αδιέξοδα της νεολαίας, άλλο αδιέξοδο εκείνα.

            Πόσοι σύγχρονοι …«άγιοι» ζώντες και άλλοι πρόσφατα θανόντες λατρεύονται από συνανθρώπους μας, που νομίζουν πως λύνουν έτσι το πρόβλημα της άχαρης ζωής τους. Πόσοι δεν πέφτουν στα χέρια των σύγχρονων μάγων, που κάνουν χρυσές δουλειές, ή διάφορων ανατολίτικων θρησκειών ή μασονικών - τεκτονικών στοών. Κι αυτά σε μια εποχή τόσο λογοκρατούμενη, υποτίθεται, όπως η σημερινή, και ενώ ξεπέρασε η ανθρωπότητα το μεσαίωνα κι αποκάλυψε τα τρωτά του, την υποδούλωση της κοινωνίας σε κάθε μυστικισμό που χρησιμοποιούν επίσημοι – γνωστοί κι άλλοι απόκρυφοι μηχανισμοί για τη χειραγώγηση των μαζών…

            Θύματα του σατανισμού νέα παιδιά – όργανα άγνωστων ως τώρα δυνάμεων με σκοτεινούς στόχους – και κάποια από αυτά νόμισαν πως γίνονται θύτες (2) ικανοποιώντας πρωτόγονα – ποταπά – ένστικτα για μια βάρβαρη, στιγμιαία, άγρια απόλαυση. Και ήταν τα ίδια θύματα της σύγχρονης κοινωνίας, της αφθονίας, του καταναλωτισμού, του (υποτιθέμενου) ευδαιμονισμού, της χωρίς (υψηλά) ιδανικά κοινωνίας, της απροσανατόλιστης ελληνικής κοινωνίας του σήμερα.

            Κι ενώ όλοι οι άλλοι, οι «υγιώς σκεπτόμενοι» άνθρωποι, νομίζουμε πως ξεφύγαμε από αυτή την κοινωνική - ηθική σήψη ή κατάπτωση, επιτρέπουμε ασμένως την εισβολή στο ίδιο μας το σπίτι, στη χωρίς ή με παιδιά οικογένειά μας ενός όμορφου βιαστή της σκέψης και της συνείδησης, που σχεδόν κανείς δεν τον απορρίπτει, της τηλεόρασης! Με την τέλεια και θαυμαστή παρουσίαση της ωμής φρίκης, (3) της ανωμαλίας της καθημερινότητας, είτε αυτή προέρχεται από πολέμους είτε από εγκλήματα της ήσυχης, κατά τα άλλα, κοινωνίας μας. Ας αναλογιστούμε πόσο ενδιαφέρον και προσοχή δείχνουμε όλοι για τις πιο μικρές λεπτομέρειες αυτών των ειδήσεων, πώς επιδιώκουμε με «ζάπινγκ» να δούμε περισσότερα και πιο απτά δείγματα της φρίκης των γεγονότων…

            Κι έπειτα πώς ανεχόμαστε να διασκεδάζουμε με την αθυροστομία, που, δυστυχώς, καταλήγει σε χυδαιολογία, κάθε τηλεοπτικής σειράς ή σύγχρονης τηλεοπτικής ταινίας! Δικαιολογία για τα παραπάνω ή, μάλλον, εύκολη δικαιολογία ο ρεαλισμός: έτσι είναι η ζωή, δεν θα την αποκρύψουμε ούτε θα την αλλοιώσουμε ωραιοποιώντας την…

            Ναι, αλλά ποια πρότυπα ζωής προσφέρουμε στη νεολαία; Την οδηγούμε ή, έστω, την αφήνουμε να αναπαράγει αυτά τα μοντέλα της κοινωνίας; Θα είναι, έτσι, η «χαμένη γενιά»; Κι εμείς δε θα είμαστε οι ηθικοί αυτουργοί;…

 _____________________________________________________________________

(1)   Ευτυχώς, διαπιστώνουμε, σήμερα, πως υπάρχει παράλληλα και ποιοτικό σύγχρονο ελληνικό τραγούδι· τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται αρκετοί αξιόλογοι νέοι δημιουργοί (συνθέτες, στιχουργοί, συγκροτήματα, τραγουδιστές) που δεν εμφανίζουν τα χαρακτηριστικά αυτά …

 (2)   Να θυμηθούμε την υπόθεση και τη δράση της ομάδας Δημητροκάλη, την εποχή που γράφτηκε το κείμενο.

 (3)   Παράδειγμα τα «αμοντάριστα πλάνα» με τις ανατριχιαστικές εικόνες των νεκρών στους πολέμους, π.χ. στο Ιράκ, όπως νεκρών παιδιών φρικτά ακρωτηριασμένων, που μάλιστα προβάλλονταν ως «ειδήσεις» σε ώρες αιχμής της τηλεθέασης ή ακόμα εικόνες ξεκάθαρες των άτυχων μαθητών στο τραγικό δυστύχημα στα Τέμπη (2003). Και να σκεφτούμε πως σε άλλες χώρες ο κώδικας της δημοσιογραφικής - τηλεοπτικής δεοντολογίας κράτησε μακριά τις τηλεοπτικές κάμερες από ανάλογες σκηνές φρίκης – για παράδειγμα στη γειτονική μας Ιταλία, όταν από ισχυρό σεισμό καταπλακώθηκαν δεκάδες παιδάκια στα ερείπια νηπιαγωγείου μαζί με τις δασκάλες τους!