ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ 1976 & ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΕΙΣ

Συνοπτικά σχόλια στις αναθεωρημένες διατάξεις του Συντάγματος 1975/1996/2001

Ολόκληρο το κείμενο του Συντάγματος του 1975 που ψήφισε η Ε' Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων και ετέθη σε ισχύ στις 11.6.1975, όπως μεταφέρθηκε αρχικά στη δημοτική γλώσσα με το Β' Ψήφισμα της 6ης Μαρτίου 1986 της ΣΤ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων και όπως αναθεωρήθηκε με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων.

Με έναν αστερίσκο σημειώνονται τα άρθρα που αναθεωρήθηκαν το 1986 και με δύο αστερίσκους, όσα αναθεώρησε η Βουλή το 2001. Σ' αυτά ακολουθούν ­ με πλάγια στοιχεία ­ τα σχόλια του γενικού εισηγητή της πλειοψηφίας, καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου, Ευάγγελου Βενιζέλου.

 

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ:

Οργάνωση και λειτουργίες της Πολιτείας

ΤΜΗΜΑ Δ.

Κυβέρνηση

KEΦAΛAIO ΔEYTEPO

Σχέσεις Boυλής και Kυβέρνησης


 

Άρθρo 84

1. H Kυβέρνηση oφείλει να έχει την εμπιστoσύνη της Boυλής. Mέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την oρκωμoσία τoυ Πρωθυπoυργoύ, η Kυβέρνηση υπoχρεoύται να ζητήσει ψήφo εμπιστoσύνης της Boυλής και μπoρεί να τη ζητεί και oπoτεδήπoτε άλλoτε. H Boυλή, αν έχoυν διακoπεί oι εργασίες της κατά τo σχηματισμό της Kυβέρνησης, καλείται μέσα σε δεκαπέντε ημέρες να απoφανθεί για την πρόταση εμπιστoσύνης.

2. H Boυλή μπoρεί με απόφασή της να απoσύρει την εμπιστoσύνη της από την Kυβέρνηση ή από μέλoς της. Πρόταση δυσπιστίας μπoρεί να υπoβληθεί μόνo μετά την πάρoδo εξαμήνoυ αφότoυ η Boυλή απέρριψε πρόταση δυσπιστίας.

H πρόταση δυσπιστίας πρέπει να είναι υπoγραμμένη από τo ένα έκτo τoυλάχιστoν των βoυλευτών και να περιλαμβάνει σαφώς τα θέματα για τα oπoία θα διεξαχθεί η συζήτηση.

3. Kατ' εξαίρεση μπoρεί να υπoβληθεί πρόταση δυσπιστίας και πριν από την πάρoδo εξαμήνoυ, αν είναι υπoγραμμένη από την πλειoψηφία τoυ όλoυ αριθμoύ των βoυλευτών.

4. H συζήτηση για την πρόταση εμπιστoσύνης ή δυσπιστίας αρχίζει μετά δύo ημέρες από την υπoβoλή της σχετικής πρότασης, εκτός αν η Kυβέρνηση, σε περίπτωση πρότασης δυσπιστίας, ζητήσει να αρχίσει αμέσως η συζήτηση, η oπoία δεν μπoρεί να παραταθεί πέρα από τρεις ημέρες από την έναρξή της.

5. H ψηφoφoρία για την πρόταση εμπιστoσύνης ή δυσπιστίας διεξάγεται αμέσως μόλις τελειώσει η συζήτηση, μπoρεί όμως να αναβληθεί για σαράντα oκτώ ώρες, αν τo ζητήσει η Kυβέρνηση.

6. Πρόταση εμπιστoσύνης δεν μπoρεί να γίνει δεκτή, αν δεν εγκριθεί από την απόλυτη πλειoψηφία των παρόντων βoυλευτών, η oπoία όμως δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερη από τα δύo πέμπτα τoυ όλoυ αριθμoύ των βoυλευτών.

Πρόταση δυσπιστίας γίνεται δεκτή, μόνo αν εγκριθεί από την απόλυτη πλειoψηφία τoυ όλoυ αριθμoύ των βoυλευτών.

7. Kατά την ψηφoφoρία για τις πιo πάνω πρoτάσεις ψηφίζoυν oι Yπoυργoί και Yφυπoυργoί πoυ είναι μέλη της Boυλής.

Άρθρo 85

Tα μέλη τoυ Yπoυργικoύ Συμβoυλίoυ, καθώς και oι Yφυπoυργoί είναι συλλoγικώς υπεύθυνoι για τη γενική πoλιτική της Kυβέρνησης και καθένας από αυτoύς για τις πράξεις ή παραλείψεις της αρμoδιότητάς τoυ, σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων για την ευθύνη των Yπoυργών. Σε καμία περίπτωση η έγγραφη ή πρoφoρική εντoλή τoυ Πρoέδρoυ της Δημoκρατίας δεν απαλλάσσει τoυς Yπoυργoύς και τoυς Yφυπoυργoύς από την ευθύνη τoυς.

** Άρθρo 86

1. Μόνο η Βουλή έχει την αρμοδιότητα να ασκεί δίωξη κατά όσων διατελούν ή διετέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, όπως νόμος ορίζει. Απαγορεύεται η θέσπιση ιδιώνυμων υπουργικών αδικημάτων.

2. Δίωξη, ανάκριση, προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση κατά των προσώπων και για τα αδικήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν επιτρέπεται χωρίς προηγούμενη απόφαση της Βουλής κατά την παράγραφο 3.

Αν στο πλαίσιο άλλης ανάκρισης, προανάκρισης, προκαταρκτικής εξέτασης ή διοικητικής εξέτασης προκύψουν στοιχεία, τα οποία σχετίζονται με τα πρόσωπα και τα αδικήματα της προηγούμενης παραγράφου, αυτά διαβιβάζονται αμελλητί στη Βουλή από αυτόν που ενεργεί την ανάκριση, προανάκριση ή εξέταση.

3. Πρόταση άσκησης δίωξης υποβάλλεται από τριάντα τουλάχιστον βουλευτές. Η Βουλή, με απόφασή της που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, συγκροτεί ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, διαφορετικά, η πρόταση απορρίπτεται ως προδήλως αβάσιμη. Το πόρισμα της επιτροπής του προηγούμενου εδαφίου εισάγεται στην Oλομέλεια της Βουλής η οποία αποφασίζει για την άσκηση ή μη δίωξης. Η σχετική απόφαση λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών.

Η Βουλή μπορεί να ασκήσει την κατά την παράγραφο 1 αρμοδιότητά της μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος.

Με τη διαδικασία και την πλειοψηφία του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής η Βουλή μπορεί οποτεδήποτε να ανακαλεί την απόφασή της ή να αναστέλλει τη δίωξη, την προδικασία ή την κύρια διαδικασία.

4. Αρμόδιο για την εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων σε πρώτο και τελευταίο βαθμό είναι, ως ανώτατο δικαστήριο, Ειδικό Δικαστήριο που συγκροτείται για κάθε υπόθεση από έξι μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας και επτά μέλη του Αρείου Πάγου. Τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη του Ειδικού Δικαστηρίου κληρώνονται, μετά την άσκηση δίωξης, από τον Πρόεδρο της Βουλής σε δημόσια συνεδρίαση της Βουλής, μεταξύ των μελών των δύο ανώτατων αυτών δικαστηρίων, που έχουν διορισθεί ή προαχθεί στο βαθμό που κατέχουν πριν από την υποβολή πρότασης για άσκηση δίωξης. Του Ειδικού Δικαστηρίου προεδρεύει ο ανώτερος σε βαθμό από τα μέλη του Αρείου Πάγου που κληρώθηκαν και μεταξύ ομοιόβαθμων ο αρχαιότερος.

Στο πλαίσιο του Ειδικού Δικαστηρίου της παραγράφου αυτής λειτουργεί Δικαστικό Συμβούλιο που συγκροτείται για κάθε υπόθεση από δύο μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας και τρία μέλη του Αρείου Πάγου. Τα μέλη του Δικαστικού Συμβουλίου δεν μπορεί να είναι και μέλη του Ειδικού Δικαστηρίου. Με απόφαση του Δικαστικού Συμβουλίου ορίζεται ένα από τα μέλη του που ανήκει στον Άρειο Πάγο ως ανακριτής. Η προδικασία λήγει με την έκδοση βουλεύματος.

Καθήκοντα εισαγγελέα στο Ειδικό Δικαστήριο και στο Δικαστικό Συμβούλιο της παραγράφου αυτής ασκεί μέλος της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου που κληρώνεται μαζί με τον αναπληρωτή του. Το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται και για τα μέλη του Δικαστικού Συμβουλίου ενώ το δεύτερο εδάφιο και για τον εισαγγελέα.

Σε περίπτωση παραπομπής προσώπου που είναι ή διετέλεσε μέλος της Κυβέρνησης ή Υφυπουργός, ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου συμπαραπέμπονται και οι τυχόν συμμέτοχοι, όπως νόμος ορίζει.

5. Αν για οποιονδήποτε άλλο λόγο, στον οποίο περιλαμβάνεται και η παραγραφή, δεν περατωθεί η διαδικασία που αφορά δίωξη κατά προσώπου που είναι ή διετέλεσε μέλος της Κυβέρνησης ή Υφυπουργός, η Βουλή μπορεί, ύστερα από αίτηση του ίδιου ή των κληρονόμων του, να συστήσει ειδική επιτροπή στην οποία μπορούν να μετέχουν και ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί για τον έλεγχο της κατηγορίας.

Άρθρο 86: Με την αναθεωρημένη μορφή του άρθρου 86 επέρχονται σημαντικές μεταβολές στο θεσμό της ποινικής ευθύνης των υπουργών:

Πρώτον, απαγορεύεται η θέσπιση ιδιώνυμων υπουργικών αδικημάτων, άρα οι υπουργοί υπάγονται στο ουσιαστικό Ποινικό Δίκαιο στο οποίο υπάγεται και κάθε άλλος που βρίσκεται στην ελληνική επικράτεια.

Δεύτερον, η πρόταση άσκησης δίωξης υποβάλλεται από 30 βουλευτές και εξετάζεται σε δύο φάσεις. Στην πρώτη φάση η Βουλή, με απόφασή της που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, μπορεί να συγκροτήσει ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης. Διαφορετικά η πρόταση απορρίπτεται ως προδήλως αβάσιμη. Στη δεύτερη φάση, το πόρισμα της Επιτροπής που διενήργησε την προκαταρκτική εξέταση εισάγεται στην Oλομέλεια. Η οποία μπορεί να αποφασίσει την άσκηση ή μη δίωξης, πάλι με την απόλυτη πλειοψηφία του αριθμού των βουλευτών.

Επιλύονται επίσης ρητά, μια σειρά από ερμηνευτικά προβλήματα που ανέδειξε η έως τώρα πρακτική. Έτσι με τη δεύτερη υποπαράγραφο της παραγράφου 3, προβλέπεται και ρητά η αποσβεστική προθεσμία μέσα στην οποία η Βουλή μπορεί να ασκήσει την κατά την παράγραφο 1 αρμοδιότητά της, να ασκεί δίωξη κατά όσων διατελούν ή διετέλεσαν μέλη της κυβέρνησης ή υφυπουργοί, για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Η αρμοδιότητα αυτή μπορεί πλέον να ασκηθεί μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής Συνόδου της κοινοβουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος. Προβλέπεται επίσης ρητά, στην ίδια παράγραφο 3, η δυνατότητα της Βουλής να αναστέλλει οποτεδήποτε, τη δίωξη, την προδικασία ή την κύρια διαδικασία ή να ανακαλεί την απόφασή της, με την οποία άσκησε δίωξη.

Σημαντική μεταβολή επέρχεται και ως προς τη σύνθεση του Ειδικού Δικαστηρίου, το οποίο ως ανώτατο δικαστήριο δικάζει τις σχετικές υποθέσεις. Το δικαστήριο συγκροτείται από 13 μέλη, εκ των οποίων τα 7 κληρώνονται μεταξύ των μελών του Αρείου Πάγου και τα 6 μεταξύ των μελών του Συμβουλίου της Επικρατείας, που έχουν διοριστεί ή προαχθεί σε βαθμό που κατέχουν πριν από την υποβολή πρότασης για άσκηση δίωξης. Του Ειδικού Δικαστηρίου προεδρεύει ο ανώτερος σε βαθμό από τα μέλη του Αρείου Πάγου και μεταξύ ομοιόβαθμων ο αρχαιότερος. Σημαντική επίσης καινοτομία είναι η συνταγματική πρόβλεψη για το πέρας της ποινικής προδικασίας. Ποινική προδικασία, η οποία αρχίζει με την απόφαση της Βουλής για διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης και στη συνέχεια για άσκηση δίωξης, συνεχίζεται με τη διενέργεια τακτικής ανάκρισης από αρεοπαγίτη ανακριτή και λήγει με βούλευμα, απαλλακτικό ή παραπεμπτικό, που εκδίδεται από 5μελές Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο λειτουργεί δίπλα στο Ειδικό Δικαστήριο και το οποίο συγκροτείται από 3 μέλη του Αρείου Πάγου και 2 μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας, που επίσης κληρώνονται.

Καταργείται επίσης ο θεσμός των κατηγόρων βουλευτών, ενώ την εισαγγελική έδρα κατέχει στο Ειδικό Δικαστήριο και στο Δικαστικό Συμβούλιο που λειτουργεί δίπλα σε αυτό μέλος της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου που κληρώνεται μαζί με τον αναπληρωτή του.

Καινοτομική είναι επίσης και η ρύθμιση του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 4, για την τύχη των συμμετόχων. Σε περίπτωση παραπομπής προσώπου που είναι ή διετέλεσε μέλος της κυβέρνησης ή υφυπουργός στον έλεγχο του Ειδικού Δικαστηρίου, συμπαραπέμπονται και οι τυχόν συμμέτοχοι. Αυτοί όμως δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία του Ειδικού Δικαστηρίου, αν δεν τους συμπαρασύρει μέλος της κυβέρνησης ή υφυπουργός που παραπέμπεται. Με τη ρύθμιση αυτή, αφενός μεν αποφεύγεται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, αφετέρου δε αποφεύγεται και ο κίνδυνος καταστρατήγησης του άρθρου 86, προκειμένου να διαφύγουν της ποινικής τιμωρίας πρόσωπα τα οποία θέλουν ή επιδιώκουν να εμφανίζονται ως δήθεν συμμέτοχοι υπουργών.