Κατάληψη των Φιλιππίνων

Εκτύπωση
Κατηγορία: Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος 1939-1942
Δημιουργηθηκε στις Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013
Η εκστρατεία στις Φιλιππίνες
 
Ο ιαπωνικός στρατός κατατρόπωσε τους Αμερικανούς
 
Επιμέλεια: Στεφανος Xελιδονης
 
 
 

 

 

Οταν τα νέα για το Περλ Χάρμπορ στις 7 Δεκεμβρίου 1941 έφτασαν στην Ουάσιγκτον, ο υπουργός Ναυτικού, Φρανκ Νοξ, νόμισε ότι το μήνυμα έκανε λάθος σχετικά με την τοποθεσία της καταστροφής: «Πρέπει να είναι οι Φιλιππίνες!» Τέτοια ήταν η σημασία των Φιλιππίνων για τον έλεγχο του Ειρηνικού και όντως την επόμενη μέρα άρχισε η ιαπωνική επίθεση στη νησιωτική χώρα, την οποία θα υπεράσπιζαν αμερικανικές δυνάμεις. Οι ΗΠΑ έχασαν την Εκστρατεία των Φιλιππίνων. Μάλιστα, η παράδοση των αμερικανικών δυνάμεων στη χερσόνησο του Μπαταάν ήταν η μεγαλύτερη στην ιστορία των ΗΠΑ. Η υπεράσπιση των Φιλιππίνων δεν επιβράδυνε την ιαπωνική κατάκτηση της νοτιοανατολικής Ασίας, καθώς δεν εξετράπησαν ιαπωνικές δυνάμεις από άλλες αποστολές. Παρά την παράδοση, εκατοντάδες Αμερικανοί και Φιλιππινέζοι πήραν τα όπλα τους στα βουνά για να αντισταθούν στην κατοχή.

Οι χιλιάδες αιχμάλωτοι πολέμου θα περνούσαν από μια κόλαση για τα επόμενα τριάμισι χρόνια. Αρκετοί εξοντώθηκαν στην «Πορεία Θανάτου της Μπαταάν», ενώ οι περισσότεροι γνώρισαν τη φρίκη των ιαπωνικών στρατοπέδων συγκέντρωσης ή μεταφέρθηκαν με πλοία -στα οποία επικρατούσαν απάνθρωπες συνθήκες- στην Ιαπωνία για καταναγκαστικά έργα. Τους επιζώντες θα απελευθέρωναν αμερικανο-φιλιππινέζικες δυνάμεις το 1945 μετά την ανακατάληψη των Φιλιππίνων. Η πλάστιγγα έγειρε προς τις ΗΠΑ, το 1942, όταν ο πρόεδρος Ρούζβελτ εγκατέλειψε την τακτική που ήθελε τις αμερικανικές δυνάμεις να επιτίθενται αποκλειστικά στην Ευρώπη, ενώ στο θέατρο του Ειρηνικού μόνο να αμύνονται κατά των Ιαπώνων, και συνέχισε τον πόλεμο με επιθετικές ενέργειες και στα δύο μέτωπα. Μέχρι την οριστική νίκη επί της Ιαπωνίας, η εκδίκηση για την Μπαταάν θα έμενε καρφωμένη στο μυαλό των Αμερικανών.

Σοβαρά λάθη στρατηγικής και τακτικής

Του Allan R. Millett*

Καθώς οι σχέσεις με την Ιαπωνία επιδεινώθηκαν το 1937, οι Αμερικανοί επιτελείς δεν έβλεπαν ρεαλιστικό τρόπο να υπερασπίσουν τις Φιλιππίνες εκτός από τον Κόλπο της Μανίλας. Οι στρατηγικές εγκαταστάσεις ήταν η αμερικανική ναυτική βάση στον Κόλπο Σούμπιγκ στη δυτική Λουζόν, οι ναύσταθμοι στο Καβίτε και το Ολονγκάπο, οι αεροπορικές βάσεις Νίκολς, Κλαρκ και Εμπα, οι παράκτιες αμυντικές εγκαταστάσεις στη Νήσο Κορέγκιντορ και γύρω από τον Κόλπο της Μανίλας και τα φυλάκια των δυνάμεων πεζικού του αμερικανικού στρατού στην κεντρική Λουζόν. Η αποστολή των αμυντικών δυνάμεων στις Φιλιππίνες, σύμφωνα με το πολεμικό σχέδιο ORANGE, ήταν να κρατήσουν τον Κόλπο και, ίσως, την πόλη της Μανίλας και να ελπίζουν για διάσωση από το αμερικανικό ναυτικό, το οποίο βρισκόταν 5.300 μίλια μακριά, στα νησιά της Χαβάης.

Οι ιαπωνικές ένοπλες δυνάμεις ήταν πολύ πιο κοντά. Είχαν φρουρές στη Φορμόζα (Ταϊβάν) από το 1895, μόλις 700 μίλια βόρεια της Λουζόν. Μέχρι το 1941, οι Ιάπωνες είχαν τοποθετήσει δυνάμεις ανατολικά των Φιλιππίνων στο Παλάου και τις Μαριάνες Νήσους. Μετά την πτώση της Γαλλίας το 1940, κατείχαν βάσεις στη Γαλλική Ινδοκίνα. Οι Φιλιππίνες τώρα απειλούντο από τρεις πλευρές.

Οι Ιάπωνες σχεδίαζαν να κατακτήσουν τη Βρετανική Μαλαισία και τις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες προκειμένου να εξασφαλίσουν το μέλλον της Ιαπωνίας ως βιομηχανικού κράτους. Οι Φιλιππίνες αναδείχθηκαν σε επιπρόσθετο στόχο. Οι αμερικανικές βάσεις στη Λουζόν έπρεπε να εξουδετερωθούν ώστε να εξασφαλιστεί ότι οι εισβολές στη Μαλαισία και στις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες δεν θα διαταράσσονταν.

Οι ΗΠΑ ήλπιζαν ότι η υπεράσπιση των Φιλιππίνων θα απέτρεπε την Ιαπωνία από το να καταλάβει την «Περιοχή Πλουτοπαραγωγικών Πηγών των Νοτίων Θαλασσών». Ο Ασιατικός Στόλος του Ναυτικού δεν ήταν δυνατό να σταματήσει μία δύναμη κρούσης του Αυτοκρατορικού Ιαπωνικού Ναυτικού, στην οποίαν παρείχαν κάλυψη 200 αεροσκάφη του 11ου Αεροστόλου στη Φορμόζα.

Τα πλοία επιφανείας του ναυάρχου Τόμας Χαρτ -δύο καταδρομικά και 13 αντιτορπιλικά- σχεδίαζαν να ενωθούν με έναν στόλο από πολεμικά σκάφη των Ολλανδών και της Κοινοπολιτείας, τα οποία θα μπορούσαν να εμποδίσουν μία εισβολή. Ο Χαρτ, ωστόσο, περίμενε από τα 28 του υποβρύχια να επιτεθούν σε οποιονδήποτε στόλο του Αυτοκρατορικού Ιαπωνικού Ναυτικού με κατεύθυνση τη Λουζόν. Η Αεροπορία Απω Ανατολής είχε επίσης 35 βομβαρδιστικά B-17 έτοιμα να βομβαρδίσουν μία δύναμη εισβολής. Μία δύναμη από 107 μαχητικά P-40 θα προστάτευε τις αμερικανικές αεροπορικές και ναυτικές βάσεις.

Ο στρατός για την Κοινοπολιτεία των Φιλιππίνων συστάθηκε το 1941. Αυτός ο στρατός ήταν δημιούργημα του Ντάγκλας Μακάρθουρ, του εν αποστρατεία αρχηγού επιτελείου του στρατού των ΗΠΑ και αρχηγού τώρα των ενόπλων δυνάμεων των Φιλιππίνων. Σχεδίαζε να ενισχύσει τους 100.000 ανεκπαίδευτους Φιλιππινέζους πολιτοφύλακές του με τους Αμερικανούς στρατιώτες της Μεραρχίας Φιλιππίνων. Αυτή η μεραρχία, ωστόσο, είχε μονάχα ένα σύνταγμα πεζικού και τρία τάγματα πυροβολικού. Οι Φιλιππινέζοι Ανιχνευτές, επίλεκτοι Φιλιππινέζοι στρατιώτες, παρείχαν μόνο ένα σύνταγμα ιππικού, δύο συντάγματα πυροβολικού και δύο τάγματα πυροβολικού πεδίου μάχης. Τέσσερα τάγματα παράκτιου πυροβολικού υπεράσπιζαν τον Κόλπο της Μανίλας. Οι μόνες ενισχύσεις ήταν δύο τάγματα τεθωρακισμένων και ένα σύνταγμα αντιαεροπορικού. Οταν κανείς λογάριαζε και τα βοηθητικά στρατεύματα, καθώς και το επίγειο προσωπικό αεροπορίας, ο στρατός των ΗΠΑ παρείχε μονάχα 31.000 στρατιώτες για την άμυνα των Φιλιππίνων.

Το καλοκαίρι του 1941, ο πρόεδρος Φράνκλιν Ρούζβελτ διόρισε τον Μακάρθουρ αρχηγό όλων των αμερικανικών στρατευμάτων στις Φιλιππίνες. Αντί για την άμυνα αποκλειστικά του Κόλπου της Μανίλας, ο Μακάρθουρ σχεδίαζε την άμυνα του Κόλπου της Λινγκαγιέν στη βόρεια Λουζόν με τέσσερις μεραρχίες Φιλιππινέζων, που θα είχαν υποστήριξη από δύο συντάγματα Ανιχνευτών. Αλλες δύο μεραρχίες θα υπεράσπιζαν τη νότια Λουζόν, και δύο μεραρχίες (συμπεριλαμβανομένης της Μεραρχίας Φιλιππίνων) θα παρέμεναν κοντά στη Μανίλα.

Με το να καταστρέψουν τις μονάδες της αεροπορίας του στρατού των ΗΠΑ στο νησί και να παραμερίσουν τον Ασιατικό Στόλο, οι Ιάπωνες κέρδισαν την Εκστρατεία των Φιλιππίνων. Ο Χαρτ και ο Μακάρθουρ έμαθαν για την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ νωρίς το πρωί της Δευτέρας 8 Δεκεμβρίου. Ο Χαρτ διέταξε τα πλοία επιφανείας του να κατευθυνθούν νότια, στην Ιάβα. Τα υποβρύχιά του συγκεντρώθηκαν στις πιθανές οδούς εισβολής της Λουζόν.

Προκειμένου να διαφύγουν την αναμενόμενη ιαπωνική αεροπορική επίθεση στις βάσεις Κλαρκ και Εμπα, τα βομβαρδιστικά και τα μαχητικά απογειώθηκαν στις 8.30 π.μ., μετά ανεφοδιάστηκαν και απογειώθηκαν ξανά στις 10.30 π.μ., ακόμη χωρίς διαταγές. Μέχρι το μεσημέρι, τα B-17 έλαβαν τις διαταγές του Μακάρθουρ να βομβαρδίσουν τη Φορμόζα και προσγειώθηκαν ξανά για ανεφοδιασμό. Στις 12.40 μ.μ., μία ιαπωνική δύναμη 54 βομβαρδιστικών και 36 μαχητικών επιτέθηκαν στα αεροδρόμια των βάσεων Κλαρκ και Εμπα και κατέστρεψαν 100 αεροσκάφη, συμπεριλαμβανομένων των μισών B-17 και P-40.

Η περίφημη δύναμη υποβρυχίων δεν ενεπλάκη σε μάχη με τον στόλο εισβολής που κατευθυνόταν στον Κόλπο της Λινγκαγιέν. Η ιαπωνική 14η Στρατιά, δύο ενισχυμένες μεραρχίες 57.000 ανδρών υπό τις διαταγές του αντιστρατήγου Χόμα Μασαχάρου, αποβιβάστηκε χωρίς να συναντήσει σοβαρή αντίσταση στις 22 Δεκεμβρίου. Μία μικρότερη ταξιαρχία βγήκε στην ακτή της νότιας Λουζόν. Σε τρεις μόνο μέρες μία από τις μεραρχίες του Χόμα διασκόρπισε τις δύο μεραρχίες Φιλιππινέζων στη βόρεια Λουζόν και ολοκλήρωσε την πρώτη φάση των επίγειων επιχειρήσεων, από τις 22 έως τις 24 Δεκεμβρίου 1941.

Η «Πορεία Θανάτου της Μπαταάν» για χιλιάδες αιχμαλώτους

Εχοντας κάλυψη από το 26ο Ιππικό και τους Ανιχνευτές, ο φιλιππινέζικος στρατός οπισθοχώρησε στη χερσόνησο του Μπαταάν όταν ο Μακάρθουρ διέταξε να τεθεί σε εφαρμογή το αρχικό σχέδιο του στρατού, το ORANGE-3.

Παρόλο που τα μάχιμα στρατεύματα έφτασαν στην Μπαταάν μεταξύ 24 και 31 Δεκεμβρίου 1941, οι ανοργάνωτες βοηθητικές μονάδες εγκατέλειψαν πάνω από 10 εκατ. τόνους φαγητού και ζωτικές ποσότητες ιατρικού υλικού και πυρομαχικών. Στη Νήσο Κορέγκιντορ πήγαν πολύ περισσότερα εφόδια απ? ό,τι χρειαζόταν η φρουρά της. Η δύναμη της Μπαταάν, από την άλλη, βρήκε αποθέματα ανεπαρκή για 80.000 στρατιωτικού προσωπικού και 126.000 άμαχους πρόσφυγες. Επειτα από μία εβδομάδα, η μερίδα φαγητού, που αντιστοιχούσε σε κάθε στρατιώτη, έπεσε στις 2.000 θερμίδες τη μέρα ή το μισό των βασικών αναγκών ενεργών στρατιωτών. Τον Μάρτιο, οι μερίδες έπεσαν στις 1.000 θερμίδες τη μέρα. Μέχρι τον Απρίλιο, το 80% του στρατού της Μπαταάν είχε ελονοσία ή δυσεντερία ή και τα δύο, καθώς και σχετιζόμενες τροπικές ασθένειες και μολύνσεις. Οι μισοί Ιάπωνες επίσης αρρώστησαν.

Μέσα σε δύο μήνες πολέμου στα βουνά και τη ζούγκλα, ο ιαπωνικός στρατός διέρρηξε την άμυνα έξι μεραρχιών Φιλιππινέζων, τεσσάρων συνταγμάτων Ανιχνευτών, καθώς και του τακτικού στρατού και των συνταγμάτων πυροβολικού. Βοηθητικά στρατεύματα, εκτοπισμένο προσωπικό της αεροπορίας στρατού, επίγειο προσωπικό του αμερικανικού ναυτικού και μονάδες πεζοναυτών συμπλήρωσαν τις γραμμές και έδωσαν μάχη κατά όσων Ιαπώνων επιχειρούσαν να διεισδύσουν. Τον Μάρτιο, ο Ρούζβελτ αναγνώρισε την επαπειλούμενη ήττα και διέταξε τον Μακάρθουρ να πάει στην Αυστραλία για να οργανώσει έναν άλλον πόλεμο. Οταν περαιτέρω αντίσταση έδειχνε μάταιη, ο υποστράτηγος Εντουαρντ Π. Κινγκ Τζούνιορ, ο διοικητής στην Μπαταάν, παρέδωσε μία δύναμη 76.000 ανδρών, εκ των οποίων οι 10.000 ήταν Αμερικανοί.

Μεταξύ της συνθηκολόγησης στις 8 Απριλίου και των αρχών Ιουνίου, όταν οι Ιάπωνες οργάνωσαν μόνιμα στρατόπεδα για λευκούς αιχμαλώτους πολέμου και εγκλείστους, 9.000 Αμερικανοί και Φιλιππινέζοι στρατιώτες πέθαναν εν αιχμαλωσία. Ασυγκράτητοι Ιάπωνες στρατιώτες δολοφονούσαν αιχμαλώτους πολέμου, αλλά οι περισσότεροι από τους θανάτους προήλθαν από εξάντληση και αφυδάτωση μεταξύ των αιχμαλώτων που βάδισαν στο στρατόπεδο Ο? Ντόνελ, 55 μίλια από τη θέση παράδοσης. Εκτιμάται ότι 6.300 από τους 7.000 νεκρούς στην «Πορεία Θανάτου της Μπαταάν» ήταν Φιλιππινέζοι.

Η τελευταία φάση της εκστρατείας διήρκεσε μόνο τέσσερις εβδομάδες (8 Απριλίου - 6 Μαΐου 1942) και χαρακτηρίστηκε από την πολιορκία της Νήσου Κορέγκιντορ, την οποίαν υπεράσπιζαν το παράκτιο πυροβολικό και το 4ο Σύνταγμα Πεζοναυτών. Βοηθητικά στρατεύματα και άνδρες του υγειονομικού, μαζί με τους τραυματίες, αριθμούσαν πάνω από τη μισή φρουρά. Βομβαρδισμένες χωρίς ανάπαυλα, οι εναπομείνασες δυνάμεις δεν μπορούσαν να αποτρέψουν μία ιαπωνική αμφίβια απόβαση στις 5 Μαΐου. Την επόμενη μέρα, ο αρχηγός των Αμερικανικών Δυνάμεων στην Απω Ανατολή, αντιστράτηγος Τζόναθαν Μ. Γουέινραϊτ, παρέδωσε όλες τις δυνάμεις που είχαν απομείνει στις Φιλιππίνες, εκ των οποίων 13.000 άνδρες στη Νήσο Κορέγκιντορ.